Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.4.16

Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 5) - Τα δάκρυα του Σουγκουλέ

Σομαλία, λίγο έξω από τη πόλη Μποσάσο.

     Ο ήλιος λούζει τη κατάλευκη ακτή κοντά στο Μποσάσο. Κάπου εκεί ανάμεσα σε θάλασσα και στεριά στέκεται ακίνητο ένα παλιό σάπιο αλιευτικό. Τα σίδερα του έχουν ξεφτίσει, η άγκυρα είναι καρφωμένη στην άμμο και παντού έχει κουμπότρυπες από σφαίρες. Ένα ακόμα θύμα της θρησκευτικής μανίας που μαστίζει αυτή τη χώρα.
     Δίπλα του μερικοί ψαράδες με φτωχικά ρούχα έχουν τα καλάμια τους και προσπαθούν να πιάσουν κάνα ψάρι. Δε δίνουν καν σημασία στο σαπιοκάραβο, νομίζοντας ότι είναι άδειο. Ποιος τρελός θα ήθελε να μένει σ’ ένα τέτοιο επικίνδυνο πλοίο και να κινδυνεύει να πεθάνει όπως ο Ιάσωνας στην Αργώ; Κι όμως, ένας μένει μέσα και μάλιστα αρκετό καιρό. Ο Σουγκουλέ έχει κατασκηνώσει εδώ και μισό μήνα στη καμπίνα του καπετάνιου. Στο παλιό του σπίτι. Ω ναι, σ’ αυτό το πλοιάριο γεννήθηκε και μεγάλωσε. Σ’ αυτές τις ακτές έπαιζε μικρός ανέμελος. Εκεί που τώρα είναι άσφαλτος, κάποτε υπήρχε δάσος όπου ο Σουγκουλέ μαζί με μερικά άλλα παιδιά κάνανε μάθημα στο γρασίδι. Έζησε δώδεκα ανέμελα χρόνια, μέχρι που ένας τοπικός βάρβαρος οπλαρχηγός απείλησε τους ψαράδες. Ζήτησε τα πλοία τους για να μεταφέρει όπλα από το κόλπο του Άντεν στην Υεμένη. Όταν εκείνοι αρνήθηκαν αυτός κουβάλησε τους στρατιώτες του και σκότωσαν τους πάντες εκεί. Μια ολόκληρη γειτονιά ψαράδων ξεκληρίστηκε, τα πλοία τους επιτάχθηκαν και μερικά παιδιά, ανάμεσα τους και ο Σουγκουλέ, πάρθηκαν στα ενδότερα της Σομαλίας για να γίνουν στρατιώτες. Ο Σουγκουλέ έμεινε αρκετά χρόνια ένοπλος και δολοφόνησε μπόλικους συμπατριώτες του. Μέχρι που μια μέρα ήρθε αντιμέτωπος με μια ορδή από Χογς. Υδρόβια τέρατα που ρουφούσαν ψαράδες για φαί και για δοχεία τους. Ο Σουγκουλέ τους αντιμετώπισε σ’ αυτήν εδώ την ακτή μαζί με τον Αυτοκρατορικό Ισορροπιστή. Κέρδισαν και εκείνος πήρε το χρίσμα για 29 χρόνια.
     Τώρα κάθεται μέσα στη καμπίνα μελετώντας κάτι σκούρους πάπυρους. Ο ιδρώτας του τρέχει σα ποτάμι και από το άγχος αλλά και από την υπερβολική ζέστη. Κάθεται με την αμάνικη φανέλα και προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι προπάτορες του. Αν και άνθρωπος παραμένει στην υπηρεσία της Ισορροπίας και πάντα δίπλα στο μαθητή του, τον Τρόι.
     Όμως το καυτό σκηνικό θα αλλάξει απότομα. Έξω από το πλοιάριο ακούγονται ήχοι από αμάξια. Εκείνος δε δίνει σημασία και συνεχίζει να διαβάζει. Ακούγονται φωνές απ’ έξω, αλλά ο Σουγκουλέ συνεχίζει να είναι απορροφημένος στη δουλειά του. Σηκώνει απότομα το κεφάλι του όταν ξεκινούν οι πυροβολισμοί. Ακούει τις κραυγές αθώων ανθρώπων να πέφτουν καταγής από βάρβαρους δειλούς με όπλα. Όπως και τότε. Ο Σουγκουλέ βλέπει από το στρογγυλό παράθυρο επτά ένοπλους να πατάνε πάνω σε πτώματα. Θυμάται τη σκηνή του τότε. Που γάζωσαν τους γονείς του. Όχι, δε θα το ξαναπεράσει δεύτερη φορά.
     Πηγαίνει στη μεγάλη συρταριέρα και βγάζει ένα αυτόματο ΑΚ-47. Τσεκάρει το γεμιστήρα και οπλίζει. Με βήμα αποφασιστικό βγαίνει από τη καμπίνα, πάει στο κατάστρωμα και ρίχνει μερικές βολές. Πετυχαίνει δύο ενώ οι υπόλοιποι κρύβονται πίσω από πτώματα. Ο Σουγκουλέ ξέρει ότι δεν έχει πολλές σφαίρες γι’αυτό υποχωρεί προς τα πίσω. Οι στρατιώτες σηκώνονται και ορμούν στο πλοίο. Το σχέδιο του Σουγκουλέ είναι απλό. Μόλις μπουν στο στενό διάδρομο που οδηγεί στη καμπίνα θα τους γαζώσει.
     Κρύβεται κοντά στη πόρτα και περιμένει. Ακούει τα βήματα και τις βρισιές των στρατιωτών. Ξέρει ότι ίσως να είναι η τελευταία του μάχη αυτή, αλλά θα πέσει ηρωικά. Σφίγγει δυνατά το όπλο του και έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη. Οι στρατιώτες είναι κοντά. Εκείνη όμως τη στιγμή ακούγεται ο ήχος της τηλεμεταφοράς από πίσω του. Γυρνάει και βλέπει τον Τρόι να τον κοιτάζει επιτιμητικά. Το μαρκάρισμα λειτούργησε μόλις ο Σουγκουλέ βρέθηκε σε κίνδυνο. Ο Τρόι λέει:
«Μ’αρέσει που εδώ θα ήταν ασφαλή από Ρυθμιστές και φυλές!»
«Αααχ».
«Μάζεψε τα τώρα να φύγουμε».
«Τρόι…».
«Κουβέντα μπάρμπα. Δε θα το συζητήσουμε. Τελείωνε».    
     Ο Σουγκουλέ βαριαναστενάζει και υπακούει. Ο Τρόι αρπάζει το ΑΚ-47 και παίρνει τη θέση του. Οι στρατιώτες φτάνουν στη γωνία. Ο Τρόι τότε ρίχνει μερικές βολές στο τοίχο για να τους καθηλώσει. Αμέσως γυρνάει στο Σουγκουλέ, που προσπαθεί να μαζέψει όσα περισσότερα μπορεί στην αγκαλιά του, και του λέει:
«Γρήγορα. Αν σκοτώσω άνθρωπο το σχέδιο μας πάει στράφι».
