Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

12.10.15

Game of Shadows (Κεφάλαιο 7) "Γυάλινος κόσμος'


  Το να τρέχω με κάνει να ξεχνιέμαι… Να ζω σε ένα δικό μου γυάλινο κόσμο χωρίς έγνοιες , χωρίς σκέψεις…. Τα βάσανα για λίγο  μένουν στο περιθώριο… Έξω από τον κόσμο μου… Όταν τρέχω βρίσκομαι στο δικό μου καταφύγιο, στο δικό μου ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΟΣΜΟ…. Μα έρχεται η στιγμή που αυτός ο γυάλινος κόσμος σπάει απότομα.
   Μετά το τρέξιμο πήγα αμέσως για μπάνιο. Όχι δεν κατέβηκα για το βραδινό…. Προτίμησα να μείνω κλεισμένος στο δωμάτιο μου έτοιμος να αντιμετωπίσω τις σκέψεις μου.   Προτού προλάβω όμως να ανοίξω την πόρτα του δωματίου μου και να αφεθώ στις σκέψεις μου, οι φωνές της Έρρικας με ξάφνιασαν.  «Το Τετράδιο μου! Που είναι το τετράδιο μου..» επαναλάβανε ασταμάτητα και τότε από τη πόρτα της ξεπρόβαλε απότομα η Μάριαμ  έτοιμη να εκραγεί από θυμό.
«Κάνε επιτέλους ησυχία!»
«Εσύ το πείρες;» την ρώτησε αρκετά αγριεμένη
«Έρρίκα σε παρακαλώ σταμάτα!  Δεν πήρα τίποτα…»
«Θέλω το τετράδιο μου!…»  σταμάτησε και την κοίταξε με ένα φλογερό βλέμμα «Τώρα!»  ούρλιαξε  αναγκάζοντας τη γυναίκα που έμενα στο δίπλα δωμάτιο να βγει έξω.
«Μα τι στο καλό συμβαίνει;» ξεστόμισε μια γριά που φορούσε κάτι γκρι απαίσιες φόρμες.
«Τίποτα, μην ενοχλήστε ..» αποκρίθηκε η Μάριαμ
«Αν δεν μου το επιστρέψεις μέχρι αύριο το πρωί δε ξέρω τι θα ξεστομίσω!» πρόσθεσε η Έρρικα και βρόντηξε τη πόρτα μπροστά στη Μάριαμ όσο πιο δυνατά μπορούσε.
«Τρελό κορίτσι» είπε η Μάριαμ και έκανε μια γκριμάτσα
«Οι τρελοί καμιά φορά λένε αλήθειες….» αποκρίθηκε με μια  μυστικοπάθεια εκείνη η γριά…
Εγώ είχα μείνει άναυδος… Μα θυμήθηκα πως κρατούσα το τετράδιο της .  Θα το επέστρεφα πίσω,  αλλά πόρτα έπρεπε να βεβαιωθώ…. Να βεβαιωθώ αν αυτά που είχε γράψει σαν μια μικρή ιστορία είχαν κάποια σχέση με το μυστήριο ….Κι αν ναι , τότε ίσως ο Μάξ να είχε δίκαιο που την αποκαλούσε το ‘κλειδί’ της υπόθεσης.  
   Όταν η φασαρία κόπασε αποφάσισα να κλειστό στο δωμάτιο…  Ξάπλωσα στο κρεβάτι και ακούμπησα τη πλάτη μου στο προσκέφαλο του κρεβατιού.   Εκεί άρχισα να διαβάζω.  Διάβαζα ξανά και ξανά τα όσα είχε γράψει η Έρρικα στο τετράδιο της , ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να βρω μια σύνδεση με αυτά που μου είχε πει ο Μάξ.
«  Πως να ομολογήσω την αλήθεια όταν όλοι είναι με το μέρος τους;  Οι μόνες αποδείξεις  που έχω είναι οι αναμνήσεις μου…   Εκείνο το φρικτό άσπρο φως και αυτοί με τα εργαλεία τους έτοιμοι να με κατασπαράξουν.  Η ανατριχίλα που νιώθω είναι απερίγραπτη.»
Εκεί σταμάτησα να διαβάζω, σα να μου είχε θυμίσει κάτι αυτή η στιγμή.    Μα ίσως αυτό να ήταν γιατί το είχα ξαναδιαβάσει …. Έτσι συνέχυσα μα καθώς διάβαζα με πήρε ο ύπνος.  
   Εικόνες από το παρελθόν έτρεχαν από μπροστά μου  σαν μια γρήγορη μπερδεμένη ταινία.  Θυμήθηκα εκείνο το φωτεινό άσπρο φως και εκείνα τα άτομα που έμοιαζαν με γιατρούς να φοράνε αυτές τις μάσκες και να κρατάνε παράξενα εργαλεία στα χέρια τους.  Εγώ εκεί ανήμπορος να σηκωθώ ενώ ξαφνικά αυτή η μάσκα που μου φόρεσαν έκανε τα μάτια μου να δουν ξανά το σκοτάδι.  Μα οι φωνές τους δεν έπαψαν να ακούγονται. 
