Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.3.16

Το παράθυρο (Κεφάλαιο 3) - Διαφυγή

   Μετά από ώρα τρεξίματος, κι αφού βεβαιώθηκε ότι ο τρελαμένος πατέρας της, την είχε χάσει, η Ήρα επισκέφτηκε το κοντινότερο πάρκο με σκοπό να χαλαρώσει υπό τις στάλες της βροχής. Κάτω από ένα υπόστεγο, εκεί όπου μαζεύονταν συνήθως οι άστεγοι της πόλης και μερικοί ναρκομανείς, εκεί ακριβώς, πάνω σε ένα χαρτόνι, η Ήρα ακούμπησε τα κουρασμένα πόδια της. Δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από τη βροχή και μερικούς κεραυνούς. Που και που μόνο τα κλαδιά των δέντρων χόρευαν, καθώς η βροχή χτυπούσε στα φύλλα κάνοντας τα να κουνιούνται. Κάτω από τα δέντρα μούχλιαζαν μερικοί ώριμοι καρποί και δυο σκιουράκια έτρεχαν γύρω τους φοβισμένα από τη βροχή. Στο βάθος αχνοφαινόταν ένα σιντριβάνι, πλημμυρισμένο πλέον από το πολύ νερό, αλλά ακόμα κι έτσι, εντυπωσιακό. Κάθε μέρα, όταν το σιντριβάνι δούλευε, μαζεύονταν γύρω του μικροί και μεγάλοι και είτε έτρωγαν, είτε χαλάρωναν, αφήνοντας τα μικρά παιδιά να παίζουν με τις πιτσιλιές που ξέφευγαν έξω στον πεζόδρομο. Είχε ένα κιτρινωπό χρώμα, αλλά όχι το κίτρινο του χαλασμένου λαχανικού, εκείνο το όμορφο κίτρινο που έχουν τα λουλούδια όταν πρωτοανθίζουν την άνοιξη, και στα πλάγια είχε ασπρόμαυρα σχέδια, σκαλισμένα πάνω στην πέτρα, σε σχήματα κλαδιών και φύλλων. Λίγο πιο δίπλα είχε και μια παιδική χαρά και μια καφετέρια, για όσους γονείς ήθελαν ηρεμία από τα παιδιά τους αλλά και απόσταση από τα ζουζούνια.
   Η Ήρα είχε κλείσει τα μάτια της και απολάμβανε τους ήχους της βροχής, η οποία είχε αρχίσει να κοπάζει. Καθώς, όμως, κόπαζε η βροχή, ένιωσε την ανάγκη να πάει τουαλέτα, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο με τέτοιο καιρό και μάλιστα σε δημόσιο πάρκο. Αλλά η ίδια ήταν πεπεισμένη να μην γυρίσει πίσω στο σπίτι μέχρι το πρωί ή τουλάχιστον μέχρι κάποιος να την ψάξει. Σκέφτηκε, λοιπόν, πως έπρεπε να ξεχαστεί και απλά να περιμένει να σταματήσει τελείως η βροχή και να ψάξει τότε για μια δημόσια τουαλέτα. Με μια κίνηση του χεριού, πήρε μέσα από την τσάντα της τον αναπτήρα και τα τσιγάρα της και ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο πίσω, αφού τον είχε πρώτα καθαρίσει, και περίμενε να σταματήσει η βροχή. Τα μάτια της έκλεισαν για ακόμη μια φορά και μια γερή δόση νικοτίνης έκανε επίθεση στα πνευμόνια της. Η Ήρα δεν ήταν φανατική καπνίστρια, αλλά, μια στις τόσες το χρειαζόταν απεγνωσμένα, και εκείνη η στιγμή ήταν μια από αυτές. Κάθε φορά που ρουφούσε μια τζούρα, το μυαλό της άδειαζε από σκέψεις και αφηνόταν στην, περίπου, εξάρτηση της.
   Εκεί που είχε χαθεί σε έναν ήσυχο, δικό της κόσμο, γεμάτο μόνο ηρεμία και καπνό, η Ήρα άκουσε ένα περίεργο, παράλληλα αστείο τραγούδι. Άνοιξε τα μάτια της και τι να δει. Ένας μεθυσμένος γέροντας παραπατούσε πέρα-δώθε στο λασπωμένο γρασίδι, τραγουδώντας ένα παιδικό τραγουδάκι. Τα λόγια δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως τα θυμόταν εκείνη μεγαλώνοντας, αλλά σίγουρα ήταν κάτι με το οποίο θα διασκέδαζε πολύ ένα μικρό παιδάκι. Ο γέροντας τραγουδούσε για ώρα μπροστά από τη νεαρή κοπέλα, χωρίς να έχει αντιληφθεί την παρουσία της, κυρίως από το μεθύσι, και πάνω που τραγουδούσε το ρεφρέν, σωριάστηκε κάτω και άρχισε να φτιάχνει μικρά, αλλόκοτα αγγελάκια στις λάσπες. Η Ήρα δε μπορούσε να κρατηθεί και ξέσπασε σε γέλια, τα οποία και άκουσε ο γέροντας και σταμάτησε αμέσως την αστεία ερμηνεία του. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, κατάφερε να σηκωθεί, και κάνοντας μερικές πιρουέτες στα χόρτα, προχώρησε προς το υπόστεγο που καθόταν η Ήρα.
   Δεν είχε λόγο ούτε εκείνος να την φοβηθεί μα ούτε και η ίδια. Ήταν ένας απλός μεθυσμένος γέρος. Κάνοντας λίγο χώρο στο χαρτόνι έκανε νόημα στον γέροντα να κάτσει δίπλα της να στεγνώσει. Εκείνος την ευχαρίστησε βγάζοντας το καπέλο του και έκατσε δίπλα της.

«Είστε ο μόνος άνθρωπος σήμερα που μπόρεσε να με κάνει να γελάσω με την ψυχή μου. Ξέρετε… είχα μια πολύ “θυμωμένη” μέρα, και σίγουρα αυτοί που θα έπρεπε να με ψάχνουν κάθονται τώρα και πίνουν μπύρες. Καλύτερα να ήμουν κι εγώ άστεγη, να μη με νοιάζει τίποτα, απλά να πηγαίνω από μέρος σε μέρος και να πίνω, να μεθάω. Πολύ σας ζηλεύω αυτή τη στιγμή»


   Είπε η Ήρα και γύρισε να κοιτάξει χαμογελαστά τον γέροντα. Μα εκείνος είχε ήδη κοιμηθεί. Με ένα μικρό γελάκι, η κοπέλα πήρε την τσάντα της και σηκώθηκε από το χαρτόνι, αφήνοντας τον γέροντα να κοιμηθεί ήσυχος. Η βροχή είχε ήδη κοπάσει και, με προσοχή, η Ήρα περπάτησε πάνω στα βρεγμένα χόρτα, προσέχοντας να μην χαλάσει τα λασπο-αγγελάκια του μεθυσμένου φίλου της.

Αγγελική Ι.