Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.10.17

RAWSON: Archangel of Death (Κεφάλαιο 2) - "Η Υπόθεση Μπάμπαντουκ"

Ο Χιούγκο, με το άγχος φανερά αποτυπωμένο στο πρόσωπο του, άρχισε να κατεβαίνει μανιωδώς και γρήγορα τα σκαλοπάτια που τον χώριζαν από το διαμέρισμα του ως το ισόγειο. Η σπιτονοικοκυρά του τον κοίταξε την στιγμή που κατέβαινε ακολουθούμενος από την Λούσυ, η οποία έτρεχε από πίσω του με την ψυχή στο στόμα. Μέσα της η γυναίκα ευχήθηκε να μην επέστρεφε ο Χιούγκο από το σημερινό μυστήριο αλλά βλέποντας ότι ο ντετέκτιβ είχε πάρει μαζί του τα κλειδιά του και ένα καινούργιο πακέτο με τσιγάρα αντιλήφθηκε ότι η κατάρα της δεν θα γινόταν αληθινή.
         
Μόλις βγήκε από το σπίτι ο Χιούγκο ρώτησε την Λούσυ πού ήταν το αμάξι της και εκείνη του έδειξε ένα μαύρο Aston Martin DB5 του 1965. Παμπάλαιο αμάξι για τα δεδομένα της εποχής τους αλλά δεν την είχε απογοητεύσει ποτέ. Είχε ακούσει κάποτε ότι ακόμα και 86 χρόνια αργότερα αυτό το αμάξι, το «χαϊδεμένο» της όπως το αποκαλούσε, θα έσκιζε και θα μάζευε τα βλέμματα. Η Λούσυ δεν είχε κανέναν λόγο να εναντιωθεί σε αυτές τις φήμες. Σύντομα ο ντετέκτιβ άνοιξε την πόρτα και η κοπέλα έκατσε στην θέση του οδηγού.
Καθώς οδηγούσε είδε πως ο Χιούγκο είχε ανάγκη για ένα τσιγάρο –μπορούσε να καταλάβει έναν μανιώδη καπνιστή μόλις τον έβλεπε. Κατέβασε με ευκολία το παράθυρο από την μεριά του και εκείνος της χαμογέλασε. Τα υπέροχα ξανθά μαλλιά του λαμπύριζαν στον ήλιο και τα γαλάζια μάτια του φαίνονταν ενθουσιασμένα αλλά παράλληλα κουρασμένα.
Ο Χιούγκο άναψε τσιγάρο και αφού έκανε την πρώτη τζούρα κρέμασε το χέρι του με το αναμμένο τσιγάρο έξω από το παράθυρο. Ήταν φανερά αγχωμένος για κάτι και η Λούσυ ήθελε να μάθει τον λόγο.
«Τι σε απασχολεί;»
Ο Χιούγκο την κοίταξε. «Κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι τίποτα, όμως δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από μια σκηνή εγκλήματος –εκεί πάμε τώρα. Άμα είμαι σωστός ο ένοχος για αυτό το έγκλημα είναι ο μοναδικός εγκληματίας που ποτέ δεν κατάφερα να πιάσω. Ένας ψυχασθενής εγκληματίας που ακούει στο όνομα «Κύριος Μπάμπαντουκ» της απάντησε και συνέχισε να καπνίζει.
«Έχεις άγχος; Για το αν δεν είσαι σωστός, εννοώ».
«Πάντα είμαι σωστός. Δε φοβάμαι αυτό αλλά μη χάσω πάλι πολύτιμα στοιχεία από την απροσεξία των αστυνομικών. Όσο καλός και αν είναι κάποιος εγκληματίας πάντα υπάρχει η περίπτωση να κάνει λάθη, αφήνοντας πίσω του στοιχεία. Αλλά οι αστυνομικοί μπορεί να τα καταστρέψουν» αποκρίθηκε ο Χιούγκο σοβαρός και τράβηξε μια τζούρα.
Η Λούσυ παρατήρησε τον άνεμο από το παράθυρο να κλέβει μακριά τον καπνό που απελευθέρωνε ο Χιούγκο. «Κύριος Μπάμπαντουκ. Σαν κακός από ταινία θρίλερ ή παιδικό βιβλίο δεν ακούγεται;»
«Δεν έχεις ιδέα» της απάντησε και κοίταζε έξω από το παράθυρο μοιάζοντας αγχωμένος.
«Και κάτι άλλο που με απασχολεί από τότε που έμαθα για την ύπαρξη σου. Γιατί σε αποκαλούν “Ο Αρχάγγελος του Θανάτου”;» ρώτησε η κοπέλα.
