Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.10.15

Χωρίς Αντάλλαγμα (Κεφάλαιο 6)


Ο Λεωνίδας δεν ήθελε, να γυρίσει στο άδειο σπίτι, ήταν τόσο εκνευρισμένος με τη σημερινή συνάντηση. Ένιωθε πλέον, λες και δεν ήξερε τη Χριστίνα, λες και η κοπέλα, που είχαν ζήσει μαζί τόσες στιγμές εδώ και χρόνια, είχε πια εξαφανιστεί. Κάτι άλλο ήταν όμως αυτό που τον έτρωγε, μια ιδέα, που είχε τρυπώσει στο μυαλό του και δεν έλεγε με τίποτα, να βγει. Ο δρόμος τον έβγαλε στο σπίτι της Έλενας, μιας κοπέλας, που δούλευαν μαζί στην εφημερίδα και με την οποία τελευταία έκαναν πάρα πολύ καλή παρέα.

Η Έλενα ήταν μια κωμική και συνάμα ευχάριστη φιγούρα. Τα κόκκινα σπαστά μαλλιά ήταν το σήμα κατατεθέν της, πλαισιωμένα από τα φουσκωμένα ροδαλά μάγουλα και την παχουλή σιλουέτα της, την οποία προσπαθούσε, να κρύψει ανεπιτυχώς φορώντας φαρδιά ρούχα. Ήταν πάντα χαμογελαστή, γεμάτη χιούμορ και πάντα τόσο συγκαταβατική με τα προβλήματα των άλλων. Ήταν ικανή, να κάθεται για ώρες και να ακούει τα προβλήματα των άλλων, δίχως ποτέ, να δυσανασχετεί ή να κριτικάρει. Μα πάνω από όλα, αυτό για το οποίο την ξεχώριζε ο Λεωνίδας ήταν η εχεμύθειά της, αφού ήξερε πως μπορεί να της εμπιστευτεί τα πάντα και να ήταν σίγουρος πως θα έμεναν μόνο μεταξύ τους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και εκείνο το απογευματάκι, που ο Λεωνίδας χτύπησε την πόρτα της.

“Μόνο, μην μου πεις πως ήρθες πάλι για δουλειά;” τον υποδέχτηκε με ένα βαθύ χαχανητό, γρήγορα όμως αντιλήφθηκε την άσχημη ψυχολογία του και τον τράβηξε στο εσωτερικό του σπιτιού.
“Πάμε καλύτερα πίσω στον κήπο” του πρότεινε “αυτή την ώρα, που δύει ο ήλιος μου αρέσει να κάθομαι στην αιώρα μου και να χαζεύω τον ουρανό.”

Βγήκαν από τη μικρή μπαλκονόπορτα στον καταπράσινο κήπο και κάθισαν στην άσπρη αιώρα. Η Έλενα είχε όντως δίκιο, ο ουρανός ήταν σαν ζωγραφισμένος με διάφορα χρώματα, να μπερδεύονται αναμεταξύ τους, και τελικά ένα έντονο μενεξεδί χρώμα, να υπερτερεί και να φωτίζει απαλά τα λιγοστά σύννεφα, που ταξίδευαν πάνω από τον αθηναϊκό ουρανό παρασυρόμενα από ένα αδύναμο αεράκι, που κυμάτιζε τα φύλλα του κήπου.

“Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει συμβεί, όλα έγιναν τόσο γρήγορα και ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή μου. Είδες όμως τι παιχνίδια σου παίζει η ζωή; Από εκεί που νομίζεις πως όλα κυλάνε ομαλά και προχωράς σταθερά, σου ρίχνει μία σπρωξιά και σε ρίχνει στο γκρεμό”.

Η Έλενα τον ακούμπησε συμπονετικά στον ώμο, προσπαθώντας, να του δείξει την κατανόηση της.

“Πως γίνεται από εκεί που νομίζεις ότι ξέρεις έναν άνθρωπο, που πιστεύεις ότι είναι δικός σου, το άλλο σου μισό, ξαφνικά, να γίνεστε δυο ξένοι μέσα σε μία νύχτα”.

Η ώρα περνούσε και ο ουρανός σκοτείνιαζε αργά. Τα λιγοστά αστέρια είχαν πάρει τη θέση τους και φώτιζαν τον ουρανό, ενώ η ομίχλη από το καυσαέριο είχε τυλιχτεί πάνω του σαν τσαλακωμένο σεντόνι.

