Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.12.17

RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 4 "Ο Θεός και ο Θάνατος"

Το επόμενο πρωινό, η Λούσυ ξεκίνησε όπως υποσχέθηκε για να βρει τον Χιούγκο στο σπίτι του. Καθώς οδηγούσε και έπινε τον καφέ της το μυαλό της έτρεχε σε διάφορες σκέψεις. Πρώτα από όλα, η καινούργια της δουλειά. Δούλευε για τον θρυλικό ντετέκτιβ Χιούγκο Ρώσον, τον έναν και μοναδικό. Η Λούσυ ήθελε πάντα να βοηθήσει έναν αστυνομικό, ή έστω έναν ντετέκτιβ, βοηθό της Αστυνομίας.
Θυμόταν, όταν ήταν πιο μικρή, που είχε ντυθεί αστυνομικός σε ένα παιδικό πάρτι και πίστευε ότι έτσι θα έκανε τον κόσμο καλύτερο. Ίσως είχε δίκιο, ίσως πάλι όχι. Από την άλλη, της άρεσε πολύ η ιδέα του ότι ήταν ψυχολόγος και δούλευε με τον Χιούγκο Ρώσον. Της θύμιζε τα αγαπημένα της αστυνομικά βιβλία, όπως τις περιπέτειες των Σέρλοκ Χόλμς και Τζών Γουάτσον που ήταν ο ένας ντετέκτιβ και ο άλλος γιατρός. Μια από τις αγαπημένες της σειρές ήταν το Elementary όπου ο κλασσικός θρύλος του Σέρλοκ Χόλμς μεταφερόταν στην σύγχρονη Νέα Υόρκη με μια κοπέλα ως Τζοάννα, για τις ανάγκες της σειράς, Γουάτσον, ο αντίστοιχος Γουάτσον αλλά σε θηλυκό.  Επίσης ο Τζόν Γουάτσον ήταν ένας ψυχολόγος του οποίου η Λούσυ είχε λατρέψει την έρευνα.
Η κοπέλα κοίταξε για λίγο μόνο έξω από το παράθυρο και αναρωτήθηκε για το τι θα έπρεπε να κάνει. Ίσως άμα μιλούσε με τον Χιούγκο… Το παλιό της σπίτι βρισκόταν σε όχι και τόσο καλή, αλλά ούτε και άθλια κατάσταση, και μιας που έψαχνε δουλειά είχε ζητήσει από τον σπιτονοικοκύρη της λίγο περισσότερο χρόνο ώσπου να μπορέσει να του ξεχρεώσει το νοίκι. Όμως εκείνος ήταν ανυπόμονος και είχε ήδη δεχτεί τρία τηλεφωνήματα για να το νοικιάσει σε νεαρά ζευγάρια. Ακόμα και η κολλητή της, η Μίριαμ, δεν είχε να της δώσει λεφτά για να την ξελασπώσει, αλλά και να είχε η Λούσυ δεν θα της ζητούσε, ήταν πολύ περήφανη για αυτό. Οπότε άμα ζητούσε από τον Χιούγκο Ρώσον να μείνει σπίτι του για λίγο καιρό, λες να την παρεξηγούσε; Τουλάχιστον μέχρι να μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήπιε λίγο από τον καφέ της και έπειτα πήρε μια τσίχλα από το πακέτο στην ζακέτα της. Θα περνούσε αυτήν την γέφυρα όταν θα έπρεπε να την περάσει.
Δηλαδή, από ό τι κατάλαβε, σύντομα. Μαζεύοντας λοιπόν το θάρρος της χτύπησε την πόρτα. Ο Χιούγκο βρισκόταν μέσα και κοιτούσε το παράθυρο. Μπροστά του είχε ετοιμάσει ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι και απλά καθόταν εκεί, κοιτώντας το παράθυρο. Χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να κοιτάζει, απλά καθόταν εκεί. Σιγά να μην ήταν τώρα ζεστό το τσάι. Θα είχε κρυώσει υπερβολικά πολύ και ήξερε ότι δεν θα το έπινε τόσο κρύο. Είχε φροντίσει να του επισκευάσουν το σπίτι ακριβώς όπως ήταν μέσα στην νύχτα. Είχε έναν κολλητό φίλο, ο οποίος με ένα καλό χρηματικό ποσό έκανε αυτές τις αλλαγές όποτε ο Χιούγκο είχε τα νεύρα του και εξαπέλυε αυτές τις «θυμωμένες επιθέσεις». Ενώ λοιπόν καθόταν και κοίταζε την νέα του βιβλιοθήκη, αναπολώντας τα βιβλία που είχε χάσει, δεν κατάλαβε την Λούσυ η οποία του χτύπαγε το κουδούνι.
