Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.10.15

Game of Shadows (Κεφάλαιο 8) "Το πτώμα"



     Το Ζεστό νερό έλουζε το κορμί μου μα δε θα ζέσταινε ποτέ τη ψυχή μου… Ένιωθα χαμένος  και κάρφωσα το βλέμμα στα χέρια μου όπου τώρα πια ήταν καθαρά…  Ούτε αίματα, ούτε χώματα… Καμία βρομιά… Τίποτα.  Δυο απλά καθαρά χέρια.  Τα κοιτούσα για ώρα ενώ το νερό δεν έπαψε να  χαϊδεύει το σώμα μου.   Ένιωθα ένα απέραντο κενό, μόνο κενό ενώ ταυτόχρονα οι εικόνες εκείνης της στιγμής πετάγονταν  από μπροστά μου σαν ένας ασταμάτητος εφιάλτης.   Το νερό είχε παγώσει όπως και εκείνη η καταραμένη εικόνα  στο μυαλό μου.  «Νεκρός. Είναι νεκρός .» μουρμούρισα στον εαυτό μου και έκλεισα το νερό.
 Η Νύχτα αυτή θα χαρακτή για πάντα μέσα στο μυαλό μου… Μια ζοφερή  απαίσια ανάμνηση…  Δε θα αγκαλιά πια τον κολλητό μου… Ποτέ ξανά. Ποτέ… Εκείνη την νύχτα στην αγκαλιά μου είχα ένα πτώμα…. Το δικό του νεκρό σώμα… Μια βασανισμένη ψυχή που τώρα θα αποζητά δικαίωση….  Αυτή  υπόθεση θα γινόταν σύντομα όλο και πιο σκοτεινή!  « Μυστικά!  Μια λέξη απλή μα ταυτόχρονα ικανή να καταστρέψει  ένα άνθρωπο… »  έλεγα στον εαυτό  μου ενώ φόρεσα τα ρούχα μου.   Έπρεπε να βρω απαντήσεις και να αφήσω τους συναισθηματισμούς πίσω μου.  Μα πώς να το έκανα;  Χθες βράδυ κρατούσα στα χέρια μου το πτώμα του καλύτερου μου φίλου!  Ήταν σαν αδελφός μου, μαζί παλέψαμε εκεί μέσα… Σε εκείνη την καταραμένη κόλαση που μας είχαν κλείσει.   Ο πόνος , η θλίψη  και ο θυμός ήταν τα μόνα συναισθήματα που αναγκαστικά να γνωρίσω σε εκείνο το καταραμένο μέρος…  Σταμάτησα τις σκέψεις για μια στιγμή και  πίεσα την οργή μέσα μου για καταλαγιάσει.   Ηρέμησα…  Κατέβηκα στο σαλόνι ενώ δεν είχα όρεξη για πρωινό….  Προσπέρασα αθόρυβα από εκεί και προχώρησα προς το διάδρομο ενώ ο Τζίμ δε δίστασε να με κοιτάξει.  Δεν έδωσα σημασία, είχα τους δικούς μου δαίμονες να πολεμήσω.   Μόλις που ξεπρόβαλα έξω , εκείνη η γριά κοντοστάθηκε απέναντι μου και με κοιτούσε γεμάτη μυστήριο.  Εκεί, τα μάτια μου της έριξαν ένα φλογερό κοφτό βλέμμα γεμάτο οργή και αναπάντητα ερωτήματα.   Τίποτα παραπάνω.  Δεν ήθελα να την αντιμετωπίσω τώρα… Ένιωθα αδύναμος, γιατί απλά δεν είχα λόγια και δεν ήξερα από πού να αρχίσω… Τι να ρωτούσα πρώτα; Ποια πραγματικά είναι; Τι διάολο ξέρει;   Πως γνώριζε για το Μαξ;… Αμέτρητες ερωτήσεις πλημύριζαν το μυαλό κι έτσι προχώρησα. Δεν έπρεπε να ξεσπάσω εκείνη τι στιγμή…  Αν και το βλέμμα μου ούρλιαζε από οργή.
