Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.3.16

Το Τίμημα της Αγάπης (Κεφάλαιο 4)

Στη Θεσσαλονίκη ο Ιάσωνας δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τα νέα που του έφερε ο Στέφανος κατά την άφιξη του. «Δεν γίνεται αυτό Στέφανε!» μονολογούσε εκνευρισμένος και πηγαινοερχόταν.

«Πρέπει να παραδώσουμε αύριο το εμπόρευμα μπαμπά!» ήρεμος επανέλαβε ο Στέφανος.
«Δεν γίνεται. Δεν προλαβαίνουμε!» βροντοφώναξε ο Ιάσωνας, αλλά ο Στέφανος παρέμεινε ήρεμος.
«Γίνεται. Έχουμε αρκετό εμπόρευμα στην αποθήκη των Σερρών.» Προσπαθούσε να διακρατήσει την ψυχραιμία του, αλλά η στάση του πατέρα του τον εξωθούσε στα άκρα.
«Ηρέμησε και θα πω στον Θωμά να πάει στις Σέρρες.»
«Γιατί τον Θωμά; Ο Πάνος που είναι;» απόρησε ο Ιάσωνας.
«Έμεινε στην Αθήνα.» τον ενημέρωσε ο Στέφανος.
«Γιατί;» αναρωτήθηκε με θυμό.
«Ήθελε να δει την Θάλεια. Έχουμε δύο χρόνια να την δούμε. Είδες πόσο άλλαξε;» ρώτησε περήφανος ο Στέφανος.
«Πού την είδες εσύ την αλλαγή;» αντιγύρισε αδιάφορος ο Ιάσωνας.
Τόσα χρόνια την πρόσβαλε για την εμφάνιση της και τώρα που πέτυχε έναν πολυπόθητο στόχο δεν τον ενδιέφερε καν. Ούτε ένα κομπλιμέντο, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ένα μπράβο. Το σκληρό πρόσωπο νίκησε ξανά και ποδοπάτησε την καρδιά της κόρης του.
«Τριάντα κιλά έχασε. Κούκλα έγινε!»
«Τέλος πάντως. Δεν έχω όρεξη να μιλάω για την αλλαγή της Θάλειας.» ειρωνεύτηκε και ο Στέφανος απογοητεύτηκε από την στάση του.«Πες στον Θωμά να φύγει άμεσα για Σέρρες!» πρόσταξε και έφυγε.
Ο Στέφανος αναστέναξε νευριασμένος, δεν μπορούσε πλέον να πηγαίνει κόντρα στον πατέρα του. Εκείνος κόντευε τα εβδομήντα χρόνια, ενώ αυτός τα σαράντα. Είχε απηυδήσει με την όλη κατάσταση.
Μονάχα τα χαμόγελα των παιδιών του τού δίνουν τη δύναμη που χρειάζεται. Το γελάκι του ενός έτους Ιάσωνα τον απαλλάσσει αμέσως από τα βάρη της καθημερινότητας, ενώ όταν ακούει την Κατερίνα να τον αποκαλεί μπαμπά, η ευτυχία κατακλύζει το κορμί του. Μα πάνω από όλα είναι η Νίκη του. Η γυναίκα που του χάρισε τις πιο όμορφες αναμνήσεις της ζωής του. Η κινητήριος δύναμη του!
Το τηλέφωνο στην τσέπη δονήθηκε και ο Στέφανος μόλις αναγνώρισε τον αριθμό σοβάρεψε.
«Ποτέ γυρνάς;» ρώτησε απότομα τον αδελφό του.
«Πες και καμιά καλημέρα ρε Στέφανε!» παραπονέθηκε ο Πάνος.
«Καλημέρα! Πότε γυρνάς;» επέμεινε ο Στέφανος.
«Δεν ξέρω μπορεί να γνωρίσω καμία αιθέρια ύπαρξη εδώ.»
«Είκοσι ένα χρόνων σκατό, εσένα θα κοιτάξουν;» τον κορόιδεψε ο Στέφανος.
«Γιατί θα γυρίσουν να κοιτάξουν εσένα;»
«Εγώ έχω την Νίκη και δύο παιδιά. Δεν χρειάζεται να με κοιτάνε.» υπερασπίστηκε τον εαυτό του.
«Ναι, ναι!»
«Άντε ρε λέγε. Πότε γυρνάς;» ρώτησε ξανά.
«Δεν ξέρω, αλλά δεν θα ‘ναι σύντομα!» του απάντησε. «Έχει καταστραφεί το εργοστάσιο επειδή έφυγα;» ρώτησε ο Πάνος και γέλασε.
«Ο μπαμπάς με πρήζει από το πρωί! Πρέπει να παραδώσουμε το εμπόρευμα στον Δεληγιάννη αύριο και δεν λέει να ηρεμήσει.» τον ενημέρωσε ο Στέφανος.
«Στείλε τον Θωμά στις Σέρρες, εκεί έχουμε εμπόρευμα.» τον συμβούλεψε ο Πάνος.
«Λες να μην το σκέφτηκα πανέξυπνε;» τον ειρωνεύτηκε ο αδελφός του.
«Πάρε με μετά για να με ενημερώσεις. Τώρα πάω για καφέ με την Θάλεια και την Νεφέλη.» του είπε στα γρήγορα και τερμάτισε την κλήση τους.
Ο Στέφανος, παρά την ηλικία του, ήταν ένας γοητευτικός άνδρας. Είχε γεροδεμένο σώμα και σκούρα πυκνά μαλλιά με ελάχιστες λευκές τρίχες στους κροτάφους πλαισίωναν το πρόσωπο του. Ψηλός, γύρω στο ένα και ογδόντα. Όλα τα μέλη της οικογένειας Σαββίδη είναι μελαχρινοί εκτός από την Θάλεια. Αυτή ήταν το άκρως αντίθετο. Ξανθιά με πράσινα μάτια, όπως ο παππούς της. Έτσι νόμιζε.
Ο Πάνος, αν και είκοσι ενός ετών, είχε αρκετές κατακτήσεις. Γύρω στο ένα και ενενήντα με ένα σώμα γυμνασμένο, που αρκετές γυναίκες πόθησαν να αγγίξουν. Αυτός όμως δεν άφηνε καμία. Ήθελε να ερωτευτεί, να αγαπήσει την γυναίκα που θα στεκόταν δίπλα του. Η Θάλεια κάθε φορά αηδίαζε όταν έβλεπε τις γυναίκες να κοιτάνε τον αδελφό της με πόθο. «Λυσσάρες!» μουρμούριζε σε κάθε έξοδο τους. Ο Πάνος απολάμβανε το όλο σκηνικό αλλά αρκούνταν μονάχα σε ένα βλέμμα.


