Ο ισορροπιστής (Κεφάλαιο 7) - Υπερένταση

Γλυκιά είναι η νύχτα έξω από το αρχοντικό και ήρεμη. Το μόνος φως που λάμπει είναι το σεληνόφως. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι ο άνεμος που περνάει μέσα από το γρασίδι και το γρατζουνάει σα χορδές κιθάρας.
Και για νότες έχει τις σταγόνες που τις σηκώνει και τις διασκορπίζει προς τα δυτικά. Προς το αρχοντικό και προς ένα συγκεκριμένο παράθυρο όπου κάθεται όρθια μία φιγούρα. Είναι το υπέροχο και λαχταριστό σώμα της Κλόμα. Γυμνό, ιδρωμένο από το προηγούμενο σεξ, με τέλειες αναλογίες σε στήθος και γλουτούς. Αυτό το σώμα έχει πατήσει κι έχει τριφτεί πάνω σε εκατομμύρια σώματα αντρών, αλλά και γυναικών, ανα τους αιώνες. Κι ακόμα, δεν έχει χορτάσει.
Τούτη τη νύχτα στέκεται όρθια μπροστά από το κλειστό της παράθυρο. Ακόμα και μια καλή συνουσία, που επαναλήφτηκε τρεις φόρες, σα τη προηγούμενη δε στάθηκε ικανή για να της βγάλει τις βασανιστικές σκέψεις από το μυαλό της. Το ένα χέρι της είναι κοντά στο στόμα και το άλλο από κάτω κρατάει ένα τσιγάρο που το ταρακουνάει συνέχεια. Τα μάτια της μπορεί να έχουν καρφωθεί σ’ένα σημείο αλλά ουσιαστικά είναι χαμένη στο κενό.
Κάποια στιγμή το δεξί της πόδι αρχίζει κι αυτό να κουνιέται νευρικά και να βγάζει ένα ενοχλητικό ήχο. Ο Φρουρός που είναι στο κρεβάτι ξυπνάει και τη βλέπει. Σηκώνεται, περνάει το κόκκινο σατέν σεντόνι της γύρω από τη επίμαχη περιοχή του, και κρατώντας το προχωράει προς το μέρος της. Αγγίζει με το six pack του τη πλάτη της και τη φιλάει στον λαιμό. Εκείνη έχει την ίδια έκφραση και ούτε καν νοιάζεται. Ο Φρουρός τότε ρωτάει:
«Τι συμβαίνει; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;»
«Όχι. Αλλά υπάρχουν σκοτούρες. Άγριες σκοτούρες που βασανίζουν το κεφάλι μου».
«Για ποιο θέμα;»
«Κάτι δε μου κολλάει στην όλη φάση με τον Τρόι. Το άρθρο 13 το έχει επικαλεστεί πάρα πολύ το τελευταίο καιρό. Μία με τον Ρώσο και μία τώρα με τα δίκη».
«Δεν τον εμπιστεύεσαι;»
«Ποτέ δεν εμπιστεύομαι άντρα που δεν μου έχει κάτσει. Που δε έχω γαντζώσει τα νύχια του στη σάρκα του».
«Μπορώ να κάνω κάτι;»
«Ναι. Πάρε δύο Φρουρούς ακόμα και πηγαίνετε στο διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από το δικό του. Θέλω να τον παρακολουθείτε σε 24ώρη βάση. Θέλω να ξέρω αν χρησιμοποιεί το Γάντι και τις Αλυσίδες για κάτι άλλο, εκτός από αυτό που του επιτρέπει ο νόμος. Φύγε».
Ρίχνει το σεντόνι στο πάτωμα και υπακούει στην εντολή της Ρυθμίστριας. Ήταν μόνο για το κρεβάτι, τώρα ξανά πίσω στη δουλειά. Παίρνει τα ρούχα του και περπατάει γυμνός μέχρι τη πόρτα. Μόλις βγαίνει, η Κλόμα αφήνει το τσιγάρο της να πέσει στο πάτωμα και σταυρώνει τα χέρια της. Το γεγονός ότι δεν ελέγχει τον Τρόι σε συνδυασμό ότι δεν ξέρει αν ετοιμάζει κάτι, την εξοργίζουν απίστευτα. Σφίγγει τις μπουνιές της, τα μαλλιά της αρχίζουν και πάλλονται σαν κύματα, ενώ το πρόσωπο της εμφανίζει ρωγμές. Εκλύει τόση θερμότητα από τα νευρά της που ότι είναι γυάλινο θολώνει και οι τοίχοι σαν να ξεβάφουν. Έχει τόσο σκληρή έκφραση αυτή τη στιγμή που άνετα θα σκότωνε μερικούς για να ηρεμήσει.
Την ίδια όμως οργή την ασπάζεται και ο Τρόι, αλλά για διαφορετικό λόγο. Τις τελευταίες τρεις ημέρες τα νεύρα του δεν είναι στη τσίτα. Αναλαμβάνει αποστολές όλη την ημέρα και ακούραστα. Αυτό όμως που έχει ξενίσει τους Ρυθμιστές είναι ότι το κάνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Σα να θέλει να ξεφύγει από κάτι. Η κάποιαν.
Ετούτο το μεσημέρι είναι στη πρωτεύουσα Σαναά της Υεμένης. Μεγάλο κακό βρήκε τη πόλη καθώς δύο ομάδες με διαφορετικό όνομα αλλά κοινή καταγωγή κατέλαβαν όλους σχεδόν τους κατοίκους. Πρόκειται για τα Ζίβαλιντς και τα Νέβαλιντς. Οντότητες που μόλις ενωθούν με τη ψυχή σου βγάζουν στο δέρμα διαμάντια σαν εξανθήματα. Ποια η διαφορά τους; Εξωτερικά καμία. Στη πραγματικότητα, τα Ζίβαλιντς θέλουν να χτίζουν κοινότητα στο πλανήτη που επιλέγουν προκειμένου να διαχειρίζονται τα διαμάντια που βρίσκουν. Τα Νέβαλιντς είναι αδηφάγα και θέλουν τα διαμάντια μόνο για τον εαυτό τους. Η διαμάχη τους ξεκίνησε χιλιετηρίδες πριν στο πλανήτη του, τον οποίο καταστρέψανε, και έκτοτε πηγαίνουν από γαλαξία σε γαλαξία προκειμένου να βρουν τη τροφή τους. Κι εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Δε ρωτάνε ποτέ πριν εποικίσουν και μόλις το κάνουν, αρχίζουν να σκοτώνονται.