Η κοπέλα έπρεπε δυο φορές να χτυπήσει το κουδούνι, τρεις να χτυπήσει την πόρτα με το χέρι της ελπίζοντας να την ακούσει, τέσσερις φορές να την κλωτσήσει και πέντε φορές να του φωνάξει ελπίζοντας πως ο άντρας θα την άκουγε. Αυτό, βέβαια, ήταν μια μικρή ανακούφιση για την Λούσυ μιας που είχε τον χρόνο να ξεφορτωθεί το άγχος της. Από την άλλη όμως, ανησύχησε μήπως ο Χιούγκο είχε αυτοκτονήσει πατώντας την σκανδάλη στο στόμα του. Τελικά της άνοιξε η στριμμένη σπιτονοικοκυρά του.
«Έλα, έλα! Σταμάτα να χτυπάς 10 η ώρα το πρωί! Σ’ ακούσαμε! Να πάρει η οργή, ανέβα! Και να μην ξανασυμβεί αυτό!» έλεγε θυμωμένη η γριά καρακάξα μα η Λούσυ δεν έδινε σημασία.  Ανέβηκε λοιπόν τα σκαλιά ως το διαμέρισμα του Χιούγκο και χτύπησε άλλη μια φορά την πόρτα. Ο Χιούγκο της άνοιξε και την καλωσόρισε σπίτι του ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Καλημέρα Λούσυ»  
«Καλημέρα Χιούγκο. Σου χτυπούσα τόσην ώρα! Δεν με άκουγες;» τον χαιρέτησε με αυξημένο κάπως τον τόνο της φωνής της και ο άντρας ήπιε μια γουλιά από το τσάι του. Ήταν κρύο και δεν του άρεσε καθόλου το κρύο.
«Όχι, ζητώ συγγνώμη. Ήμουν πολύ χαμένος στις σκέψεις μου. Και όταν χάνομαι στις σκέψεις μου, νιώθω λίγο βολικά αδρανής.»
Η Λούσυ μόλις το άκουσε αυτό ξεκίνησε να τραγουδάει απαλά, για να τον πειράξει λίγο, ένα κομμάτι των Pink Floyd από τον δίσκο τους « The Wall”(« Ο Τοίχος»), το “Comfortably Numb
“ Hello, hello, hello
Is there anybody in there?
Just nod if you can hear me.
Is there anyone home?
Come on, come on
Now
I hear you’re feeling down.
Well I can ease the pain
Get you on your feet again.
Relax, relax, relax.
I ‘ll need some information first
Just the basic facts
Can you show me where it hurts?”
Ο Χιούγκο χαμογέλασε μόλις τα άκουσε και την κοίταξε. «Δεν περίμενα να σου αρέσουν οι Pink Floyd» συμπλήρωσε αφήνοντας το τσιγάρο του σε ένα τασάκι.
«Α να σου πω, έπρεπε να το περιμένεις. Οι Pink Floyd είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα και το The Wall είναι ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ. Τέλος πάντων. Χιούγκο, θέλω κάτι να σε ρωτήσω. Βλέπεις, ο ενοικιαστής μου θέλει να νοικιάσει σε κάποιον άλλο το σπίτι μου, διότι έχω καθυστερήσει εδώ και αρκετό καιρό το νοίκι, όντας άνεργη. Η κολλητή μου φίλη παντρεύεται, οπότε δεν μπορώ να μείνω σπίτι της. Άρα μπορώ να μείνω για λίγο εδώ, μαζί σου; Ναι, ξέρω ότι έκανα βλακεία που ρώτησα, άμα δεν θέλεις θα φύγω, απλά μιας που θα δουλεύω για εσένα σκέφτηκα να ρωτήσω. Τουλάχιστον μέχρι να βρω αρκετά λεφτά για να ορθοποδήσω» είπε η κοπέλα και απευθείας δάγκωσε τα χείλη της. Μέσα στην ταραχή της σκέφτηκε:
«Να πάρει! Πάλι μπέρδεψα το απ’έξω –απ’έξω με το μια και έξω!» Και το κενό βλέμμα του Χιούγκο δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρυντικό. Παρά όλα αυτά, μετά από ορισμένα δευτερόλεπτα σιωπής ο Χιούγκο χαμογέλασε και της είπε:
 «Δέχομαι. Βέβαια, οι υποχρεώσεις μας θα είναι μισές-μισές. Θα καθαρίζουμε, θα μαγειρεύουμε, θα πληρώνουμε ηλεκτρισμό, νερό, τροφή, όλα μισά-μισά. Δέχεσαι;» της έδωσε το χέρι του και εκείνη το έσφιξε θερμά.
