Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.3.16

Το παράθυρο (Κεφάλαιο 4) - Ιστορίες

   Η Ήρα πετάχτηκε μέχρι το ταβάνι από το άσχημο όνειρο και το μυαλό της ήταν ακόμα φοβισμένο από την θέα όλων αυτών των παιδικών παιχνιδιών. Σαν να ήταν πρωταγωνίστρια σε ένα κακοφτιαγμένο και πολύ mainstream θρίλερ. Κούκλες; Η Ήρα απεχθανόταν τις κούκλες. Όταν ήταν 7 χρονών, η μητέρα της είχε την φαεινή ιδέα να ντυθεί μαριονέτα και να κάνει έκπληξη στην μικρή της κόρη. Μια έκπληξη που απ’ότι φαίνεται κατέληξε σε άσχημους εφιάλτες. Με όση δύναμη είχε, η Ήρα ανασηκώθηκε από τα παπλώματα και μισοέκατσε στο στρώμα.
Το βάψιμο της είχε μουτζουρωθεί κατά τη διάρκεια του ύπνου αλλά αυτό δεν την εμπόδισε καθόλου στο να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να βρίσει την άσχημη εικόνα της. Όλη αυτήν την αρνητικότητα σταμάτησε βίαια η μικρή αδελφή της Ήρας, η Αλίκη, θέλοντας όπως πάντα να ακούσει ενδιαφέρουσες ιστορίες.

«Αλικάκι μου δεν είναι η κατάλληλη ώρα για παραμύθια. Ειλικρινά!»
«Έεεελα σε παρακαλω! Βαριέμαι αφόρητα!» παρακάλεσε η Αλίκη.
«Θα ήθελες να μάθεις για την ιστορία της μικρής Ελένης; Μου την έλεγε η μαμά αυτήν την ιστορία»
«Ναι!» ζητωκραύγασε η Αλίκη και έκατσε οκλαδόν.
«Λοιπόν άκου».

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό και γλυκό κοριτσάκι που το λέγανε Ελένη. Η καημενούλα όμως, δεν είχε μύτη! Και περνούσαν και περνούσαν, πολλοί άνθρωποι συνεχώς, και λέγαν πόσο όμορφα μύριζαν τα λουλούδια! Και λυπόταν η μικρούλα η Ελενίτσα, γιατί κι αυτή ήθελε να μυρίσει τα λουλούδια. Και πήγαινε στο γκαζόν να κάτσει για να μην έχει λουλουδάκια τριγύρω. Και περνούσαν και περνούσαν, πολλοί άνθρωποι συνεχώς, και λέγαν πόσο όμορφα μύριζε το φρεσκοκομμένο το γκαζόν! Και λυπόταν πιο πολύ η μικρή μας η Ελένη, γιατί κι αυτή ήθελε να μυρίσει το φρεσκοκομμένο το γκαζόν. Και πήγαινε να κάτσει δίπλα στο φούρνο για να μην έχει ούτε λουλούδια ούτε και φρεσκοκομμένο γκαζόν τριγύρω. Και περνούσαν και περνούσαν, πολλοί άνθρωποι συνεχώς, και λέγαν πόσο όμορφα μύριζε το φρεσκοψημένο το ψωμί! Και λυπόταν τόσο πολύ η μικρούλα η Ελενίτσα. Μέχρι που μια μέρα, όπως η Ελένη έψαχνε σημείο να σταθεί, μια όμορφη νεράιδα εμφανίστηκε μπροστά της. Της χαμογέλασε, και της είπε: «Ελενίτσα μου, γιατί είσαι θλιμμένη; Γιατί τα όμορφα ματάκια σου είναι δακρυσμένα;» Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της η καλή νεράιδα, είδε ότι η μικρούλα δεν είχε μυτούλα, και στεναχωρήθηκε κι αυτή. Και λέει τότε στην Ελενίτσα, «Μπορώ να σου δώσω μια μυτούλα, με μια συμφωνία όμως. Να μου δώσεις τα όμορφα ξανθά μαλλιά σου! Γιατί πάντα ήθελα κι εγώ να έχω ξανθές μπουκλίτσες σαν τις δικές σου! Πρόσεχε όμως! Γιατί τα μαλλιά σου δε θα ξαναμακρύνουν!»

«Όχι!! Μη μου πεις ότι θα της δώσει της τρελής τα μαλλιά της;» ρώτησε έντρομη η Αλίκη.
«Κάτσε να ακούσεις και μη με διακόπτεις!»

Η Ελενίτσα χωρίς δεύτερη κουβέντα έγνεψε ναι και σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είχαν εξαφανιστεί τα μαλλιά της και μια όμορφη μυτούλα είχε εμφανιστεί στο πρόσωπο της! Πανευτυχής πλέον η Ελενίτσα, πήγε στο πάρκο να μυρίσει τα λουλούδια, και μετά έτρεξε να μυρίσει το φρεσκοκομμένο γκαζόν, και μετά πάλι πίσω στο φούρνο, όπου μύρισε το φρεσκοψημένο το ψωμί. Μια μητέρα από δίπλα χτένιζε τα μαλλιά της κορούλας της, αλλά αυτό δεν απογοήτευσε την μικρή Ελένη. Είχε χάσει κάτι όμορφο και δεν μπορούσε να το κερδίσει πίσω πάλι. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν το είχε χάσει ακριβώς, το είχε ανταλλάξει με κάτι εξίσου όμορφο και πολύ πιο σημαντικό! Που τι σημαίνει αυτό; Ότι για να κερδίσεις κάτι στην ζωή σου πρέπει πρώτα να αφήσεις κάτι άλλο, όσο σημαντικό κι αν νόμιζες πως είναι. Στην τελική πάντα η ζωή τα φέρνει έτσι όπως πρέπει να είναι.

«Δε μου άρεσε η ιστορία. Και πως ήξερε η Ελένη ότι…»
«Σταμάτα, σταμάτα, σταμάτα! Φτάνουν οι ερωτήσεις, μια απλή ιστορία ήταν! Και ζήσαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα!» φώναξε η Ήρα προλαβαίνοντας την ασταμάτητη περιέργεια της αδελφής της.
«Καλά όμως εμένα δε μου άρεσε! Πάω να κοιμηθώ!» είπε εκνευρισμένα η μικρή Αλίκη και έτρεξε προς την πόρτα.
«Καληνύχτα σου γλυκιά μου.»
    

    Φεύγοντας από το δωμάτιο η Αλίκη, η Ήρα ένιωσε ένα βάρος να την πλακώνει μέσα στο χώρο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, μην τυχόν και ξυπνήσει τον μπεκρή του σαλονιού, δηλαδή τον μπαμπά της. Είχε βραδιάσει και το φεγγάρι ήταν ολόγιομο.

Αγγελική Ι.