«θα πεθάνει» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή
«Συνεχίστε.» πρόσθεσε ένα άντρας
«Είναι μόνο έξι ετών…»
«Είπα συνεχίστε»  άκουσα τη φωνή του για τελευταία φορά.  Μετά ακολούθησε το απόλυτο κενό.
    Ξαφνικά ένιωσα κρύο.  Αυτή η παγωνιά με αγκάλιαζε τόσο εχθρικά που νόμιζα πως θα πέθαινα!    Τόσο ψύχος που ίσως τελικά να μην ήταν όνειρο.  Τότε άνοιξα τα μάτια μου  τρομοκρατημένος…  Ακούμπησα το χέρι μου στο μέτωπο ενώ κοίταξα προς το ανοικτό παράθυρο.   Όντως έκανε λίγο κρύο, ίσως γι’ αυτό να ένιωσα έτσι εκείνη τη στιγμή.    Μα τα υπόλοιπα;   Αυτό που είδα έμοιαζε με ανάμνηση από το παρελθόν …  Ίσως όμως απλά να είχα επηρεαστεί από αυτά που διάβαζα.  Αν πάλι ήταν όντως μια σκοτεινή ανάμνηση από το παρελθόν μου;  
   Κράτησα για λίγο το κεφάλι μου και κοίταξα το λευκό νταβάνι  μέχρι που πάλι άκουσα εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο από το χαρτί που περνούσε κάτω από τη πόρτα του δωματίου μου.  Έτρεξα να την ανοίξω , μα πάλι δεν πρόλαβα να δω ποιος ήταν.    Θυμωμένος έκλεισα τη πόρτα και άρπαξα το χαρτί από το πάτωμα.   Αυτή τη φορά το μόνο που είχε γραμμένο ήταν  απλά αριθμοί, μα όχι μόνο λίγοι… Πολλοί πάρα πολλοί … Έμοιαζε με γρίφο, σαν οι αριθμοί να έλεγαν κάτι , αλλά τι;
‘ 19 15   16 19 24 12 1   19 15 20   2 17 9 18 10 5 19 5   10 1 19 24   1 16 15   19 15   12 5 3 1 11 15
16 5 20 10 15‘
    Έπρεπε να βάλω το μυαλό μου ξανά σε σκέψεις για να βρω αν  αυτοί οι αριθμοί κρύβουν κάτι σημαντικό.  Αυτός που μου στέλνει όλα αυτά τα μηνύματα ποιος να είναι;  Είναι με το μέρος τους; Ίσως και όχι…. Όλα είναι τόσο μπερδεμένα …. Αυτό όμως θα το ανακαλύψω μόνος μου , δε θέλω καμία βοήθεια. 
   Το πρωί με βρήκε στο κρεβάτι να κρατώ ακόμα στα χέρια μου εκείνο το χαρτί με τους μυστήριους αριθμούς.  Το Ξυπνητήρι μου δεν άργησε να σπάσει τη σιωπή κι εγώ φορτωμένος από χιλιάδες συναισθήματα πήρα την απόφαση να σηκωθώ.   Κοίταξα τα καινούρια αθλητικά που είχα αγοράσει πριν να έρθω εδώ , ήθελα να τα φορέσω μα τη τελευταία στιγμή άρπαξα τα παλιά μαύρα αθλητικά μου…. Είπα να μη λερώσω ακόμα τα καινούρια… Έπειτα  φόρεσα τη γκρίζα φόρμα μου και ετοιμάστηκα για το πρωινό τρέξιμο στο δάσος.    Μόλις που ξεπρόβαλα έξω από τη πόρτα μου  αυτή η γριά  πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά μου και για να είμαι ειλικρινείς κατάφερε να με τρομάξει.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε περίεργα
«Καλημέρα…» απάντησα με μια χαλαρότητα.   Δε μου είχε ξαναμιλήσει , μα είναι η αλήθεια πως σπανίως την έβλεπε κανείς.   Έμενε πάντα κλειδωμένη στο δωμάτιο της όπως μου είχε αναφέρει και ο Μάξ.   Αυτό το μυστήριο που γέμιζε το βλέμμα της σε ανάγκαζε να νιώσεις μια αμηχανία και ανατριχίλα.   
    Έμεινε εκεί με το βλέμμα της προσηλωμένο κατά πάνω μου… Εγώ πάλι κλείδωσα τη πόρτα μου και την προσπέρασα σιωπηλός ενώ το πρόσωπο μου χρωμάτισε ένα ψεύτικο μισό χαμόγελο. 