«Έκλεισε η συμφωνία. Θα φέρω αύριο τα πράγματά μου.»
«Εξαίσια. Τώρα, έλα μαζί μου για να σου δείξω το δωμάτιο σου. Θέλω να με πάω κάπου και χρειάζομαι μεταφορικό» της χαμογέλασε παίρνοντας το τσιγάρο του και έβγαλε με τον καπνό ένα κυκλάκι από το στόμα του. Η Λούσυ χαμογέλασε.
«Βεβαίως. Αλλά, πρώτα θέλω να σε ρωτήσω κάτι» είπε ενώ τον ακολουθούσε στις σκάλες.
«Σε ακούω» έκανε με ήσυχη φωνή ο Χιούγκο.
«Χτες. Δέχτηκα ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Ήταν η Ιωάννα. Το καημένο το κορίτσι» ξεκίνησε να λέει η Λούσυ και ο Χιούγκο την κοίταξε με ένα απειλητικό και συνάμα τρομακτικό χαμόγελο, τόσο τρομακτικό που τα γαλάζια μάτια του γυάλισαν και τα λευκά του δόντια φάνηκαν όλα μαζί, κοφτερά σαν του καρχαρία.
«Θυμήθηκε τίποτα;» ήταν η κρύα και τρομακτική ερώτηση του.
«Όχι, δυστυχώς όχι»
Η απάντησή της τον έκανε να κοιτάξει αλλού αδιάφορα.
«Χιούγκο. Η κοπέλα βλέπει εφιάλτες και ήθελα να σε ρωτήσω. Και εσύ το έζησες. Και εσύ είδες τον Μπάμπαντουκ να δολοφονεί τους γονείς σου, στα εννιά σου χρόνια μάλιστα! Πώς το αντιμετώπισες; Πώς σταμάτησες τον εαυτό σου από το να βλέπει εφιάλτες; Πώς κοιμάσαι ήσυχα τα βράδια;» τον ρώτησε με έντονη την απορία της η κοπέλα.
«Οι εφιάλτες της δεν θα σταματήσουν ποτέ. Είναι καταδικασμένη να βλέπει συνέχεια πλέον εφιάλτες. Και εγώ βλέπω συνέχεια πλέον εφιάλτες. Καταφέρνω και επιβιώνω όμως, σκεφτόμενος κάθε βράδυ ότι εγώ πέφτω για ύπνο και ότι μόλις ξυπνάω εγώ σηκώνομαι από το κρεβάτι μου και όχι ο Μπάμπαντουκ. Ναι, υπήρχε μια εποχή που πίστευα ότι εγώ είμαι ο Μπάμπαντουκ, ότι εγώ το έκανα αυτό» της εξήγησε κοιτώντας την και σύντομα της έδειξε το δωμάτιό της.
«Εδώ θα μένεις από εδώ και πέρα, εδώ θα κοιμάσαι. Ελπίζω να σου αρέσει» χαμογέλασε και της άνοιξε την πόρτα, ανάβοντάς της και το φως. Ήταν ένα υπέροχο δωμάτιο, βαμμένο λευκό και γαλάζιο σε ορισμένα σημεία, πάνω σε έναν τοίχο κρεμόταν ένας παλιάτσος με τα κουδουνάκια στο καπέλο του και μια χαμογελαστή έκφραση στο πρόσωπο του, κοντά στον οποίο βρισκόταν το κρεβάτι της Λούσυ, δίκλινο.