     Ξαναρίχνει μερικές βολές αλλά οι στρατιώτες αποφασίζουν να βγουν στο διάδρομο. Ο Τρόι κλείνει τη μπουκαπόρτα. Εκείνοι φτάνουν απ’ έξω και τη κλωτσάνε για να μπουν. Μετά από αρκετά χτυπήματα την ανοίγουν. Δεν βρίσκουν κανέναν μέσα και μένουν με το στόμα ανοιχτό.
     Οι δύο τους τηλεμεταφέρονται στο σπίτι του Τρόι. Ο Σουγκουλέ αγχωμένος αφήνει τα χαρτιά να πέσουν στο πάτωμα και πάει και κάθεται στο καναπέ. Ο Τρόι φωνάζει:
«ΓΥΝΑΙΚΑ, ΕΦΕΡΑ ΚΟΣΜΟ».
«Χέστηκα!»
«Τι ευγενική κοπέλα!»
     Η Ρουθ έρχεται από τη κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια της με μια πετσέτα και βλέπει τον Σουγκουλέ. Εκείνος, γνωστός γόης, σηκώνεται και πάει κοντά της. Της λέει με ευγενικό τρόπο:
«Η Ρουθ να υποθέσω. Είμαι έκθαμβος».
«Ω σας ευχαριστώ πάρα πολύ».
«Αρχίσαμεεεεε. Ούτε μια μέρα δε μπορείς να κρατηθείς ρε γέρο;»
«Τι θες ρε μαλάκα; Δε μπορεί ένας άνθρωπος να μου κάνει ένα κομπλιμέντο;»
«Ούτε μια πλάκα δε μπορώ να κάνω πια; Περίοδος σου ήρθε;»
«ΤΡΟΙ. Τι λόγια είναι αυτά ρε;» πετάγεται εκνευρισμένος ο Σουγκουλέ.
«Ρε φίλε, δε μπορώ να της μιλήσω τις τελευταίες μέρες. Είναι συνέχεια στη τσίτα. Αν θες να μου πεις κάτι…».
     Ο ειρμός του σταματάει απότομα και οι δύο τους τον κοιτάζουν σουφρώνοντας τα φρύδια τους. Η Ζίφαελ έχει μπει στο μυαλό του και μιλάνε τηλεπαθητικά:
«Τρόι, σου έχω αποστολή. Πρέπει να πας στην Οσάκα».
«Τι έχουμε εκεί;»
«Ίσως να μην είναι και τίποτα αλλά υπάρχουν αναφορές για εξαφανίσεις αστέγων και ζητιάνων. Καλού κακού έλεγξε το».
«Ξεκινάω».
     Ο Τρόι επαναφέρεται στη πραγματικότητα και ο Σουγκουλέ ρωτάει:
«Αποστολή;»
«Μάγος είσαι; Φεύγω. Ελπίζω να είναι πιο ήρεμα τα πράγματα όταν γυρίσω».
     Και κοιτάζει τη Ρουθ ειρωνικά πριν αποϋλοποιηθεί. Εκείνη βγάζει ένα στεναγμό εκνευρισμού και γυρνάει στη κουζίνα. Ο Σουγκουλέ την ακολουθεί και στέκεται στη πόρτα κοιτώντας την να πλένει με μίσος τα πιάτα. Τη περιεργάζεται για λίγο και ρωτάει:
«Κάτι σε βασανίζει έτσι δεν είναι;»
     Εκείνη αρνείται να τον κοιτάξει και τρίβει ακόμα πιο δυνατά το πιάτο. Εκείνος επιβεβαιώνεται και χαμογελάει. Αμέσως της λέει:
«Ότι και να είναι, σου προτείνω να μιλήσεις. Θα καταλάβει».
«Όχι δε θα καταλάβει. Ούτε εγώ θα καταλάβαινα».
«Μην είσαι τόσο απόλυτη. Αυτό που κρύβεις είμαι σίγουρος ότι ωχριά μπροστά στη δικιά του ιστορία».
     Για πρώτη φορά η Ρουθ σταματά το τρίψιμο και τον κοιτάζει. Εκείνος περπατάει και κάθεται σε μια καρέκλα. Βγάζει το πακέτο του με τα στραβά τσιγάρα και ανάβει ένα. Μόλις πάρει μια γερή ρουφηξιά συνεχίζει λέγοντας:
«Δε σου έχει πει ποτέ πως έγινε Ισορροπιστής;»
«Όχι. Αλλά φαντάζομαι επιλέχτηκε όπως όλοι οι προηγούμενοι».
«Όχι Ρουθ. Ο Τρόι δεν ήταν ο πρώτος υποψήφιος για το χρίσμα».
     Η τελευταία του φράση την συγκλονίζει. Πετάει στο τραπέζι τη πετσέτα και πάει και κάθεται στην άλλη άκρη του μικρού τραπεζιού. Κοιτώντας τον στα μάτια και με εμφανή περιέργεια στο πρόσωπο ρωτάει:
«Πως είναι δυνατόν;»
«Η Ισορροπία, όπως και η ζωή, είναι μια αδίστακτη πουτάνα. Αν βρεθείς στο δρόμο της, τότε οι επιλογές σου είναι σχεδόν μηδαμινές. Κάποιοι επιλέξαμε να γίνουμε Ισορροπιστές. Κάποιοι αναγκάστηκαν να γίνουν».
     Φέρνει τα χέρια πάνω στο τραπέζι δείχνοντας ότι θέλει διακαώς να ακούσει τη συνέχεια. Εκείνος παίρνει μια ακόμα βαθιά ρουφηξιά και κατεβάζει το κεφάλι σαν ένοχος. Η Ρουθ τον ρωτάει:
«Τι έγινε;»
«Η ιστορία του Τρόι είναι μια τραγωδία από όποια πλευρά κι αν την δεις και φταίω κι εγώ κατά πολύ». 
     Σβήνει το τσιγάρο του στο τασάκι και τη κοιτάζει ευθεία στα μάτια. Η Ρουθ όμως βλέπει κάτι στα δικά του. Μετάνοια. Αλλά θα είναι πιο σίγουρη όταν θα τελειώσει η ιστορία. Ο Σουγκουλέ παίρνει μια βαθιά αναπνοή και ξεκινάει.
Έντεκα χρόνια πριν, 2005, Σουηδία.