  Οι ώρες κυλούσαν  βασανιστικά με το μυαλό μου πνιγμένο στα ερωτήματα…  Σήμερα θα συναντούσα τον Τόμας και την Έρρικα  λίγο πριν το δάσος.   Αυτό θα είναι ένα μεγάλο ρίσκο για μένα …. Ναι …Είμαι μυστικός πράκτορας και αυτό είναι κάτι που εκείνοι δεν πρέπει να μάθουν.  Αν όμως το αποκαλύψω ίσως έτσι κερδίσω περισσότερο την εμπιστοσύνη τους…  Ίσως και όχι… Όμως αυτοί οι δύο έχουν κάποια κομμάτια από το πάζλ που εγώ έχω τη μεγάλη ανάγκη να μάθω!  Θα κάνω ότι χρειαστεί για να φτάσω στην αλήθεια.  Το χρωστάω στο Μάξ γιατί ότι κι αν ήταν αυτό που ανακάλυψε του κόστισε τη ζωή…
     Το απόγευμα είχε φτάσει…  Επιτέλους η στιγμή για κάποιες απαντήσεις ήταν τώρα.. Πλησίαζα αργά προς το δάσος ενώ η αγωνία, μου κρατούσε συντροφιά.   Στέκονταν εκεί και οι δύο.   Η ένταση μεταξύ τους ήταν φως φανάρι από μακριά.   Ο Τόμας φαινόταν δισταχτικός ενώ η Έρρικα δε σταμάτησε να μιλάει και να δίνει έμφαση στα λόγια της κουνώντας ασταμάτητα τα χέρια της.
«Πρέπει να μιλήσουμε σε κάποιον» ξεστόμισε  με  έντονο τόνο…
« Δε μου λες ξεχνάς τι έχουμε περάσει;» τη κοίταξε αγριεμένος «  Έρρικα  έχουμε θρηνήσει  δύο θύματα από τα τότε!»
«Όχι μόνο εμείς!» πρόσθεσε γεμάτη ταραχή
«Κι αν μας προδώσει;»
«Τον εμπιστεύομαι»  είπε γεμάτη σιγουριά
«Έρρικα.. Πως; Δε τον γνωρίζουμε καν! Είναι ένας απλός καθηγητής..»
«Το ίδιο ήταν και ο Μάξ..»
  Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψα.  Όταν άκουσα το όνομα του φίλου μου ένιωσα ένα κόμπο να περιζώνει το στομάχι μου… Δεν είχα ακούσει αρκετά αλλά έτσι κι αλλιώς θα με έβλεπαν…
«Γεια σας…»
«Ντέρεκ … Αυτό που… Μάλλον αυτά που θα ακούσεις ίσως σε σοκάρουν..» σταμάτησε να μιλάει … Δίσταζε να μιλήσει.
«Ακούω..» αποκρίθηκα  και σταύρωσα τα χέρια μου κοιτώντας τους
«Αυτό που θα σου πούμε ίσως… Ίσως σου φανεί  ψέμα αλλά… Είναι αλήθεια»  ξεστόμισε και πήρε ένα σοβαρό βλέμμα με αυτά τα καταπράσινα σκούρα μάτια να καρφώνονται δολοφονικά πάνω μου
«Δηλαδή;» αναρωτήθηκα
  Τη στιγμή που αυτή θα άρχιζε να μιλάει ο Τόμας  τη τράβηξε από το μπράτσο και της ψιθύρισε « Δε μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα» … Αυτή τον έσπρωξε και συνέχυσε να μιλάει.
«Έχουμε ανακαλύψει κάτι αλλά..»
«Μπορούμε να σε εμπιστευτούμε;» αποκρίθηκε αμέσως ο Τόμας με ένα περίεργο βλέμμα
«Γιατί με κοιτάς τόσο περίεργα;»
«Απάντησε μας! Μπορούμε να σε εμπιστευτούμε Ντέρεκ;» ξεστόμισε  με έντονο τόνο
«Τόμας! Γίνεσαι αδιάκριτος» φώναξε  η Έρρικα
«Νεαρέ… Αν αφορά μυστικά εγώ είμαι τάφος»
«Ναι καλά… Κλειστός ή ανοιχτός μήπως;»
«Τόμας σταμάτα τις ειρωνείες!»