Η Ελεονόρα μαζί με την Ναταλία και την Νίκη βρισκόταν για καφέ σε μια παραλιακή καφετέρια στην παραλία της Κρήνης. Η Κατερίνα με τον Κωνσταντίνο έπαιζαν πιο πέρα στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο για παιδιά. Ο Ιάσωνας χάζευε από το καρότσι του και παρέμενε ήσυχος. Η Κατερίνα, παρά τον έναν χρόνο διαφοράς που είχε με τον ξάδελφο της τον προστάτευε συνεχώς. Οι γυναίκες κοιτούσαν τα παιδιά που γελούσαν και συμμεριζόταν την χαρά τους.
«Ο Πάνος έμεινε στην Αθήνα;» έσπασε την σιωπή την Νίκη.
«Ναι, ήθελε να δει την Θάλεια.» απάντησε η Ελεονόρα.
«Δύο χρόνια είχαμε να την δούμε.» μελαγχόλησε η Ναταλία.
«Μας κρατούσε την αλλαγή της για έκπληξη προφανώς!» διαπίστωσε η Νίκη.
«Τριάντα κιλά έχασε.» είπε έκπληκτη η Ελεονόρα.
«Θα κάψει καρδιές η κούκλα μας!».
Γέλασαν οι γυναίκες, χωρίς ίχνος κοροϊδίας. Αντιθέτως, ήταν περήφανες για την αλλαγή της μικρής τους αδελφής.
«Μαμά γιατί γελάτε;» περίεργη ρώτησε η Κατερίνα.
«Τίποτα, μωρό μου, τίποτα.» χάιδεψε απαλά τα καστανά μαλλάκια της.
«Η θεία πότε θα έρθει μαμά;» ρώτησε ξανά η Κατερίνα και τα σκούρα ματάκια της έλαμψαν.
«Ναι, ναι πότε θα έρθει;» πετάχτηκε ο Κωνσταντίνος.
«Δεν ξέρουμε!» ανασήκωσε τους ώμους της η Ναταλία.«Θέλετε να της τηλεφωνήσουμε;»
«Ναι!» φώναξαν χαρούμενα τα πιτσιρίκια και μαζί τους ο μικρός Ιάσωνας.
«Ορίστε. Μέχρι και ο Ιάσωνας θέλει να της τηλεφωνήσουμε.» αστειεύτηκε η Ελεονόρα.
«Άντε μαμά τηλεφώνησέ της.» διαμαρτυρήθηκε η Κατερίνα και η Νίκη πληκτρολόγησε το νούμερο.
Ο δεσμός αγάπης που ενώνει την Θάλεια με τα ανίψια της είναι άθραυστος. Ειδικά η σχέση της με την Κατερίνα. Η μικρή σε κάθε άφιξη της Θάλειας στην Θεσσαλονίκη ζητούσε σαν τρελή να την δει έστω και για λίγο. Ο Κωνσταντίνος, όντας πιο μικρός, το τελευταίο χρόνο ζητάει περισσότερο την Θάλεια. Όσο για τον μικρό Ιάσωνα, εκείνος δεν είχε ιδέα ποια ήταν η Θάλεια. Η ίδια είχε σε φωτογραφίες μόνο τον μικρό της ανιψιό. Αλλά δεν μπορούσε να μην τον δει. Έπρεπε να τον δει.