«Σε ευχαριστώ» είπε εκείνη και το πρόσωπο της καρφώθηκε πάνω σε ένα γραφείο, με ορισμένα χαρτιά και εικόνες.
«Τι είναι όλα αυτά;» ρώτησε προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό της την τρομακτική θεωρία ότι ο Χιούγκο ή η Ιωάννα θα μετατρέπονταν στον Μπάμπαντουκ. Κανείς δεν ήταν τόσο τρομακτικός και τόσο τερατώδης όσο αυτός, ή τουλάχιστον αυτό σκεφτόταν. Ο Χιούγκο πήγε κοντά και πήρε μερικά από τα χαρτιά στα χέρια του. Χαμογέλασε μόλις τα κοίταξε και έπειτα τα έδωσε στην Λούσυ.
«Αναφορές. Αναφορές και μαρτυρίες από άτομα τα οποία δέχτηκαν επίθεση στις οικογένειες τους από τον Μπάμπαντουκ και που τους άφησε να ζήσουν. Η Ιωάννα δεν είναι η μοναδική που ο Μπάμπαντουκ άφησε να ζήσει. Παντού όμως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα. Όλοι είτε φοβούνται υπερβολικά πολύ για να τον ζωγραφίσουν ή δεν τον είχαν δει αρκετά καλά για να τον περιγράψουν. Δεν ξέρω πως το κάνει ο Μπάμπαντουκ, όμως αυτός ο μπάσταρδος ξέρει να κρύβεται. Όλοι τον περιγράφουν με ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά. Κοφτερά νύχια, ψηλό καπέλο, τερατώδη χαρακτηριστικά, φλεγόμενα μαύρα μάτια, άσχημο και τρομακτικό, με μακριά μαύρα μαλλιά και κοφτερά δόντια. Κανείς δεν τον έχει περιγράψει ποτέ σαν έναν απλό άνθρωπο. Με την Ιωάννα πίστευα πως αυτό ίσως να άλλαζε, ίσως κάτι να άλλαζε και να τον έπιανα, όμως τελικά…» έκανε μια παύση και πέταξε με μια κίνηση τις αναφορές πίσω από την πλάτη του, αφήνοντας τες να πέσουν παντού τριγύρω στο πάτωμα παρασυρμένες από τον αέρα. Η Λούσυ με μια κραυγή προσπάθησε να τις πιάσει όλες και να τις βάλει στην σωστή σειρά, σκεφτόμενη πως ο Χιούγκο έλεγε βλακείες και ότι απλά δεν του είχε δοθεί ακόμα η κατάλληλη ευκαιρία.
«Τελικά μπορεί και να είναι όλα χάσιμο χρόνου» κάπνισε ο Χιούγκο βλέποντας την να μαζεύει τα χαρτιά και τις εικόνες. «Είσαι μαλάκας» του είπε η Λούσυ και ο Χιούγκο την κοίταξε.
« Πώς είπες;» την ρώτησε και η Λούσυ ξαναείπε με δύναμη:
«Είσαι μαλάκας, το ξέρεις αυτό Χιούγκο; Δεν μπορείς να πιάσεις τόσο εύκολα τον Μπάμπαντουκ όσο πιάνεις άλλους εγκληματίες. Ωραία. Αυτό δεν σου τραβάει το ενδιαφέρον; Να δεις τι κάνεις λάθος και πως μπορείς να το αλλάξεις προκειμένου να μπορέσεις να τον πιάσεις; Εννοώ, έλα τώρα. Άμα ήμουν μια ντετέκτιβ με την φήμη σου και ήξερα πως εκεί έξω υπάρχει ένας μπάσταρδος κακοποιός που ακόμα δεν έχω καταφέρει να πιάσω και που είναι ακόμα ασύλληπτος, σφάζοντας αθώους ανθρώπους σαν να σφάζει πρόβατα, εμένα θα μου έσπαγε τα νεύρα και θα κινούσα γη και ουρανό για να τον συλλάβω τον μπάσταρδο. Εσύ τι θα κάνεις; Θα κάθεσαι και θα κάνεις τον υπέροχα badass, απίθανα γαμάτο και σκληροτράχηλο ντετέκτιβ του στυλ “Είμαι μόνος και σε όποιον αρέσω”, ενώ αυτός γελάει πίσω από την πλάτη σου, σίγουρος ότι δεν θα καταφέρεις να τον συλλάβεις ποτέ; Δεν ξέρω για εσένα, αλλά αυτό εμένα θα με θύμωνε»
«Έχεις δίκιο» χαμογέλασε ο Χιούγκο κοιτώντας την και εφόσον κάπνισε άλλη μια τζούρα σηκώθηκε και πήγε σε μια ντουλάπα κοντά στο κρεβάτι της.