«Ντέρεκ» ακούστηκε η βραχνή φωνή της που με ανάγκασε να σταματήσω  « Μην τον εμπιστευτείς» ξεστόμισε και πέρασε από μπροστά μου με μια αδιαφορία.
   Εγώ παρέμεινα στήλη άλατος.  Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, δεν κατάλαβα καν για ποιον μιλούσε.   «Τελικά αυτό το μυστήριο θα έχει ένα τέλος; « αναρωτήθηκα με τον εαυτό μου.   Όταν κατέβηκα τις σκάλες  ο Τζιμ καθόταν και πάλι κοντά στο τζάκι, αμίλητος , εντελώς σιωπηλός και χαμένος μέσα στις δικές του σκέψεις.   Προχώρησα αθόρυβα προς τη κουζίνα για να πιώ λίγο νερό  μα καθώς περνούσα από κοντά του ένιωσα παράξενα, δε ξέρω πώς να το περιγράψω σαν το πρόσωπο του Τζιμ να προσπαθούσε να μου ξυπνήσει εικόνες από το παρελθόν, ένιωσα… Ένιωσα πως αυτό τον άνθρωπο τον γνώριζα.   Ήταν τόσο παράξενο, για μια στιγμή τα μάτια του και αυτό το βλέμμα έμοιαζαν με εκείνου του γιατρού στον ύπνο μου.  Κούνησα το κεφάλι μου και προχώρησα. 
    Όταν άνοιξα την πόρτα πρόσεξα τον αναστατωμένο κηπουρό…  Στεκόταν πάνω από τη βρύση και έπλενε τα χέρια του. Πέρασα από δίπλα του για να πάρω ένα ποτήρι ενώ αυτός έμεινε εκεί… Το νερό κυλούσε στα χέρια του ενώ το παρακολουθούσε.   Φαινόταν αφηρημένος, δεν τον ενόχλησα όμως.          Όταν έφυγα από τη πίσω πόρτα αυτός παρέμεινε γυρισμένος πλάτη.  Μου είχε κάνει εντύπωση  πόση προσοχή έδινε στο νερό που κυλούσε πάνω στα χέρια του.  Έμοιαζε να είχε μαγευτεί από αυτό το χαλαρό ήχο του νερού που γλιστρούσε απαλά πάνω του.  
   Εγώ  προχώρησα και άνοιξα τη σιδερένια καγκελόπορτα στο τέρμα της μεγάλης αυλής , από εκεί  κατάφερα να περάσω στο δάσος.    Άρχισα να τρέχω τόσο γρήγορα όσο ποτέ άλλοτε.   Τα ακουστικά στα αυτιά μου συνέχισαν να παίζουν αυτή τη Rock μουσική  που για μένα ήταν χαλαρωτική μέχρι που ξαφνικά  ο ήχος άρχισε  να κάνει κάποια κενά.  Ήταν παράξενο… Σταμάτησα στη μέση του πουθενά και κοίταξα  το Mp3 μου.   Μου φάνηκε τρελό, ο ήχος της μουσικής έκανε παύσης και μετά ξεκινούσε να παίζει τα τραγούδια με διαφορετική σειρά.   Οι τίτλοι τον τραγουδιών  περνούσαν  από την οθόνη σαν ένα πολύ γρήγορο  αμάξι που με απίστευτη  ταχύτητα.  Η αλήθεια ήταν πως πρώτη φορά βρέθηκα τόσο μακριά, είχα ξεφύγει από το δρομολόγιο μου και ίσως να έπραξα σωστά.   Αυτό το μέρος είναι ένα κομμάτι από το πάζλ του μυστηρίου! 
     Οι σκέψεις μου άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πολλές  όπως και τα ερωτήματα μου.   Πήρα μια βαθιά ανάσα και κοίταξα προσεκτικά το μέρος τριγύρω μου.  Το καλό με εμένα είναι πως έχω μια αρκετά ικανή μνήμη .    Φωτογράφισα το μέρος μέσα στο μυαλό μου και ετοιμάστηκα να επιστρέψω πίσω.   Μα όταν έκανα δυο βήματα ξοπίσω μου τα παπούτσια μου ακούμπησαν πάνω σε κάτι.  Τότε αυτό που είδαν τα μάτια μου θα έμενε αξέχαστο.   Νόμιζα πως θα έκανα εμετό από εκείνη την απαίσια μυρωδιά που άρχισε να με πνίγει.   Η καρδιά μου έγινε κόμπος από αυτό που είχαν δει τα μάτια μου  και  το στομάχι μου ήταν έτοιμο να πεταχτεί έξω.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου  και έτρεξα πίσω στο σπίτι με αυτή την συγκλονιστική εικόνα στο μυαλό μου.  