 Οι τρεις γυναίκες προσέγγισαν αρκετά πονηρά βλέμματα ανδρών κατά την άφιξη τους στην καφετέρια. Αν και οι τρεις ήταν μελαχρινές, το χρώμα των ματιών κέντριζε το ενδιαφέρον. Οι κόρες της Νίκης ήταν βαμμένες με μια περίεργη απόχρωση του καφέ, οι κόρες της Ελεονόρας ήταν σαν κάρβουνο με κόκκινες πιτσιλιές, ενώ οι κόρες της Ναταλίας έμοιαζαν θαρρείς και έβλεπες το απύθμενο βυθό.
Η κάθε μία είχε την δική της ιστορία αγάπης. Ο έρωτας του Στέφανου και της Νίκης άνθισε όταν οι δύο νέοι παραθέρισαν στο νησί της Σκιάθου. Εκείνη γνήσια νησιώτισσα και εκείνος απλώς επισκέφτηκε το εξοχικό σπίτι της οικογένειας του, αποζητώντας λίγες στιγμές χαλάρωσης. Συναντήθηκαν κάτω από το φως του ηλίου, ερωτεύτηκαν κάτω από το φως της σελήνης. Η Νίκη εγκατέλειψε το νησί της, αφήνοντας πίσω της όλη της την ζωή για χάρη του έρωτα και δεν το μετάνιωσε ποτέ. Οι γονείς της είχαν χαθεί άδικα στην θάλασσα και στον κόσμο πια είχε μονάχα την πολυαγαπημένη της γιαγιά. Όμως η γριά γυναίκα δεν άντεξε την μοναξιά. Επισκέφτηκε την εγγονή της στην Θεσσαλονίκη και πέθανε δίπλα της ήρεμη και ευτυχισμένη. Η Νίκη πόνεσε πολύ από την απώλεια της γιαγιάς της και ζήτησε από τον Στέφανο να ονομάσουν την κόρη τους Κατερίνα. Έτσι θα την είχε πάντα δίπλα της.
Η Ελεονόρα γνωρίστηκε με τον Θωμά μια απλή συνηθισμένη μέρα του Οκτωβρίου όταν εκείνος την επισκέφτηκε στο γραφείο της. Έψαχνε μια εργασία πάνω στην ειδικότητά του και δίχως να χάνει χρόνο έδωσε το βιογραφικό του στο εργοστάσιο Σαββίδη. Ένα καλό βιογραφικό και αρκετές συστάσεις του πρόσφεραν μια καλά αμειβόμενη εργασία και μια καρδιά που φτερούγιζε σε κάθε βλέμμα της καστανομάλλας που του την είχε κλέψει. Παρόλα αυτά δεν έκανε βιαστικά βήματα. Ήθελε η σχέση τους να μείνει υγιής. Το διακριτικό του φλερτ στο πρόσωπο της Ελεονόρας έδωσε και σε αυτήν ελπίδες και σύντομα εξομολογήθηκαν τα αισθήματα τους. Η μοναξιά έφυγε από την ζωή τους και ο έρωτας και η συντροφικότητα πήραν την θέση της επάξια. Παντρεύτηκαν ύστερα από τέσσερα χρόνια σχέσης και η ανακοίνωση εγκυμοσύνης της Ελεονόρας ολοκλήρωσε την ευτυχία τους.
Η καθεμία ένιωσε τα βέλη του Έρωτα αλλιώς μα δεν μετάνιωσαν στιγμή για τις αποφάσεις τους. 

 Χαρά Τρ.