Η Σαναά, λοιπόν, έχει γεμίσει από αυτές τις δύο φάρες που μάχονται χωρίς αύριο. Όταν σκοτώνεται ένα από τα Βαλίντς δεν βγάζει, αλλά διαμάντια. Οι δρόμοι και τα σοκάκια γεμίζουν από το ακατέργαστο υλικό. Σώματα συγκρούονται και διαμαντένιες γροθιές σπάζουν τους τοίχους. Κι ανάμεσα τους περνάει φουριόζος ο Τρόι. Τρέχει ανάμεσα στους δρόμους προσπερνώντας τις μάχες που γίνονται. Αν κάποιος του επιτεθεί τότε χρησιμοποιεί τις Σιδερογροθιές του Ραόλλιν, του Σταυροφόρου Ισορροπιστή που πρώτος αντιμετώπισε αυτά τα πλάσματα.
Ο Τρόι τρέχει ανάμεσα στις αψιμαχίες γιατί ψάχνει τους δύο αρχηγούς. Αν πέσουν αυτοί, τελειώνει κι ο εποικισμός. Ο Τρόι παρατηρεί ότι υπάρχει μεγάλο συνονθύλευμα από Βαλίντς στο κέντρο της πόλης, στο Χαράτ Αλ Ταμπάρι. Αρχίζει τότε να τηλεμεταφέρεται στις ταράτσες των σπιτιών. Όποιο Βαλίντ του επιτίθεται είτε το ρίχνει από ψηλά, είτε του σπάει το κεφάλι με τις Σιδερογροθιές. Μόλις φτάνει στη τελευταία ταράτσα, πηδάει πάνω σε μια γυναίκα τη ξαπλώνει με τα πόδια και της σπάει το κρανίο με το ένα χέρι. Τότε σηκώνεται και βλέπει το αποκαρδιωτικό θέαμα. Ολάκερη η πλατεία είναι γεμάτη από αυτά τα πλάσματα που αλληλοσκοτώνονται. Ιαχές και διαμάντια απλώνονται παντού και γεμίζουν τον άνεμο. Ο Τρόι ξέρει ότι πρέπει να βιαστεί. Κοιτάζει τη περιοχή τριγύρω για να εντοπίσει τους αρχηγούς. Τον πρώτο τον βλέπει μέσα σ’ ένα ψιλικατζίδικο με όλους τους δικούς του μπροστά. Τηλεμεταφέρεται και τον πιάνει από τα χέρια. Πάει να τα ξεριζώσει αλλά ο τύπος τον χτυπάει με το κεφάλι. Ο Τρόι κάνει λίγο πίσω, αλλά ξαναεπιτίθεται. Αποκρούει όλες τις μπουνιές ή τις αποφεύγει. Μία γερή να φάει και θα πέσει νεκρός. Ο αρχηγός τότε πάει να τον χτυπήσει και καρφώνει το χέρι του σ’ ένα καφάσι. Ο Τρόι βάζει τα δάχτυλα του στο στόμα του, κάνει ένα ανάποδο σάλτο και ερχόμενος από πίσω του τραβάει το κεφάλι. Ο αρχηγός σφαδάζει και παλεύει να φύγει, αλλά ο Τρόι ξεσκίζει το κεφάλι από το πάνω χείλος και γεμίζει με διαμάντια το ταβάνι. Τα Νέβαλιντς δεν έχουν αρχηγό.
Ο Τρόι τότε παρατηρεί ότι σε μια βορινή ταράτσα κάθεται ο δεύτερος αρχηγός. Αμέσως τηλεμεταφέρεται εκεί και τον χτυπάει με μια κλωτσιά στο κεφάλι. Μόλις πέφτει κάτω, ο Τρόι τηλεμεταφέρει το χέρι του ταχύτατα στο λαιμό του και του το κόβει, αφήνοντας ίχνος Σιδερογροθιάς στο πάτωμα. Σηκώνει τα κεφάλια και τηλεμεταφέρεται ακριβώς στο κέντρο της μάχης.
Όλοι βλέπουν τον Ισορροπιστή και τραβιούνται πίσω. Εκείνος με βλέμμα στυγνό και δολοφονικό σηκώνει τα κεφάλια και τους τα δείχνει. Όλοι είναι σαστισμένοι και κάνουν ακόμα πιο πίσω. Ο Τρόι όμως δεν έχει τελειώσει ακόμα και κοιτώντας τον όχλο λέει:
«Υπάρχει ο εύκολος τρόπος και ο διασκεδαστικός. Ο εύκολος είναι να φύγετε τώρα. Ο διασκεδαστικός….».
Και με μία κίνηση συγκρούει τα κεφάλια μεταξύ τους. Διαμάντια πετάγονται παντού και η σύγκρουση καταλήγει σε παλαμάκι των Σιδερογροθιών. Τότε φωνάζει έντονα και δυνατά:
«ΠΑΡΤΕ ΜΠΟΥΛΟ, ΤΩΡΑ!
Και βλέπεις τότε κορμιά να πέφτουν στο χώμα και μικρές αχτίδες να βγαίνουν από μέσα τους και να χάνονται στο καταγάλανο ουρανό. Ακόμα μία αποστολή τελείωσε και ήδη η Φρουρά εμφανίζεται προκειμένου να καθαρίσει. Μαζί και ο Άιρους που πλησιάζει τον Τρόι που βαριανασαίνει. Ο δεύτερος λέει:
«Θα έχετε πολλή δουλειά απ’ ότι φαίνεται».
«Ναι, θα μας πάρει όλη μέρα. Μπορείς να φύγεις εσύ».
«Για πού;»
«Δε ξέρω. Για το σπίτι σου ίσως;»
Ο Τρόι βγάζει ένα βαρύ αναστεναγμό και κοιτάζει τον ουρανό. Ο Άιρους σουφρώνει τα μάτια και τον ρωτάει:
«Ρε συ, όλα καλά; Συμβαίνει κάτι;»
«Όχι, όλα καλά».
Βγάζει τότε τις Σιδερογροθιές και τις πετάει τσατισμένος στο χώμα. Αποϋλοποιείται με χείλη σφιχτά και αφήνοντας τον Άιρους αναρωτώμενο.
Εντωμεταξύ στην Οσάκα, μια κραυγή βγαίνει από ένα διαμέρισμα που τραβάει τα βλέμματα των περαστικών. Είναι απόκοσμη κραυγή χαράς συνδυασμένης με πόνο. Η Μέδουσα έχει πάρει τη κανονική τερατώδη της μορφή. Κατάλευκο φολιδωτό δέρμα με απόλυτα λεπτές και τέλεια σχηματισμένες αναλογίες. Νύχια στο χρώμα του ασημιού που λαμπυρίζουν τον ήλιο πάνω τους. Πολλά λεπτά φίδια που κινούνται κατά το δοκούν στο κεφάλι της και φθάνουν μέχρι τη μέση της. Μάτια θειαφένια με τη χαρακτηριστική κόψη στη ίριδα. Πρόσωπο με γωνίες που παρά το τρομακτικό της θέας έχει μια γοητεία.