      Το νερό γλιστρούσε καταπάνω μου σαν ένα απαλό χάδι , μα ένα χάδι που δεν μπορούσε να διώξει το σοκ εκείνης της στιγμής.  Δεν μπορούσε να σβήσει την εικόνα που χρωματίζει το μυαλό μου κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου.   Ακούμπησα τα δυο μου χέρια στο μπλε τοίχο ενώ το νερό συνέχιζε να πέφτει απάνω μου.  Άρχισα και πάλι τις απέραντες σκέψεις…. Μα καθώς σκαφτόμουν η ακοή ου επικεντρώθηκε στο δωμάτιο του πατέρα σου, εκεί ήταν που άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή του γιού του δηλαδή εσένα.   Αποκρίθηκα και τον κοίταξα κατάματα.   Αυτό δεν μίλησε περίμενε να συνεχίσω και αυτό έκανα.
   Εσύ μιλούσες και αυτός παρέμενε αμίλητος. 
«Τι κρύβεις επιτέλους! » ξεστόμισες με όσο πιο δυνατά μπορούσες μα εκείνος ούτε που έκανε το κόπο να απαντήσει.
   Μετά, το βάδισμα σου ήχησε προς τη πόρτα.  Όταν την τράβηξες δυνατά κούνησα ξαφνιασμένος το κεφάλι μου και έκλεισα το νερό.  Εκεί σταμάτησα τις σκέψεις , δεν άντεχα άλλο….   Ακόμα κι εσύ αποτελούσες ένα στοιχείο στην υπόθεση.   Για μένα όλοι είναι ύποπτοι μέχρι και ο Τζάκσον.
  Καθισμένος στην έδρα μου παρακολουθούσα τους μαθητές μου.    Η Μέρα μου συνέχυσε γεμάτη από ερωτήσεις και σκέψεις .   Σύντομα θα έπρεπε να ζητούσα βοήθεια από τον Τζάκσον… Βέβαια όσο κι αν τον συμπαθώ δε μπορώ να τον εμπιστευτώ…. Ούτε και ο ίδιος θα μπορεί να μου δήξει εμπιστοσύνη πια…  Θα του είναι δύσκολο να συνεχίσει να συνεργάζεται μαζί μου.   
  Το κουδούνι κόπασε τις σκέψεις μου  και με ανάγκασε να σηκωθώ
« Περιμένετε !»  φώναξα δυνατά και όλοι παρέμειναν στις θέσεις τους  « Θέλω για αύριο να μελετήσετε κάτι…. “The Glass Menagerie”….  Το Γυάλινο Θηριοτροφείο ή αλλιώς  Ο Γυάλινος Κόσμος … θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Τένεσι Ουίλιαμς.  Θα περιμένω τα σχόλια σας με αγωνία και τι ακριβώς μπορεί αν σημαίνει για εσάς ο Γυάλινος κόσμος.» πρόσθεσα και τους άφησα να φύγουν. 
Τελευταία προχώρησε η Έρρικα προς την έξοδο κι εκεί το χέρι μου που κρατούσε το τετράδιο της  τη σταμάτησε.
«Το τετράδιο μου» ξεστόμισε σοκαρισμένη
«Το βρήκα στην αίθουσα και από το τίτλο θυμήθηκα ότι  ήταν δικό σου.» είπα με μια χαλαρότητα
Αυτή παρέμεινε σιωπηλή… Σίγουρα δεν με πίστεψε μα αυτό δε με απασχολούσε και τόσο.
«Μου κάνεις πλάκα έτσι;»
«Για πιο πράγμα;»
«Θες να πεις ότι το ξέχασα εδώ;» ξεστόμισε ειρωνικά
«Προφανώς ναι.»
«Ποτέ δε θα ξεχνούσα κάτι τόσο πολύτιμο όσο αυτό εδώ το τετράδιο σε ένα μέρος όπου θα μπορούσε να το διαβάσει ο οποιοσδήποτε» είπε με έντονο τόνο
«Κοίτα κοπέλα μου, εγώ εδώ το βρήκα… Τώρα αν θες με πιστεύεις αν πάλι δε θες … Πρόβλημα σου!»
«Να σε πιστέψω; Χαχ! Όπως θες να πιστέψω το ότι δε με θυμάσαι;» τα μάτια της άρχισαν να βγάζουν φωτιές από την ένταση
«Λυπάμαι αλλά δε καταλαβαίνω…»
«Όχι εγώ δε καταλαβαίνω!» εκεί έκανε μια μικρή παύση και έπειτα τα μάτια στράφηκαν ξανά προς το μέρος μου «  Ακόμα δε με εμπιστεύεσαι; » αποκρίθηκε  με θυμό «Μετά από όλα όσα έκανα για να σε βοηθήσω να ξεφύγεις;»
«Έχεις τρελαθεί κοριτσάκι μου;» ξεστόμισα και η οργή άρχισε να πηγάζει μέσα μου
«Τι διάολο έχεις πάθει; Τα ξέχασες όλα; Τι σου έχουν κάνει;» άρχισε τις απανωτές ερωτήσεις  και κατάφερε να με μπερδέψει.