Ο Χιούγκο έβγαλε για μια στιγμή το τσιγάρο από τα χείλη του. «Ματωμένη και τρομαχτική ιστορία, Λούσυ» είπε στην υποψήφια καινούργια βοηθό του. «Με αποκαλούν έτσι για ποικίλους λόγους. Όσοι με γνωρίζουν και ξέρουν για το παρελθόν μου με την Μαρία, λένε πως έχω μια κατάρα ριγμένη πάνω μου, πως όποιος με συναντάει και δένεται μαζί μου… καταλήγει νεκρός. Δεν πιστεύω στην μαγεία ή τα γιατροσόφια και τις προκαταλήψεις όμως αυτό φαίνεται να έχει μια λογική. Μερικοί άλλοι που με ξέρουν από την δουλειά μου στο αστυνομικό τμήμα με ονομάζουν “Αρχάγγελο του Θανάτου” επειδή σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανα –και αναλαμβάνω– οι ένοχοι και οι ύποπτοι που είχαν λερωμένη την φωλιά τους έβρισκαν –και βρίσκουν– τον θάνατο.
»Οι περισσότεροι από αυτούς συναντάνε το τέλος τους μπρος στην κάνη ενός όπλου, κάποιοι αυτοκτονούν ενώ άλλοι βρίσκονται δολοφονημένοι. Οι φόνοι συνέβαιναν την ίδια ή την αμέσως επόμενη της ημέρας που εγώ προσωπικά αναλάμβανα την υπόθεση. Όλοι θεώρησαν πως εγώ κυνηγάω και δολοφονώ τους εγκληματίες –όπως είμαι σίγουρος πως σκέφτεσαι εσύ τώρα– αλλά κάνουν λάθος. Βρισκόμουν στο σπίτι μου και είτε κοιμόμουν είτε έπινα κρασί. Οι εγκληματίες με θεωρούν καταραμένο και τρομάζουν ή προσπαθούν να μείνουν μακριά από τον φοβερό και τρομακτικό “Αρχάγγελο του Θανάτου”» είπε, γελώντας τελικά, ο Χιούγκο .
Η Λούσυ παρατήρησε μπροστά της πολλά περιπολικά, το ένα πίσω από το άλλο, ακίνητα με σβησμένες τις σειρήνες μπροστά από μια πολυκατοικία. Η είσοδος της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή και είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Μερικοί αστυνομικοί συζητούσαν, άλλοι μάζευαν αναφορές από τους διάφορους μάρτυρες και κάποιοι αστυνομικοί ή γιατροί έβγαιναν από την πολυκατοικία. Έμοιαζαν τρομαγμένοι και ιδρωμένοι, οι κινήσεις τους ήταν φοβισμένες και αγχωτικές, μερικοί ήταν χλωμοί σαν να προσπαθούσαν να μην λιποθυμήσουν. Ένας μάλιστα ακροβατούσε ανάμεσα στο να λιποθυμήσει στον εμετό του ή στο κρύο λιθόστρωτο έδαφος.
Ο Χιούγκο περίμενε μέχρι η κοπέλα να παρκάρει και έπειτα βγήκε από το αμάξι. «Να μην στα πολυλογώ, νιώθω πολλές φορές λες και με έχει αγγίξει ο ίδιος ο Θάνατος. Σαν να είμαι καταραμένος. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να είμαι» της χαμογέλασε και έσβησε το τσιγάρο του στο πεζοδρόμιο.
Η Λούσυ τον ακολούθησε και ενώ προχωρούσαν ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στους συγκεντρωμένους αστυνομικούς και γιατρούς δεν έπαψε να κοιτάζει τα πρόσωπα των παρευρισκομένων. Όλοι τους με πρόσωπα χλωμά και κενά μάτια, λες και είχαν δει κάτι υπερβολικά τρομακτικό ή ματωμένο. Κάτι που η νεαρή ακόμα και στην ηλικία αλλά και στις εμπειρίες Λούσυ Στέρλινγκ δεν μπορούσε  να αντιληφθεί.
Μόλις έφτασαν στην είσοδο της πολυκατοικίας ο Χιούγκο κοντοστάθηκε και γελώντας κοίταξε τον ουρανό. «Ξεπέρασες τον εαυτό σου μπάσταρδε» μονολόγησε και έπειτα στράφηκε προς την είσοδο. Η Λούσυ περπάτησε κοντά του και έκανε το ίδιο.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχε γραμμένο με αίμα το ποίημα από μια παλιά ταινία θρίλερ που είχε τρομοκρατήσει πολλούς από όλους όσους είχαν πάει να την δουν. Το θέμα της ήταν ο φόβος και ο θάνατος, κυρίως αγαπημένων μας προσώπων, οι δαίμονες μας και φυσικά το πού μπορούν να μας οδηγήσουν αυτά. Η ταινία λεγόταν Babadook και το ποίημα αναφερόταν σε εκείνον.

