Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.2.16

Αφηγητής: Χρόνος, πρόσωπο, εστίαση (Μέρος 2/2)



Στο πρώτο μέρος του άρθρου μάθαμε κάποια πράγματα για το πώς να επιλέγουμε, και να χρησιμοποιούμε σωστά την εστίαση, τον χρόνο και το πρόσωπο του αφηγητή. Τώρα ήρθε η ώρα να δούμε τις ερωτήσεις που εσείς θέσατε:

Ο αφηγητής είναι καλύτερο να συμμετέχει ή να απέχει από τα γεγονότα;  (Σωτηρία Σαββοπούλου)

Είναι θέμα προσωπικής επιλογής και ύφους, αλλά και της ίδιας της ιστορίας. Για παράδειγμα, σε ένα έργο που ακολουθεί την ιστορία πολλών διαφορετικών χαρακτήρων, και όχι ενός μόνο πρωταγωνιστή, σίγουρα είναι ευκολότερο και καλύτερο –για να μη προκληθεί σύγχυση στον αναγνώστη– να χρησιμοποιηθεί παντογνώστης αφηγητής (άρα ετεροδιηγητικός). Όταν έχεις μονο έναν πρωταγωνιστή και θες να αφηγηθεις την ιστορία του, τότε μπορείς πάλι να χρησιμοποιήσεις ετεροδιηγητικό αφηγητη. Αν όμως θέλεις να εστιάσεις στον τρόπο που προσλαμβάνει ο ίδιος ο ήρωας τον κόσμο του, τότε προτιμάται ένας ομοδιηγητικός και μάλιστα αυτοδιηγητικός αφηγητής. 




Πώς γίνεται ο αφηγητής να είναι το σημαντικότερο πρόσωπο της ιστορίας όταν δεν είναι καν χαρακτήρας της ιστορίας και απλά μια φωνή στο background; (Πόπη Λιάκου)
Είναι απλό. Αυτή η φωνή στο background είναι που σου αφηγείται την ιστορία. Ένα βιβλίο είναι αφήγηση. Ακόμα και οι διάλογοι είναι κομμάτι της αφήγησης. Σκέψου το λίγο και θα συνειδητοποιήσεις πως μέχρι και ο τρόπος που στήνεις τους διαλόγους εξαρτάται από τον τρόπο που τους προσλαμβάνει ο αφηγητής. Αυτό νομίζω το αντιλαμβάνονται καλύτερα όσοι έχουν αφηγητές με εσωτερική εστίαση. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και ο παντογνώστης αφηγητής (που είναι ξεκάθαρα μια άγνωστη φωνή στο background) είναι ένας ρόλος. Έχει ένα ύφος, μπορεί να είναι κωμικός, δραματικός, σκληρός και τόσα άλλα. Ο τρόπος που παρουσιάζει τα πράγματα είναι ο τρόπος που θα προσλάβει την ιστορία ο αναγνώστης. 

Η διαφορά του αφηγητή στο πρώτο και στο τρίτο πρόσωπο. (Νίκος Καρδαμπίκης)
Πολλοί μιλούν για την αμεσότητα. Είναι αλήθεια πως, αναπόφευκτα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι πιο άμεση και ενεργητική, επιτυγχάνοντας ευκολότερη ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή, μα αυτό επιτυγχάνεται σχεδόν το ίδιο εύκολα και μέσα από τριτοπρόσωπη αφήγηση. Υπάρχει κάποιος που δεν ένιωσε ταύτιση με τον Χάρι Πότερ ή τόσους άλλους λογοτεχνικούς ήρωες;
Η σπουδαιότερη διαφορά τους έγκειται στο ότι στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχεις έναν εσωτερικό μονόλογο, μια εξομολόγηση, δε βλέπεις απλά από τα μάτια του πρωταγωνιστή, είσαι ο πρωταγωνιστής και πρέπει ως συγγραφέας να αποτυπώσεις τις σκέψεις του. Είναι μεγαλύτερη η βουτιά μέσα στο μυαλό του και θα πρέπει να περιγράψεις περισσότερα πράγματα από την καθημερινότητά του, ακόμη και συνειρμούς. Πρέπει να κρατήσεις μια ισορροπία, για να μη ξεφύγεις από το θέμα που ενδιαφέρει τον αναγνώστη, για αυτό και αρκετοί συγγραφείς βρίσκουν δύσκολη την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ειδικά όταν συνδυάζεται με ενεστώτα. Επιπλέον, σε περιορίζει στο θέμα της εστίασης, καθώς συνδυάζεται μονο με εσωτερική. Δεν παύει όμως να είναι ιδιαίτερα συναρπαστική.
Στην τριτοπρόσωπη μπορείς πιο εύκολα να προσπεράσεις τους περιττούς συλλογισμούς και να πας κατευθείαν στο ψαχνό. Επιπλέον, η τριτοπρόσωπη σου παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στην εστίαση. Είναι αφήγηση και όχι εσωτερικός μονόλογος.    
Για περισσότερες πληροφορίες δες το πρώτο μέρος του άρθρου.