«Πας και ανοίγεις την ντουλάπα μου. ΟΚ, δεν εννοούσα αυτό ακριβώς όταν εννοούσα να πάρεις τον έλεγχο στην υπόθεση και να βαλθείς να την λύσεις» ξεκίνησε να λέει η γυναίκα, ώσπου παρατήρησε τον καπνιστή ντετέκτιβ να βγάζει μέσα από την ντουλάπα ένα τεράστιο, χάρτινο κιβώτιο το οποίο έμοιαζε γεμάτο μέχρι πάνω με φακέλους.
«Τι είναι αυτό;»
«Οι φάκελοι όλων των υποθέσεων που έλυσα τα τελευταία 10 χρόνια. Όλα είχαν ένα κοινό στοιχείο. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν απλά μια σύμπτωση, όμως ο πρώτος κανόνας των αστυνομικών στην σχολή και κατά την διάρκεια της υπηρεσίας μας είναι ένας. Δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Πώς στο διάβολο μπόρεσα να ξεχάσω τον πρώτο κανόνα;» σχολίασε γεμάτος θυμό ο ντετέκτιβ και η Λούσυ τον άγγιξε απαλά στον ώμο.
«Χιούγκο, Χιούγκο. Χαλάρωσε, πάρε μια βαθιά ανάσα και πες μου τι σκέφτηκες» *
«Ελπίζω να μην μου ζητήσεις να πάμε για έρευνα σε κάποιο άσυλο, για να μου πεις να ερευνήσουμε και να με παρατήσεις εκεί» την κοίταξε με ένα σηκωμένο φρύδι χαμογελώντας και η Λούσυ πήρε το τσιγάρο που είχε στο στόμα του. Του το έσβησε στο τασάκι κοντά στο γραφείο και τον κοίταξε.
«Να σου πω, καλό το “Νησί των Καταραμένων” του Σκορτσέζε, αλλά εμείς πάμε για τα Όσκαρ. Συγκεντρώσου λοιπόν. Μην το πάρεις προσωπικά, απλά δεν πιστεύω ότι χάλασε τόσο γρήγορα η κάλυψη μου» γέλασε και έπειτα τον άγγιξε στον ώμο.
«Χιούγκο, είμαι η ψυχαναλύτριά σου. Σε θεωρώ τρελό και επικίνδυνο, οπότε κανόνισα την μεταφορά σου σε ένα άσυλο για ψυχικά διαταραγμένους» γέλασε και μαζί οι δυο συνεργάτες με αναπτερωμένο ηθικό έκατσαν να δουλέψουν στην υπόθεση. Ο Χιούγκο πήρε φωτογραφίες μέσα από τους φακέλους πολλών υποθέσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν στην Νέα Υόρκη. Μερικές υποθέσεις ψυχοπαθών δολοφόνων με τάση να κόβουν τα θύματά τους με πριόνια, ψυχοπαθείς που έπνιγαν με ζώνες αλλά και υποθέσεις καρτέλ μεγαλεμπόρων λευκής σαρκός παρέλαυναν στους πολυχρησιμοποιημένους φακέλους. Η Λούσυ διάβασε ένα απόκομμα από εφημερίδα, ότι κάποιοι έμποροι λευκής σαρκός από έναν Ρώσο μαφιόζο είχαν βρεθεί νεκροί σε ανταλλαγή πυροβολισμών, όπως τουλάχιστον έλεγαν οι κοπέλες. Βέβαια μια από αυτές είχε πει πως είχε δει έναν άντρα με ξανθό κοντό μαλλί και γαλάζια μάτια να γαζώνει με σφαίρες και έπειτα να πετάει στην θάλασσα τα πτώματα τριών από αυτές. Η κοπέλα κράτησε στο μυαλό της αυτήν την πληροφορία, όμως δεν είπε κάτι. Αυτό το περιστατικό είχε συμβεί κιόλας  πρόσφατα.
