Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

12.3.16

Το Τίμημα της Αγάπης (Κεφάλαιο 3)

«Γιώργο σταμάτα. Φτάνει!» έλεγε σοκαρισμένη η Θάλεια.
«Σου είπε να την αφήσεις καθίκι!» τον χτυπούσε στο πρόσωπο με τις γροθιές του. «Μην σε ξαναδώ κοντά της» τον απείλησε ρίχνοντας του μια τελευταία κλωτσιά. Γύρισε το βλέμμα του και της έπιασε τρυφερά τα χέρια. «Σε πείραξε;» την ρώτησε με εμφανή την ανησυχία στην φωνή του.
«Μια χαρά είμαι. Σ’ ευχαριστώ!» του απάντησε αμήχανη από την επαφή τους.

«Έλα, πάμε να καθίσουμε». Την έπιασε από το χέρι για να τον ακολουθήσει, αλλά και να μην την χάσει από κοντά του. Η Θάλεια από πίσω του, ένιωθε την αμηχανία και την ντροπή να φρακάρουν τον λαιμό της εμποδίζοντας την να πάρει ανάσα. Πλησίασαν στο τραπέζι των κοριτσιών και η Νεφέλη αγκάλιασε την φίλη της σφιχτά. Τρομοκρατήθηκε από το όλο συμβάν.
«Τι έγινε;» ρώτησε τον Γιώργο, ενώ η Θάλεια έφυγε από την αγκαλιά της και κάθισε κοιτώντας το κενό ανέκφραστη.
«Ένα καθίκι δεν την άφηνε ήσυχη!» απάντησε και έσφιξε τις γροθιές του εκνευρισμένος ακόμα. Έριξε μια ματιά προς το μέρος του άγνωστου άνδρα και τον είδε που σκούπιζε τα χείλη του από το αίμα. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και ο Γιώργος χαμογέλασε σατανικά, κοροϊδεύοντας τον. Γύρισε το πρόσωπο του και κοίταξε την Θάλεια που αναδευόταν στην καρέκλα της προσπαθώντας να κρύψει το εκτεθειμένο της σώμα.
«Όλα καλά τώρα;» άκουσε την φωνή της Νεφέλης και διέκοψε τις σκέψεις του.
«Ναι.» απάντησε μονολεκτικά και πλησίασε την Θάλεια. Εκείνη μόλις τον είδε τράβηξε με δύναμη το φόρεμα της προσπαθώντας να καλύψει τα πόδια της, αλλά μάταια. Εκείνος χαμογέλασε και πρόσεξε πως τα μάγουλα είχαν βαφτεί κόκκινα.
«Αν θες να κρυφτείς να προσέχεις τι φοράς.» ψιθύρισε στο αυτί της και εκείνη ρίγησε.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ Γιώργο!» του απάντησε νευρικά αγνοώντας τον ψίθυρο του.
«Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς. Φτάνει που είσαι καλά εσύ!» της χαμογέλασε και χαιρετώντας την Νεφέλη με ένα νεύμα, επίστρεψε στην παρέα του.
«Είσαι καλύτερα;» ρώτησε η Νεφέλη ακουμπώντας την στον ώμο.
«Ναι, μια χαρά!» απάντησε η Θάλεια και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της. Η Νεφέλη κάθισε δίπλα της και στήριξε το κεφάλι της στην παλάμη της.
«Του αρέσεις!» πέταξε η Νεφέλη και η Θάλεια γούρλωσε τα μάτια της.
«Τι λες καλέ; Εγώ να αρέσω στον Γιώργο Παπαγεωργίου;» σάρκασε η Θάλεια «Δεν πας καλά! Ήπιες πολύ μάλλον» ειρωνεύτηκε την φίλη της και γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος του.
«Και από ότι φαίνεται αρέσει και σε εσένα» διαπίστωσε η Νεφέλη και γέλασε.
«Νεφέλη πάμε να φύγουμε, γιατί αρχίζεις και παραληρείς από το πολύ ποτό.»
Πήρε την τσάντα της από το τραπέζι και κίνησε να φύγει. Έριξε μια ματιά προς τον Γιώργο και αποχώρησε από το χώρο. Η Νεφέλη την ακολούθησε γελώντας και χαιρέτησε τον Γιώργο από μακριά, γνωρίζοντας πως θα τις κοιτούσε.
Έξω ξημέρωνε από ώρα σε ώρα και η Αθήνα ήταν φωτισμένη μονάχα από το φως των αστεριών και της σελήνης. Κάλεσαν ταξί και σιωπηλές περίμεναν έξω από το πολύβουο κλαμπ. Η παρέα του Γιώργου βγήκε λίγο μετά, όταν το ταξί είχε σταθμεύσει μπροστά τους. Χωρίς να χαιρετήσουν μπήκαν μέσα και έφυγαν προς το διαμέρισμα τους. Η στιγμή ήταν ήδη αμήχανη και τα λόγια ήταν περιττά.


