Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.10.17

Χάνσελ και Γκρέτελ (Διήγημα) Μετά το Happy End

Χάνσελ και Γκρέτελ
Χάθηκε στα μάτια του, νιώθοντας την ίδια δίψα με εκείνον. Καμιά φορά η απόλαυση έρχεται από πράγματα που ποτέ δεν φανταζόσουν. Η γλώσσα της χάιδεψε τα χείλη της. Ένας έντονος ήχος κραυγών απέσπασε την προσοχή της και, σχεδόν με αστραπιαία ταχύτητα, γύρισε το κεφάλι της προς την κατεύθυνση της μητέρας της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι στο οποίο καθόταν και την πλησίασε με αργά βήματα. Χάιδεψε απαλά τα καστανά, σγουρά μαλλιά που από μικρή λάτρευε ν’ αγγίζει και χαμογέλασε.

«Σςς... Ησύχασε.» Σήκωσε την ίδια στιγμή το κεφάλι για να κοιτάξει τον αδερφό της. Εκείνος, γυμνός από την μέση και πάνω, με αρκετά σημάδια στο στέρνο που είχαν παραμείνει μετά από τόσα χρόνια, την κοίταζε με βλέμμα ικανοποίησης.
Άφησε τα μαλλιά ελεύθερα και χάιδεψε το μάγουλο της γυναίκας σκουπίζοντας τα δάκρυα που κυλούσαν. Διάφορες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, μα ήξερε πως έπρεπε να περιμένει. Η πείνα επανήλθε και η Γκρέτελ ήθελε να την κοπάσει. Το χέρι του αδερφού της έπιασε σφιχτά τον καρπό της και εκείνη τον κοίταξε με άγριο τρόπο.
«Όχι, ακόμα!» ήταν αυστηρός μα και τόσο αισθησιακός συνάμα. Τουλάχιστον έτσι έφτανε στα αυτιά της η φωνή του.
Απομακρύνθηκε από κοντά του και ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι. Ο Χάνσελ ανέβηκε πάνω της και ακινητοποίησε τα χέρια της με ένα δυνατό κράτημα που σίγουρα θα άφηνε σημάδια. Γέλασαν ταυτόχρονα και έπειτα επιτέθηκε ο ένας στα χείλη του άλλου. Τα δόντια της έσκιζαν το κάτω χείλος του και γευόταν τις σταγόνες αίματος με ζωώδη τρόπο γεμάτο απόλαυση. Οι κραυγές της γυναίκας δυνάμωσαν καθώς προσπαθούσε  να ζητήσει βοήθεια, όμως το στόμα της ήταν κλειστό και οι αντοχές της μετά από τόσο καιρό είχαν μειωθεί.
«Δεν θέλω να περιμένω άλλο» εκείνη ούρλιαζε καθώς τον άκουγε να γελάει ατάραχος στην ξύλινη καρέκλα που καθόταν.
«Δεν ήρθε η ώρα Γκρέτελ. Είχαμε δώσει μια υπόσχεση, θυμάσαι;» το βλέμμα του την έκανε να νιώθει ανήμπορη να εναντιωθεί στην επιθυμία του, μα η πείνα την ωθούσε να πάρει αυτό που ήθελε.
«Είμαστε μαζί. Είμαι πλέον ενήλικη. Γιατί αυτό δεν σου αρκεί;» πλησίασε με γρήγορα βήματα κοντά του κα γονάτισε. Τον κοίταζε στα μάτια ελπίζοντας να της πει ναι. Να της δείξει ότι αυτό αρκούσε.
Το χέρι του χάιδεψε τα μαλλιά της και εκείνη ρίγησε στην επαφή. Από μικρή απολάμβανε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να κοιμάται στην αγκαλιά του. Πλέον όμως ήταν ελεύθεροι. Ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν.
«Δεν σε καταλαβαίνω, Γκρέτελ. Εσύ ήσουν αυτή που ήθελε την δύναμη. Εσύ βρήκες τον τρόπο και καταφέραμε να τον φέρουμε εις πέρας μέχρι σήμερα. Τώρα τι είναι αυτό που ζητάς; Να τα παρατήσουμε όλα; Εγώ δεν θα τα παρατήσω και το καλό που σου θέλω να κάνεις και εσύ το ίδιο!» σηκώθηκε απότομα κάνοντάς την να πέσει πίσω.