Η Μέδουσα επανήλθε. Πλέον είναι ξανά δυνατή και έτοιμη. Από τη χαρά της σφίγγει τα δόντια, που έχουν και χαυλιόδοντες δεξιά-αριστερά, και πιάνει τα κεφάλια των δύο τελευταίων θυμάτων της. Τα σφίγγει και τα κάνη σκόνη. Οι Γοργόνες χαμογελούν γιατί βλέπουν ότι η αρχηγός τους, είναι πλέον έτοιμη. Η Μέδουσα από τη χαρά της κάνει ένα σάλτο και σπάει το ταβάνι. Σπάει τα ταβάνια άλλων δύο ορόφων και βγαίνει στη ταράτσα. Περπατάει λίγο και ατενίζει την υπέροχη θέα. Χαμογελάει ενώ είναι στη τερατώδη μορφή της. Νοιώθει ανάλαφρη και πιο έτοιμη από ποτέ.
Οι Γοργόνες πηδούν από τοίχο σε τοίχο και μία-μία βγαίνουν στη ταράτσα. Η Μέδουσα τότε λέει:
«Κορίτσια» και γυρίζει το κεφάλι της χαμογελαστή, όπως τότε στη Σουηδία που έσωζε τον Τρόι, και συνεχίζει: «ώρα για μπάνιο».
Μεθυσμένες από χαρά αλαλάζουν σα τρελές προκαλώντας περισσότερα βλέμματα. Ξαναπηδούν στη τρύπα και φεύγουν λέγοντας όλες:
«Ετοιμάστε το βαν».
Η φράση συνεχίζει να επαναλαμβάνεται και να γεμίζει όλο το κτήριο. Η Μέδουσα ακόμα χαμογελαστή ρίχνει μια τελευταία ματιά και ατενίζει τον ήλιο να ρίχνει τις αχτίδες του στη θάλασσα. Μια τέτοια μέρα τίποτα δε μπορεί να πάει στραβά για εκείνη. Όλα έχουν πάρει το δρόμο τους. Και εκείνη οδηγεί.
Παράλληλα σ’ ένα προάστιο της πόλης Σαν Χοσέ μια φιγούρα στέκεται έξω από ένα συσσίτιο απόρων. Κουκούλα, ατημέλητο μούσι, φτωχικά ρούχα κι ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου έχουν ολοκληρώσει τη νέα και κακομοίρικη εικόνα του Τάιλερ. Ω ναι, ο πρώην «μάνατζερ» της Ρουθ κάθεται με ταπεινούς και άτυχους πληβείους μπροστά από ένα συσσίτιο. Όχι όμως, επειδή το έχει ανάγκη. Όταν έμαθε τι έγινε στο διαμέρισμα της Ρουθ κι ότι βρέθηκε ένα πτώμα αγνώστων στοιχείων, αποφάσισε να εξαφανιστεί. Δεν ήθελε να μοιραστεί αυτή τη τύχη. Πήρε ότι λεφτά είχε στην άκρη και έφυγε από το Σαν Φρανσίσκο. Βρήκε ένα διαμέρισμα στο Σαν Χοσέ, σε κακόφημη περιοχή και εγκαταστάθηκε. Μια τέτοια περιοχή θα του παρείχε τη τελεία κάλυψη από τυχόν διώκτες του και επίδοξους δολοφόνους του.
Μόλις πήρε τον αλουμινένιο δίσκο πήγε σε μια βρώμικη γωνία και κάθισε μόνος του σ’ ένα τραπέζι. Κοτόσουπα στο μενού. Όχι το αγαπημένο του, αλλά οι παλιές δόξες σε εστιατόρια έφυγαν ανεπιστρεπτί. Καθώς ρουφάει ήσυχα και ωραία τη σούπα του μια μαυροφορεμένη φιγούρα τον προσπερνά και κάθεται απέναντι του. Είναι ο Γκονάς που αφήνει στο τραπέζι ένα μασούρι με δολάρια, για να προλάβει την αντίδραση του. Ο Τάιλερ στην αρχή τα χάνει, αλλά μετά πιάνει τα λεφτά και τα βάζει σε μια εσωτερική τσέπη του κοιτώντας μη τον βλέπει κανένας. Ο Γκονάς ευχαριστημένος που δεν έγινε σκηνή λέει:
«Επιτέλους σε βρίσκω».
«Μ’έψαχνες;» ρωτάει απορημένος και σιγά-σιγά μια ανατριχίλα διαπερνά το κορμί του.
«Ναι. Εδώ και πολύ καιρό. Ευτυχώς υπάρχουν παντού μάτια έτοιμα να δώσουν πληροφορίες».
«Γαμώ τη πουτάνα μου, κι εδώ με βρήκανε. Ποιος είσαι; Τι θες;»
«Ηρέμησε. Δεν ήρθα να σου κάνω κακό. Θέλω απλά μια πληροφορία».
«Και πως ξέρεις ότι την έχω εγώ;»
«Είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα να έχεις εσύ αυτό που θέλω».
Ψαρώνει για λίγο με την απάντηση και προσπαθεί να την επεξεργαστεί στο μυαλό του. Ο Γκονάς όμως θέλει να τελειώνει γρήγορα, οπότε λέει:
«Ήσουν πριν δύο και κάτι μήνες ο μεσάζων ανάμεσα στη Ρουθ Τζέιμσον και στους εργοδότες της. Σωστά;»
«Σωστά».
«Ωραία. Ποιος την έβαλε να κάνει τη δουλειά στη Νέα Υόρκη;»
«Δε ξέρω».
«Συγνώμη;» και τα μάτια του κλείνουν επικίνδυνα καθότι δεν είναι η απάντηση που έψαχνε.
«Βασικός όρος της Ρουθ ήταν να μην έχει ποτέ τετ-α-τετ με ανθρώπους που ζητούν νεκρούς. Γι’ αυτό έβαζε εμένα να έρχομαι σε επαφή με τους εργοδότες. Κι όλα γίνονταν μέσω γνωστών ή τηλεφώνου».
«Έστω. Τη τελευταία δουλειά πως τη πήρες;»
«Μου ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό. Μια φωτογραφία, η τοποθεσία και το ποσό που θα πληρωνόμασταν».