«Αν είναι σε μια λέξη, ή είναι σε ένα βλέμμα
Δεν μπορείς να ξεφορτωθείς τον Μπάμπαντουκ!»

Κάτω από το ποίημα υπήρχε ένα βέλος φτιαγμένο από αίμα που έδειχνε προς τα μέσα. Η Λούσυ και ο Χιούγκο άνοιξαν την πόρτα και το ακολούθησαν ώσπου έπεσαν πάνω σε έναν άντρα με κοντό μαύρο μαλλί και καφέ μάτια που έβγαζε φωτογραφίες το αίμα στους τοίχους. Ο Χιούγκο τον κοίταξε και ο άντρας χαμογέλασε μόλις τον είδε. Έδωσαν τα χέρια και μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι ο ένας ένιωθε απερίγραπτο σεβασμό για τον άλλον.
«Να σας συστήσω. Λούσυ, ο Τζώνι Μπι. Τζώνι, η νέα μου βοηθός, η ψυχολόγος Λούσυ Στέρλινγκ» είπε ο Χιούγκο χαμογελαστός.
Η Λούσυ έδωσε το χέρι της στον Τζώνι Μπι και χαμογέλασε από τον γοητευτικό τρόπο που εκείνος της φίλησε το χέρι. «Τζώνι Μπι; Αυτό δεν είναι ένα τραγούδι των Hooters;» ρώτησε η κοπέλα και ο άντρας την κοίταξε με θαυμασμό.
«Εξαίσιο γούστο στη μουσική. Αυτό το τραγούδι άκουγε η μητέρα μου όταν γεννήθηκα και με ονόμασε έτσι» συνέχισε ο άντρας με βαριά φωνή. Ήταν επίσης πολύ μεγαλύτερος από τον Χιούγκο, γύρω στα πενήντα δυο. «Να προσέχεις με τον Χιούγκο, φαίνεται καλός και ήρεμος όμως στην πραγματικότητα είναι κτήνος. Είναι από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους που μπορεί να γνωρίσεις και να συναναστραφείς ποτέ σου» ξεκίνησε να λέει ο Τζώνι όμως τον σταμάτησε ο Χιούγκο.
«Τζώνι, έχουμε μια δουλειά να κάνουμε και σου προτείνω να αρχίσεις να την κάνεις. Με τι έχουμε να κάνουμε;» ρώτησε και άναψε ξανά τσιγάρο. Από τον τρόπο που έβαλε τον αναπτήρα του στην θήκη του η Λούσυ μπορούσε να καταλάβει πόσο θυμωμένος ήταν.
«Τα ίδια όπως τα ξέρεις. Θα σου τα πει μέσα και η αρχηγός. Πενταμελής οικογένεια. Επιτέθηκε χτες το βράδυ στο σπίτι, σκότωσε τη μητέρα και τον πατέρα, απήγαγε τα δυο αγόρια της οικογένειας και άφησε εδώ την 19χρονη κόρη, το μεγαλύτερο παιδί, την Ιωάννα. Είναι φοβισμένη τώρα και βρίσκεται στο δωμάτιο της» είπε και η Λούσυ τον παρακολούθησε για λίγο ενώ έψαχνε το σακάκι του. Έβγαλε από μια τσέπη ένα πακέτο με τσιγάρα και έφερε ένα τσιγάρο στο στόμα του.
«Πάντα ξεχνάς τον αναπτήρα σου» του είπε ο Χιούγκο και του πέταξε τον δικό του. «Τον ξεχνούσες και όταν ήμασταν συνεργάτες και όταν σε πήρε η Λήδα μαζί της στο  FBI. Τέλος πάντων. Πρέπει να πάω να δω την Κόλαση πάλι, έτσι;» ρώτησε ο Χιούγκο αφήνοντας ένα πειραγμένο γελάκι να βγει από τα χείλη του.
Ο Τζώνι γέλασε και σήκωσε το χέρι του σε στάση χαιρετισμού πριν του πετάξει πίσω τον αναπτήρα. Εφόσον χαμογέλασε στην Λούσυ, ο Τζώνι τους γύρισε την πλάτη και έφυγε.
«Ώστε αυτοί οι δύο ήταν συνεργάτες;» αναρωτήθηκε η κοπέλα.
Το βλέμμα του Χιούγκο φαινόταν απλανές καθώς έριχνε το τσιγάρο στο πάτωμα και το πατούσε με το παπούτσι του. Έπειτα άνοιξε την πόρτα με το ελεύθερο χέρι του χωρίς να νοιάζεται για το ματωμένο πόμολο.
Η Λούση απέστρεψε το βλέμμα της κράτησε το στόμα της με το χέρι της από φόβο μην τυχόν και ξεράσει τον καφέ που είχε πιει σήμερα το πρωί μαζί με εκείνη την τυρόπιτα.
Υπήρχε αίμα στην οροφή, κομμένα χέρια στο πάτωμα, ένα κεφάλι καρφωμένο στον τοίχο με ένα καρφί και ένα κομμένο κεφάλι πάνω στην τηλεόραση. Παντού τριγύρω στο σπίτι υπήρχαν σπασμένα γυαλιά, ένα σπασμένο ρόπαλο του baseball και πολύ αίμα.
Η Λούση προχώρησε μέσα ακολουθούμενη από τον ντετέκτιβ και το βλέμμα της πλανήθηκε στον χώρο. Ένα λεπτό έντερο ήταν δεμένο γύρω από μια λάμπα σαν κισσός ή σαν φίδι, στον τοίχο ήταν γραμμένη η συνέχεια του ποιήματος και μια κοπέλα με μακριά καφέ μαλλιά δεμένα κότσο έβγαζε φωτογραφίες με μια κάμερα. Η Λούση μπορούσε να δει εμετό στο πάτωμα, που από ότι καταλάβαινε προερχόταν από τους αστυνομικούς που είχαν μπει λίγο πριν μέσα. Διάβασε με πόνο και έντονη την επιθυμία να ξεράσει την συνέχεια του ποιήματος.