Τα χείλη της σφίχτηκαν και ένιωσε θυμό να την πλημμυρίζει. Ξαφνικά τα θέλω της πέρασαν σε δεύτερη μοίρα για εκείνον. Εκείνον που τόσα χρόνια την είχε πάνω απ’ όλους και όλα. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το δάσος. Έπρεπε να βρει καινούριο τρόπο. Έναν τρόπο που θα της έδινε αυτό που ήθελε την στιγμή που το ήθελε.
Το δάσος ήταν ακόμα ίδιο με τότε που τους είχε αφήσει η μητέρα τους μέσα στα δέντρα. «Δαίμονες» έτσι τους είχε αποκαλέσει και εκείνη γελούσε ακόμα με αυτήν την λέξη. Έπαιζε στο μυαλό της την στιγμή που η μητέρα τους τους είδε να φιλιούνται στο δωμάτιο.
Πριν το καταλάβει είχε φτάσει σε εκείνο το σπίτι που ήταν φτιαγμένο από γλυκά και παντεσπάνι. Η διαφορά όμως ήταν πως το μέρος το είχαν τυλίξει άγρια χόρτα και κισσοί κάλυπταν την σκεπή του. Οι μυρωδιά της μούχλας κυριαρχούσε στον χώρο και τα παράθυρα από καραμέλα είχαν απλά λιώσει και κολλήσει στα τοιχώματα.  Έσπρωξε την πόρτα και εκείνη αντί να ανοίξει απλά διαλύθηκε σε μικρά ξερά κομμάτια από παντεσπάνι. Προχώρησε στο εσωτερικό και είδε πως ο χώρος ήταν ακριβώς όπως τον θυμόταν. Πέρασε προσεκτικά μέσα από την κουζίνα και έφτασε στο δωμάτιο με το βιβλίο. Ήξερε πώς εκεί ήταν ασφαλές, κανείς δεν τολμούσε να μπει στο σπίτι της μάγισσας. Έψαξε τις σελίδες του και τελικά έφτασε στο σημείο που ήθελε. Για να καταφέρεις να γίνεις μία από εμάς θέλει μεγάλη θυσία. Θυσία ψυχής. Όλα τα χρόνια σκλαβιάς να μετατραπούν σε θάνατο. Θυσία που θα προέρχεται από αίμα συγγενή. Και τελικό το αίμα αυτής που σε έφερε στη ζωή. Όμως το αίμα δεν αρκεί. Η σάρκα είναι αυτή που θα σε αναστήσει.
Συνέχισε για ώρες να ψάχνει έναν τρόπο ώστε να επισπεύσει την διαδικασία. Για εκείνη η εποχή είχε φτάσει όμως ο αδερφός της έπρεπε να περιμένει ακόμα δύο χρόνια καθώς ήταν μεγαλύτερος. Τότε είδε κάτι που την έκανε επιτέλους να χαμογελάσει. «Ξόρκι ανάστασης». Έσκισε την σελίδα και αμέσως πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Όπως το περίμενε, ο Χάνσελ μαγείρευε και όλο το μέρος μύριζε θαυμάσια. Η μυρωδιά του αίματος και της ψημένης σάρκας είχαν μεθυστική επίδραση πάνω της. Σχεδόν ξέχασε αυτό που είχε ανακαλύψει.
Είχαν περάσει ήδη εννιά χρόνια και τώρα ήταν η στιγμή που έπρεπε να γίνει. Εννιά χρόνια ήταν πολύς καιρός και δεν σκόπευε να ξοδέψει ούτε λεπτό περισσότερο. Θυμήθηκε την μάγισσα να καίγεται στον φούρνο και να ουρλιάζει ενώ εκείνη χαμογελούσε ευχαριστημένη. Της είχε μάθει τόσα πολλά όμως δεν θα άφηνε κανέναν να κάνει κακό στον αδερφό της. Εκείνος ήταν ότι είχε και ποτέ δεν θα τον εγκατέλειπε. Χαμογέλασε όταν το βλέμμα του κατέληξε πάνω της.