«Κοίτα Τόμας μου ζητήσατε να σας βρω εδώ γιατί θέλατε να μου πείτε κάτι..»
«Και πρέπει να ξέρουμε ότι θα το κρατήσεις μυστικό…» με διέκοψε και τη κοίταξε με μια αγριάδα…
Η λέξη μυστικό είναι η είσοδος της καταστροφής σκέφτηκα
«Εντάξει πάσο! Άκου εδώ , η θα μου πείτε τι θέλετε η απλά θα συνεχίσω το τρέξιμο μου.»
«Ντέρεκ  εμείς…»
«Έρρικα» προσπάθησε να τη διακόψει
«Πάψε επιτέλους! Χρειαζόμαστε βοήθεια και το ξέρεις.»
«Βοήθεια;» το έπαιξα ανίδεος
Τότε έπαψε να μιλάει… Βαριαναστέναξε και την άφησε να συνεχίσει.. Ήξερε πως όντως χρειάζονταν βοήθεια και έτσι αποφάσισε να το αποδεχτεί.
«Πριν δύο χρόνια όταν βρεθήκαμε εδώ σ’ αυτό το μέρος παράξενα πράγματα άρχισαν να συμβαίνουν και κυρίως ανεξήγητα…. Το πως βρέθηκα εγώ εδώ δεν έχει σημασία για τώρα, αλλά…» ο φόβος γέμισε τα μάτια της « Εδώ περά κάνουν κάτι απάνθρωπο και δε φαίνετε να μετανιώνουν γι ΄ αυτό. Συνεχίζουν να  το κάνουν και μάλιστα σε ασταμάτητο ρυθμό!» έκανε μια μικρή παύση  «Αυτό που θα σου πω θα ακουστεί απίστευτο μα είναι …»
«Η αλήθεια» συμπλήρωσε με το κεφάλι σκυφτό ο Τόμας
«Δε καταλαβαίνω..»
«Αυτές οι εξαφανίσεις  άρχισαν πριν δυο χρόνια στο σχολείο της πόλης.  Κανείς δεν έδινε σημασία… Πριν ένα χρόνο ο Τόμας κι εγώ γίναμε φίλοι, με λίγη δυσκολία βέβαια. Τότε γνωρίσαμε κάποια άτομα και γίναμε μια πεντάδα…. Ήταν δύσκολο ο ένας να εμπιστευτεί τον άλλο μα όλοι μας είχαμε ένα κοινό. Και αυτό μας οδήγησε σε μια μεγάλη αποκάλυψη…»
«Δηλαδή;»
« Όλοι είχαμε το ίδιο σύμβολο χαραγμένο σε σημείο όπου μόνο εμείς μπορούμε να δούμε κα αυτό γίνετε με ένα ειδικό φως στο σκοτάδι…»
«Τι; Τι σύμβολο;» τη κοίταξα ενώ το πρόσωπο μου χρωμάτισε η απορία
«Το σύμβολο του ΙΧΘΕΙΣ…..»  συνέχισε να μιλάει με το φόβο κοντά της
 Δεν έπαψα να την ακούω με προσοχή ενώ στ’ αλήθεια είχα σοκαριστεί από τα όσα μου αποκάλυψε. Είχε περάσει μια ώρα από εκείνη τη στιγμή …. Μία ώρα στην οποία άκουσα τόσα πολλά όπου νόμιζα πως  το κεφάλι μου θα έκανε μια μεγάλη έκρηξη.  Τελικά άρχισα να συνδέω κάποια στοιχεία και να βγάζω ένα νόημα…
