Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8.3.16

Το Τίμημα της Αγάπης (Κεφάλαιο 2)

«Λοιπόν, δεν μου είπες…» άκουσε την φωνή της Νεφέλης και οι σκέψεις της διακοπήκαν απότομα. «Τι σκέφτεσαι;…» την ταρακούνησε η φίλη της.
«Συγγνώμη, τι είπες;» αναρωτήθηκε αφηρημένη η Θάλεια.
«Τι σκέφτεσαι λέω» επανέλαβε τα λόγια της.
«Τα αδέλφια μου…»
«Δηλαδή;» αναρωτήθηκε η Νεφέλη.

«Οι μεγαλύτεροι είναι παντρεμένοι και έχουν τα παιδιά τους. Είναι ευτυχισμένοι, τουλάχιστον εγώ αυτό βλέπω. Αναρωτιέμαι, εγώ θα βρω τον έρωτα;»
«Πάντα τόσο ρομαντική ήσουν;» γέλασε η Νεφέλη με την απορία της φίλης της.
«Μάλλον. Αλήθεια εσύ δεν το αναρωτιέσαι;» την ρώτησε.
«Τώρα δεν έχω καθόλου χρόνο για έρωτες. Μακριά και αγαπημένοι.»
Μακάρι να ήξερε τα σχέδια της μοίρας όταν ξεστόμιζε αυτά τα λόγια. Ένας φτερωτός θεός παραμόνευε και περίμενε την κατάλληλη στιγμή βολής.
Τα δύο κορίτσια γνωρίστηκαν στην φιλολογική σχολή. Η Νεφέλη ως βέρα Αθηναία δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Η Αθήνα είχε στην καρδιά της ιδιαίτερη θέση καθώς επανέλαβε συνεχώς το ρητό της.
«Εγώ στην Αθήνα γεννήθηκα, στην Αθήνα μεγάλωσα, στην Αθήνα θα πεθάνω.»
Σε αντίθεση με την Θάλεια που η Θεσσαλονίκη ήταν το λιμάνι της, το καταφύγιο της, η κρυψώνα από τα προβλήματα της. Μπορούσε να αγναντεύει τον Θερμαϊκό για ώρες. Παιδί της Θεσσαλονίκης, αποκαλούσε τον εαυτό της.
Τελικά τα ετερώνυμα έλκονται και στις φιλίες, γιατί αυτά τα δύο κορίτσια θα αναπτύξουν μια μεγάλη φιλία.