«Που ήσουν;»
«Χρειαζόμουν λίγο αέρα. Με επηρέαζε υπερβολικά το να βρίσκομαι εδώ μέσα και να την ακούω. Τώρα, νιώθω πολύ καλύτερα.» χαμογέλασε για να τον πείσει καθώς κάθισε στην θέση της απέναντί του.
«Χαίρομαι που συνήλθες. Εξάλλου σου ετοίμασα κάτι ιδιαίτερο!» της έδειξε το τραπέζι.
Ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι κρέας υπήρχε στο κέντρο του πιάτου της. Καλοψημένο με υπέροχη μυρωδιά και με υπέροχο χρώμα που ειλικρινά δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσει να τρώει. Την προσοχή της όμως απέσπασε το ποτήρι δίπλα της. Ένα αρκετά μικρό ποτήρι που ήδη γνώριζε πως δεν περιείχε νερό. Ο αδερφός της ήθελε να την ηρεμήσει δίνοντάς της κάτι από αυτά που είχαν κρατήσει στην αποθήκη από τον πατέρα τους. Έπιασε το ποτήρι με προσμονή και το έφερε στα χείλη της λαίμαργα. Αφού ήπιε την μικρή ποσότητα αίματος ένιωσε ξαφνικά πιο δυνατή και ζωντανή. Του χαμογέλασε και ξεκίνησε να τρώει.
«Σκέφτηκες ποιος θα είναι ο επόμενος; Μένουν δύο χρόνια μέχρι να έρθει η στιγμή της μητέρας μας. Πρέπει να βρούμε όποιον συγγενή έχει απομείνει για να καλύψουμε αυτά τα δύο χρόνια»
«Μην ανησυχείς. Θα το φροντίσω εγώ αυτό. Εξάλλου, εγώ διάλεξα και τους προηγούμενους.»
Στην τελευταία αυτή κουβέντα το χέρι του Χάνσελ σφίχτηκε. Εκείνη το παρατήρησε μα αποφάσισε να μην δώσει σημασία. Ήξερε πως ζήλευε όταν πλησίαζε άλλα άτομα και περνούσε χρόνο μαζί τους. Μα μόνο έτσι θα πετύχαινε τον σκοπό της.
Χωρίς να της μιλήσει σηκώθηκε και μάζεψε τα πιάτα πριν εξαφανιστεί στο δωμάτιο του. Τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ μυστήρια η συμπεριφορά του. Την πονούσε πιο πολύ απ’ ότι παλιά και ήταν πολύ προστατευτικός απέναντί της. Κάποια στιγμή μάλιστα της είπε με θλιμμένο τρόπο ότι πλέον δεν ήταν το μικρό κοριτσάκι του. Εκείνη γέλασε και τον φίλησε τρυφερά λέγοντάς του ότι πάντα θα ήταν για εκείνον. Φάνηκε να την πιστεύει μα, τώρα έβλεπε καθαρά πως ο Χάνσελ ήταν τυφλωμένος από την ζήλια του και θα κατέστρεφε τα πάντα αν περίμενε δύο χρόνια ακόμα ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο τους. Έσφιξε με το χέρι της την σελίδα του βιβλίου και περίμενε λίγο πριν πάει στο δωμάτιο τους.
Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω της εκείνος την κοίταξε. Ξεκίνησε να προχωράει με σταθερά βήματα προς το μέρος του καθώς έλυνε την μπλούζα της. Το πρόσωπό του έλαμψε και βόλεψε το σώμα του καλύτερα στο κρεβάτι. Αφού έβγαλε ότι φορούσε ανέβηκε πάνω του και άρχισε να του δαγκώνει τον λαιμό. Τα χέρια της ακολούθησαν την διαδρομή από το στήθος του προς τους ώμους καθώς συνέχισαν μέχρι να φτάσουν στους καρπούς του.
«Με θέλεις όπως παλιά;» η φωνή του έβγαινε με το ζόρι καθώς άφηνε μικρούς αναστεναγμούς.
