Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.3.16

Το Τίμημα της Αγάπης (Κεφάλαιο 1)

Σεπτέμβριος 2009

Σήμερα η οικογένεια Σαββίδη αποχωρίζεται άλλο ένα μέλος. Η μεσαία κόρη, η Ναταλία, θα ενωθεί με τα ιερά δεσμά του γάμου με έναν θαυμάσιο νεαρό, τον Αλέξανδρο Παπαδόπουλο. Εκείνος και η Ναταλία διατηρούσαν μιας σοβαρή σχέση τα τελευταία τρία χρόνια.
Αυτός ήταν εργαζόμενος στο εργοστάσιο του πατέρα της, μα την Ναταλία δεν την ένοιαξε η άνεση των χρημάτων, ούτε η καλοπέραση. Ήθελε έναν άνθρωπο δίπλα της να την αγαπάει και να τον αγαπά. Όμως τα χρόνια περνούσαν και η μοναξιά άρχισε να γίνεται στενή φίλη της. Μέχρι που στα σαγηνευτικά μάτια εκείνου του νεαρού βρήκε τον έρωτα. Και τώρα βρισκόταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη κοιτάζοντας το είδωλο της, συγκινημένη. Παντρευόταν, παντρευόταν τον άνδρα που αγαπάει και την αγαπά.
 Το στενής γραμμής ιβουάρ νυφικό εφάρμοζε αρμονικά πάνω της, τονίζοντας τα σωστά σημεία του αδύνατου κορμιού της. Το μακιγιάζ διακριτικό και το πιάσιμο των καστανών μαλλιών σε ένα πλαϊνό σινιών, άφηνε σε κοινή θέα τους, εκτεθειμένους από το νυφικό, ώμους της. Η ώρα είχε έρθει πλέον και από λεπτό σε λεπτό θα λεγόταν και επισήμως κυρία Παπαδοπούλου. Χαμογέλασε αχνά στην σκέψη και αποχώρισε από το δωμάτιο προκειμένου να ξεκινήσουν για την εκκλησία.
Στον κάτω όροφο του πατρικού της βρισκόταν μονάχα ο πατέρας της που έπινε δίπλα στο παράθυρο, προφανώς το καθορισμένο ουίσκι της ημέρας. Δυσανασχέτησε και προχώρησε προς το μέρος του. Τον ακούμπησε δειλά στον ώμο και εκείνος γύρισε. Ανέκφραστος, όπως πάντα, άφησε το ποτήρι του στο γυάλινο τραπεζάκι και φόρεσε το σακάκι του.
«Είμαι έτοιμη. Μπορούμε να ξεκινήσουμε.» τον ενημέρωσε και εκείνος απλά ένευσε. Ξεφύσησε απογοητευμένη και τον ακολούθησε προς την πόρτα.
Είναι η μέρα σου Ναταλία. Η μέρα σου, υπενθύμισε στον εαυτό της και επιβιβάστηκε στο στολισμένο, για την σημερινή ημέρα, αυτοκίνητο.