« Σίγουρα θα αναρωτιέσαι γιατί σε εμπιστεύομαι….  Έχω καταλάβει ότι δε πρέπει να θυμάσαι, αλλά εγώ δε θα το ξεχάσω ποτέ!»  τότε την κοίταξα με απορία… Αν και βαθιά μέσα μου ήξερα πως τη γνώριζα…  « Ήμουν 6 ετών… Το μόνο που θυμάμαι  είναι να βρίσκομαι  μέσα σε εκείνη τη φρικτή αίθουσα.  Σε εκείνο το κρύο κρεβάτι… Φορούσα εκείνο το  γαλάζιο απαίσιο ρούχο…  Γύρω μου το χάος …. Δεν είχα καταλάβει τι συνέβαινε,  ένιωθα τρόμο…  Μα ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και ένα ψηλό νεαρό αγόρι  γύρω στα 14 μπούκαρε λαχανιασμένο μέσα… Δε θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπο σου…. Είχα τρομάξει αρκετά και κρύφτηκα σε μια γωνία  κρατώντας αγκαλιά τα γόνατα μου.  Τότε με πλησίασες αργά για να μη με τρομάξεις περισσότερο ….   Τα μάτια σου  πλημύριζαν από θάρρος παρόλο που φαινόσουν λιγάκι τρομαγμένος.  Γονάτισες κοντά μου και  με κοίταξες γλυκά ενώ εγώ σε κοίταζα με φόβο.» Σταμάτησε να μιλάει … «Θυμάσαι τι μου είπες;»  με πλησίασε ενώ εγώ στραβοκατάπια από την αγωνία μου… Τα λόγια της όμως, ξύπνησαν εικόνες  από το παρελθόν μου.  « Μου είπες να μη φοβάμαι και ότι όλα θα πάνε καλά. Μου χαμογέλασες και  μου έδωσες απλόχερα το χέρι σου…. Ακόμα θυμάμαι εκείνες τις δύο λέξεις… ‘Με εμπιστεύεσαι;’ Ξεστόμισες και τότε εγώ το κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά ενώ μέσα μου δίσταζα λιγάκι… Με άρπαξες στην αγκαλιά σου  και τότε με βοήθησες να βγούμε έξω...  Τρέξαμε ανάμεσα σε κάτι διαδρόμους και τότε θυμάμαι εκείνο τον απαίσιο ήχο που εισχώρησε στα αυτιά μας σαν ένα κοφτερό μαχαίρι. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι προτού χάσω τις αισθήσεις από εκείνο τον καπνό είναι εσένα να μου δείχνεις την έξοδο και να με βοηθάς να βγω έξω ενώ εσύ παρέμεινες εκεί…  Μετά κενό.  Το τελευταίο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω σε ένα  ζεστό σπίτι στην αγκαλιά της μητέρας μου. » Έκανε μια παύση « Με έσωσες Ντέρεκ, δε ξέρω γιατί και πως με βρήκες , αλλά με έσωσες. Γι’ αυτό σε εμπιστεύομαι .» τα μάτια τις γέμισαν με δάκρια ενώ ο Τόμας τη κοιτούσε  άναυδος… Μάλλον δε θα του είχε πει ότι ανέφερε σήμερα.  Εγώ παρέμεινα σιωπηλός  ενώ τότε κατάλαβα πως το παρελθόν μου είναι πολύ πιο σκοτεινό απ’ ότι γνώριζα….
«Θα μας βοηθήσεις;» ξεστόμισε  ξεκάθαρα την ερώτηση …
Δεν έπρεπε να δεχτώ αμέσως… Η άρνηση  για εκείνη τη στιγμή δεν ήταν όμως λύση…
«Θα… Θα το σκεφτώ…» αποκρίθηκα με δισταγμό…. Το να υποκρίνομε είναι το καλύτερο που ξέρω να κάνω…
«Κοίτα Ντέρεκ … Καταλαβαίνω πως όλα αυτά που σου αποκαλύψαμε θα σου φανούν παράξενα..»