     Ο Σουγκουλέ βρισκόταν στο Χέλσιμποργκ εκείνη τη περίοδο. Ήταν ήδη αρκετά μεγάλος και οι Ρυθμιστές είχαν ήδη διαβάσει την Ισορροπία, σε σχέση με τον αντικαταστάτη του. Θα ήταν ένας Τούρκος μαθητευόμενος δερβίσης. Μετά από αυτή την αποστολή θα αναλάμβανε να τον εκπαιδεύσει και να τον προετοιμάσει για το χρίσμα.
     Ο Σουγκουλέ βρισκόταν σ’ ένα στριπτιτζάδικο εκείνη τη μέρα απολαμβάνοντας τις καλλίγραμμες γυναίκες και βάζοντας λεφτά στα κιλοτάκια τους. Καπνίζοντας ένα πούρο και χαμογελαστός αφέθηκε να κοιτάζει τα γυμνά στήθη της ξανθιάς χορεύτριας. Τις στιγμές τους τις χάλασε ο Γκονάς που τον ακούμπησε από τον ώμο και κατόπιν κάθισε δίπλα του:
«Έχεις μια δουλειά να κάνεις».
«Χαλάρωσε ρε φίλε. Απόλαυσε λίγο γήινη καύλα. Εκεί είναι το κτίριο της Bio-Anubis. Δε θα φύγει».  
     Εδώ σταματάει η ιστορία καθώς η Ρουθ θυμάται κάτι και το λέει:
«Bio-Anubis; Κάπου το χω ξανακούσει αυτό το όνομα».
«Για ψάξου λίγο καλύτερα;»
     Η Ρουθ σκέπτεται για λίγα δευτερόλεπτα και μόλις θυμάται την ανάμνηση της είδησης ανοίγει διάπλατα τα μάτια λέγοντας:
«Εσύ ήσουν; Εσύ το έκανες;»
«Όχι μόνος μου. Η αποστολή μου ήταν να κάνω έλεγχο στην εταιρία».
«Γιατί;»
«Οι κανόνες λένε ότι κανένα υπερφυσικό ον δε πρέπει να προΐσταται καμίας ομάδας. Ο ιδιοκτήτης της εταιρίας όμως είχε βρει το κόλπο. Διοικούσε μια ομάδα υπερφυσικών όντων που με τη σειρά τους δίναν εντολές σε πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους που τρέχαν την εταιρία. Στα όρια των νόμων ήταν».
«Καλή πουστιά. Ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης;»
«Το λέει και το όνομα βρε Ρουθ. Ο Ανούβις».
     Η Ρουθ για ακόμα μια φορά εκπλήσσεται με την αποκάλυψη και αφήνεται στη καρέκλα της λέγοντας:
«Ο Αιγύπτιος θεός των νεκρών; Σοβαρά τώρα;»
«Σοβαρότατα. Ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας στη κάστα των παγανιστών θεών».
     Βαρύς αναστεναγμός βγαίνει από το στόμα της καθώς το ακούει. Σκέπτεται πόσες ακόμα εταιρίες και οργανισμοί που χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια ανθρώπους ελέγχονται από υπερφυσικά όντα. Το προσπερνάει και επικεντρώνεται στον Σουγκουλέ που συνεχίζει την ιστορία.
     Για πάνω από εκατό χρόνια ο Ανούβις άλλαζε συνέχεια τα επιχειρηματικά του σχέδια. Άλλαζε περιοχή, έφτιαχνε καινούργια εταιρία και φυσικά έπαιρνε καινούργιο ανθρώπινο δοχείο. Αυτή η τακτική δεν άρεσε καθόλου στους Ρυθμιστές που συχνά-πυκνά στέλναν έναν Ισορροπιστή να παίξει το ρόλο του ελεγκτή ΣΔΟΕ. Πάντα όμως τα αποτελέσματα ήτο αρνητικά. Η υποψίες όμως παρέμεναν.
     Εκείνη την ημέρα ο Σουγκουλέ έφυγε άρον-άρον από το στριπτιτζάδικο γιατί ο Γκονάς του είχε σπάσει τ’αυτιά με τη πολυλογία του. Τηλεμεταφέρθηκε ακριβώς έξω από τη πύλη της εταιρίας. Η Bio-Anubis ασχολούταν με τη δημιουργία και τη παραγωγή ασφαλών ιατρικών ουσιών. Ο Ανούβις είχε έρθει σε επαφή με εταιρίες τροφίμων, καλλυντικών και όσες ασχολούνται με την ανθρώπινη ευεξία, προκείμενου να τους διοχετεύσει τα προϊόντα του. Κοινώς σχεδίαζε μια νέα αυτοκρατορία σε βιομηχανικό επίπεδο κι αυτός ήταν ένας λόγος παραπάνω για να γίνει έλεγχος.
     Ο Σουγκουλέ καθόταν έξω από τις εγκαταστάσεις, που απλώνονταν μέχρι και πέντε τετράγωνα, κοιτώντας τους φρουρούς. Όταν οι φρουροί ζήτησαν το λόγο της επισκέψεως του εκείνος απλά έδωσε το όνομα του και ζήτησε τον ιδιοκτήτη. Αυτοί επικοινώνησαν με τα κεντρικά και σε δέκα δευτερόλεπτα οι πύλες άνοιξαν. Ο Σουγκουλέ μπήκε μέσα παράλληλα μ’ένα πούλμαν που εκείνη τη στιγμή στάθμευε έξω από το κτίριο. Κατέβηκαν 20 νεαρά άτομα, ανάμεσα τους και ο Τρόι. Εκείνη τη περίοδο η εταιρία έδινε τη δυνατότητα, μέσω ενός προγράμματος, για δόκιμους δικηγόρους να κάνουν πρακτική και πιθανών να προσληφθούν από την εταιρία. Έτσι επιλέχτηκε μια ομάδα νέων ανθρώπων από το πανεπιστήμιο του Οχάιο.
     Όταν κατέβηκαν τους πλησίασε ένας κοστουμάτος δικηγόρος που ανέλαβε να τους ξεναγήσει και να τους ενημερώσει για το πρόγραμμα που θα είχαν όλο αυτό τον καιρό. Όλοι άρχισαν να τον ακολουθούν και ο Τρόι κοίταξε τη κοπέλα δίπλα του, της χαμογέλασε κι αφού πιαστήκαν χέρι με χέρι προχώρησαν μαζί. Η κοπέλα λεγόταν Πέννυ. Μια καστανομάλλα με πολύ αραιά χαρακτηριστικά προσώπου και πολύ γυμνασμένο κορμί. Αυτή και ο Τρόι γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο και έγιναν αχώριστοι. Η σχέση τους κρατούσε δύο χρόνια και ήταν πολύ ερωτευμένοι. Στα μάτια τους καθρεφτιζόταν η ευτυχία που έδινε ο ένας στον άλλον. Μια ειλικρινής και βαθύτατη αγάπη.