«Δε ξέρω για πράγμα μιλάς με καταλαβαίνεις;»
«Ντέρεκ! Σε παρακαλώ προσπάθησε να θυμηθείς…  Δε γίνεται να μη με αναγνωρίζεις πια…  Έχτος κι αν πάλι το κάνεις για δικούς σου λόγους…. Μήπως, μήπως σου έκαναν κάτι; Αν σου έχουν κάνει κάτι σημαίνει…»
Ο θυμός μου κατέληξε σε ένα εκνευριστικό ειρωνικό χαμόγελο  που τη διέκοψε « Σταμάτα να λες μαλακίες μικρή…. Για ποιους αναφέρεσαι μίλα ξεκάθαρα … Δε ξέρω ποια είσαι!» 
«Λες ψέματα…» ξεστόμισε και με κοίταξε  γεμάτη απογοήτευση . 
«Τι διάολο θες από εμένα και γιατί λες πως με ξέρεις;» αποκρίθηκα και έκλεισα απειλητικά τη πόρτα.
   Το  μυστήριο άρχισε να χειροτερεύει, με μένα γεμάτο από ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις.   Τη κοιτούσα με αγωνία και ταυτόχρονα με μια μεγάλη απορία.  Δεν έλεγε  ψέματα, αυτό φαινόταν στα καταπράσινα μάτια της…. Αλλά και από τις αναμνήσεις που ξεπετάγονταν συχνά τους τελευταίους μήνες μπροστά μου.
«Τι ξέρεις για μένα;»
«Με έσωσες τότε… Δηλαδή μας έσωσες.» απαντούσε όλο με γρίφους
«Από τι; Και ποιους;»
«Είμαι σίγουρη ότι το έχεις …. Θα είναι σε σημείο  που μόνο εσύ μπορείς να δεις.»
«Μα τι λες;»
«Αύριο μετά το σχολείο, συνάντησε εμένα και το Τόμας έξω από το δάσος.» πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί.   Τότε έφυγε …
    Όταν επέστρεψα πίσω σπίτι φυσικά βρισκόμουν ανάμεσα σε ένα βούρκο από απορίες, μα παρέμεινα σιωπηλός .  Πέρασα το μεγάλο διάδρομο κι εκεί συνάντησα για πρώτη φορά εσένα … Έφευγες βιαστικός και ίσα που πρόλαβα να διακρίνω το πρόσωπο σου.  Μαύρα μαλλιά και σκούρα καφέ μάτια που συνέχισαν να κοιτούν το πάτωμα καθώς έφευγες.  Ήσουν ντυμένος με καθημερνά χαλαρά ρούχα ενώ από το σκυφτό σου πρόσωπο δεν έλειπε η ογρή.   Εγώ προχώρησα  προς το σαλόνι και πρόσεξα τον πατέρα σου  να σε παρακολουθεί από το παράθυρο.  Στεκόταν εκεί αμίλητος όπως πάντα και κρατούσε την κουρτίνα.  Για πρώτη φορά δε μου έδωσε σημασία.   Την ίδια στιγμή ο Τζάκσον ξεπρόβαλε από τη πόρτα της κουζίνας  μα μόλις με πρόσεξε το βλέμμα του γέμισε με μίσος.   Δεν αντέδρασα απλά τον προσπέρασα.   Έπρεπε να τον αφήσω λιγάκι αν ηρεμίσει και μετά όταν η οργή του θα κόπαζε λιγάκι  θα του μιλούσα. 
   Όταν μπήκα στη κουζίνα είδα δυο νέα πρόσωπα για μένα.  Ο Μάρκος και  Έμμα.   Αυτή φαινόταν γύρο στα τριάντα ενώ το αγόρι  κάπου στα 18-19.  Ναι μου τελικά μου  είχε μιλήσει ο Μάξ γι’ αυτούς απλά ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα στη κουζίνα.   Αυτή είναι καθηγήτρια  και ο νεαρός ξανθομάλλης είναι ο γιος της.    Το μόνο όμοιο που είχαν ήταν τα μαλλιά…  Ευτυχώς δε μου έδωσαν σημασία, αυτή παρέμεινε προσηλωμένη σε ένα βιβλίο και ο νεαρός  κοιτούσε το άδειο  πιάτο του σαν χαμένος.   Η Έρρικα  ου έριξε μια γρήγορη κλεφτή ματιά  κι έπειτα συνέχισε να τρώει ενώ η Μάριαμ  συνέχυσε να φωνάζει  επίμονα στο κηπουρό από το παράθυρο.