«Ok, κάτι είναι κι αυτό. Σου έχω μια καίρια ερώτηση τώρα. Που είναι αυτό το κινητό;»
«Στο παλιό μου σπίτι, στο Σαν Φρανσίσκο. Στη περιοχή Presidio Heights, οδός Λόκουστ. Το έχω κρυμμένο κάτω από το πάτωμα, στη γωνία της τηλεόρασης.
Υπεραρκετές πληροφορίες για τον Γκονάς. Κουνάει το κεφάλι σε ένδειξη αποχαιρετισμού και πάει να σηκωθεί όταν ο Τάιλερ του κάνει νόημα με τα χέρια να περιμένει. Αμέσως τον ρωτάει:
«Περίμενε. Δε μου είπες, ποιος είσαι;»
«Κανένας σημαντικός. Έχεις αρκετά λεφτά για να ξεχάσεις και εμένα και αυτή τη συζήτηση. Συνεννοηθήκαμε;»
«Ναι».
Σηκώνεται και πάει να τον προσπεράσει. Μια φλασιά όμως περνάει από το μυαλό του Τάιλερ και πιάνει το χέρι του Γκονάς. Αμέσως τον σταματά και τον ρωτά:
«Η Ρουθ; Είναι ζωντανή η Ρουθ;»
Ο Γκονάς σκέπτεται πολύ την απάντηση του. Από την μία τον λυπάται που έχασε τη μόνη του φίλη, αλλά από την άλλη δε θέλει εξωτερικούς παράγοντες σε αυτή την υπόθεση. Οπότε απαντάει:
«Κάηκε πριν δυόμιση μήνες».
Και τραβάει απότομα το χέρι του και φεύγει. Ο Τάιλερ πέφτει για λίγο και κοιτάζει τη σούπα του. Μπορεί να ήταν σκύλα ή και απόμακρη αλλά ποτέ δε ξέχασε ότι αυτή του έδωσε μια ευκαιρία. Μια δουλειά. Κάτι για να πορευτεί. Έστω κι αν ήταν μεσάζων του αίματος, ήταν κάτι γι’ αυτόν. Κλείνει τα μάτια του ως μια νοητή ένδειξη συμπόνιας προς τη «νεκρή» φίλη του.
Η οποία νεκρή φίλη του σ’ αυτό το διάστημα είχε πάρει στο κατόπι τον Τρόι, μέσα στο σπίτι του. Του μιλούσε, του φώναζε αλλά εκείνος έκανε το ψόφιο κοριό. Μετά τη τελευταία ερώτηση της, ο Τρόι της έδωσε ένα ξερό «δε ξέρω» και εξαφανίστηκε για τρεις μέρες, ψάχνοντας για αποστολές. Οι αποστολές όμως σώθηκαν και πλέον ο Τρόι καλείται να αντιμετωπίσει τη τσατισμένη Ρουθ που δε σκοπεύει να τον αφήσει ήσυχο.
Τον ακολουθεί από πίσω και του φωνάζει. Εκείνος πάει στο δωμάτιο του και κλείνει τη πόρτα στα μούτρα της. Οργισμένη η Ρουθ παίρνει μια βαθιά ανάσα και κοπανάει τη πόρτα με το δεξί της πόδι. Την σπάει και μπαίνει μέσα λέγοντας:
«Δε θα ξεφύγεις έτσι εύκολα, αρχίδι. Θα μου πεις ή θα σου κάνω το σπίτι καλοκαιρινό».
«Δε μπορώ να σου πω ηλίθια. Με διέταξαν να μη μιλήσω επί του θέματος».
«Μπα; Αυτό δεν ήταν εμπόδιο μέχρι τώρα. Ξαφνικά ακολουθείς εντολές μεγάλε;»
«Είναι πιο περίπλοκο απ’όσο φαντάζεσαι».
«Μ’ένα ναι η μ’ένα όχι. Απάντησε μου. Είμαι Ισορροπίστρια;»
«ΔΕ ΞΕΡΩ».
Είναι η στιγμή που μπερδεύει τη Ρουθ ακόμα περισσότερο. Δεν ήταν η απάντηση που περίμενε και αυτό τη κάνει να κολλήσει και να μη μπορεί να βγάλει άχνα. Ο Τρόι σκύβει το κεφάλι και κοιτάζει δεξιά κι αριστερά από το άγχος του. Η Ρουθ τότε ψελλίζοντας λέει:
«Πω…π…πως γίνεται να μην ξέρεις; Είσαι ο γαμημένος Ισορροπιστής. Η γνώση του σύμπαντος είναι δική σου. Δε καταλαβαίνω».
«Ούτε εγώ. Όταν σε είδα πρώτη φορά στη Νορβηγία κόλλησα. Είδα το χρυσό αίμα στις φλέβες σου. Απόδειξη ότι ανήκεις στην οικογένεια μας, στη γραμμή αίματος του Πρώτου Ισορροπιστή».
«Γραμμή αίματος;» και τον κοιτάζει περίεργα.
«Ναι, Ρουθ. Πως νομίζεις ότι προκύπτουν οι υποψήφιοι; Είμαστε επίγονοι των απογόνων του Πρώτου. Κι εσύ ανήκεις στην οικογένεια. Η εκτίμηση μου αυτή γιγαντώθηκε όταν το βράδυ που σε έφερα εδώ η Φρουρά προσπάθησε να κάνει τα κόλπα της στο μυαλό σου αλλά…».
«Δε λειτούργησε. Δε πιάνει η ρύθμιση σε Ισορροπιστές. Ωραία, αλλά μέχρι τώρα απ’αυτά που λες αποδεικνύεται ότι είμαι Ισορροπίστρια».
«Όχι. Για πρώτη φορά στην ιστορία βγαίνει πέμπτος υποψήφιος. Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ αυτό».
Η Ρουθ ακόμα πιο μπερδεμένη κάθεται στο ξεσκέπαστο κρεβάτι του. Εκείνος έρχεται δίπλα της και κάθεται. Βαριαναστενάζουν και οι δύο καθώς το κλίμα είναι αμήχανο και περίεργο. Η Ρουθ λέει:
«Οπότε….».
«Όποτε Ρουθ, η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω πέρα από το δε ξέρω, είναι το είσαι μια ανωμαλία».
«Ανωμαλία. Μάλιστα».
«Δεν έχω άλλη εξήγηση να σου δώσω. Όντως ξέρω πάρα πολλά που οι άνθρωποι θα αργήσουν να μάθουν. Όμως εσύ είσαι ένα σκοτεινό σημείο. Και δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ».
«Οι Ρυθμιστές όμως…».
«Αμφιβάλλω αν ξέρουν. Αλλά ακόμα κι αν ξέρουν, του έχεις δει, τους γνώρισες. Σου φαίνονται άτομα που θα μπουν στη διαδικασία να συζητήσουν ένα τόσο λεπτό θέμα».