“Όλα άλλαξαν από τότε που πήγε σε αυτό το επαγγελματικό ταξίδι στη Ζυρίχη, από όταν γύρισε δεν είναι πια η Χριστίνα μου και ύστερα από λίγες μέρες φεύγει από το σπίτι δίχως να πει μια λέξη.
Πρέπει να μάθω τι στο καλό έχει συμβεί”. Ο Λεωνίδας είχε πιει αρκετά, έτσι η Έλενα του έστρωσε να κοιμηθεί στον καναπέ. Ίσως να ήταν από τις λίγες φορές, που ο Λεωνίδας κοιμήθηκε τόσο γρήγορα, το ποτό είχε συμβάλλει καταλυτικά για αυτό. Αν και μάλλον η αίσθηση της συντροφιάς και η απομάκρυνση από το σπίτι του, που παντού του την θύμιζε, να ήταν πιο σημαντική.


Η Χριστίνα, από την άλλη μεριά, είχε πλέον εγκατασταθεί στο σπίτι της οικογένειας του Μάνου. Δεν είχε καν περάσει, να πάρει τα πράγματά της, ώστε να μην χρειαστεί, να ανταμώσει με το Λεωνίδα. Άλλωστε, πλέον υπό την αιγίδα του Μάνου, είχε τη δυνατότητα, να αγοράσει πολύ καλύτερα ρούχα, ώστε τα παλιά να της φαίνονται άχρηστα. Το νέο της σπίτι ήταν ένα τεράστιο νεοκλασικό στη Φιλοθέη, το οποίο φυσικά δεν είχε καμία σχέση με το παλιό μικρό διαμέρισμα, που έμενε με τον Λεωνίδα στα Πετράλωνα. Μόνο το καθιστικό ήταν ίσο με όλο το παλιό της σπίτι. Ακόμα, η έπαυλη περιστοιχιζόταν από όμορφα περιποιημένα δέντρα και δεν ήταν πνιγμένη από τις γύρω πολυκατοικίες.

Πριν συμβούν όλα αυτά, είχαν συμφωνήσει με το Λεωνίδα, να μετακομίσουν σε κάτι καλύτερο, όμως τελικά μετακόμισε μόνη. Η Χριστίνα ζούσε πλέον τη μεγάλη ζωή, που πάντα ονειρευόταν, ντυμένη με τις πιο ακριβές μάρκες, σε χλιδάτα σπίτια, σε γκουρμέ εστιατόρια και με συμμετοχή σε κοσμικά γκαλά. Είχε πετάξει μια για πάντα την ροκ μάσκα, που φορούσε και είχε γίνει ακριβώς η κοπέλα, που απεχθανόταν ο Λεωνίδας. Εκτός βέβαια από τη μάσκα, είχε πετάξει στον κάδο των αχρήστων και την αγάπη της για το Λεωνίδα, πόσο μάλλον που λίγους μήνες πριν της είχε πει πως ήταν η γυναίκα της ζωής του και ήθελε να κάνουν το επόμενο βήμα στη σχέση τους.

Ο Ηλίας είχε κιόλας καθίσει στην τραπεζαρία, μπροστά στο μεγάλο τραπέζι γεμάτο από εκλεκτά εδέσματα. Κρατιόταν πολύ καλά για την ηλικία του και ενέπνεε μια αυστηρότητα μέσα από το σκούρο κοστούμι του. Είχε περάσει πολλές ώρες της ζωής του κλεισμένος στην εταιρεία και αυτό φαινόταν στα μάτια του. Η τραπεζαρία ήταν μοντέρνα, το πάτωμα σκεπαζόταν από ένα μεγάλο μωβ χαλί πάνω στο οποίο στεκόταν το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, ντυμένο με το άσπρο, λινό τραπεζομάντιλο. Ήταν διακοσμημένο με όμορφα, επιχρυσωμένα κηροπήγια και τα πιάτα είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους, πλαισιωμένα από τα διαφορετικά μαχαιροπίρουνα. Στη μέση άχνιζαν τα ζεστά, γεμάτα θαλασσινούς πειρασμούς πιάτα.

“Όλοι ξέρετε, γιατί μαζευτήκαμε σήμερα εδώ” ξεκίνησε με σοβαρή φωνή, “Μάνο” και γύρισε προς το γιο του “η Χριστίνα είναι έγκυος και πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου”.