     Εκείνοι έμπαιναν μέσα στις εγκαταστάσεις αλλά ο Σουγκουλέ είχε ήδη τηλεμεταφερθεί στο πολυτελές γραφείο του Ανούβις. Το αιγυπτιακό στοιχείο κατελάμβανε τα πάντα εκεί μέσα. Περίτεχνα σχέδια σε χαλιά, όρθιοι σαρκοφάγοι-κειμήλια, και έντονο το χρώμα της άμμου στους τοίχους. Ο Σουγκουλέ καθόταν απέναντι από το Ανούβις. Εκείνος ήταν ένας όμορφος κύριος γύρω στα σαράντα, μαυρομάλλης, μ’ένα μούσι που ενωνόταν με το μουστάκι του περίτεχνα. Ο Σουγκουλέ τον είχε τρελάνει στις ερωτήσεις:
«Για πες μου γρήγορα μερικά φυσικά συστατικά που έχεις δημιουργήσει».
«Καταφέραμε να απομονώσουμε ένα συστατικό του βουτάνιου που θα προωθήθεί σε εταιρία καλλυντικών έτσι ώστε….».
«Πως το απομονώσατε;»
«Οι επιστήμονες μου κατάφεραν να διαχωρίσουν τα στοιχεία που το εκφράζουν και πήραμε το ένα αυτό το κακό συστατικό…».
«Γιατί το απομονώσατε; Τι θέλετε να πετύχετε;»
«Περισσότερο λεία επιδερμίδα και φυσικά λεφτά…».
«Ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία και γιατί……»
«ΣΤΟΠ. Στοπ εδώ. Ας ηρεμήσουμε λίγο Σουγκουλέ. Τι λες;»
«Αγχώθηκες αγοράκι μου;»
     Το επικριτικό βλέμμα και η δεικτική ερώτηση του Σουγκουλέ του έφεραν έναν βαθύ αναστεναγμό. Ο Ανούβις σηκώθηκε, ξεκούμπωσε το σακάκι του και κάθισε απέναντι από τον Σουγκουλέ. Είπε τότε:
«Ένας αιώνας έχει περάσει. Ένας…..γαμημένος ….αιώνας. Γιατί δε δέχεστε απλά εκεί στο αρχοντικό ότι είμαι απλά ένας επιχειρηματίας;»
«Μήπως λόγω της προϊστορίας σου; Λέω εγώ τώρα».
«Θα μπορούσατε να προσαρμοστείτε στην εποχή και να συνεργαστείτε μαζί μου έτσι ώστε……»
     Η φράση του κόπηκε απότομα όταν ο Σουγκουλέ έσφιξε το χέρι του και εκείνο χρύσωσε. Ο Ανούβις το κοίταξε τρομαγμένος και δάγκωσε τα χείλη του. Ο Σουγκουλέ έφερε τη καρέκλα του λίγο πιο κοντά και είπε:
«Επειδή έχεις κοντή μνήμη μάλλον, να σου θυμίσω ότι ευθύνεσαι για τους θανάτους δύο Ισορροπιστών. Χώρια όλα τα άλλα εγκλήματα σου την εποχή των Φαραώ».
«Αυτά είναι παρελθόν. Τώρα…».
«Τώρα θα απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις μου. Οι Ρυθμιστές κι εγώ δε θα δεχθούμε δωροδοκία. Γι’αυτό ρούφα το και συνέχισε να απαντάς».
     Ο Ανούβις αναστέναξε ξανά γιατί ήξερε. Ο Σουγκουλέ χαλάρωσε το χέρι του και το χρυσό χρώμα έφυγε. Χαλάρωσε τους παλμούς του και μετά συνέχισε τις ερωτήσεις. Όταν ξεκίνησε η ανάκριση ήταν πρωί. Η μέρα προχωρούσε και ο Ανούβις περνούσε από πλήρη έλεγχο για τα πάντα στην εταιρία. Βασανιστικό για έναν πρώην θεό να ανακρίνεται με τέτοιο τρόπο.
     Καθώς έφευγε ο ήλιος από τη Σουηδία όλοι οι εργάτες είχαν αρχίσει να αποχωρούν. Τα μηχανήματα έκλειναν και τα παιδιά της πρακτικής γυρνούσαν στα δωμάτια τους. Η εταιρία τους έδωσε δωμάτια για τη διαμονή τους. Ο Τρόι μετά από αυτή τη κουραστική μέρα άραζε ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενώ η Πέννυ ήταν στο μπάνιο. Εκείνος είπε:
«Τελικά στο αμφιθέατρο όλα φαίνονταν πιο εύκολα».
«Τι έγινε μωρό μου; Κιότεψες κιόλας;»
«Απλά κουράστηκα».
«Κουράστηκες. Φαντάσου όταν θα προσληφθούμε και θα αρχίσουν να μας δίνουν βαρβάτες υποθέσεις της εταιρίας τι θα κάνεις».
«Α εσύ το έχεις πάρει σκοινί-κορδόνι ότι θα μας προσλάβουν».
«Απλά είμαι αισιόδοξη. Εν αντιθέσει με σένα».
     Ο Τρόι χαμογέλασε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στο μπάνιο και αγκάλιασε σφιχτά την Πέννυ που ήταν μπροστά στο καθρέπτη. Ρώτησε τότε:
«Και για μας; Είσαι αισιόδοξη;»
«Από τη πρώτη μέρα. Από τότε που με φίλησες μπροστά σε όλο το αμφιθέατρο και δεν έδωσες σημασία στον καθηγητή που φώναζε».
«Δεν άντεχα. Άλλο ένα λεπτό να περίμενα και θα τρελαινόμουν. Σε θέλω ακόμα όπως και τότε. Και κάθε μέρα….όλο και πιο πολύ».
«Κι εγώ. Σ’ αγαπώ Τρόι».
     Γύρισε και χύθηκε στην αγκαλιά του. Τα χείλη τους ενώθηκαν. Η λάβα στις φλέβες του κόχλαζε. Η Πέννυ έβγαζε τα εσώρουχα της και ο Τρόι τα δικά του. Χωρίς περιστροφές εκείνος μπήκε μέσα της. Ο γλυκός πόνος που ένοιωσε εκείνη συνοδεύτηκε μ’ένα χαμόγελο ηδονής. Τον ξαναφιλούσε και δεν ξεκολλούσε από τα χείλια του. Ενωμένοι, ερωτευμένοι, παθιασμένοι και αχώριστοι. Ο Τρόι τη ξαπλωσε στο πάτωμα και έμπαινε ακόμα πιο δυνατά ενώ εκείνη τον έσφιγγε συνέχεια. Έρωτας αληθινός. Έρωτας για τη καρδία και τη καύλα τους.