Ο τελευταίος της αναστεναγμός αποτέλεσε την απάντηση του. Η κατάσταση μεταξύ τους εξομαλύνεται και ηρεμούν και οι δύο. Η Ρουθ βασανίζεται ακόμα αλλά τουλάχιστον έχει μια υποτυπώδη απάντηση. Τώρα όμως έρχεται η σειρά του Τρόι που λέει:
«Σειρά σου τώρα».
«Τι;» τον κοιτάζει απορημένη.
«Πριν τρεις μέρες μου είπες μια αλήθεια για μια αλήθεια. Σου είπα ότι ήξερα για σένα. Κι απ’ότι κατάλαβα έχεις κι εσύ να μου πεις κάτι».
Η μεγάλη στιγμή ήρθε. Η Ρουθ θα έρθει αντιμέτωπη με το φόβο του Ισορροπιστή. Δε μπορεί να κρύβεται άλλο. Σηκώνεται και πάει προς την έξοδο του δωματίου. Έχε ιδρώσει σε δευτερόλεπτα. Οι παλμοί της αναβαίνουν με γεωμετρική πρόοδο. Κλείνει τα μάτια και σφίγγει τα χείλη. Δεν υπάρχει γυρισμός πλέον. Ο Τρόι σηκώνεται καχύποπτος και τη κοιτάζει περίεργα. Η Ρουθ παίρνει τις τελευταίες της ανάσες. Εκείνος ρωτάει:
«Ρουθ; Τι έκανες;»
Η Ρουθ γυρίζει προς το μέρος του. Τον κοιτάζει στα μάτια, σφίγγει τις μπουνιές της και λέει:
«Πριν τρία χρόνια πληρώθηκα για να δολοφονήσω έναν άνθρωπο. Και το έκανα. Έπεσε μαζί με τη γυναίκα του από ένα γκρεμό επειδή πείραξα τα φρένα».
«Πριν τρία χρόνια…..πέθαναν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…ο πατέρας μου και η μάνα μου».
Η Ρουθ κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι της σαν επιβεβαίωση. Ο Τρόι έρχεται αντιμέτωπος με μια αλήθεια που δεν ήξερε. Οι φλέβες του τινάσσονται από το κορμί του. Η θερμότητα στο σπίτι ανεβαίνει κατακόρυφα. Η Ρουθ νοιώθει την οργή να της σφίγγει το λαιμό. Κάνει μερικά βήματα πίσω, αλλά ο Τρόι την ακολουθεί. Από το απέναντι διαμέρισμα τρεις Φρουροί βλέπουν τον Τρόι οργισμένο. Το τετράγωνο γύρω από τη πολυκατοικία του Τρόι σείεται. Η οργή του Ισορροπιστή ισοδυναμεί με βιβλική καταστροφή. Η Ρουθ κάνει τα βήματα της πιο βιαστικά και σκοντάφτει σ’ένα καναπέ. Ο Σουγκουλέ βγαίνει από το δωμάτιο και βλέπει τον οργισμένο Τρόι. Του φωνάζει:
«ΤΡΟΙ, ΣΤΑΜΑΤΑ».
Ο Τρόι όμως δεν ακούει. Πλησιάζει απειλητικά τη Ρουθ που έχει τρομοκρατηθεί πραγματικά και τρέμει σύγκορμη. Τα μάτια του είναι χρυσά. Τα ρούχα του ξεσκίζονται από τη θέρμη, οι πατημασιές του αφήνουν καπνούς και η γη σείεται πιο δυνατά. Ο Τρόι τότε φέρνει στα χέρια του τις Αλυσίδες της Κάλντερ. Στα δικά του χέρια βγάζουν καρφιά και παίρνουν ένα πύρινο χρώμα. Η Ρουθ ανασαίνει γρήγορα. Απέξω η γη αρχίζει να ραγίζει. Ο Τρόι λέει τότε:
«Όνομα».
«Τ…τ…τι;»
«ΟΝΟΜΑ! ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΠΛΗΡΩΣΕ!»
«Ντέρεκ Ορτέγκα. Έμπορος ναρκωτικών στο Οχάιο!»
Μέσα στο σεισμό, ο Τρόι βγάζει μια απότομη κραυγή και εξαφανίζεται αφήνοντας παντού σκόνη χρυσαφιού και θείου στον αέρα. Όλα ηρεμούν απότομα. Η Ρουθ ακόμα βαριανασαίνει και ο Σουγκουλέ τρέχει κοντά της και την αγκαλιάζει σα πατέρας. Εκείνη χάνεται στην αγκαλιά του και αρχίζει και κλαίει σα μωρό. Οι Φρουροί απέναντι κοιτάζονται μεταξύ τους και λένε:
«Και τώρα;»
«Τίποτα. Αποστολή μας είναι να τον παρακολουθούμε. Κι αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε μέχρι νεωτέρας εντολής».
Στο Σαν Φρανσίσκο, ο Γκονάς βρήκε το σπίτι του Τάιλερ και πολύ εύκολα εντόπισε το κινητό του. Κάθισε στο σκονισμένο καναπέ του άδειου σχεδόν σπιτιού του, άφησε το κινητό από αριστερά και το σύνδεσε με το λάπτοπ που εμφάνισε με μία κίνηση των δαχτύλων. Αμέσως βρήκε τη κλήση καθώς και τι ώρα έγινε, αλλά ο αριθμός απόρρητος. Όποτε το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να εντοπίσει από πού είχε γίνει εκείνη η κλήση. Μέσω μιας εφαρμογής κατάφερε να φέρει μπροστά το χάρτη και να ξεκινήσει το σκανάρισμα.
Ενώνει τις παλάμες του και προσεύχεται για ένα θετικό αποτέλεσμα. Έψαχνε πολύ καιρό μόνος του τον Τάιλερ, καθώς οι άλλοι τρεις ήθελαν άλλες μεθόδους προσέγγισης του. Πλέον νοιώθει ότι είναι πολύ κοντά στη λύση του μυστηρίου. Ήδη ο χάρτης αρχίζει να κινείται και να εντοπίζει το τηλεφώνημα.
Όμως η χαρά του κρατάει για πολύ λίγο, καθώς παίρνει τη θέση της η περιέργεια. Ο χάρτης κεντράρει σ’ένα σημείο πολύ γνωστό. Κι όσο πάει τα δεδομένα χάνονται καθώς το συγκεκριμένο σημείο δεν μπορεί να καταγραφεί από κανένα χάρτη. Η κουκίδα του εντοπισμού σταματάει πάνω από μια περιοχή που έχει μωσαϊκό. Ο Γκονάς τρομάζει και μόνο στη θέα. Δε πιστεύει αυτό που βλέπει και αρχίζει να αγχώνεται. Τίποτα δε τελείωσε. Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα απ’ότι φαίνονται.