«Άμα είσαι όντως ένας έξυπνος
Και ξέρεις τι είναι να βλέπεις
Μπορείς να γίνεις φίλος με κάποιον ξεχωριστό.
Έναν φίλο δικό σου και δικό μου!»

Κοντά σε αυτό το ποίημα βρισκόταν η φιγούρα ενός πλάσματος μικρού, μαύρου, με καπέλο ψηλό και άσχημο πρόσωπο, μακριά νύχια κοφτερά σαν λεπίδες και μαλλιά μαύρα. Ο δολοφόνος είχε γράψει με αίμα κοντά στην εικόνα

« Το όνομα του είναι Κύριος Μπάμπαντουκ
Και αυτός είναι ο κόσμος του.»

Η Λούσυ κοίταξε μακριά και πήγε προς την κοπέλα όπου έβγαζε φωτογραφίες και, πιάνοντας την από το ώμο, την ρώτησε, «Ποιος σας άφησε να μπείτε εδώ μέσα; Είναι χώρος εγκλήματος, δεν επιτρέπονται οι δημοσιογράφοι».
Η κοπέλα την κοίταξε με ένα πονηρό βλέμμα στο πρόσωπο της. «Σωστά αλλά ξέρεις ούτε οι απλοί πολίτες επιτρέπονται σε έναν χώρο εγκλήματος. Και μιας που δεν βλέπω αστυνομικό σήμα πάνω σου…» η κοπέλα έκανε μια κίνηση και έβγαλε το σήμα της, ένα χρυσό αστυνομικό σήμα το οποίο έγραφε FBI, «Τότε έχω κάθε εξουσία ή να σε διώξω από εδώ ή να σε συλλάβω» κατέληξε και το χέρι της πλανήθηκε για λίγο στα μαλλιά της Λούσυ, η οποία την κοίταξε έκπληκτη.
«Λήδα! Ω, τι ευχάριστη σύμπτωση. Σε βρήκε πρώτη η Λούσυ, δόξα τω Θεό. Να σας συστήσω. Λήδα, από εδώ η νέα μου βοηθός, η Λούσυ Στέρλινγκ. Λούσυ, από εδώ η αρχηγός της αστυνομικής ομάδας του FBI στην Νέα Υόρκη, η Λήδα Γουέμπστερ» είπε χαμογελώντας ο Χιούγκο και κοίταξε γεμάτος αηδία τους τοίχους. «Λοιπόν, μπορείς να μας πεις τι έγινε;» ρώτησε την Λήδα.
«Βέβαια» Άφησε την κάμερα κάτω και τον κοίταξε. «Τα πράγματα είναι όπως τα ξέρεις. Μια πενταμελής οικογένεια, οι Ρέιμοντς. Ο Μπάμπαντουκ όρμησε εδώ μέσα, σκότωσε την μητέρα και απήγαγε τους γιους. Κατά την διάρκεια μάλλον της απαγωγής εμφανίστηκε ο πατέρας που προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει. Χρησιμοποίησε το ρόπαλο όμως ο Μπάμπαντουκ τον χτύπησε στο κεφάλι παίρνοντας του με την βία, όπως καταλαβαίνεις, το ρόπαλο. Έπειτα, όσο ο άντρας πάλευε του έκοψε το κεφάλι και το πέταξε στην τηλεόραση. Τη συνέχεια τη βλέπεις. Ο άντρας έβγαζε ακόμα αίμα όταν τον βρήκαμε. Υπάρχει επίσης κάτι που θα θέλεις να δεις» είπε και του έδειξε με το χέρι της ένα κόκκινο βιβλίο με την μορφή του Μπάμπαντουκ στο πάτωμα, κοντά στο πτώμα της γυναίκας με το ανοιχτό στήθος και το κομμένο κεφάλι.