Ο Μάνος τον κοίταγε στα μάτια και έκανε μια συγκαταβατική κίνηση, μόλις ο πατέρας του ολοκλήρωσε την πρότασή του.

“Προτείνω, να ξεκινήσουμε άμεσα τις προετοιμασίες για το γάμο της χρονιάς” είπε και σήκωσε το ποτήρι του στον αέρα “Στον εγγονό μου!” φώναξε και όλοι με τη σειρά τους σήκωσαν τα ποτήρια, για να ευχηθούν. Ο Μάνος έδειχνε φανερά τόσο έξω από τα νερά του και η αμηχανία του ήταν έντονη πάνω του. Η Χριστίνα, που αμέσως τον κατάλαβε, του έσφιξε απαλά το χέρι.
Ύστερα, έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί “Όλα καλά θα πάνε μωρό μου. Σε αγαπάω!”.

Ο Ηλίας ξαναπήρε το λόγο απευθυνόμενος στη Χριστίνα αυτή τη φορά “Από σήμερα, δεν θα είσαι πια γραμματέας στην εταιρεία, δεν θα κάνει και την καλύτερη εντύπωση, αν μαθευτεί κάτι τέτοιο στον κύκλο μας”. Από εδώ και στο εξής λοιπόν, θα είσαι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και υπεύθυνη για την επικοινωνία και προβολή της ώσπου, να έρθει η ώρα, να γεννήσεις”. Ένα αμήχανο χαμόγελο ξεπρόβαλε στα χείλη της, ενώ απέφυγε να κοιτάξει τον Ηλία, ο οποίος συνέχισε να μιλάει.

“Ξέρω, ότι είσαι ικανή και θα τα καταφέρεις καλά, όμως πλέον προέχει ο γάμος και το παιδί. Η δουλειά για εσένα θα βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα” κατέληξε. Η μητέρα του Μάνου, η Φανή, μια ιδιαίτερα ευγενική και αριστοκρατική παρουσία, παρότι είχε μείνει σιωπηλή μέχρι τώρα δεν φάνηκε, να έχει με καλό μάτι τις αποφάσεις, που ανακοίνωσε ο άνδρας της και αυτό ήταν έκδηλο από τις αντιδράσεις της. Η ίδια ποτέ της δεν είχε ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, που κληρονόμησε από τον πατέρα της, ο οποίος είχε διατελέσει και ως υπουργός. Προτιμούσε, να ασχολείται με την ανάπτυξη της εικόνας της εταιρείας και παράλληλα, είχε ένα έντονο φιλανθρωπικό έργο. Μπορεί βέβαια, ο άντρας της να διαχειριζόταν αποκλειστικά την εταιρεία, όμως όλα ανήκαν στην ίδια. Της φαινόταν πολύ βιαστικό όλο αυτό και δεν έδειχνε, να έχει την ίδια άποψη για τη Χριστίνα με τον άντρα της.

“Πως είναι δυνατόν κάποια που ήταν με έναν άλλο άντρα τόσα χρόνια, ξαφνικά, να αγαπάει τον Μάνο;” αναρωτιόταν συνεχώς, μοιράζοντας τους προβληματισμούς της και με σύζυγό της, ο οποίος  δεν έδειχνε, να συμμερίζεται την άποψή της. Βέβαια, δεν είχε δείξει ανοιχτά τη διαφωνία της, αφού δεν ήταν ότι δεν συμπαθούσε τη Χριστίνα, αλλά η συμπεριφορά της, της φαινόταν τελείως ανεξήγητη. Ακόμα ήταν καχύποπτη και με τον άντρα της, ο οποίος είχε δεχθεί τόσο εύκολα αυτό το γάμο.  Αυτός, που κατά καιρούς, είχε δείξει τους ενδοιασμούς του και ήθελε, η γυναίκα του Μάνου, να είναι και αυτή από μία πλούσια και γνωστή οικογένεια, ισάξια του ονόματος της δικιάς τους. Ενώ τώρα εμφανίζεται, να έχει κάνει στροφή 180 μοιρών και να δέχεται αδιαμαρτύρητα μια γραμματέα για νύφη τους. Τι και αν ήταν έγκυος; Για τους πλούσιους, αυτά τα προβλήματα, λύνονται σχετικά εύκολα, με μερικές χιλιάδες ευρώ, που θα κάνουν την κοπέλα, να ξεχάσει τον πατέρα του παιδιού και ποτέ, να μην αποκαλυφθεί το παραμικρό.

Τάσος Σκλάβος