     Καθώς λοιπόν χανόταν ο ήλιος, τελείωνε και η ανάκριση του Ανούβις. Ο Σουγκουλέ έβγαινε από το γραφείο του και ετοιμαζόταν να φύγει. Καθώς περπατούσε στον γκρίζο διάδρομο, ψάχνοντας μια ευκαιρία να αποϋλοποιηθεί, τον σταμάτησε η τηλεπάθεια του. Στο μυαλό του μπήκε η Κλόμα λέγοντας:
«Φεύγεις;»
«Ναι, γιατί;»
«Μόλις είδαμε ότι ένας εκ των υποψηφίων Ισορροπιστών είναι στο κτίριο. Πρέπει να μείνεις εκεί να τον προσέχεις».
«Θα χρειαστώ τη Ξεφτισμένη Στολή».
«Έρχεται».
     Η Ξεφτισμένη Στολή ήταν κάτι σαν σάβανο που αν το έβλεπες θα το προσπερνούσες. Ήταν ένα μακρύ ριχτό ρούχο με κουκούλα, γκρίζο, τρυπημένο και στη φόδρα του είχε σκισμένες απολήξεις. Αυτό το πράγμα σε έκανε αόρατο και σε βοηθούσε να κινείσαι σα το φάντασμα ανάμεσα από τοίχους. Για τη πλειονότητα των υπερφυσικών όντων έπιανε, αλλά είχαν αναφερθεί περιστατικά που κάποιοι κατάφεραν να δουν τον Ισορροπιστή πίσω από τη στολή.
     Οι Ρυθμιστές μ’ένα ξόρκι μετάφεραν τη Στολή ακριβώς μπροστά στα πόδια του. Εκείνος τη σήκωσε, πήγε πίσω από μια γωνία και αφού τη φόρεσε, εξαφανίστηκε από κάθε οπτικό πεδίο. Πλέον πέρασε σε κατασκοπεία.
     Στο μεταξύ είχε ήδη βραδιάσει και τα πάντα ήταν ήσυχα στους διαδρόμους. Στο δωμάτιο τους Πέννυ και Τρόι κοιμόνταν μετά τη κουραστική τους μέρα, αλλά και το αχαλίνωτο σεξ που είχε προηγηθεί. Σε κάποια στιγμή το κινητό της Πέννυ δονήθηκε. Εκείνη το έπιασε από το κομοδίνο και είδε το μήνυμα. Ξεφύσησε και σούφρωσε τα χείλια της από τα νεύρα της. Δε μπορούσε όμως να το αγνοήσει. Σηκώθηκε, έβαλε μια πρόχειρη φόρμα, φόρεσε τα αθλητικά της και κινήθηκε αθόρυβα. Βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εκείνη τη στιγμή όμως από πίσω της ξεπρόβαλλε ο Σουγκουλέ που άρχισε αν την ακολουθεί. Μόλις εκείνη έφτασε σ’ ένα συγκεκριμένο δωμάτιο χτύπησε τη πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και εκείνη μπήκε, ενώ ο Σουγκουλέ πέρασε από ένα τοίχο για να μπει σ’ αυτό το δωμάτιο.
     Σ’ αυτό το σημείο ο Σουγκουλέ σταματάει την ιστορία καθώς τα χείλη του τρέμουν. Η Ρουθ απορεί και ρωτάει:
«Τι συμβαίνει;»
«Οι νόμοι απαγορεύουν ρητά τη σύμπραξη ανθρώπου με υπερφυσικό ον. Ήταν….ήταν η δουλειά μου. Έπρεπε να τηρώ τους νόμους».
«Σουγκουλέ…»
«Έπρεπε να προστατεύσω τον υποψήφιο. Δεν ήταν δυνατόν να…να….να…».
«Ηρέμησε».    
     Το σώμα του τρέμει ολάκερο. Εκείνη σηκώνεται, βάζει ένα ποτήρι νερό και του το δίνει. Εκείνος το κατεβάζει μεμιάς και αμέσως ανάβει ένα ακόμη τσιγάρο. Κομπιάζει να μιλήσει αλλά η Ρουθ ξανακάθεται απέναντι του και κάνει τη λογική διαπίστωση:
«Η Πέννυ ήταν υπερφυσικό ον. Γι’αυτό την ακολούθησες».
«Ναι. Όταν πρόκειται για οποιοδήποτε άλλο άνθρωπο ο νόμος αφήνει ένα παραθυράκι που λέει, ότι αν επιλέξει ο άνθρωπος το ον τότε μπορούν να είναι μαζί. Όταν πρόκειται όμως για Ισορροπιστή ο νόμος είναι ξεκάθαρος. Απαγορεύεται».
«Δε χρειάζεται να μου εξηγείς. Καταλαβαίνω. Τι έκανε λοιπόν αυτό το…..ποιά ήταν;»
«Η Μέδουσα».
«Όσο πάει και γίνεται καλύτερο! Η Μέδουσα λοιπόν, τι έκανε σ’ εκείνο το δωμάτιο;»
«Δεν ήταν το θέμα αυτό, Ρουθ. Πίστεψε με ήταν δευτερευούσης σημασίας».
«Δηλαδή;»
«Όταν τελείωσε εκείνη η…..νύχτα και ο Τρόι πήρε το χρίσμα η πρώτη του αποστολή ήταν να ερευνήσει τα χρονικά του Ανούβις όσο ήταν στη Γη. Μάθαμε ότι είχε στην υπηρεσία του διάφορα όντα που του έφερναν ανθρώπους. Ποιος καλύτερος από τον θεό των νεκρών για να πάρει τα χρήσιμα στοιχεία του ανθρώπινου σώματος και να τα προωθήσει στην αγορά;»
«Υπέροχα! Και η Μέδουσα ήταν στο Payroll του;»
«Ναι. Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν ήταν απλά για να δώσει αναφορά στο αφεντικό της».
     Και η ιστορία συνεχίζεται με τη Ρουθ να κρέμεται από κάθε του λέξη. Εκείνη τη νύχτα ο Σουγκουλέ ήταν στο τοίχο και παρακολουθούσε τη συζήτηση. Πλέον είχε τα στοιχεία που κανένας άλλος Ισορροπιστής δε μπόρεσε να μαζέψει. Όμως δεν έφευγε και ο λόγος ήταν η Μέδουσα. Μέσα στο στενό δωμάτιο ο Ανούβις και οι τρεις υπερφυσικοί σωματοφύλακες του κοιτούσαν απορημένοι τη Μέδουσα. Εκείνος ρώτησε:
«Τι εννοείς τελείωσες;»
«Τι δεν κατάλαβες; Τέλος. Πάπαλα. Λύση του συμβολαίου».
«Ο λόγος;»
«Αυτή η φουρνιά που σου έφερα είναι τελευταία. Θα πάρεις μόνο τους 18. Τον Τρόι Σίλβερ θα τον αφήσεις απ’ έξω».