Ο Χιούγκο το πήρε στα χέρια του ενώ η Λούσυ έλεγχε το γεμάτο μαχαιριές πτώμα του άντρα και εκείνο της γυναίκας. Πάνω στο βιβλίο με γράμματα μαύρα και κεφαλαία υπήρχε ο τίτλος “MISTER BABADOOK” με το σκίτσο του κυρίου Μπάμπαντουκ κάτω από την γραμμή του τίτλου.  Κοίταξε αηδιασμένος το βιβλίο μέχρι που η Λούσυ του το πήρε.
Ο Χιούγκο κοίταξε τον κομμένο λαιμό της γυναίκας και αντιλήφθηκε πως υπήρχαν θρύψαλα από γυαλί στον λαιμό της. Αυτό εξηγούσε τον σπασμένο καθρέφτη στο σαλόνι και το αίμα που έτρεχε από το γυαλί λερώνοντας το πάτωμα και το χαλί.
«Τι είναι αυτό, Χιούγκο;» ρώτησε η Λούσυ.
«Το σημάδι πως ο Μπάμπαντουκ θα επιτεθεί ή πως επιτέθηκε σε μια οικογένεια και έκανε ότι έκανε. Το έχεις διαβάσει; Το είχα μικρός στην βιβλιοθήκη μου πριν 35 χρόνια. Ο Μπάμπαντουκ δολοφόνησε και τους γονείς μου» αποκρίθηκε ο Χιούγκο.
Η κοπέλα κοίταξε με πόνο το βιβλίο. «Όχι, δεν θυμάμαι να ήταν στα αναγνώσματα μου. Τυχερή που είμαι ε;» προσπάθησε να αστειευτεί όμως κατάλαβε πόσο ανόητο ήταν τελικά το αστείο της και σιώπησε.
Συνέχισε, όμως, να περιεργάζεται το βιβλίο. Το άνοιξε και έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σημείο όπου υπήρχε μια ντουλάπα και κραυγές σαν μουγκρητά έβγαιναν από εκεί, ενώ μια μικρή χάρτινη φιγούρα σαν αγόρι την παρατηρούσε με δέος. Η Λούσυ άνοιξε με το δάχτυλο της την ντουλάπα και είδε με κεφαλαία άσπρα γράμματα τις λέξεις «ΝΤΟΥΚ! ΝΤΟΥΚ! ΝΤΟΥΚ!» Άρχισε να διαβάζει:

«Ένας μουγκρητός ήχος ,μετά 3 βαριά χτυπήματα
Μπα-ΜΠΑ-Μπα ΝΤΟΥΚ! ΝΤΟΥΚ! ΝΤΟΥΚ!
Τότε θα ξέρεις ότι είναι κοντά,
Θα τον δεις άμα κοιτάξεις καλά»

Γύρισε την σελίδα και τρόμαξε λίγο βλέποντας τη φιγούρα από τον τοίχο να υπάρχει στο βιβλίο με μελάνη μαύρη και τρομακτική. Δίπλα από τη φιγούρα υπήρχαν γραμμένες οι λέξεις:
«Αυτό φοράει στο κεφάλι του
Αστείος είναι, δεν νομίζεις»

Στην αμέσως επόμενη σελίδα ο Μπάμπαντουκ πήγαινε να επιτεθεί σε ένα παιδί που το φύλαγε ένα σκυλί λέγοντας του:
«ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΜΠΩ!»