Ο Αλέξανδρος εκστασιασμένος κοιτούσε τη μέλλουσα σύζυγο του που τον πλησίαζε χαμογελαστή μαζί με τον πατέρα της και πεθερό του, Ιάσωνα. Η μικρότερη κόρη, Θάλεια, συγκινημένη, θαύμαζε την αδελφή της και τα πρώτα δάκρυα έκαναν την εμφάνισή τους. Ανέκαθεν ήταν ευσυγκίνητη στους γάμους, σ’ αυτό το ιερό μυστήριο που τόσο πολύ εκτιμούσε. Ύστερα από τον γάμο του αδελφού της, Στέφανου στην ηλικία των έντεκα, τα δάκρυα έγιναν σύντροφος της σε κάθε γάμο που παρευρισκόταν. Με τα δάκρυα της η Θάλεια φανέρωνε την εκτίμηση της στο μεγαλείο που διαδραματιζόταν μπροστά της. Ένιωθε πως έστω και έτσι συμμετείχε και αυτή στην χαρά του νεόνυμφου ζευγαριού. Και ακόμα περισσότερο όταν επρόκειτο για την ίδια της την αδελφή! Γνώριζε την βαθιά αγάπη που έχει ριζώσει στις καρδιές τους και ανυπομονούσε να νιώσει και εκείνη αυτό το υπέροχο συναίσθημα. Το βλέμμα ξέφυγε από το γαλήνιο πρόσωπο της αδελφής της και προσηλώθηκε σ’ αυτό του πατέρα της.
 Το σοβαρό και ανέκφραστο πρόσωπο του δεν ταιριάζει σ’ αυτή την αίθουσα αυτήν την μέρα. Ποτέ της δεν τον κατάλαβε. Ίσως επειδή στην τρυφερή ηλικία των εφτά κατάλαβε την απουσία του από την ζωή της. Ένα παιδί είναι απροστάτευτο, πλήρως εξαρτημένο από τους γονείς του, όμως θαρρείς και ο Ιάσωνας είχε απαρνηθεί τον ρόλο του. Τον ρόλο του πατέρα. Έτσι, η Θάλεια μεγάλωσε δίχως να τον θέλει δίπλα της, δίχως να νιώθει έστω την παραμικρή ένδειξη συμπάθειας προς το πρόσωπο του. Από την παιδική ως την εφηβική της ηλικία τον έβλεπε συνεχώς οξύθυμο και αυταρχικό. Απαιτούσε να γίνει το δικό του, με το δικό του τρόπο, όποτε τον ικανοποιούσε. Ένα όνομα είχε για την Θάλεια, μονάχα ένα όνομα. Δικτάτορας.
Και με τα χρόνια αυτό αποδείχτηκε πως ήταν. Ένας στυγερός δικτάτορας που την βασάνιζε κάθε μέρα. Ήθελε να φύγει, να ξεφύγει, να απελευθερωθεί από τα δεινά της. Γι’ αυτό υπενθύμιζε στον εαυτό της μια κρυφή υπόσχεση.
Από μικρή έλεγε πως όταν θα ενηλικιωνόταν να έφευγε από το πατρικό της σπίτι. Τι δεκαοχτώ, τι δεκαεννιά! Αύριο φεύγει. Μακριά από όλα και όλους.
Πέτυχε τους στόχους της πια. Μετακομίζει στην πρωτεύουσα προκειμένου να σπουδάσει φιλολογία. Ένα όνειρο της εφηβείας που θα της δώσει στο μέλλον μια καταρτισμένη ειδίκευση και έναν άνετο τρόπο ζωής. Παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη μόνο για τον γάμο της Ναταλίας και αύριο πρωί-πρωί ελευθερώνεται από την φυλακή της. Η Δόμνα την παρακαλούσε να παρατείνει την διαμονή της, αλλά εκείνη δεν άντεχε πια. Ασφυκτιούσε στο ίδιο της το σπίτι. Όσο πιο νωρίς τόσο καλύτερα.
Έχοντας στην αγκαλιά της την μικρή της ανιψιά, Κατερίνα, παρακολούθησε την τελετή. Πόσο θα της έλειπε αυτό το μικρό πλασματάκι που κούρνιαζε στην αγκαλιά της! Ήταν μια βαθιά της επιθυμία η απόκτηση ενός μικρού παιδιού που θα την φώναζε ’’θεία’’. Μετά την γέννηση της βοήθησε όσο μπορούσε την νύφη της, Νίκη. Σε ένα μήνα χρονίζει το αγγελούδι της και εκείνη δεν θα βρίσκεται κοντά της. Κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να αποβάλει τις σκέψεις και πρόσεξε την αδελφή της, Ελεονόρα, που χάιδευε τρυφερά την φουσκωμένη της κοιλιά και φιλούσε τον σύζυγο της, Θωμά. Ούτε δύο χρόνια δεν είχαν περάσει από την μέρα που βρισκόταν εκείνη ως νεόνυμφοι στο ιερό.
Πιο πέρα βρισκόταν ο μικρότερος από τα αδέλφια, Πάνος. Αμίλητος και ανέκφραστος παρακολουθούσε την τελετή, όμως η Θάλεια ήξερε καλά πως δεν άντεχε τέτοιες εκδηλώσεις. Χαχάνισε ελαφρά στην διαπίστωση αυτή, όμως έλαβε ένα σκούντημα στο μπράτσο από την μητέρα της.