«Τι έγινε;» τη ρώτησα
«Αχ!  Δε ξέρω , μια απαίσια μυρωδιά  περιτριγυρίζει το πεύκο στην αυλή και του είπα να κάνει κάτι αλλά δε με ακούει..»
«Μυρωδιά;»
«Αχ ξέχνα το.. Δε θα φας;» αποκρίθηκε και άλλαξε θέμα.
«Θα προτιμούσα να πάρω το φαγητό στο δωμάτιο μου γιατί έχω δουλεία..» απάντησα   ευγενικά
«Μα φυσικά!  Πάρε αυτό το δίσκο και πάρε ότι θες μαζί σου» ξεστόμισε γεμάτη οικειότητα κι μου έδωσε απλόχερα ένα γκρι δίσκο
«Δε θ καθίσεις μαζί μας» αποκρίθηκε ο Τόμας
« Όχι ,δε… Δε μπορώ!  Κι εγώ έχω εργασίες ξέρετε..» πρόσθεσα με ένα μισό χαμόγελο
Αυτό αποκρίθηκε με μια γκριμάτσα ενώ η Σίσι χαμογέλασε ειρωνικά.  Εγώ τους προσπέρασα όταν γέμισα το δίσκο μου και τη στιγμή που πλησίασα τη πόρτα  μπροστά μου φάνηκε εκείνη η γριά με τις ίδιες απαίσιες φόρμες.   Έκανα ένα βήμα για να προχωρήσω  και όταν πέρασα από δίπλα της μουρμούρισε  διακριτικά  «Δεν είναι απλά αριθμοί.»   Τα μάτια μου γούρλωσαν και το μυαλό μου έκανε στροφή 360 μοιρών!  Ξαφνιάστηκα…  Κοίταξα τα χέρια μου που άρχισαν να τρέμουν ενώ ο δίσκος πηγαινοερχόταν.   Όμως προχώρησα μες τη ταραχή μου.   Άραγε να είναι αυτή που στέλνει τα μηνύματα;   Και αν να γιατί; Τι ξέρει;  Ποια πραγματικά είναι;  Ο Μαξ δε μου είχε αναφέρει κάτι ύποπτο γι’ αυτήν.  
  Κάθισα στο κρεβάτι μου και κοιτούσα το παράθυρο αμίλητος.   Δεν έφαγα τελικά , είχα χορτάσει από τα ερωτήματα και τις αμέτρητες σκέψεις.  «Τι να εννοούσε δεν είναι απλά αριθμοί;» αναρωτήθηκα με τον εαυτό  μου για χιλιοστή φορά ενώ κοίταξα το χαρτί.   Τότε μου ήρθε κάτι στο μυαλό! Σηκώθηκα αμέσως και  άρπαξα μια πένα από τη τσάντα μου.   Με αυτό τον τρόπο είχαμε επικοινωνία με τον Μάξ όταν μέναμε σε εκείνη τη κόλαση… Ήταν κάτι δικό μας που το κάναμε  μόνο όταν δε θέλαμε να γνωρίζει κάνεις άλλος εκτός από εμάς κάτι σημαντικό…. Ίσως αυτοί οι αριθμοί να αποκαλύπτουν ένα μυστικό που δεν πρέπει να μάθει κανείς άλλος.
Έγραψα το αλφάβητο και τότε αρίθμησα τα γράμματα.   Μα αυτό έγραφε με άφησε άναυδο.
‘ 19 :Τ  15: Ο     16: Π   19:Τ   24:Ω  12:Μ   1: Α   19: Τ   15: Ο   20: Υ    2: Β  17: Ρ  9: Ι  18: Σ  10 : Κ   5: Ε  19 : Τ  5:Ε    10: Κ   1: Α  19 : Τ  24: Ω   1: Α  16 : Π  15 : Ο    19: Τ  15: Ο    12: Μ  5: Ε  3: Γ  1: Α  11: Λ  15 : Ο 
16: Π  5: Ε  20: Υ  10: Κ  15: Ο ‘
«Το πτώμα του βρίσκετε κάτω από το μεγάλο πεύκο»   η ταραχή  που ένιωσα εκείνη τη στιγμή δε περιγράφετε.  Κοίταξα έξω από το παράθυρο το μεγάλο πεύκο   πλημυρισμένος από διάφορα συναισθήματα….  Μα ταυτόχρονα είχα μια μικρή ελπίδα πως ίσως να ήταν ένα μεγάλο ψέμα.  Ο καιρός ήταν αρκετά μουντός όπως και  τα συναισθήματα μου εκείνη τη στιγμή , κάτι που δε μου άρεσε να παραδέχομαι.    Αν είναι αλήθεια τότε….