Ενώ το ποίημα συνέχιζε:

«Δες τον στο δωμάτιο σου την νύχτα
Και δεν θα κοιμηθείς στιγμή!»

Στην επόμενη σελίδα, την οποία η Λούσυ κοίταξε με τρεμάμενα δάχτυλα, το μαύρο της εικόνας είχε αναμειχθεί με αίμα κάνοντας την τερατώδη μορφή του Μπάμπαντουκ ακόμη πιο τρομακτική.

«Σύντομα θα βγάλω την αστεία μορφή μου
Πρόσεξε τα όσα διαβάζεις
Και μόλις δεις τι αληθινά κρύβεται από κάτω.»
Η κοπέλα άλλαξε σελίδα
«ΘΑ ΕΥΧΗΘΕΙΣ ΝΑ ΗΣΟΥΝ ΝΕΚΡΟΣ»

Η κοπέλα με γρήγορο ρυθμό γύρισε τις σελίδες και έφτασε σε μια άλλη η οποία έλεγε ότι άμα προσπαθούσες να αρνηθείς τον Μπάμπαντουκ θα έβρισκε τον τρόπο να σε σκοτώσει, να σε καταστρέψει. Το διάβασε με φόβο:

«Και αυτό θα πει
Θα τζογάρω μαζί σου
Ένα στοίχημα θα κάνω
Όσο πιο πολύ με αρνείσαι
Τόσο πιο δυνατός θα γίνομαι
Θα γίνεις η μαριονέτα μου, το παιχνίδι μου
Το κατοικίδιο μου
Θα σε κάνω πράγματα να κάνεις
Που σίγουρο είναι ότι θα μετανιώσεις.»

Γύρισε ακόμα μερικές σελίδες και είδε μια εικόνα όπου ένα παιδί σκότωνε πρώτα το σκυλί του σπάζοντας το λαρύγγι του, μετά το ίδιο παιδί σκότωνε τη μητέρα του πνίγοντας την και τέλος το παιδί να παίρνει την ζωή του κόβοντας τον λαιμό του ενώ ο ίδιος ο κύριος Μπάμπαντουκ έτριβε τα χέρια του γευόμενος ήδη την νίκη του.
Ο άνεμος φύσηξε και γύρισε τις σελίδες του βιβλίου αποκαλύπτοντας μια κατάμαυρη σελίδα στην οποία έγραφε:


«ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙΣ!»