«Λοιπόν, τι ψάχνω;» ρώτησε τελικά βλέποντας τον Χιούγκο να χαμογελά ενώ κοιτούσε δυο φωτογραφίες.
«Κοίτα» είπε και της έδειξε την εικόνα του πτώματος ενός εγκληματία. Το κεφάλι του είχε σπάσει και τα μυαλά του λέρωναν την άσφαλτο, κομμάτια τους φαίνονταν ξεκάθαρα στην φωτογραφία, ενώ δίπλα του υπήρχε ένας ματωμένος λοστός.
«Ναι, το βλέπω. Αηδιαστικό» σχολίασε και ο Χιούγκο της έδειξε ξανά αμίλητος το στήθος του νεκρού. Υπήρχε ένα τατουάζ, ίδιο με την εικόνα του Μπάμπαντουκ στον τίτλο του βιβλίου “Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΑΜΠΑΝΤΟΥΚ” που βρήκαν στον χώρο εγκλήματος της σημερινής υπόθεσης!
«Αυτό το σύμβολο» παρατήρησε η Λούσυ και κοίταξε τις υπόλοιπες φωτογραφίες. Τα καρτέλ, τα φορτηγά, οι εγκληματίες, όλοι όσοι βρίσκονταν στις φωτογραφίες είχαν πάνω τους είτε σε τατουάζ, είτε σε μορφή γκράφιτι είτε σημαδεμένο με μαχαίρι ή με πυρώμενο μέταλλο αυτό το σύμβολο, την μικρογραφία του κυρίου Μπάμπαντουκ.
«Χιούγκο, καταλαβαίνεις τι συμβαίνει; Ο Μπάμπαντουκ κρύβεται πίσω από όλα, κρύβεται πίσω από αυτό, κρύβεται πίσω από τους φόνους και το εμπόριο ναρκωτικών, το εμπόριο λευκής σαρκός! Πρέπει να κάνουμε τον οποιονδήποτε έχουμε συλλάβει να μιλήσει, όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι για τον Μπάμπαντουκ! Εννοώ, το βλέπεις και εσύ, κρύβεται πίσω από όλους και από όλα, δεν είναι σύμπτωση! Θα σε βοηθήσω, αλλά και εσύ θα πρέπει να με εμπιστευτείς! Λοιπόν, ας κάνουμε μια συμφωνία» τον κοίταξε η Λούσυ και το γενναίο της βλέμμα τον έκανε να την κολλήσει τα μάτια του πάνω της.
«Θα πάρουμε όποια υπόθεση και αν προκύψει, όσο μεγάλη και να είναι. Και όταν συλλαμβάνουμε τους κακοποιούς, θα τους ανακρίνουμε για το που μπορεί να βρίσκεται και το ποιος είναι ο Μπάμπαντουκ. Όμως, Χιούγκο»-τον κοίταξε εκείνη και εκείνος ανοιγόκλεισε τα μάτια του μην περιμένοντας να ακούσει το όνομα του- «Θα τους συλλαμβάνουμε και θα τους ανακρίνουμε όπως υποβάλλει το γράμμα του νόμου. Δεν θα γίνουμε εκδικητές»
Ο Χιούγκο απλά ανεβοκατέβασε το κεφάλι του.