Και όταν έχουμε 2-3 αφηγητές... τι γίνεται; Ξεχωρίζει αναπόφευκτα ο ένας από αυτούς ή είναι όλοι ίσοι, no matter what; Και εμείς; Να επιδιώκουμε να ξεχωρίζει ο ένας για να υπάρχει μεγαλύτερο συναισθηματικό δέσιμο με τους αναγνώστες, or not; (Πόπη Λιάκου)
Και πάλι εξαρτάται από την ιστορία. Κάποια βιβλία έχουν παραπάνω από έναν αφηγητή και θέτουν τον έναν από αυτούς ως βασικό πρωταγωνιστή. Από την άλλη, ακόμη και αν ο συγγραφέας τους φέρει όλους στο ίδιο επίπεδο, είναι αναπόφευκτο ο αναγνώστης να ξεχωρίσει κάποιον περισσότερο από τους άλλους. Νομίζω πως είναι δύσκολο και για τον ίδιο τον συγγραφέα να μη θέσει κάποιον ή κάποιους λίγο πιο μπροστά (Η συμπάθεια είναι ανθρώπινη αδυναμία). Ακόμη και αν θες να τους κάνεις όλους ίσους, στην πορεία ίσως δεις κάποιον να αξιώνει μεγαλύτερο ρόλο. Δεν είναι κακό. Αντιθέτως. Εξάλλου, αυτό δε σημαίνει πως οι αναγνώστες θα δείξουν την προτίμησή τους στον ίδιο χαρακτήρα. Καθένας μας δένεται συναισθηματικά με διαφορετικούς ήρωες. Σε κάθε περίπτωση, μην προσπαθήσεις να κάνεις κάποιον από τους αφηγητές λιγότερο εντυπωσιακό, για να μην κλέψει τη δόξα των υπολοίπων. Κάνε αυτό που είναι καλύτερο για την ιστορία σου και άσε τους αναγνώστες να διαλέξουν.

Πόσο ενδιαφέρουσα ή κουραστική μπορεί να γίνει η αφήγηση του πρωταγωνιστή, αν εναλλάσσεται με αυτή των δευτερευόντων προσώπων; Όχι για την ίδια σκηνή, αλλά κατά την εξέλιξη της ιστορίας. (Evi Koutsimari)
Από τον τρόπο που με ρωτάς και εφόσον κάνεις λόγο για εναλλαγές αφηγητών, μιλάμε για περιπτώσεις εσωτερικής εστίασης. Το πόσο ενδιαφέρον ή κουραστικός θα γίνει ο οποιοσδήποτε αφηγητής εξαρτάται από το πόσο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ίδιος ως χαρακτήρας, τα πρόσωπα που τον περιτριγυρίζουν και το τι έχει να προσφέρει η αφήγηση του στην εξέλιξη της ιστορίας. Συνήθως στους αναγνώστες αρέσουν οι εναλλαγές στους αφηγητές, καθώς τους προσφέρουν μια πιο σφαιρική εικόνα. Πρέπει να είμαστε, όμως, προσεχτικοί στο κάθε πότε αλλάζουμε αφηγητή και εδώ φαίνεται η ικανότητα του συγγραφέα, να διαχειρίζεται την ιστορία του και να διατηρεί την ισορροπία. Κάθε αφηγητής πρέπει να έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία να πει και πρέπει να δίνουμε στην κάθε αφήγηση το χρόνο και το χώρο που χρειάζεται για να εξελιχθεί, αλλά με τρόπο, ώστε να διατηρούμε αμείωτο το ενδιαφέρον. Απαιτείται ιδιαίτερος χειρισμός, ειδικά όταν μια αλλαγή αφηγητή προκαλεί επιβράδυνση στην αφήγηση ενός άλλου, κόβοντάς τη σε κρίσιμο σημείο. Η αφήγηση που προκαλεί επιβράδυνση πρέπει να προσφέρει ένα σημαντικό στοιχείο που θα ανατρέψει την εξέλιξη στη βασική αφήγηση. Διαφορετικά είναι βέβαιο πως ο αναγνώστης θα βαρεθεί.