Η Λούσυ ούρλιαξε και έριξε το βιβλίο με πόνο στο πάτωμα. «Θεέ μου, τι είναι αυτό; Τι κολασμένο βιβλίο είναι αυτό; Πώς μπορεί να το διαβάσει αυτό ένα παιδί;»
Ο Χιούγκο με πόνο την κοίταξε. «Δεν μπορεί να το διαβάσει κανένα παιδί αυτό. Το δοκίμασα στα εννέα μου, είχα εφιάλτες για έναν ολόκληρο χρόνο.» Το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Λήδα ενώ πήγαινε κοντά της. «Πώς είναι το χέρι σου; Διάβασα για το ότι συνέβη. Ένας εγκληματίας σε πυροβόλησε πρόσφατα στο χέρι και για αυτό δεν πιάνεις τόσο καλά την κάμερα.» είπε βλέποντας την Λήδα να κρατάει άβολα την κάμερα με το αριστερό της χέρι.
«Πονάει σαν την Κόλαση, θα επιβιώσω όμως. Ευτυχώς είσαι τυχερός. Έχουμε μάρτυρα σε αυτήν την επίθεση του. Θα στα είπε και ο Τζώνι. Την μεγαλύτερη κόρη, λέγεται Ιωάννα Ρέιμοντ. Βρίσκεται στο δωμάτιο της, πρέπει να ανέβεις τα σκαλιά για να βρεις το δωμάτιο της, πρώτη πόρτα αριστερά» είπε η Λήδα και ο Χιούγκο κινήθηκε προς την σκάλα.
Η Λήδα τον σταμάτησε. «Στοπ, στοπ, στοπ! Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις;»
Ο Χιούγκο την κοίταξε και με ένα χαμόγελο ανταποκρίθηκε «Στο δωμάτιο της. Πάω για να της μιλήσω και να πάρω την δική της ιστορία γύρω από τα όλα όσα συνέβησαν. Επίσης, θέλω να ξέρω γιατί ο Μπάμπαντουκ την άφησε πίσω ζωντανή».
Έκανε να προχωρήσει μα η Λήδα τον σταμάτησε για δεύτερη φορά. «Ναι, ξέχνα το, δεν υπάρχει περίπτωση να πας μόνος σου να μιλήσεις μαζί της. Ο τελευταίος μάρτυρας σε υπόθεση με τον οποίο σε άφησα να μιλήσεις ολομόναχος την μια στιγμή ήταν εντάξει και την άλλη αναγκαστήκαμε να φέρουμε φορείο γιατί του είχες σπάσει το χέρι, το πόδι, του είχες προκαλέσει εσωτερική αιμορραγία και του είχες σπάσει τα δόντια».
Ο Χιούγκο γέλασε. «Μάλλον ξεχνάς ότι ο τελευταίος μάρτυρας με τον οποίο με άφησες να μιλήσω ολομόναχο ήταν ένας έμπορος ναρκωτικών που με το που κατάλαβε ότι είμαι ντετέκτιβ έβγαλε μαχαίρι».
Η Λήδα είπε και πάλι ότι δεν μπορούσε να τον αφήσει να πάει μόνος του οπότε ζήτησε από την Λούσυ να τον προσέχει. «Στην καλύτερη πυροβόλησε τον» της ψιθύρισε και της έδωσε ένα γεμάτο πιστόλι.
Η Λούσυ έφερε το πιστόλι κοντά της και το έκρυψε καλά. Ο Χιούγκο ανέβηκε τις σκάλες και η κοπέλα τον ακολούθησε. Μόλις ο Χιούγκο πήγε να μπει στο δωμάτιο της Ιωάννας μίλησε στην Λούσυ. «Ο Μπάμπαντουκ είναι σαδιστής και δολοφόνος. Ξέρω πως αισθάνεται αυτήν την στιγμή η Ιωάννα. Άσε εμένα να της μιλήσω».
Ο Χιούγκο άνοιξε την πόρτα. Η Ιωάννα ήταν καθισμένη στο κρεβάτι της, αγκαλιάζοντας τα γόνατα της με τα χέρια της και κλαίγοντας. «Η Ιωάννα Ρέιμοντ;»
«Ναι. Ώπα, στάσου! Είσαι αστυνομικός; Το είπα ότι δεν θέλω  ούτε να δω, ούτε να μιλήσω σε άλλους αστυνομικούς σήμερα! Είδα τους γονείς μου να δολοφονούνται! Δεν ξέρεις τι είναι να βλέπεις αυτό το θέαμα!» είπε εκείνη κλαίγοντας.
«Και όμως ξέρω» αποκρίθηκε ο Χιούγκο. «Πριν 35 χρόνια, όταν ήμουν εννιά χρονών, ο Μπάμπαντουκ σκότωσε τους γονείς μου. Νομίζεις δεν είδα τα ίδια πράγματα; Το αίμα, την αγριότητα; Άκουγα τα ουρλιαχτά όμως θέλω να τον σταματήσω! Θέλω να σε βοηθήσω και εσένα και άλλες οικογένειες που είναι σίγουρο ότι θα πληγώσει. Είμαι ο Χιούγκο Ρώσον, ντετέκτιβ. Αυτήν είναι η βοηθός μου, η Λούσυ Στέρλινγκ. Ήρθε η ώρα να σταματήσεις να κλαις και να με βοηθήσεις. Θα το ήθελε η οικογένεια σου».
Η κοπέλα σκούπισε τα δάκρυα της. «Τι θα ήθελες να μάθεις;» ρώτησε.