«Χαχ! Απλά παράξενα … Κεραμίδα στο κεφάλι έριξες του ανθρώπου» είπε ο Τόμας  ενώ εκείνη του έριξε μια δολοφονική ματιά  που τον ανάγκασε να χαμηλώσει το κεφάλι.
«Σκέψου το…. Ακόμα κι αν δεν μας βοηθήσεις θα το δεχτούμε, αλλά μη πεις τίποτα σε κανέναν για όλα αυτά καταλαβαίνεις;» με κοίταξε έντονα… έγνεψα καταφατικά και έφυγα.
«Σου είπα ότι δεν έπρεπε να του μιλήσουμε! Τι θα γίνει αν μας προδώσει;» συνέχυσα να ακούω ενώ είχα απομακρυνθεί.
«Είπε θα το σκεφτεί δεν αρνήθηκε!»
«Έρρικα δε θέλω να ξανά περάσω τα ίδια! Ακόμα και αν δεχτεί ίσως να χαθεί όπως και οι άλλοι… Είναι λάθος δε το βλέπεις;» έλεγε ταραγμένος μα η φωνή της δεν έδωσε απάντηση.
   Ενώ είχα απομακρυνθεί αρκετά  σταμάτησα κοντά σε κάτι μεγάλα δέντρα και υπομονετικά περίμενα να τον δω… Είχα καταλάβει πως με ακλουθούσε αλλά έκανα την πάπια… Κρυβόταν πίσω από κάτι θάμνους κι εγώ αποφάσισα να κάνω τη θεαματική αιφνιδιαστική είσοδο μου πίσω του…  Χάθηκα μέσα σε κάτι δέντρα κι κατάφερα να τον ξεγελάσω… Αυτός λίγα λεπτά μετά βγήκε έξω από εκεί που κρυβόταν και κοιτούσε  γύρω σα χαμένος… 
«Γεια σου Τζάκσον» ξεστόμισα με ένα σαρκαστικό ύφος ενώ αυτός γύρισε ταραγμένος προς το μέρος μου…
«Χριστέ μου!! Με κατατρόμαξες…»  αποκρίθηκε και ακούμπησε το δεξί χέρι του κοντά στη καρδία του
«Χαίρομαι.» είπα και τον κοίταξα κατάματα. «Μπορώ να μάθω γιατί με παρακολουθείς;»
«Φυσικά! Γιατί πολύ απλά κρύβεις πράγματα…»  έκανε μια παύση «Τι είπατε;»  μπήκε κατευθείαν στο ψητό.   Εγώ πάλι παρέμεινα σιωπηλός με το βλέμμα καθηλωμένο πάνω του… «Ντέρεκ..» αποκρίθηκε με έντονο τόνο.
  «Ακολούθησε με»  είπα και  προχώρησα…
 Για περίπου 30 λεπτά περπατούσαμε  στο δάσος μέχρι τη στιγμή που έφτασα σε εκείνο το σημείο… 
«Κοίτα..»  πρόσθεσα με οργή
«Τι στο….» ο φόβος  τον είχε περιζώσει  και έχασε τα λόγια του ενώ τα γαλανά μάτια του δε σταμάτησαν να κοιτούν εκείνο το άγνωστο γυναίκειο πτώμα που είχα ανακαλύψει…
   Ένα σώμα να αγκαλιάζει το κρύο χώμα…  Μια αθώα ψυχή χαμένη στο δάσος… Παραπεταμένη εκεί σαν ένα παλιό άχρηστο αντικείμενο… Το ίδιο σημάδι από σύριγγα είχε χαρακτή στο λαιμό της όπως και του Μάξ… Μα δε θα αποκάλυπτα ακόμα ότι είναι νεκρός… Όχι…
«Δε ξέρω τι διάολο πραγματικά συμβαίνει εδώ αλλά δεν έχουμε να κάνουμε μόνο μυστηριώδεις εξαφανίσεις αλλά και  με δολοφονίες…»  Άρπαξα το Mp3 μου και τότε ξεκίνησε εκείνα τα παράσιτα. «Το βλέπεις αυτό; Δεν είχα καταλάβει τι είναι μέχρι που ξανά ήρθα εδώ… Ραδιενέργεια …» τόνισα τη τελευταία μου λέξη