«Τώρα σε θέλω πιο πολύ απ’ ότι πριν» τον κοίταξε στα μάτια καθώς του έλεγε αυτές τις λέξεις.
Έπιασε δυνατά τους καρπούς του και τους σήκωσε ψηλά, ώστε να δέσει τα χέρια του στο κεφαλάρι του κρεβατιού που υπήρχαν ήδη έτοιμα σκοινιά. Εκείνος αντιστάθηκε και την κοίταξε διχασμένος.
«Δεν με εμπιστεύεσαι πια;» θέλοντας να τον επηρεάσει ακόμα περισσότερο φρόντισε το κορμί της να αγγίζει το δικό του καθώς κινούταν αισθησιακά πάνω του.
Παραδομένος από αυτήν την κίνηση άφησε ελεύθερα τα χέρια του και απολάμβανε με κλειστά μάτια την αίσθηση του κορμιού της. Αφού έδεσε σφιχτά τα χέρια του συνέχισε να τον φιλάει και να του προσφέρει απόλαυση απολαμβάνοντας τα βογκητά του.
Όταν πλέον εκείνος είχε αποκοιμηθεί, εξαντλημένος από όσα είχαν προηγηθεί, εκείνη σηκώθηκε αθόρυβα και φόρεσε τα ρούχα της. Τον κοίταξε για λίγο και πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε θλίψη μέσα της. Απέστρεψε βιαστικά το βλέμμα της ακούγοντας την φωνή της μάγισσας να λέει «Ότι σε κάνει αδύναμη πρέπει να πεθαίνει πρώτο, οι αδυναμίες είναι για αυτούς που έχουν συνείδηση και εμείς δεν έχουμε».
Κατάφερε να μαζέψει όσα χρειαζόταν όπως και το μαχαίρι με το οποίο είχαν σκοτώσει όλα τα προηγούμενα θύματά τους. Ακόμα θυμόταν τον τρόπο που το κάρφωσε στην καρδιά του πατέρα τους πριν ένα χρόνο. Πλέον είχε βραδιάσει και το λιγοστό φως την έκανε να νιώθει πιο σίγουρη γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. Έσυρε την καρέκλα της μάνας της προς το δωμάτιο τους όπου ο αδερφός της ακόμα κοιμόταν. Χτυπιόταν στην καρέκλα θέλοντας να φύγει μα δεν την ένοιαζε.
«Σήμερα επιτέλους θα πληρώσεις για ότι μας έκανες. Και για πρώτη φορά θα μου δώσεις κάτι που αξίζει. Εξαιτίας σου έγιναν όλα».
Αφού την έβαλε στο δωμάτιο πλησίασε το κρεβάτι και τον κοίταξε. Για λίγο μόνο ένιωσε ένα δάκρυ να κυλάει. Το σκούπισε γρήγορα και έβγαλε την σελίδα από την τσέπη της. Η μητέρα τους άρχισε να κινείται με αποτέλεσμα να προκαλέσει θόρυβο και να ξυπνήσει τον γιος της. Εκείνος, ζαλισμένος ακόμα από τον ύπνο, προσπάθησε να τραβήξει τα χέρια του που είχαν πιαστεί τόσες ώρες δεμένα, μα δεν τα κατάφερε. Ο πανικός διαγράφηκε στο πρόσωπό του και αμέσως κοίταξε την Γκρέτελ. Έπειτα παρατήρησε τον χώρο γύρω του και ήδη το μαχαίρι και την μητέρα τους.
«Τι κάνεις; Λύσε με, τώρα! Σύνελθε, Γκρέτελ, είμαστε μαζί σε αυτό!» την μία ούρλιαζε και την άλλη σχεδόν την ικέτευε να συνέλθει.
«Πάντα θα είμαστε μαζί σε αυτό, Χάνσελ. Εμπιστεύσου με!» χάιδεψε το δέρμα του με τρυφερότητα και αγάπη.