     Εκείνος τη κοίταζε και άρχισε να χαμογελάει χαιρέκακα. Η Μέδουσα όμως καθόταν ακίνητη και τον παρακολουθούσε. Εκείνος τότε είπε:
«Πάντα άκουγα για σένα. Το πόσο συναισθηματική ήσουν. Το πόσο έψαχνες τον έρωτα. Όπως στο μύθο που πέτρωνες ανθρώπους για να τους έχεις κοντά σου».
«Γέλα όσο θες. Δεν έχεις ιδέα τη σημαίνει μοναξιά. Πλέον μετά από αιώνες βρήκα την ευτυχία κι αυτό δεν θα μου το στερήσεις».
     Η τελευταία φράση ήταν αρκετή για το Σουγκουλέ. Ο νόμος ήτο ξεκάθαρος. Αμέσως γυρίζει και περνώντας μέσα από τοίχους φθάνει στο δωμάτιο. Αμέσως πιάνει τον Τρόι και τον σηκώνει με τη βία. Εκείνος μέσα στη παραζάλη του δε καταλαβαίνει τι γίνεται. Τον βγάζει στον διάδρομο και τον σπρώχνει. Ο Τρόι προσπαθεί να αντισταθεί και να μιλήσει, όμως ο Σουγκουλέ τον πιάνει κεφαλοκλείδωμα και τον σέρνει. Εκείνος είναι ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε.
     Καθώς τον έσερνε λοιπόν ξαφνικά από μια γωνία εμφανίζεται η Μέδουσα. Βλέπει τον έρωτα της ζωής της να κρατιέται από τον Ισορροπιστή. Αμέσως θυμώνει και βγάζει το πραγματικό της πρόσωπο. Φολιδωτό πράσινο δέρμα, μάτια σα του φιδιού, μαλλιά που έγιναν φίδια και μακρόστενα νύχια. Ο Σουγκουλέ αφήνει τον Τρόι και φέρνει ένα μαχαίρι στο χέρι του. Είναι έτοιμοι να πολεμήσουν, όταν ο Τρόι τον σπρώχνει δυνατά προς τον τοίχο και βλέπει τη Μέδουσα. Εκείνη πανικοβάλλεται στην που ο Τρόι βλέπει την πραγματική της μορφή. Εκείνος είναι τρομαγμένος αρχικά αλλά όταν το πρόσωπο της ηρεμεί, ηρεμεί και κείνος. Τότε λέει:
«Πως….δε…».
«Τρόι….θα σου τα εξηγήσω όλα. Μη…μη φύγεις. Σε ικετεύω».
     Ο παρακλητικός τόνος λυγίζει τη καρδιά του. Ο έρωτας του είναι ακόμα καυτός. Κι ας την είδε σ’ αυτή τη μορφή. Ο Σουγκουλέ σηκώνεται και ο Τρόι, σε μια στιγμή ηρωισμού, τρέχει και στέκεται μπροστά από τη κοπέλα του. Ο Σουγκουλέ θυμωμένος του λέει:
«Αγοράκι, φύγε από τη μέση. Δεν ξέρεις που μπλέκεις».
«Άντε γαμήσου κωλόγερε. Είναι το κορίτσι μου και δε θα σ’ αφήσω να το πειράξεις».
     Ο Σουγκουλέ όμως έχει άλλη άποψη. Πάει να κάνει ένα βήμα μπροστά, όταν στον διάδρομο εμφανίζεται ο Ανούβις μαζί με τη παρέα του. Βλέπει τη σκηνή και καταλαβαίνει αμέσως λέγοντας:
«Απ’ ότι φαίνεται δεν έχει νόημα να κρύβομαι άλλο».
«Όχι».
     Απαντάει ο Σουγκουλέ και αμέσως τηλεμεταφέρεται πάνω του και εξαϋλώνονται μαζί. Οι δύο τους πέφτουν στο εργοστάσιο πάνω σε μια μηχανή με χημικά. Το χτύπημα βάζει τη μηχανή σε τρελή λειτουργία και τη βραχυκυκλώνει με αποτέλεσμα να πάρει φωτιά. Οι σπίθες πέφτουν σε κάτι χημικά που αμέσως τα ανατινάζουν. Το μέρος τυλίγεται σε φλόγες πολύ γρήγορα. Ο Σουγκουλέ φέρνει στα χέρια του τη Κινούμενη Λεπίδα. Ένα μακρόστενο ξίφος με κόκκινη λαβή και με λεπίδα που αλλάζει συνέχεια τη κόψη της. Πανέμορφο όπλο. Ο Ανούβις από την άλλη φέρνει το δικό του αιγυπτιακό σπαθί. Ίσια χρυσή λεπίδα που μετά κυρτώνει και σχηματίζει ημικύκλιο. Οι δύο τους προτάσσουν τα ξίφη τους. Ο Σουγκουλέ ξέρει πως έχασαν οι πρόγονοι του απ’ αυτόν. Δε θα κάνει το ίδιο λάθος. Τρέχουν και οι λεπίδες τους βγάζουν σπίθες, ενώ η φωτιά απλώνεται παντού στο κτίριο και επεκτείνεται και στα άλλα.
     Τρόι και Μέδουσα έχουν αρχίσει να τρέχουν από τα σκαλιά για να ξεφύγουν. Ο καπνός ήδη γεμίζει το κτίριο αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Ο Τρόι προσπάθησε να φωνάξει τους υπόλοιπους της πρακτικής όμως κανένας δεν βγήκε από τη πόρτα του. Η Μέδουσα τον τράβηξε γρήγορα και έφυγαν.
     Μόλις φθάσαν στο ισόγειο άκουσαν τους ήχους των λεπίδων να χτυπιούνται. Επίσης, η Μέδουσα είδε του σωματοφύλακες του Ανούβις να πηδάνε από τοίχο σε τοίχο και με μάτια άσπρα να έρχονται καταπάνω τους. Απ’ ότι φαίνεται θα πρέπει να πολεμήσουν για να φύγουν από δω μέσα. Πιάνει το χέρι του Τρόι και τον τραβάει. Ένας τύπος πηδάει καταπάνω τους. Η Μέδουσα παίρνει το κανονικό της πρόσωπο και εξαπολύει από τα μάτια μια ακτίνα που τον κάνει πέτρα στον αέρα. Καθώς έρχεται η βαριά πέτρα καταπάνω τους, εκείνη σηκώνεται και στον αέρα πέφτει πάνω του και το κάνει χίλια κομμάτια. Ο Τρόι το βλέπει και κάνει:
«Ουάου!»