Σε μια άλλη πολιτεία της Αμερικής, στο Οχάιο, στην οδό Μάτζινγκερ εδρεύει ένα κλαμπ που ανήκει στον διαβόητο Ορτέγκα. Μεγάλο κεφάλι στη διακίνηση ναρκωτικών, με πολλά κλαμπς ως βιτρίνα και πολλά πάρε-δώσε με αστυνομίες και του Οχάιο και του Μίτσιγκαν.
Ο σαραντάχρονος διακινητής καθόταν στο γραφείο του στο τρίτο όροφο του κλαμπ του, απολαμβάνοντας το στοματικό που έκανε μία από τις πόρνες-μπαργούμαν του. Είναι αραγμένος πίσω, με την ιδρωμένη κοιλιά του γυμνή και χοντρή και να βγάζει καθαρούς αντρικούς ήχους απόλαυσης. Βαριαναστενάζει σε κάθε ρούφηγμα.
Ξαφνικά όμως κάτι ακούγεται απ’έξω. Οι μπράβοι του βγάζουν κραυγές πόνου. Ακούγονται βήματα πολύ βαριά να πλησιάζουν προς τη πόρτα του. Οι άνθρωποι του είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν αυτό που έρχεται. Ακούει πυροβολισμούς, αλλά τίποτα δεν τον σταματάει. Οι κραυγές τους είναι το μόνο που φτάνει στ’αυτιά του. Αμέσως σπρώχνει τη κοπέλα πίσω, κουμπώνει το παντελόνι του και βγάζει από το συρτάρι του ένα πιστόλι Ruger LCP. Μικρό και ευέλικτο πιστόλι με ενσωματωμένο laser. Αναποδογυρίζει το τραπέζι και καλύπτεται, ενώ η κοπέλα έχει κρυφτεί πίσω από ένα καναπέ. Έχει το πιστόλι παρατεταμένο προς τη πόρτα και περιμένει.
Τα βήματα του εχθρού είναι πολύ κοντά. Ξαφνικά ο τελευταίος μπράβος του προσπαθεί να προασπίσει τη πόρτα. Ακούγεται το χειρότερο ουρλιαχτό που έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του. Ησυχία για μερικά δευτερόλεπτα. Τότε, το πτώμα του μπράβου περνάει τη πόρτα και τη σπάει. Ο Ορτέγκα βλέπει ένα πτώμα με ξεσκισμένο λαιμό. Αμέσως κοιτάζει τρομαγμένος τη πόρτα και βλέπει τον Τρόι. Γεμάτος τρύπες στο κορμί του και με χέρια βουτηγμένα στο αίμα. Με βλέμμα πρωτόγονου άγριου και με μίσος να ξεχειλίζει από κάθε κύτταρό του κοιτάζει τον Ορτέγκα.
Ο Ορτέγκα μηχανικά πατάει τη σκανδάλη. Μερικές σφαίρες τον πετυχαίνουν κι άλλες χτυπάνε τοίχο. Η τελευταία σφαίρα πετυχαίνει τον Τρόι στο αριστερό μάγουλο και τον σταματάει για λίγο, γυρίζοντας το κεφάλι του. Ο Ορτέγκα περιμένει να πέσει. Όχι όμως. Κανένας άνθρωπος δε μπορεί να σκοτώσει τον Ισορροπιστή. Ο Τρόι επαναφέρει το κεφάλι του και κοιτάζει τον Ορτέγκα. Εκείνος βλέπει έναν Τρόι με ξεσκισμένο δέρμα στο αριστερό μάγουλο και καμένα ούλα. Κι όμως είναι ακόμα ζωντανός. Σηκώνεται όρθιος και μένει με ανοιχτό το στόμα. Ο Τρόι τηλεμεταφέρεται κοντά του και τον πιάνει από το λαιμό. Τον σέρνει και τον πετάει από το τζάμι του γραφείου. Ο Ορτέγκα χτυπάει και σπάει τα σε δύο ορόφους και προσγειώνεται πάνω σε κάτι τραπέζια.
Είναι ανάμεσα στους νεκρούς μπράβους του. Δυσκολεύεται να αναπνεύσει και δε νοιώθει τα κόκαλα του. Ο πόνος είναι κολασμένος. Ανοίγει το στόμα του προσπαθώντας να βγάλει μια κραυγή, αλλά δε μπορεί. Αντ’αυτού ακούει βήματα κοντά του. Ο Τρόι έρχεται από πάνω του, τον πιάνει από το γιακά και τον σηκώνει λίγο, ρωτώντας τον:
«Μάικ και Έλι Σίλβερ. Τους ξέρεις;»
«Ν…..ν…ναι….ναι!»
«Εσύ έβαλες να τους σκοτώσουν;»
«Ε….ε…εγώ. Εγώ…ναι».
Τον αφήνει να πέσει κάτω και κάνει μερικά βήματα πίσω. Εκείνος συνεχίζει να βαριανασαίνει και σχεδόν να χάνει την αναπνοή του. Ο Τρόι όμως δε σκοπεύει να τον αφήσει να πεθάνει τόσο απλά. Από το δεξί του χέρι σχηματίζεται ένα λάσο. Είναι το Ζωντανό Λάσο του Καουμπόι Ισορροπιστή. Μόλις σχηματιστεί στο χέρι του, τινάζει τη μία άκρη και δένεται μαγικά στη μέση του Ορτέγκα. Τον σηκώνει όρθιο και τον κρατάει σ’αυτή τη στάση λέγοντας του:
«Όχι μεγάλε. Αυτοί που σκότωσες ήταν οι γονείς μου. Δε θα πεθάνεις απλά από ασφυξία».
Ο Ορτέγκα ανοίγει διάπλατα τα μάτια του, έκπληκτος από αυτή τη δήλωση, και ο Τρόι τραβάει απότομα το Λάσο από τη μέση του. Με μία ταχύτατη κίνηση το στριφογυρίζει και το ξαναρίχνει. Το Λάσο παίρνει τώρα τα ηνία και περικλείει τον Ορτέγκα. Ο Τρόι κρατάει τη μία άκρη και βλέπει το σχοινί να απλώνεται παντού και να σφίγγει τη ζωή του Ορτέγκα. Νοιώθει πολύ άγριος εκείνη τη στιγμή που το κάνει. Ο Ορτέγκα νοιώθει την ασφυξία να τον φιλάει. Το σκοινί φθάνει στο κεφάλι του και αρχίζει να κρύβει τα πάντα. Η ασφυξία όμως είναι το λιγότερο. Το Λάσο πιέζει όλο και πιο πολύ και τα πρώτα κόκαλα ακούγονται που σπάζουν. Ο Ορτεγκα μουγκρίζει από το πόνο. Ο Τρόι λέει:
«Πιο δυνατά!»