«Σε λίγα χρόνια να πάρεις και εσύ σειρά». Η  Θάλεια την κοίταξε και χαμογέλασε «Σε πέντε με έξι χρόνια, ναι ».
Δεν ντρεπόταν να εκφράζει την επιθυμία της να παντρευτεί, μα η αρνητική και προσβλητική στάση του Ιάσωνα της έκοβε τα φτερά. Όμως αρκετά υπέκυψε στην καταπίεση του.
Το ζευγάρι κοιτούσε ο ένας τον άλλον στα μάτια.
 Ο έρωτας του ζευγαριού φαινόταν ξεκάθαρα. Αχ τι υπέροχο συναίσθημα ο έρωτας!
Οι ώρες πέρασαν και οι παρευρισκόμενοι μαζί με τις οικογένειες μεταφέρθηκαν στη δεξίωση. Η Θάλεια δεν άφησε την Κατερίνα από την αγκαλιά της ούτε μια στιγμή. Εξάλλου ήθελε να την χορτάσει όσο περισσότερο μπορούσε. Θα την έβλεπε μετά από καιρό. Το νιόπαντρο ζευγάρι χόρευε τον πρώτο του χορό σαν ζεύγος Παπαδοπούλου και η Θάλεια τους χάζευε.
Η μικρή Κατερίνα είχε αποκοιμηθεί στα χέρια της και έτσι πήγε να την βάλει στο καρότσι της. Ο Στέφανος με τη Νίκη αγκαλιά κοιτούσαν το ζεύγος, όπως και ο Θωμάς με την Ελεονόρα που ήταν επίσης αγκαλιασμένοι, μα η Ελεονόρα χάιδευε συγχρόνως την κοιλιά της. Μάλλον ο Κωνσταντίνος παίδευε την μητέρα του. Η Δόμνα κοιτούσε το ζεύγος συγκινημένη και σκούπιζε τα δάκρυα της. Ο πατέρας της για άλλη μια φορά εξαφανισμένος, απομακρυσμένος από την οικογένεια του. Αναστέναξε ανακουφισμένη που δεν υπήρχε πουθενά στο οπτικό της πεδίο. Κάθισε στην θέση της, δίπλα στον αδελφό της.
«Το περίμενες πως θα άλλαζε η ζωή μας τόσο;» ρώτησε τον Πάνο.
Εκείνος την κοίταξε απορημένος. «Τι εννοείς;» αναρωτήθηκε ο νεαρός.
«Όλα μας τα αδέλφια παντρεύτηκαν και έχουμε και δύο ανίψια. Μόνο εμείς μείναμε μπακούρια.»
«Να μιλάς για τον εαυτό σου» την διόρθωσε ο Πάνος και η κοπέλα κοίταξε τον αδελφό της έκπληκτη.
«Πάνο, τι μου κρύβεις;»
«Τίποτα βρε Θάλεια. Αμέσως εσύ!» ξεφύσησε αγανακτισμένος «Απλά εγώ δεν σκοπεύω να μείνω μπακούρι μαζί σου.»
«Άσε μας βρε σκατό που μας θες και έρωτες.» τον χτύπησε στο πίσω μέρος του λαιμού που γνώριζε πόσο τον ενοχλούσε.
«Κανόνισε να τσακωθούμε μέρα που είναι.» την προειδοποίησε και εκείνη του έβγαλε την γλώσσα. Τον είδε που έσφιγγε τις γροθιές του, σημάδι πως τον είχε εξαγριώσει και χαχάνισε.
Η βραδιά πέρασε ευχάριστα και σιγά-σιγά ο χώρος άρχισε να αδειάζει. Η οικογένεια Παπαδοπούλου, η οικογένεια Σαββίδη και κάποιοι στενοί φίλοι ήταν οι τελευταίοι παρευρισκόμενοι. Απόλαυσαν για λίγο ακόμα την μουσική και την ελεύθερη πίστα και ύστερα αποχώρησαν όλοι ευδιάθετοι.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε και η Θάλεια ξύπνησε ανανεωμένη και έτοιμη για το ταξίδι της. Σηκώθηκε και αφού πλύθηκε, πήγε να φάει ένα γερό πρωινό. Στο σπίτι πλέον αυτή, ο Πάνος και οι γονείς της. Ή μάλλον χωρίς αυτή.
Η Δόμνα μόλις είδε τις βαλίτσες στην πόρτα, μελαγχόλησε και άφησε έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό. Η Θάλεια την άκουσε και γέλασε σιγανά με την αντίδραση της.
«Σήμερα φεύγεις;» άκουσε την λυπημένη φωνή της μητέρας της και γύρισε να την κοιτάξει.
«Ναι, μαμά. Σήμερα» της απάντησε και σηκώθηκε να την αγκαλιάσει. «Θα προσπαθήσω να έρθω τα Χριστούγεννα. Είναι και ο τοκετός της Ελεονόρας τότε.»
«Μην μας ξεχάσεις.» την παρακάλεσε η μητέρα της.
«Και να θέλω, μπορώ;» γέλασε η Θάλεια «Μαμά πρέπει να φύγω. Θα χάσω την πτήση μου.» Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και αφού πήρε τις βαλίτσες της, άνοιξε την πόρτα. «Να μου φιλήσεις τον Πάνο!» ζήτησε και έφυγε.