Ο Χιούγκο χαμογέλασε και είπε, «Μόλις άνοιξες την πόρτα και μπήκες μέσα τον είδες να σφάζει την οικογένεια σου;»
Η Ιωάννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Τι έγινε στην συνέχεια;» συνέχισε ο Χιούγκο.
Η Λούσυ με κλειστά τα μάτια προσπαθούσε να βάλει τον εαυτό της στην θέση είτε της Ιωάννας είτε του Μπάμπαντουκ μήπως μπορούσε να καταλάβει κάτι για το πώς να τον πιάσουν.
«Μου επιτέθηκε. Ήρθε με φοβερή ταχύτητα μπροστά μου, κρατούσε λεπίδες στα χέρια του, ανάμεσα στα δάχτυλα του σαν τον Φρέντι Κρούγκερ. Έτρεξε κοντά μου και σήκωσε το χέρι του σαν να επρόκειτο να με χτυπήσει. Όμως την τελευταία στιγμή σταμάτησε και με κοίταξε. Μου είπε να βγάλω τον σκασμό και να κλειδωθώ στο δωμάτιο μου. Ενώ έτρεχα κλαίγοντας για να μπω εδώ μέσα και να κλειδώσω την πόρτα με σταμάτησε και μου είπε το όνομα σας. Μου είπε: «Όταν έρθει η αστυνομία θα έρθει εδώ και ένας ντετέκτιβ, ο Χιούγκο Ρώσον. Δεν θα μιλήσεις σε κανέναν άλλον εκτός από αυτόν. Εκτός από τον Χιούγκο Ρώσον. Δώσε του ένα μήνυμα από εμένα σε παρακαλώ. Πες του ότι ο θάνατος έρχεται για όλους. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον αγκαλιάσουμε. Ούτως ή άλλως η ζωή είναι πιο τρομακτική».
Καθώς ο Χιούγκο την κοίταζε σιωπηλός, η Λούσυ άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω. Στους τοίχους υπήρχαν πολλές όμορφες ζωγραφιές με μολύβι και κάρβουνο.
«Ιωάννα» είπε εκείνη και η Ιωάννα την κοίταξε. «Βλέπω ότι ζωγραφίζεις εξαιρετικά. Και είδες τον Μπάμπαντουκ, σωστά; Υπάρχει τρόπος να μας βοηθήσεις στην έρευνα και να τον πιάσουμε πιο γρήγορα. Μπορείς να ζωγραφίσεις μια εικόνα γύρω από το πρόσωπο του, το πώς έμοιαζε;»
Η Ιωάννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Και βέβαια μπορώ. Θα κάνω ότι μπορώ, αλήθεια».
Ο Χιούγκο χαμογελαστός κοίταξε την οροφή. «Θα τον πιάσω επιτέλους τον μπάσταρδο.» σκέφτηκε στο ματωμένο αλλά παράλληλα υπέροχο μυαλό του.
Η Λούσυ αποφάσισε να αφήσουν την Ιωάννα να δουλέψει μόνη της για λίγα λεπτά οπότε τον έπιασε από τον ώμο και τον έβγαλε από την πόρτα.
«Τι ήταν αυτά που είπες μέσα, στην Ιωάννα, Χιούγκο;»
Ο Χιούγκο την κοίταξε σοβαρός. «Η αλήθεια. Η μαύρη, γαμημένη αλήθεια! Όπως σου είπα και στον δρόμο, όταν ήμουν εννιά χρονών ο γαμημένος ο Μπάμπαντουκ δολοφόνησε τους γονείς μου μπροστά στα μάτια μου και με απήγαγε. Για ακαθόριστο διάστημα με είχε αιχμάλωτο όμως κατάφερα και ξέφυγα. Από τότε την κηδεμονία μου πήραν ο θείος μου, ο Τόμας, και η θεία μου, η Λίλιθ. Όσο μίσος δεν τρέφω για κανέναν άνθρωπο στον κόσμο, το τρέφω για τον Μπάμπαντουκ.  Εξαιτίας του έχω δει και έχω κάνει πράγματα στην ζωή μου που ακόμα και ο ίδιος ο Διάβολος θα φοβόταν να ρίξει έστω και μια ματιά σε αυτά» Χτύπησε τον τοίχο και άνοιξε την πόρτα στο δωμάτιο της Ιωάννας.
Η Ιωάννα χαμογέλασε και του έδωσε ένα σκίτσο. «Λυπάμαι αλλά αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι από την μορφή του» είπε φανερά σοκαρισμένη και λυπημένη.
Ο Χιούγκο το κοίταξε και είδε μια σκοτεινή τερατόμορφη φιγούρα με ένα μεγάλο μαύρο καπέλο, μαύρο δέρμα, μάτια που πετάγονταν από τις κόγχες τους, κοφτερά δόντια και κοφτερά τρομακτικά νύχια ,σαν ξυράφια.

Κοίταξε μακριά θυμωμένος. «Δώσε το τηλέφωνο σου στην Λούσυ, σε περίπτωση που χρειαστεί να σε φωνάξουμε για εξακρίβωση στοιχείων» είπε και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας ορμητικά την πόρτα πίσω του.

Matt Dragoneed