«Τι;  Φίλε τι στο κάλο; Κι αυτή… Αυτή είναι η Άμπερ…» την είχε αναγνωρίσει…  Τα μάτια του είχα βουρκώσει..  « Πρέπει να το πούμε στη Πηνελόπη..» ξεστόμισε  μέσα στη ταραχή του
«Άμπερ;» αναρωτήθηκα .. Ο Μάξ δεν είχε αναφέρει ποτέ αυτό το όνομα
«Ήρθε εδώ πριν τρις βδομάδες ακριβώς και μια μέρα, απλά είπαν πως αποφάσισε να φύγει …Δεν την είδαμε από τότε.. Ήταν μόνο 16 ετών..» είπε γεμάτος θλίψη
«Πρέπει να ανακαλύψουμε επείγοντος τι γίνετε… Είδη έχω καταλάβει κάποια πράγματα για τα οποία δεν είμαι σίγουρος και μακάρι να μην είναι αυτό που φαντάζομε…  Κοίτα Τζάκσον, εκείνα τα δύο παιδιά  ξέρουν ένα μέρος της αλήθειας… Πρέπει να τους βοηθήσουμε αλλιώς αν χαθούν τότε εμείς θα μείνουμε κολλημένη εδώ… Χωρίς κανένα στοιχείο.  Χωρίς αποδήξεις…  Αν  συνεργαστούμε μαζί τους ίσως να φτάσουμε στο τέλος του μυστηρίου…  Πρέπει να τους προστατέψουμε! »
«Να  μιλήσουμε με τον αρχηγό πρώτα!»
«Δε το καταλαβαίνεις;  Όσο  εμείς αργούμε να λάβουμε δράση τόσο αυτοί θα βρίσκονται δέκα βήματα μπροστά μας με περισσότερες εξαφανίσεις και σίγουρα θανάτους!  Ο αρχηγός  θα μας πει να περιμένουμε …  Εγώ όμως αρνούμαι να περιμένω άλλο … Δε θα μείνω άπραγος αυτή τη φορά και στις μόνες διαταγές που θα ακούσω … Αυτές θα είναι μόνο από τον εαυτό μου.» έλεγα με ένταση
«Δε μπορούμε μόνοι μας..»
«Μα δε θα είμαστε μόνοι!»
«Ντέρεκ… Ίσως βιάζεσαι..»
«Είσαι χαζός; Βιάζομαι; Δηλαδή τι;  Θα πρέπει ο χώρος να γεμίσει από νεκρούς αθώους ανθρώπους για να λάβεις εσύ δράση;»
«Δεν εννοώ αυτό… Κοίτα Ντέρεκ..»
«Το ξέρω δε με εμπιστεύεσαι πια αλλά πρέπει να συνεργαστούμε! Αυτό αφορά…»
«Μ αυτό είναι το πρόβλημα Ντέρεκ! Πως μπορώ να συνεργαστώ με ένα άτομο που δεν εμπιστεύομαι; Με ένα άτομο που έχει μόνο μυστικά..»

«Το  γνωρίζω ότι έχεις δίκαιο σ’  αυτό… Αλλά για πες μου ποιος άνθρωπος στο κόσμο δεν έχει τα δικά του  μυστικά;  Όλοι έχουμε …. Και ναι τα ψέματα και τα μυστικά μας καταστρέφουν  τις περισσότερες φορές ….  Τώρα όμως μιλάμε για αθώες ζωές που εξαρτώνται από τα δικά μας χέρια... Πρέπει να βρούμε μια ισορροπία  και να συνεργαστούμε.  Ας αφήσουμε στην άκρη τις διαφορές μας… Και ας  ξεδιαλύνουμε αυτό το  σκοτεινό μυστήριο! Γιατί δυστυχώς Τζάκσον…  Αυτή τη φορά… Αυτή τη φορά ο χρόνος δεν είναι με το μέρος μας….»

Chara Christ.