Δεκέμβριος 2009 

Οι φωνές πόνου της Ελεονόρας ακούστηκαν σε όλο το νοσοκομείο. Τελικά η γέννα ενός παιδιού δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όπως το παρουσιάζουν. Πονούσε οικτρά στην μέση της και ο πόνος δυνάμωνε περισσότερο εκεί χαμηλά. Ο Θωμάς βρισκόταν δίπλα της από το πρώτο δευτερόλεπτο προσπαθώντας να της δώσει δύναμη, αλλά και εκείνος δεν βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση. Είχε φρικάρει από τις φωνές της γυναίκας του, τις εντολές του γιατρού, τις γκριμάτσες της νοσοκόμας. Όλα πρωτόγνωρα γι’ αυτούς, αλλά είχαν ο ένας τον άλλον.
«Ακόμα;» ρώτησε με σπασμένη φωνή η Ελεονόρα.
«Σπρώξε άλλη μια φορά Ελεονόρα.» αποκρίθηκε ο γιατρός.
Το γοερό κλάμα του μικρού Κωνσταντίνου ήχησε σαν μελωδία στο δωμάτιο. Ο Θωμάς φίλησε την γυναίκα του για το δώρο που του χάρισε. Η νοσοκόμα τοποθέτησε τον μικρό στην αγκαλιά της και εκείνη με την σειρά της του σιγομίλησε.
«Καλώς ήρθες μικρέ μου άγγελε».
Το μωρό καταλαβαίνοντας αμέσως την μητέρα του, ησύχασε και έκλεισε τα πράσινα ματάκια του. Ο Θωμάς ενθουσιασμένος ανήγγειλε τη γέννηση του Κωνσταντίνου στις δύο οικογένειες. Η χαρά των οικογενειών Σαββίδη-Σουλιώτη γέμισε το νοσοκομείο.
Λίγη ώρα μετά η Ελεονόρα μεταφέρθηκε στο δωμάτιο της και οι συγγενείς κατέκλυσαν το δωμάτιο.
«Να σας ζήσει» ευχήθηκε θερμά η Θάλεια στην αδελφή της.
Δύο κιλά και οχτακόσια γραμμάρια γεννήθηκε ο μικρός. Η ομορφιά του πιστή αντιγραφή από αυτή του πατέρα. Μελαχρινός με πράσινα μάτια. Τι και αν την ταλαιπώρησε πέντε ώρες, η Ελεονόρα ξέχασε κάθε πόνο στην όψη του γιου της. Το δεύτερο εγγόνι, το δεύτερο ανίψι. Ο Κωνσταντίνος.
Ύστερα, αφού όλοι έδωσαν τις ευχές τους και τα δώρα, άφησαν την νέα μητέρα να ξεκουραστεί. Το μωρό το είδαν από μακριά στην αίθουσα νεογνών, όπου κοιμόταν. Η ευτυχία είχε πλημμυρίσει τις καρδιές τους.
Το ταξίδι της Θάλειας στην συμπρωτεύουσα και στην οικογένεια της δεν κράτησε πολύ. Δεν ήθελε να κρατήσει πολύ. Δύο μέρες μετά την γέννηση του Κωνσταντίνου, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα του γυρισμού.


Ξεκλείδωσε την εξώπορτα της γκαρσονιέρας που ζούσε τους τελευταίους τρεις μήνες και μπήκε μέσα. Άφησε την βαλίτσα της στο δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, όπου και έριξε το σώμα της στο καναπέ καταπονημένο από την κούραση. Κοίταξε το ρολόι τοίχου που βρισκόταν απέναντι της και τηλεφώνησε στην συμφοιτήτρια της, Νεφέλη.
«Γεια σου Νεφέλη!» την χαιρέτησε εύθυμη όταν άκουσε την φωνή της ύστερα από τρεις χτύπους.
«Γύρισες; Κιόλας;» ρώτησε η Νεφέλη.
«Ναι ήταν ολιγοήμερες διακοπές. Άλλωστε γέννησε η αδελφή μου και η μάνα μου έχει ξετρελαθεί με το νέο εγγόνι…»
«Είναι όμορφο μωρό;»
«Αρκετά… Θες να έρθεις από εδώ;»

«Φυσικά! Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.» της απάντησε η Νεφέλη και τερμάτισαν την κλήση τους.

Χαρά Τρ.