Στην παρελθοντική αφήγηση, είτε σε πρωτοπρόσωπη είτε σε τριτοπρόσωπη, τι γίνεται με τις λέξεις "τώρα, εδώ" κ.ο.κ που δείχνουν παροντικό χρόνο; (Angelina Salala)
Το έχω γράψει και στο πρώτο μέρος του άρθρου, αλλά δεν πειράζει να το επαναλάβουμε. Με βάση τους συντακτικούς κανόνες, οι λέξεις που δείχνουν παροντικό χρόνο δεν ταιριάζουν σε μια αφήγηση σε αόριστο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, στη λογοτεχνία συναντάμε συνεχώς λέξεις όπως τώρα, εδώ, απόψε κ.α. Η αλήθεια είναι πως βοηθούν, ώστε να γίνει η αφήγηση πιο κατανοητή και προσιτή προς τον αναγνώστη. Μην ξεχνάμε πως ο ενεστώτας δινει πάντα αμεσότητα, δυναμική και ζωηρότητα στα κείμενα. Φροντίστε μόνο να μην κάνετε κατάχρηση (με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει να κάνετε κατάχρηση σε οποιαδήποτε λέξη).

Πού χρειάζεται αναλυτική αφήγηση και πού όχι; Ποιο είδος αφήγησης πιστεύεις ότι βολεύει καλύτερα; (Despoina Andreou)

1. Υπάρχουν συγγραφείς που τους αρέσει να αναλύουν και να περιγράφουν πράγματα και καταστάσεις. Είναι θέμα προσωπικού ύφους και στιλ. Σε γενικές γραμμές, όμως, η αναλυτική αφήγηση μπορεί να κουράσει τους αναγνώστες, για αυτό πρέπει να είστε ιδιαίτερα προσεχτικοί. Μη στέκεστε σε περιττές λεπτομέρειες, εκτός και αν έχουν να προσφέρουν κάτι στην υπόθεση. Για παράδειγμά, τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής μπαίνει σε μια πολυτελή σάλα, δεν ενδιαφέρει τους αναγνώστες μια αναλυτική περιγραφή του τεράστιου πολυελαίου που κρέμεται στο κέντρο της, εκτός και αν αργότερα αυτός ο πολυέλαιος του έρθει στο κεφάλι. Αν θέλετε απλώς να αναδείξετε τον πλούτο του ιδιοκτήτη μέσα από το μεγαλείο του πολυελαίου, μπορείτε να το κάνετε και με δυο τρεις λέξεις. Ο αναγνώστης θα πιάσει το νόημα.   

2. Ίσως έχετε ακούσει κάποιον συγγραφέα να λέει πως δεν τον βολεύει το τάδε είδος αφήγησης. Αυτή είναι όμως μια καθαρά προσωπική γνώμη. Σε γενικό επίπεδο δεν υπάρχει βολική και μη βολική αφήγηση. Υπάρχει το στιλ, το ύφος και ο τρόπος προσέγγισης του συγγραφέα. Κάποιος που έχει μάθει να γράφει, για παράδειγμα, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, θα δυσκολευτεί να γράψει ξαφνικά σε πρωτοπρόσωπη, και το αντίστροφο. Είναι θέμα συνήθειας, άποψης και προσωπικής επιλογής. Σαφώς και σε μια ιστορία μπορεί να ταιριάζει κάποιο είδος αφήγησης περισσότερο από κάποιο άλλο, μα αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να ακολουθήσετε αυτήν τη γραμμή. Η συγγραφή είναι πάνω από όλα έκφραση, για αυτό επιλέξτε το είδος που ταιριάζει πρώτα από όλα σε εσάς και σας επιτρέπει να εκφραστείτε καλύτερα.




Μουστοπούλου Μαρία