     Η Μέδουσα γυρνάει ελαφρώς το πρόσωπο της και του χαμογελάει προφίλ. Τον ξαναπιάνει και τρέχουν. Την ίδια στιγμή Σουγκουλέ και Ανούβις μάχονται χωρίς αύριο. Ο Ανούβις είναι πιο τεχνίτης στο ξίφος, αλλά ο Σουγκουλέ πιο μάστερ στο να ξεφεύγει. Την ίδια στιγμή η Μέδουσα χώνει τα νύχια της σε άλλους δύο και τους βγάζει τις καρδιές. Ο Τρόι βλέπει έναν τύπο να έρχεται καταπάνω της. Χωρίς να το σκεφτεί πέφτει πάνω της και τη σώζει τελευταία στιγμή από αποκεφαλισμό. Η Μέδουσα γυρίζει απότομα και τον κάνει πέτρα. Ο Τρόι κοιτάζει από κοντά το πρόσωπο της. Δεν φοβάται. Το αγγίζει. Στα μάτια του εξακολουθεί να είναι πανέμορφη. Εκείνη του χαμογελάει και επανέρχεται στο πρόσωπο της Πέννυ. Την πιάνει από το χέρι και εξακολουθούν να τρέχουν. Ο Σουγκουλέ εντωμεταξύ χάνει τη μάχη. Ο Ανούβις του έχει κάνει χαρακιές στα γόνατα και τον έχει γονατισμένο. Η Κινούμενη Λεπίδα είναι καρφωμένη τρία μέτρα μακριά του. Ο Ανούβις έρχεται από πίσω του και σηκώνει το σπαθί. Του λέει τότε ειρωνικά:
«Τρίτος Ισορροπιστής που σκοτώνω. Θα φτάσω το ρεκόρ του Λούσιφερ».
     Κατεβάζει το σπαθί αλλά ο Σουγκουλέ κλείνει τη λεπίδα με τις παλάμες του, εκατοστά από το κεφάλι του. Με μια απότομη κίνηση σηκώνεται, χτυπάει το χέρι του Ανούβις με το κεφάλι του, εκείνος χάνει το σπαθί και ο Σουγκουλέ το στριφογυρίζει μέχρι να πιάσει λεπίδα. Μόλις το κάνει εκτινάσσει το χέρι του στη κοιλιά του Ανούβις. Έχασε. Ο Σουγκουλέ του λέει :
«Οι άλλοι δύο έπαιξαν τίμια. Εγώ είμαι άλλους είδους καριόλης!»
     Και για να σφραγίσει τη νίκη του χώνει τη λεπίδα ακόμα πιο μέσα και τη βγάζει από τη πλάτη του. Ο Ανούβις αιώνες μετά νικήθηκε.   
     Παράλληλα το ζευγάρι έφθανε κοντά στην έξοδο. Όμως ο Τρόι σταμάτησε απότομα. Σ’ ένα διάδρομο είδε κάτι τρομακτικό και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Η Μέδουσα προσπαθούσε να τον τραβήξει αλλά μάταια. Ο Τρόι είδε μεγάλα τετράγωνα γυάλινα κουτιά με τους υπόλοιπους της πρακτικής μέσα. Ήταν γυμνοί σε εμβρυική στάση και είχαν παντού σωλήνες χωμένους στο σώμα τους. Ο Τρόι δε μπορεί να πιστέψει το αποτρόπαιο θέαμα. Η Μέδουσα του φωνάζει:
«Τρόι, Τρόι άκουσε με. Πρέπει να φύγουμε».
«Δε μπορούμε να τους αφήσουμε εδώ».
«Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’αυτούς. Είναι νεκροί».
«Γιατί δε του λες την αλήθεια;»  
     Ακούστηκε η φωνή του Σουγκουλέ από το τέλος του διαδρόμου. Καθόταν εκεί με το σπαθί του Ανούβις. Η Μέδουσα πάει και στέκεται μπροστά από τον Τρόι. εκείνος τότε περπατώντας συνεχίζει:
«Γιατί δε του λες ότι εσύ τους έφερες εδώ; Ότι χρόνια τώρα φέρνει τροφή στον Ανούβις; Ότι είσαι μια ψεύτρα κι ότι αυτό το πρόσωπο που χρησιμοποιείς δεν είναι δικό σου;»
     Η Μέδουσα παίρνει την απόφαση να του το βουλώσει μια για πάντα. Ξαναβάζει το αληθινό της πρόσωπο και ετοιμάζεται. Δεν ξέρει όμως τι γίνεται από πίσω της. Το αίμα των Ισορροπιστών διαφέρει από ένα κοινό άνθρωπο. Βράζει για δικαιοσύνη και για μάχη. Είναι σαν ιός που αν τον αφήσεις σε καταβάλλει και παίρνεις τη κατάσταση στα χέρια σου. Ο Τρόι ένοιωσε εκείνη τη στιγμή την επιρροή. Κατέρρευσε μπροστά του η εικόνα της αγαπημένης του. Ήταν μια δολοφόνος στα μάτια του. Η αρχαία παρακαταθήκη των Ισορροπιστών στο σώμα του τον έκανε να γυρίσει να την κοιτάξει με μίσος. Εκείνη ήταν η στιγμή που καθόρισε τη ζωή του.
     Ο Τρόι έπιασε ένα κατσαβίδι που ήταν αφημένο εκεί. Ο Σουγκουλέ το είδε και άνοιξε διάπλατα τα μάτια του. Η Μέδουσα είδε τον Σουγκουλέ και αμέσως γύρισε προς τον Τρόι. Αυτή ήταν η τελευταία της κίνηση. Ο Τρόι τη χαράκωσε στο λαιμό με μια γρήγορη κίνηση. Εκείνη δε μπορεί να καταπιεί ή να αναπνεύσει. Το μίσος φεύγει, το κατσαβίδι πέφτει και ο Τρόι τη πιάνει καθώς πέφτει. Δεν κατάλαβε τι έκανε και ήταν πλέον πολύ αργά, καθώς η αγαπημένη του έσβηνε στα χέρια του. Ο Τρόι αναπνέει αγχωμένα από τη κίνηση του. Τη κρατάει σφιχτά και ένα δάκρυ φεύγει από το μάτι του. Ούτε ο Σουγκουλέ μπορεί να πιστέψει αυτό που βλέπει. Δεν ήθελε να γίνει έτσι.
     Η Μέδουσα σβήνει στα χέρια του με το αίμα της να γεμίζει το πάτωμα. Ο Τρόι γονατίζει στο καυτό έδαφος μαζί με το σώμα της. Ο Σουγκουλέ τότε βλέπει ένα πυρωμένο δοκάρι να είναι έτοιμο να πέσει. Αμέσως τηλεμεταφέρεται και αρπάζει τον Τρόι από τον λαιμό. Εκείνος φωνάζει αλλά ο Σουγκουλέ αποϋλοποιείται μαζί του σ’ ένα λόφο έξω από το εργοστάσιο. Ο Τρόι βλέπει από μακριά τις εκρήξεις μία-μία να διαλύουν την επιχείρηση και πέφτει στα γόνατα σπαράζοντας και φωνάζοντας το όνομα της.