Και το Λάσο σφίγγει το σώμα ακόμα πιο πολύ. Ο Ορτέγκα είναι σα μούμια που συρρικνώνεται. Τα σπασίματα ακούγονται με διαφορά δέκατων και οι κραυγές εξασθενούν. Το αίμα αρχίζει να πιτσιλάει από τις οπές. Ο Τρόι ακόμα πιο οργισμένος τραβάει μία το λάστιχο για να σταματήσει τη πίεση. Για λίγο σταματάει. Μικρά ποταμάκια ξεχειλίζουν και βάφουν το Λάσο. Τότε ο Τρόι το τραβάει δυνατά, το σηκώνει και το κατεβάζει με δύναμη στο πάτωμα. Επαναλαμβάνει τη κίνηση πολλές φορές σε διαφορετικές κατευθύνσεις, αφήνοντας παντού στάμπες από αίματα και κομμάτια κρέατος. Στο τελευταίο του σήκωμα το τινάζει και τραβάει το σκοινί. Το Λάσο ταχύτατα φεύγει και μια άμορφη μάζα από αίμα, υγρά και σπασμένα κόκαλα κολλάει στο βορινό τοίχο.
Η εκδίκηση πάρθηκε και ο Τρόι ικανοποίησε την δίψα του για αίμα. Το Λάσο τυλίγεται απότομα στο χέρι του και εξαφανίζεται. Φεύγει από τη μπροστινή είσοδο όπως ακριβώς ήρθε. Η μπαργούμαν εμφανίζεται και βλέπει το μακελειό στο κλαμπ. Παντού νεκροί και αίμα. Αμέσως ένα δάκρυ φεύγει και βγάζει μια κραυγή τρόμου και απελπισίας.
Στο απέναντι διαμέρισμα από του Τρόι, οι Φρουροί κοιτούν ακόμα προσηλωμένοι προς το διαμέρισμα. Την αποστολή τους όμως τη διακόπτει ο Δίραξ, που εμφανίζεται ξαφνικά και ρωτά:
«Τι κάνετε εδώ, ρε σεις;»
«Έχουμε εντολή από τη Κλόμα να παρακολουθούμε τον Τρόι».
«Μάλιστα. Ξεχάστε την. Γυρίζουμε πίσω».
«Μα…».
«Δεν έχει μα, Βάιλοκ. Έχουμε πολλή δουλειά στο αρχοντικό».
Όλοι υπακούν και αποϋλοποιούνται την ίδια στιγμή που ο Τρόι ξαναμπαίνει στο σπίτι του. Ο Σουγκουλέ σηκώνεται και στέκεται μπροστά του σαν ασπίδα, ενώ η Ρουθ είναι ακόμα κουλουριασμένη στον εαυτό της και κατατρομαγμένη. Ο Τρόι κοιτάζει τον Σουγκουλέ και λέει:
«Μην ανησυχείς. Δε θα τη πειράξω».
Μετά κοιτάζει τη Ρουθ και της λέει:
«Είχες δίκιο τελικά».
«Για ποιο πράγμα;»
«Όντως αυτή η αλήθεια θα αλλάξει τη μεταξύ μας σχέση. Τώρα μου έδωσες έναν ακόμη λόγο για να τελειώνω με αυτή την υπόθεση ακόμα πιο γρήγορα».
«Κι εγώ θα σου δώσω ακόμα έναν για να τη τελειώσεις ταχύτερα».
Όλοι γυρίζουν και βλέπουν τον Γκονάς να στέκεται στη πόρτα. Είναι καταβεβλημένος, αγχωμένος και τρομαγμένος. Η Ρουθ σηκώνεται και ο Σουγκουλέ τον κοιτάζει καχύποπτα. Ο Τρόι ρωτάει:
«Γκονάς, τι συμβαίνει;»
«Εδώ και καιρό έψαχνα τον φίλο της Ρουθ για να πάρω πληροφορίες. Τον βρήκα και βρήκα και το κινητό που έγινε η κλήση, που έστειλε τη Ρουθ εναντίον σου. Έκανε εντοπισμό».
«Και είναι τόσο σοβαρό;»
«Ναι. Η κλήση έγινε από το αρχοντικό».
Και μεμιάς όλοι παγώνουν. Σα να σταμάτησε ο χρόνος για πάντα. Δε μπορούν να δεχτούν αυτό που άκουσαν. Ο Γκονάς τότε σπάει τη σιωπή ρωτώντας:
«Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;»
«Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Κάποιοι έβαλαν τη Ρουθ δίπλα μου. Κάτι θέλουν».
«Η κάποιον υπακούουν». και όλοι κοιτάζουν τον Σουγκουλέ. Εκείνος συνεχίζει λέγοντας.
«Πολύ αμφιβάλλω αν αυτή η σκευωρία στήθηκε από ένα μόνο άτομο μέσα στο αρχοντικό. Υπάρχει ανώτερος σκοπός και ανώτερος εγκέφαλος στην υπόθεση».
Όλοι σκέφτονται τα λόγια του και όλοι δέχονται ότι είναι σωστά. Κάποιος κινεί νήματα και τους παίζει όλο αυτό τον καιρό. Ο Τρόι τότε λέει:
«Έχεις δίκιο. Που σημαίνει ότι πρέπει να επιταχύνουμε τις διαδικασίες μας».
«Ποιες διαδικασίες;» ρωτάει ο Γκονάς.
«Σύντομη ιστορία. Εγώ έστησα τη φάση με τον Ρώσο. Εγώ και τη δίκη. Ήθελα αυτά τα δύο αντικείμενα για να μπω στη Ατσαλένια Πόλη και να πάρω απαντήσεις. Μην ξεκινήσεις τη μίρλα και μη τίποτα στους άλλους».
«Εδώ που φτάσαμε….εμπιστεύομαι περισσότερο εσένα παρά την ίδια μου την οικογένεια».
Ξαφνιάζεται ευχάριστα από την απάντηση και ψιλοχαμογελάει. Πλέον μπορεί να συνεχίσει αβίαστα. Γυρίζει προς το Σουγκουλέ και τον ρωτάει:
«Βρήκες το τρίτο αντικείμενο;»
«Δυστυχώς, ναι».
«Δε μου άρεσε αυτό το δυστυχώς».