  Κτύπησα τη γροθιά μου στο  λευκό τοίχο… Δεν ήθελα να σκάφτομαι…  Δεν μπορούσα.   Αν και μέσα μου γνώριζα καλά πως  των είχαν σκοτώσει…  Τι πραγματικά είχε ανακαλύψει εκείνο το καταραμένο βράδυ;  Τι;…. Περίμενα να νυχτώσει με αγωνία για  να  βγω έξω στο κήπο…. 
  Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει , μα ούτε και η αγωνία μέσα μου…  Κοίταξα το ρολόι.  2:15…  Άρπαξα τα καινούρια αθλητικά μου γιατί δε με ένοιαζε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή παρά μόνο να μάθω αν είναι αλήθεια… Στο σπίτι επικρατούσε μια δυνατή σιωπή και τότε ήταν που ξεπρόβαλα έξω από το δωμάτιο μου αθόρυβα και χαλαρά κρατώντας ένα άδειο ποτήρι  ώστε να μην κινήσω υποψίες.  
  Έφτασα αργά στη κουζίνα  και άφησα το άδειο ποτήρι μου κοντά στη κανάτα με το νερό….  Πήρα το κλειδί  πίσω από τη  φρουτιέρα πάνω στο πάγκο και ξεκλείδωσα.    Άρπαξα ένα φτυάρι από τα εργαλεία του κηπουρού  στο πλάι, πήρα μια βαθιά ανάσα  και  ξεκίνησα….
   Τελικά μέσα στην ατελείωτη και δυνατή βροχή, ήμουν εκεί, μ’ ένα φτυάρι στο χέρι, τη  μαύρη κουκούλα μου στο κεφάλι και ένα φανάρι. Περπατούσα βιαστικά στο βρεγμένο χώμα, ενώ τα καινούρια αθλητικά μου είχαν γίνει χάλια.  Σταμάτησα κοντά στο μεγάλο πεύκο μέσα σ’ αυτή τη τεράστια αυλή, και βυθισμένος στις σκέψεις μου άρχισα το σκάψιμο. Το κρύο αεράκι δε μπορούσε να παγώσει άλλο τη βασανισμένη μου ψυχή και η βροχή δεν ήταν άξια να απαλύνει αυτό τον πόνο.   Έσκαβα ασταμάτητα αυτό το χώμα που μύριζε μυστικά και ψέματα, πόνο αλλά και αίμα.  Είχα ακόμα μια μικρή ελπίδα πως δε θα ήταν αλήθεια αυτό που μου είχε πει, μα δε μπορούσα να μη το ψάξω.  Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που αναγκαστικά να βρεθώ εδώ, σ’ ένα μέρος γεμάτο ερωτήματα, ανθρώπους που κρύβουν  ζοφερά μυστικά και λένε το ένα ψέματα μετά το άλλο.  Όλοι τους είναι μπλεγμένη σ’ αυτή την ιστορία, γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Ο κάθε ένας από αυτούς ξέρει να κινεί καλά τα νήματα , και βρίσκεται καλά κρυμμένος πίσω από τις σκιές των άλλων ώστε να καλύψει το δικό του μυστικό.  Μα το ερώτημα που με απασχολεί περισσότερο, είναι αν υπάρχει έστω κι ένας από αυτούς  που να μην έχει βάψει τα χέρια του με αθώο αίμα.  Είναι άραγε ένας από αυτούς πραγματικά αθώος;
  Τότε θυμήθηκα εκείνο το τραγικό τηλεφώνημα, εκείνη την απαίσια στιγμή. Τι να είχε ανακαλύψει ο Μάξ; Πως πραγματικά  βρέθηκαν όλοι αυτοί εδώ;  Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί μεταξύ τους;  Αν δε βρω την αλήθεια σ’ αυτή την υπόθεση δε θα φύγω από αυτή τη κατοικία, δε μπορώ να φύγω από εδώ έλεγα στον εαυτό μου και συνέχιζα να σκάβω ενώ το τζιν μου είχε γεμίσει λάσπη. Η σταγόνες βροχής που έπεφταν ασταμάτητα στο πρόσωπο μου δεν θα γίνονταν ποτέ η αιτία για να σταματήσω το σκάψιμο. Μια μικρή σκέψη πέρασε τότε γρήγορα από το μυαλό μου, βροχή, αυτή η βροχή δε θα καταφέρει ποτέ να ξεπλύνει τα σκοτεινά τους μυστικά, τις αμαρτίες , τα λάθη τους και αυτή τη βαμμένη με αίμα γη. Το μυαλό μου ήταν έτοιμο να εκραγεί!  Μα συνέχυσα, δε σταμάτησα ούτε στιγμή, μέχρι εκείνη την ώρα που το φτυάρι μου ακούμπησε το κρύο νεκρό του σώμα.