4 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Η μέρα της ορκωμοσίας είχε φτάσει πια. Ύστερα από κόπο και ιδρώτα, τα δύο κορίτσια θα κρατούσαν στα χέρια τους το πολυπόθητο έπαθλο. Σύσσωμη η οικογένεια Σαββίδη κατέφτασε στην πρωτεύουσα αφήνοντας πίσω τα μικρότερα μέλη. Οι καθηγητές μονάχα καλά λόγια έλεγαν για τα κορίτσια και γι’ αυτό τιμήθηκαν από τον ίδιο τον Πρύτανη με αριστείο διαγωγής. Το χαμόγελο δεν έφυγε στιγμή από τα πρόσωπα τους, νιώθοντας περήφανες που μπόρεσαν και ολοκλήρωσαν το όνειρο τους. Η χαρά της Θάλειας διπλή καθώς κοντά της είχε την οικογένεια της και την αγαπημένη της φίλη.
Οι σωστές περιστάσεις απαιτούν βραδινή έξοδο, όμως.
Η Θάλεια είχε σκοπό να διασκεδάσει, να χαρεί την ζωή της πριν είναι αργά. Μόλις 23 χρονών ήταν. Είχε και αυτή δικαίωμα να μάθει τι θα πει ζωή. Η Νεφέλη υπήρξε στήριγμα της τέσσερα χρόνια τώρα και σε μικρό χρονικό διάστημα της εκμυστηρεύτηκε τα δεινά της φυλακής που βίωνε. Το σκληρό πρόσωπο του Ιάσωνα και οι καθημερινές προσβολές εις βάρος της σε συνδυασμό και με τα παραπανίσια της κιλά, υπήρξαν σταθερό εμπόδιο στο χτίσιμο μιας υγιής αυτοπεποίθησης. Η Θάλεια όμως ένιωθε όμορφη άσχετα τα πικρόχολα σχόλια των άλλων. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να το καταρρίψει αυτό. Προσπάθησε να αδυνατίσει. Με κάθε δυνατό τρόπο, όμως κάθε προσπάθεια έπεφτε στο κενό. Ώσπου βαρέθηκε. Βαρέθηκε να προσπαθεί να ικανοποιήσει τους άλλους, βαρέθηκε να προσπερνάει τα θέλω της. Στόχος της πλέον να αποκτήσει μια ισχυρή αυτοπεποίθηση. Και το πέτυχε.
Τα προσβλητικά λόγια του πατέρα της δεν την επηρέαζαν πλέον, δεν την έκαναν να κλαίει ώρες ολόκληρες.
«Μόνο αν πιστέψεις στον εαυτό σου θα κατακτήσεις τον κόσμο» ήταν το γνωμικό που επανέλαβε στον εαυτό της κάθε μέρα μέχρι να το πιστέψει.
Η αποφοίτηση ήταν μόνο η αρχή της νέας της ζωής.
Οι ευχές πήγαιναν και ερχόντουσαν, δάκρυα χαράς και συγκίνησης κυλούσαν στα πρόσωπα τους. Το βράδυ θα διασκέδαζε ό,τι και να γινόταν.