Προσπάθησε να φωνάξει, όμως εκείνη του έκλεισε το στόμα με ένα πανί που είχε ήδη φέρει γι’ αυτόν τον σκοπό. Το σώμα του τρανταζόταν στην προσπάθεια να ελευθερωθεί και τα χέρια του τραβούσαν με δύναμη τα σκοινιά όμως οι κόμποι ήταν πολύ σφιχτοί. Έπιασε στα χέρια της το κερί και το έγειρε πάνω στο στέρνο του ώστε να στάξει στο δέρμα του. Εκείνος τινάχτηκε στην επαφή με το λιωμένο κερί. Ξεκίνησε να ψέλνει τα ίδια ακριβώς λόγια που έψελναν κάθε φορά. Σοκαρίστηκε όταν διαπίστωσε πως το θύμα ήταν ο ίδιος και όχι η μητέρα τους.
Αφού  η Γκρέτελ τελείωσε την διαδικασία και την επανέλαβε στην μητέρα τους, πλησίασε το κρεβάτι κρατώντας σφιχτά την λαβή του μαχαιριού. Απέφευγε να τον κοιτάζει στα μάτια καθώς για πρώτη φορά το χέρι της έτρεμε. Εκείνος ακόμα προσπαθούσε να ελευθερωθεί και τώρα οι προσπάθειες είχαν φτάσει στο απροχώρητο.
«Όλα θα πάνε καλά, Χάνσελ... Εγώ είμαι εδώ!» χάιδεψε το μάγουλό του και χάθηκε στα καταπράσινα μάτια του.
Για λίγο τα δάκρυα της επανήλθαν όμως εκείνος προσπαθούσε να ουρλιάξει χωρίς καμία επιτυχία. Καθώς με το ένα χέρι χάιδευε το πρόσωπό του το άλλο που κρατούσε το μαχαίρι σηκώθηκε ψηλά και με φόρα κατέβηκε στο στήθος τους καρφώνοντας την καρδιά του και κλαίγοντας πλέον γοερά. Όταν κοίταξε τα μάτια του είδε ότι ήταν άψυχα και δάκρυα κυλούσαν από αυτά. Αγκάλιασε το σώμα του σφίγγοντάς το, σαν να ήθελε να πάρει πίσω ότι έκανε. Μετά από λίγο, και ακούγοντας φασαρία από πίσω της, σηκώθηκε και τράβηξε το μαχαίρι. Έφερε ένα ποτήρι κάτω από την μύτη του μαχαιριού και άφησε το αίμα να κυλήσει μέσα του. Γύρισε προς το μέρος της μητέρας της χαμογελώντας.
«Τώρα σου φαίνομαι απλά για δαίμονας;» η απάθεια και το μίσος στην φωνή της συνυπήρχαν με έναν τέλειο τρόπο.
Η μητέρα της είχε ορθάνοιχτα μάτια και σχεδόν έτρεμε με το θέαμα που αντίκρυσε. Πλησίασε κοντά της και, αφού ακούμπησε το ποτήρι σε ένα μικρό κομοδίνο, έκανε έναν κύκλο γύρω της και στάθηκε πίσω από την πλάτη της. Χάιδεψε τα μαλλιά της μητέρας της καθώς ένιωθε οργή και κοίταζε το άψυχο σώμα του αδερφού της. Τράβηξε τα μαλλιά με δύναμη προς τα πίσω αναγκάζοντάς την να γείρει το κεφάλι. Έφερε το μαχαίρι στον λαιμό της μητέρας της.
«Τώρα θα ησυχάσεις από εμάς, όπως ακριβώς ήθελες όταν μας παράτησες σε εκείνη την κόλαση!»