     Εκείνη τη στιγμή ο Σουγκουλέ βλέπει κάτι γνώριμο επάνω στον Τρόι. Οι φλέβες του γίνονται χρυσές. Ο Τρόι νοιώθει ένα πόνο σ’ όλο του το σώμα. Το είναι του ολάκερο τρέμει σύγκορμο. Μια φωτιά καίει το δέρμα του. Η μεταμόρφωση ξεκίνησε. Ο Τρόι είδε το πρόσωπο του υπερφυσικού, επιβίωσε από αυτό και έκανε το φόνο. Τα τρία στάδια ολοκληρώθηκαν. Τα ρούχα του ξεσκίζονται από τη φωτιά και φεύγουν στον αέρα. Το δέρμα του ανοίγει τρύπες όπου φαίνονται οι μύες. Γυμνός πλέον και πονεμένος βγάζει την ύστατη κραυγή στο νυχτερινό ουρανό της Σουηδίας. Πήρε το χρίσμα. Είναι ο νέος Ισορροπιστής.
     Μόλις τελείωσε η μεταμόρφωση ο Τρόι έπεσε χάμω καπνίζοντας απ’ όλο του το σώμα. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Άιρους μαζί με τέσσερις φρουρούς. Τον σηκώνουν και αποϋλοποιούνται ενώ ο Άιρους ρωτάει τον Σουγκουλέ:
«Πως έγινε αυτό;»
«Έχει σημασία; Ο κόσμος έχει νέο προστάτη».
     Αλλά στη πραγματικότητα πονούσε κι εκείνος μέσα του. Δεν είχε αυτό κατά νου εκείνο το βραδύ. Θα την θνητοποιούσε. Δε πρόλαβε όμως και δεν είχε καμία σημασία πλέον. Οι επόμενες μέρες ήταν εξίσου εφιαλτικές για τον Τρόι. Τον κλείδωσαν σ’ ένα κελί μέχρι να αποδεχθεί τη νέα του φύση. Ρύθμισαν την οικογένεια του για να ξεχάσει το όνομα του γιού τους. Οι πάντες ξέχασαν το όνομα Τρόι Σίλβερ. Μέσα σε μια στιγμή όλα είχαν αλλάξει. Δέκα μέρες μετά ο Τρόι βγήκε από το κελί άλλος άνθρωπος. Με βλέμμα σκοτεινό και πρόσωπο θυμωμένο γονάτισε μπροστά στους Ρυθμιστές και πήρε τον όρκο των Ισορροπιστών. Οι Ρυθμιστές πήραν τη δύναμη του Σουγκουλέ. Ο Κυνικός Ισορροπιστής ξεκινούσε το ταξίδι του.
     Κι εδώ τελειώνει η τραγική ιστορία του Σουγκουλέ. Η Ρουθ τον βλέπει να έχει σπάσει και να κλαίει με λυγμούς. Να κατηγορεί τον εαυτό του για εκείνη τη νύχτα. Όλα είχαν πάει κατά διαόλου. Ο Τρόι ήταν από τους άτυχους Ισορροπιστές της ιστορίας.
     Η Ρουθ σηκώνεται και τον πιάνει από τη μασχάλη και τον σηκώνει. Τον πηγαίνει μέχρι τον ξενώνα και τον βάζει να ξαπλώσει. Να μείνει μόνος του, να κλάψει μέχρι να κουραστεί. Κλείνει τη πόρτα και πηγαίνει στο σαλόνι. Κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το συννεφιασμένο ουρανό της Νέας Υόρκης. Η ιστορία που μόλις άκουσε είναι όντως τραγική αλλά και αποκαλυπτική για την ίδια. Δεν είναι απλώς ότι συνειδητοποίησε γιατί είναι αυτός που είναι ο Τρόι, αλλά και γιατί ακόμα δεν την έχουν ρυθμίσει. Κοιτάζει τα χέρια της και τα σφίγγει. Όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν θυμωμένη με τον Τρόι και τον εαυτό της. Τώρα όμως έχει μια ερώτηση στο μυαλό της και μια αποκάλυψη για τον Τρόι. Το τελευταίο κομμάτι, πριν την μεταμόρφωση, μοιάζει πάρα πολύ με τη δικιά της ιστορία λίγο καιρό πριν.
     Την ίδια στιγμή ο Τρόι μπαίνει τηλεμεταφέρεται σ’ ένα άδειο διαμέρισμα στην Οσάκα. Εδώ και ώρες ψάχνει να βρει στοιχεία για τους εκλιπόντες αλλά μάταια. το ένστικτο του τον οδήγησε για κάποιο λόγο εδώ. Είναι εγκαταλελειμμένο, άνω-κάτω και μυρίζει μούχλα και υγρασία. Ο Τρόι το περπατάει μέχρι να νοιώσει κάτι αλλά μάταια. Φαίνεται άδειο. Προχωράει προς τον διάδρομο και βγαίνει σε μια γωνία. Όταν τα βήματα του ακούγονται απόμακρα, τότε από τους τοίχους του διαμερίσματος εμφανίζονται οι Γοργόνες και η Μέδουσα. Καμουφλαρίστηκαν μόλις τον είδαν. Η Μέδουσα στέκεται στο διάδρομο με οργισμένο ύφος. Η Λυσάνδρα πάει κοντά της και τη ρωτάει:
«Είναι ευκαιρία. Γιατί δε τον σκοτώνουμε;»
«Όχι. Δεν τον θέλω νεκρό. Όταν με σκότωσε και πήγα στο Καθαρτήριο κυνηγήθηκα ανελέητα για τον έρωτα μου μ’έναν εχθρό. Δεν μπορείς να φανταστείς τι πέρασα. Τώρα θα περάσει ακριβώς τα ίδια».
«Δε καταλαβαίνω».
«Υπάρχουν πολλά είδη θανάτου, Λυσάνδρα και ο Τρόι θα τα βιώσει όλα. Αυτή θα είναι η εκδίκηση μου για εκείνο το βράδυ. Να τον βλέπω από το Καθαρτήριο κατατρεγμένο από τους ίδιους του τους ανθρώπους».
«Έχεις πολύ μίσος μέσα σου για μια χαρακιά».
«Όχι, δεν το κάνω για τη χαρακιά στο λαιμό. Εκείνο το βράδυ δε σκότωσε μόνο τον έρωτα μας ή μόνο εμένα».
«Αλλά;»

     Η Λυσάνδρα τη κοιτάζει που είναι χαμένη στο άγνωστο. Το βλέμμα τότε της Μέδουσας χαμηλώνει και το δεξί της χέρι έρχεται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος της. Η Λυσάνδρα τρομάζει και ανοίγει το στόμα από την αποκάλυψη μπροστά της. Τα χέρι της Μέδουσας είναι στη κοιλιά της.  

Γιώργος Πουρλιάκας