Το επόμενο πρωί ή μάλλον μεσημέρι, σύμφωνα με τους δείκτες του ρολογιού, τα κορίτσια ξύπνησαν ζαλισμένες και κουρασμένες από την χθεσινή νύχτα. Μια νύχτα που σηματοδότησε την έναρξη ενός έρωτα, μιας σχέσης.
«Καλημέρα!» αναφώνησε η Νεφέλη μόλις είδε την Θάλεια να μπαίνει στην κουζίνα τρίβοντας το πονεμένο ,από τον πονοκέφαλο, κεφάλι της
«Μην φωνάζεις ρε Νεφέλη!» διαμαρτυρήθηκε η Θάλεια και έβαλε σε μια κούπα φρέσκο γαλλικό καφέ.
«Μα δεν φωνάζω.» υπερασπίστηκε τον εαυτό της εκείνη «Όταν σου λέω εγώ πως δεν το σηκώνεις το ποτό, δεν με ακούς!» την μάλωσε και η Θάλεια δυσανασχέτησε από το πρωινό κήρυγμα της φίλης της.
«Σταμάτα ρε μαμά πια!» την κορόιδεψε και έκατσε απέναντι της.
Η Νεφέλη έξαλλη σηκώθηκε όρθια και έβαλε τα χέρια της στη μέση της.«Πώς με είπες;» αναρωτήθηκε και στον τόνο της φωνής διέκρινες τον θυμό.
«Μαμά!» επανέλαβε τον τίτλο που της έδωσε η Θάλεια και μιμήθηκε την στάση της. «Γιατί αυτό είσαι! Σταμάτα πια να μου φέρεσαι σαν μωρό. ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!» την κατηγόρησε απηυδισμένη και το πρόσωπο της Νεφέλης χαλάρωσε και κάθισε ξανά στην θέση της.
«Συγγνώμη!»
«Συγχωρεμένη…» είπε η Θάλεια και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. Η καφεΐνη διήθισε στο σώμα της και ένιωσε την ευχαρίστηση να την κατακλύζει. Ο πονοκέφαλος όμως δεν έλεγε να την αποχωριστεί και η Θάλεια μούγκρισε πονεμένη.
«Τι θα κάνουμε σήμερα;» άλλαξε θέμα η Νεφέλη, χαμογελώντας.
«Η οικογένεια μου έφυγε χθες για Θεσσαλονίκη, αλλά έμεινε εδώ ο Πάνος. Είπε πως του έλειψα και έχει να με δει δύο χρόνια…» της απάντησε και σηκώθηκε όρθια προκειμένου να γεμίσει ξανά την κούπα της.
«Μμμ, ωραία!» με πονηρή χροιά μουρμούρισε η Νεφέλη.
«Νεφέλη βγάλε ό, τι έχεις στο μυαλό σου! Δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα. Είναι αδελφός μου και είναι και δύο χρόνια μικρότερος!» της μίλησε αυστηρά γνωρίζοντας τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της.
«Σιγά μωρέ! Τι είναι δύο χρόνια;» αναστέναξε η Νεφέλη.
«Νεφέλη!» γρύλισε μες από τα δόντια της η Θάλεια εκνευρισμένη.
«Καλά, καλά! Μην βαράς!» την ειρωνεύτηκε και την πλησίασε χαμογελώντας.
«Εσύ με τον Γιώργο;»
«Τι εγώ με τον Γιώργο;» αναρωτήθηκε η Θάλεια αμήχανη και κίνησε να φύγει.
«Μην μου παίζεις την ανήξερη εσύ! Κάτι παίζει μεταξύ σας και μην προσπαθήσεις να το αρνηθείς. Είναι φως φανάρι άλλωστε!»
«Τίποτα δεν παίζει! Το μάτι σου παίζει.» της επιτέθηκε η Θάλεια και έφυγε από την κουζίνα.
«Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις! Σου αρέσει έτσι;» ρώτησε με ενθουσιασμό η Νεφέλη, ακολουθώντας την.