  Τρόμαξα, ξαφνιάστηκα, ανατρίχιασα δεν ήθελα να το πιστέψω, δε μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που κοιτούσα με τα μάτια μου. Ο κολλητός μου ήταν στ’ αλήθεια νεκρός.  Ακόμα και η τελευταία μου ελπίδα είχε γίνει στάχτη.  Τα γόνατα μου αγκάλιασαν αθόρυβα το λασπωμένο χώμα κοντά του.  Τα  καστανά μου μάτια βούρκωσαν.   «Μάξ» ξεστόμισα μέσα απ’ τα δόντια μου. Χαμήλωσα το βλέμμα γιατί δε μπορούσα να κοιτάω άλλο και δάγκωσα τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω.  Το σώμα μου είχε παραλύσει από το σοκ. «Τι στο καλό είχες ανακαλύψει φίλε; Τι;» ξεστόμισα.
   Δεν μπορούσα να κοιτάω το πρόσωπο του γνωρίζοντας ότι δε θα μου μιλήσει, δε θα χαμογελάσει ξανά. Αυτά τα  γαλανά του μάτια  θα παραμείνουν βυθισμένα στο σκοτάδι, δε θα δουν ξανά το φως του ήλιου. Ήταν σκληρό να το πιστέψω…. Αυτά τα μάτια δε θα ανήγαν ποτέ ξανά, αυτό το λαμπερό χαμόγελο είχε σβήσει.
  Τα μαύρα μαλλιά του ήταν λασπωμένα, και το σώμα του μισό-τυλιγμένο σε ένα βρόμικο παλιό γκρι ρούχο.  Όταν τον ξεσκέπασα προσεκτικά  το βλέμμα μου καρφώθηκε στο πόδι του, εκεί όπου η καταραμένη σφαίρα του είχε δημιουργήσει πληγή, τότε θυμήθηκα το δυνατό κρότο που είχα ακούσει στο τηλεφώνημα του.   Κρατώντας τον στην αγκαλιά μου πρόσεξα ένα σημάδι από σύριγγα στο λαιμό του. Έτσι πρέπει να τον σκότωσαν, γιατί αυτοί δεν είναι άνθρωποι, δεν αξίζουν να λέγονται έτσι.  Και όχι δεν είναι μόνο ένας αλλά πολλοί.   Μα ναι, ένας είναι που κινεί τα νήματα, ένας είναι που παίζει αυτό το φρικτό παιχνίδι με τις ζωές αθώων ανθρώπων σαν πιόνια . «Θα τους βρω και θα τους ξεσκεπάσω, κυρίως θα τον βρω και θα τον ξεσκεπάσω, στο υπόσχομαι…. Το υπόσχομαι» αποκρίθηκα και συγκράτησα τα δάκρια μου.
  Μετά απ’ όσα είχα ζήσει, ορκίστηκα στον εαυτό μου να μην κλάψω ποτέ ξανά για κανέναν και για τίποτα. Εκείνη τη βραδιά ήταν μόνο ένας από αυτούς, αλλά ποιος;  Ποιος μπορεί να είναι ο άκαρδος δολοφόνος;  Ποιος;
«Θα τους ξεσκεπάσω όλους φίλε , το ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ» τόνισα τη τελευταία μου λέξη

  Μα αυτό… Όχι… Όχι δεν είναι η αρχή της ιστορίας, αλλά η αρχή του μυστηρίου…. Μετά από αυτό ο δικός μου γυάλινος κόσμος δεχτικέ ένα μεγάλο τελειωτικό χτύπημα…. Είμαστε άνθρωποι, ψυχές φτιαγμένες από γυαλί!  Ναι είμαστε εύθραυστοι  και σπάμε όλοι σε διαφορετικά σημεία…  Άλλοι λίγο και άλλοι πολύ… Με κάποιο τρόπο όμως πρέπει να βρούμε τη δύναμη και να σταθούμε πάνω στα κομμάτια που έχουν σπάσει… Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτά τα θρύψαλα και να σταθούμε απάνω τους νικητές…   Κοίταξα ψηλά το σκοτεινό ουρανό ενώ η βροχή δε σταμάτησε να με χαϊδεύει…. Έκλεισα για λίγο τα μάτια  ενώ  δεν τον άφησα από την αγκαλιά μου.   Εκείνη την ώρα η ψυχή  μου ούρλιαζε για βοήθεια ώστε να βρει ένα καταφύγιο  μα κανείς δε μπορούσε να την ακούσει….  Γιατί απλά  ο κάθε ένας ένα από εμάς προσπαθεί να προστατέψει το δικό του γυάλινο κέρας… Είτε αυτό είναι ένα μυστικό , ένας στόχος ένα όνειρο μια ελπίδα… Ένα φως στο σκοτάδι.  Ο Κάθε ένας από εμάς ζει στο δικό του καταφύγιο, στο δικό του γυάλινο κόσμο. 

Chara Christ.