«Τα Γάντια θα βρουν τη Πόλη. Οι Αλυσίδες θα σε κρατήσουν για να μη χαθείς στο χωροχρόνο. Αλλά, χρειάζεσαι κάτι για να σε κρατήσει ακέραιο και να μην αλλάξει η ανθρώπινη σύσταση όσο θα είσαι στη πόλη. Μια συγκεκριμένη ουσία».
Γκονάς και Τρόι ανοίγουν τα μάτια και προσεύχονται να μην είναι αυτό που νομίζουν. Η Ρουθ απλά περιμένει να ακούσει. Ο Σουγκουλέ κατεβάζει το κεφάλι και παίρνει μια βαθιά απογοητευμένη ανάσα. Ο Τρόι ρωτάει με σφιγμένη τη καρδιά:
«Είναι αυτό που νομίζω;»
«Δυστυχώς, μικρέ. Χρειαζόμαστε το Κροατόαν».
Και ξανά πάγος στην ατμόσφαιρα. Αυτό που απεύχονταν, αυτό είναι τελικά. Κατεβάζουν το κεφάλι τους συμμεριζόμενοι την μαύρη ιστορία που κουβαλάει αυτό το όνομα. Η μόνη φυσικά που δεν έχει καταλάβει είναι η Ρουθ που λέει:
«Έχω διαβάσει αυτή την ιστορία. Που χάθηκαν όλοι οι κάτοικοι από ένα νησί και έμεινε μόνο αυτή η λέξη σ’ένα δέντρο».
Κανένας δεν της απαντάει και αρχίζει να τη ψυλλιάζεται τη δουλειά. Αγριεύει το βλέμμα της και λέει:
«Αλλά απ’ότι φαίνεται αυτή είναι η επίσημη εκδοχή. Εσείς μάλλον ξέρετε καλύτερα τι έγινε. Έτσι δεν είναι;»
«Η λέξη Κροατόαν» λέει ο Τρόι και γυρίζει προς το μέρος της «αποτελεί τη σύμπτυξη ενός ονόματος. ΚαΡλΟς ΑΤιλάνΟ ντε λΑ Νογκάλες».
«Ισορροπιστής;»
«Ο Αυτόχειρας Ισορροπιστής. Πήρε το προσωνύμιο μετά από αυτή την υπόθεση. Η τελευταία που είχε αναλάβει. Και δεν εξαφανίστηκαν οι κάτοικοι, Ρουθ».
«Εξαϋλώθηκαν». συμπληρώνει ο Σουγκουλέ.
«Και μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταλάβει ακριβώς τι έχει γίνει». ολοκληρώνει ο Γκονάς.
Η Ρουθ για ακόμα μια φορά βρίσκεται μπροστά από κοσμογονικές αποκαλύψεις και ταράσσεται. Σφίγγει τα χείλια της γιατί έχει διαβάσει την ιστορία και τρομερές υποψίες κόβουν σα λεπίδες το μυαλό της. Ο Τρόι, με το βλέμμα του ενόχου, κάνει μερικά βήματα μπροστά της και λέει:
«Ρουθ, αυτό που έγινε τότε, στο νησί Ρόανοκ αποτελεί μία από τις μαύρες και άλυτες υποθέσεις των Ισορροπιστών. Ακόμα δεν έχουμε μάθει τι έγινε».
«Για να καταλάβω. Δε προλάβατε το κακό;»
«Όχι, μικρή μου. Μακάρι να ήταν τόσο απλό». λέει ο Σουγκουλέ.
«Εμείς το προκαλέσαμε. Εμείς κάναμε τη γενοκτονία».
Τα μάτια της Ρουθ αστράφτουν από θυμό και έκπληξη. Οι υπερασπιστές της Γης, υπαίτιοι για γενοκτονία. Τους κοιτάζει έναν-έναν και τέλος φτάνει στο Τρόι. Με έκδηλη οργή ρωτάει:
«Τι κάνατε ρε πούστηδες;»
Την ώρα της οργίλης ερώτησης, ένα βαν έμπαινε με μεγάλη ταχύτητα στη κωμόπολη Τσου της Ιαπωνίας. Μέδουσα και Γοργόνες πάτησαν γκάζι από την Οσάκα μέχρι εδώ, καταδιωκόμενες από μια ντουζίνα περιπολικά. Δεν τους ένοιαζε όμως, καθώς αυτή ήταν η διασκέδαση τους για την επαναφορά της Μέδουσας. Να φωνάζουν, να τρέχουν και να πίνουν σας έφηβα κολεγιόπαιδα.
Μόλις μπαίνουν στη κωμόπολη η Μέδουσα πατάει ακόμα πιο πολύ το γκάζι και τρέχει προς το λιμάνι. Τα περιπολικά προσπαθούν να την εμβολίσουν, αλλά μάταια. Το βαν είναι δυνατό και η Μέδουσα ικανότατη οδηγός. Χτυπάει οποιοδήποτε αμάξι βρεθεί στο δρόμο της και κάνει τους περαστικούς να τρέχουν για να ξεφύγουν.
Η θάλασσα είναι μπροστά της. Δείχνει τα δόντια της και τρελαίνεται από χαρά. Οι Γοργόνες βλέπουν το γαλάζιο και ετοιμάζονται. Οι αστυνομικοί πυροβολούν τα λάστιχα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια. Το όχημα αρχίζει να χάνει ταχύτητα. Η Μέδουσα όμως δεν είπε τη τελευταία της λέξη. Λέει στις Γοργόνες:
«Κρατηθείτε».
Και με μια απότομη στροφή το όχημα ντελαπάρει και αρχίζει να κάνει σβούρες στο δρόμο. Τα περιπολικά σταματούν, καθώς δε μπορούν να κάνουν τίποτα. Το βαν συνεχίζει τις σβούρες μέχρι που σπάει τα κιγκλιδώματα και βρίσκεται στη θάλασσα.
Οι αστυνομικοί φτάνουν στο κιγκλίδωμα και βλέπουν το βαν να επιπλέει. Άδειο όμως. Μένουν να κοιτάζονται μεταξύ τους για το τι έγινε. Η απάντηση είναι δύο χιλιόμετρα μακριά τους.


Ένας παφλασμός φαίνεται στον ορίζοντα και σώματα χτυπούν στο νερό. Είναι οι γοργόνες που πήραν τη πραγματική τους μορφή, μισό ψάρι μισό γυναίκα και με οδηγό την Μέδουσα καταδύονται στα βαθιά νερά. Η Μέδουσα με τη τερατώδη της μορφή τους κάνει νόημα με τα δάχτυλα. Όλες μαζί με μία κίνηση χάνονται προς τα δυτικά. Προς την Αμερική.


Γιώργος Πουρλιάκας