Τα δύο κορίτσια μπήκαν στο μπαρ. Οι κυνηγοί εντόπισαν αστραπιαία τα νέα θηράματα. Ματιές που έκρυβαν αδηφάγο πόθο και αχαλίνωτο πάθος. Το στενό μαύρο φόρεμα της αναδείκνυε γοητευτικά τις καμπύλες που άνδρες κοιτούσαν με έξαψη. Το ντεκολτέ προκλητικό αφήνοντας εκτεθειμένο το πλούσιο στήθος.
Το έντονο μακιγιάζ τόνιζε τα πράσινα της μάτια. Τα καραμελένια της μαλλιά έπεφταν στην ανοιχτή της πλάτη.
«Δεν έχασα άδικα τριάντα κιλά.» μονολόγησε και χαμογέλασε πονηρά. Σε κάθε τους βήμα άνδρες κάθε ηλικίας τις κοιτούσαν εκστασιασμένοι. Καθίσαν στο τραπέζι τους και παρήγγειλλαν τα ποτά τους. Ο σερβιτόρος, πάνω-κάτω είκοσι χρονών, έχασε τα λόγια του κοιτώντας τες. Τα κορίτσια χαχάνισαν με την αντίδραση του νεαρού και η διάθεση τους ανέβηκε πιο πολύ.
«Ανησυχώ…» αποκρίθηκε η Νεφέλη και η Θάλεια απόρησε «Όλοι οι άνδρες μας κοιτάνε, σε κοιτάνε και φοβάμαι πως θα μας χιμήξουν…» πρόσθεσε και η Θάλεια γέλασε και παρατήρησε τον χώρο. Η Νεφέλη είχε δίκιο. Αρκετά ζευγάρια μάτια τις κάρφωναν έντονα, ειδικά μια παρέα ανδρών από απέναντι χαμογελούσαν πονηρά.
«Προκαλείς!» άκουσε ξανά την φωνή της φίλης της.
«Αυτό θέλω να κάνω. Μείον τριάντα κιλά είμαι πλέον και θέλω να το ευχαριστηθώ…» απάντησε και σήκωσε το πόδι της επιδεικτικά, σταυρώνοντας τα. Η παρέα των ανδρών αναστατώθηκε από την κίνηση της, καθώς τους είδε που γούρλωσαν τα μάτια τους. Χαμογέλασε πονηρά και τους χαιρέτησε.
Τα ποτά κατέφθασαν και η Θάλεια ήπιε την βότκα της μονορούφι. Το αλκοόλ έκαψε το λαιμό της, αλλά εκείνη το ευχαριστήθηκε.
«Θα σε πειράξει…» την προειδοποίησε η Νεφέλη.
«Δεν πειράζει. Υγεία!» την ειρωνεύτηκε η Θάλεια και η Νεφέλη την κοίταξε αγριεμένη. Ξεφύσησε αγανακτισμένη και γύρισε το πρόσωπο της προς την πίστα. Κορμιά ανδρών και γυναικών λικνιζόταν στο ρυθμό της λάτιν μουσικής. Ένιωσε την θέρμη της παλάμης της Θάλειας και γύρισε το βλέμμα της.
«Μην μου θυμώνεις. Απλά θέλω να περάσω καλά!» ζήτησε η Θάλεια και η Νεφέλη έγνεψε.
«Να διασκεδάσεις, ναι, αλλά με μέτρο.»
Η Θάλεια ζήτησε άλλο ένα ποτό και αφού το ήπιε, σηκώθηκε από την θέση της και κατευθύνθηκε προς την πίστα.
Χώθηκε μέσα στον κόσμο και ο ήχος της μουσικής ταξίδευε το κορμί της. Οι παρενέργειες του αλκοόλ άρχισαν να επιδρούν και το σώμα της δεν υπάκουε στις εντολές του μυαλού και δεν αντιστάθηκε στα χάδια ενός αγνώστου. Η μέθη δεν την είχε καταβάλλει, αλλά δεν ήταν μαθημένη στο ποτό.
Τα χάδια του αγνώστου άρχισαν να γίνονται εντονότερα και αυτό την ενοχλούσε υπερβολικά, όμως δεν αντιδρούσε. Ένα πιάσιμο στους γοφούς ξύπνησε την Θάλεια από τον λήθαργο.
«Άσε με!» τον έσπρωξε από κοντά της, αλλά εκείνος την έσφιξε πάνω του
«Τόση ώρα σ' άρεσε μωρό μου! Τι έπαθες τώρα;» την ρώτησε πονηρά και τριβόταν πάνω της με τα χέρια του να ταξιδεύουν στο κορμί της.
«Άσε με, ανώμαλε!» φώναξε και τον χαστούκισε με ορμή.
«Τελικά είσαι δύσκολη μωρό μου… αλλά θα σε φτιάξω εγώ. Θα περάσουμε ωραία οι δυο μας.» αγνόησε τον πόνο που ένιωσε και την έσφιξε πάνω του περισσότερο. 
«Άσε με!» φώναξε και προσπάθησε για άλλη μια φορά να τον απωθήσει, αλλά η διάπλαση του ήταν μεγαλύτερη από την δική της. Η ελπίδα πως θα την ακούσει κάποιος εξασθενούσε καθώς ο ήχος της μουσικής αύξανε συνεχώς. Ή μάλλον έτσι νόμιζε. Έκλεισε τα μάτια της πιστεύοντας πως όλο αυτό είναι ένα κακό όνειρο. Σε μια στιγμή ένιωσε τα χέρια του άγνωστου άνδρα να απομακρύνονται από πάνω της. Άνοιξε τα μάτια της απότομα και είδε τον Γιώργο Παπαγεωργίου να τον χτυπάει αλύπητα. Αίμα έβγαινε από το στόμα του, αλλά ο Γιώργος συνέχιζε να τον χτυπάει στα πλευρά. Το σώμα της κοκάλωσε και δεν ήξερε ποια έπρεπε να είναι η επόμενη της κίνηση.
 Όμως στο μέλλον ο Γιώργος θα χτυπήσει την δική της καρδιά αλύπητα.

Χαρά Τρ.