Λέγοντας αυτές τις λέξεις έκοψε το λαρύγγι της γυναίκας και έπιασε το ποτήρι ώστε να τρέξει μέσα του όσο περισσότερο αίμα γινόταν. Το σφιγμένο χέρι της έφερε το ποτήρι με μεγάλη ταχύτητα στα χείλη της. Δεν το απολάμβανε, απλά ήθελε να τελειώσει η διαδικασία και να φτάσει κοντά του. Αφού ήπιε το περιεχόμενο του ποτηριού κοίταξε εκείνην και ήρθε μπροστά της. Ήξερε πως για να ολοκληρωθεί η διαδικασία έπρεπε να τραφεί από εκείνην. Όμως δεν υπήρχε χρόνος ώστε το κρέας να είναι ψημένο. Κοίταξε το νεκρό σώμα της μητέρας της. Έχωσε τα δάχτυλα στην πληγή του λαιμού και με την βοήθεια του μαχαιριού έκοψε ένα κομμάτι από την σάρκα. Το έφερε στο στόμα της. Γύρισε προς εκείνον και με προσμονή μάσησε την σάρκα μέσα στο στόμα της όσο μπορούσε. Η πείνα όλο και μεγάλωνε καθώς το κομμάτι ήταν δύσκολο να μασηθεί όπως το ψημένο. Όμως το αίμα άφηνε μία απολαυστική γεύση. Αφού το κατάπιε ένιωσε τα πάντα να γυρίζουν. Ένας πόνος διαπέρασε το στήθος της και έπεσε στα γόνατα μη μπορώντας να το ελέγξει.
Γονατιστή πλησίασε με δυσκολία το κρεβάτι τους και έπιασε το άψυχο χέρι του. Ο πόνος συνεχίστηκε και διάφορες φωνές άρχισαν να ηχούν στο κεφάλι της.
«Καλώς ήρθες, αδερφή μου!» άκουγε τόσες γυναικείες φωνές να της λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα μέχρι που άρχισε να νομίζει πως ήταν η ίδια που το επαναλάμβανε.
Έβαλε τα δυνατά της ώστε να μην χάσει τις αισθήσεις της. Ο χρόνος που είχε για να εκτελέσει το ξόρκι ήταν ελάχιστος και έπρεπε να το κάνει. Έλυσε τα σκοινιά και ελευθέρωσε το στόμα του με απαλές και προσεκτικές κινήσεις. Έσφιξε τα δόντια και έπιασε το χαρτί που υπήρχε μπροστά της.
«Τι σε κάνει να πιστεύεις πώς θα πετύχει;» η φωνή εκείνης ήταν εκεί. Έψαξε απεγνωσμένα στον χώρο για την παρουσία της όμως δεν την είδε πουθενά.
Προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε αυτό που έπρεπε να κάνει όμως η φωνή δεν την άφηνε. Σχεδόν της ήταν αδύνατον να διαβάσει.
«Με σκότωσες για να είσαι μαζί του. Τον σκότωσες για να γίνεις μία από εμάς. Γιατί τον χρειάζεσαι τώρα; Θα μπορούσες να περιμένεις δύο χρόνια αν ήθελες. Δεν τον χρειάζεσαι και το ξέρεις...»
«ΣΚΑΣΕ!» ούρλιαξε κρατώντας το κεφάλι της με τα χέρια της.
Ξεκίνησε να διαβάζει δυνατά τις λέξεις που της έμοιαζαν άγνωστες. Πήρε το ίδιο μαχαίρι και χάραξε μία γραμμή κατά μήκος της παλάμης της. Φρόντισε να είναι τόσο βαθιά ώστε το αίμα να καλύψει την πληγή του. Έπειτα με το δάχτυλό της τοποθέτησε λίγο από το αίμα της στα χείλη του. Το σώμα του τραντάχτηκε μία φορά και εκείνη, με θολή πλέον όραση, συνέχισε σχεδόν μηχανικά την διαδικασία. Σαν να την είχε επαναλάβει κι άλλες φορές στη ζωή της.
«Μην πεις ότι δεν σε προειδοποιήσαμε, Γκρέτελ...» η μάγισσα σώπασε.
Τελειώνοντας την σελίδα δεν άντεχε να κρατήσει τα μάτια της πλέον ανοιχτά. Άφησε το σώμα της να πέσει πάνω στο δικό του αγγίζοντας με το μάγουλό της το αίμα που υπήρχε πάνω του. Λίγο πριν κλείσουν εντελώς τα μάτια της είδε το πρόσωπό του να κινείται και νόμιζε πως άκουσε την φωνή του.
«Γκρέτελ... Είμαι εγώ εδώ πλέον. Κοιμήσου, Γκρέτελ.»


Τέλος

Γεωργία Αντωνιάδου