Η Νεφέλη δεν είχε άδικο. Η Θάλεια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Γιώργο από την γνωριμία τους πριν από δύο χρόνια. Τα καστανά του μάτια την μάγεψαν από την πρώτη στιγμή και ο Έρωτας έριξε το βέλος του στην καρδιά της. Δεν ήταν κοινός θνητός, για την Θάλεια, αλλά Έλληνας θεός. Ψηλός γύρω στο ένα και ενενήντα με ένα σώμα γεροδεμένο και γυμνασμένο, που η Θάλεια έλιωνε να αγγίξει. Έστω και καταλάθος για την Θάλεια θα ήταν αρκετό. Αλλά εκείνος δεν την έδωσε ποτέ σημασία μέχρι το χθεσινό βράδυ. Η θύμηση της χθεσινής νύχτας έκανε την καρδιά της να χτυπήσει άτακτα. Πάντα πίστευε πως ο Έρωτας θα την ωθούσε να αδυνατήσει. Ώσπου και έτσι έγινε. Από την στιγμή της γνωριμίας τους επιστράτεψε καρδιά και μυαλό προκειμένου να πετύχει τον στόχο της. Ίσως έτσι να την κοιτούσε ο Γιώργος. Γιατί για την Θάλεια το μεγαλύτερο σαράκι της ήταν η απόρριψη. Πάντα εκείνη κοιτούσε και θαύμαζε τους άνδρες χωρίς ανταπόκριση. Και αυτό την πλήγωνε και την βύθιζε σε μαύρες σκέψεις μοναξιάς.
«Δεν πας καλά!» αναφώνησε προσπαθώντας να σταματήσει τις ερωτήσεις της Νεφέλης.
«Σου αρέσει!» σιγουρεύτηκε και πανηγύρισε η Νεφέλη.«Έχω το τηλέφωνο του!» πρόσθεσε και κούνησε προκλητικά την συσκευή.
«Μην τολμήσεις και κάνεις καμιά βλακεία!».
«Ποτέ δεν ξέρεις».
«Μην τολμήσεις!» επανέλαβε η Θάλεια βλέποντας την Νεφέλη να πληκτρολογεί.
«Καλημέρα Γιώργο!» άκουσε την Νεφέλη εύθυμη να λέει και ξεφύσησε.
«Καλημέρα Νεφέλη. Τι κάνεις;» ρώτησε εκείνος.
«Μια χαρά. Εσύ;» του αντιγύρισε όλο νάζι η Νεφέλη.
«Πάλι καλά που δεν τον ξύπνησε» σκέφτηκε η Θάλεια.
 «Και εγώ καλά!» απάντησε ο Γιώργος.
«Χαίρομαι! Σκέφτηκα αν ήθελες να βγούμε για ποτό σήμερα ή αύριο.»
«Με μεγάλη μου χαρά. Αλλά σήμερα δεν μπορώ όμως αύριο οπωσδήποτε.»
Το πρόσωπο της Θάλειας φωτίστηκε αμέσως ακούγοντας την απάντηση του.
«Θα είναι και η Θάλεια;» ρώτησε διστακτικά εκείνος και η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά.
«Φυσικά. Η Θάλεια θα έλειπε;»
«Ωραία. Τα λέμε αύριο τότε. Χαιρετίσματα στην Θάλεια!» ζήτησε και τερμάτισαν την κλήση τους.
«Σε θέλει!» σιγουρεύτηκε η Νεφέλη.
«Δεν πας καλά. Εμένα θα θέλει ο Γιώργος;» αναρωτήθηκε ειρωνικά η Θάλεια μα από μέσα της πεταλούδες ταλάνιζαν το στομάχι της.
«Ναι! Υπάρχει άλλη Θάλεια Σαββίδη;»
«Νεφέλη σταμάτα!» ζήτησε η Θάλεια σχεδόν παρακλητικά.
«Γιατί μωρέ; Όμορφη εσύ, όμορφος αυτός, όμορφα παιδιά θα κάνετε!» αστειεύτηκε η Νεφέλη.
«Απλά μου αρέσει ο άνθρωπος και εσύ μας έκανες και παιδιά!» είπε η Θάλεια και μόλις συνειδητοποίησε τι ξεστόμισε έπιασε το στόμα της με την παλάμη έντρομη.
«Αχα! Το ήξερα!» πανηγύρισε η Νεφέλη.
«Ετοιμάσου γιατί σήμερα θα πάμε για ψώνια. Ήρθε η στιγμή σου!»
«Θα τον τρελάνω τον Γιώργο;» αναρωτήθηκε η Θάλεια.
«Θα τον αποτρελάνεις!» απάντησε η Νεφέλη και γέλασε.
Ένας καρπός μόλις είχε φυτευτεί σε φρέσκο και αγνό χώμα περιμένοντας να ανθίσει ως ένα πανέμορφο ρόδο του έρωτα!

Χαρά Τρ.