«Εντάξει. Έλα μαζί μου τώρα. Θέλω να πάμε στο σπίτι ενός φίλου, λέγεται Λουκ Πέτερσονς. Είναι ένας πολύ καλός μου φίλος, και το καλύτερο; Ξέρει καλύτερα τις άλυτες υποθέσεις της αστυνομίας από ό, τι ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα. Μην με ρωτήσεις γιατί, η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή. Έχεις αναθέσει σε μια ομάδα αστυνομικών να βρει έναν συγκεκριμένο εγκληματία, αλλά δεν το κάνει και συλλαμβάνει το λάθος άτομο. Παρά όλα αυτά ο εγκληματίας συνεχίζει να βρίσκεται εκεί έξω και να κάνει κακό, σε μικρότερο βέβαια βαθμό μέχρις ότου ξεχαστεί η υπόθεση του. Τι συμφέρει περισσότερο την αστυνομία; Να ξεκινήσει ξανά τις έρευνες ή να προσφέρει μια μικρή αν και λανθάνουσα μορφή γαλήνης και ηρεμίας;» την ρώτησε και η Λούσυ κατάλαβε ότι οι περισσότεροι θα διάλεγαν το δεύτερο. Όμως δεν ήταν σαν αυτούς. Αυτήν την φορά η Λούσυ ξεκίνησε πρώτη, για την έξοδο και για το αμάξι της. Ο Χιούγκο της άνοιξε την πόρτα και ύστερα την κοίταξε και της είπε:
«Πήγαινε στο αμάξι και περίμενέ με. Να έχεις το τηλέφωνο σου ανοιχτό, στο 911. Άμα δεν έχω φανεί στην πόρτα μέσα σε 3 λεπτά,  κάλεσε την αστυνομία και οδήγησε όσο πιο μακριά μπορείς»
Εκείνη του έριξε ένα περίεργο βλέμμα κι έπειτα του φώναξε:
«Χιούγκο, τι στο διάβολο λες ;;; Και άμα με ρωτήσουν τι να τους πω;» του φώναξε ρίχνοντάς του ένα περίεργο βλέμμα.
«Πες τους ότι είμαι νεκρός» απάντησε ο Χιούγκο. Η κοπέλα τρομαγμένη και ανήσυχη τον είδε να μπαίνει στο σπίτι. Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα που πέρασαν όσο περίμενε, σφίγγοντας τα χέρια της στο τιμόνι και στα κλειδιά, ήταν τα πιο βασανιστικά σε ολόκληρη την ζωή της. Σύντομα, μέσα στην βασανιστικη σιωπή ακούστηκε ο αλάνθαστος ήχος μιας καραμπίνας να πυροβολεί. Με τρόμο η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε προς την πόρτα. Ο Χιούγκο πετάχτηκε έξω με ταχύτητα προσπαθώντας να καλύψει το κεφάλι του.
«Βάλε μπρος! Βάλε μπρος!» της φώναξε και η Λούσυ ξεκίνησε το αμάξι. Οδήγησε για λίγη ώρα τρομαγμένη ώσπου είδε στον καθρέφτη πως ο Χιούγκο έτρεχε από πίσω της.
Η σπιτονοικοκυρά του Χιούγκο βγήκε για λίγη ώρα έξω και θυμωμένη ακόμα προσπαθούσε να πετύχει τον ίδιο και το αμάξι της Λούσυ με την γεμάτη της καραμπίνα. Η κοπέλα οδήγησε και ένιωσε σαν να βρισκόταν στο Trainspotting 2 όπου ο Φράνκο Μπέγκμπι, ο χαρακτήρας που έπαιξε με υπερβολική μαεστρία ο Ρόμπερτ Καρλάιλ, κυνηγούσε τον Μαρκ Ρέντον, τον χαρακτήρα του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, σε ένα γκαράζ. Ευτυχώς ο Χιούγκο αλλά και η ίδια ξέφυγαν χωρίς να πληγωθούν από τις σφαίρες της τρελής σπιτονοικοκυράς. Μόλις της ξέφυγαν, η κοπέλα σταμάτησε το αμάξι και ο Χιούγκο ακουμπώντας το καπό γέλασε.
«Χαχα! Αυτό ήταν μοναδικό! Χαχαχαχα!» γέλασε ο Χιούγκο ακουμπώντας το καπό μόλις της ξέφυγαν, αφού η κοπέλα σταμάτησε το αμάξι, και το γέλιο του μεταδόθηκε σ’ εκείνη.
«Γιατί στο διάολο σε πυροβόλησε;» τον ρώτησε η Λούσυ.
«Πάρα πολύ απλά. Της ανακοίνωσα ότι πλέον θα μένεις μαζί μου» αποκρίθηκε γελώντας ακόμα. Την κοίταξε στα καστανά μάτια της και εφόσον γέλασαν άλλη μια φορά, ανακουφισμένοι μπήκαν στο αμάξι της Λούσυ και οδήγησαν ως ένα δάσος, κοντά σε μια παλιά εκκλησία.
« Εδώ μένει ο φίλος σου;» τον ρώτησε εκείνη.
«Μα και βέβαια»
«Δεν το περίμενα. Γιατί; Είναι θρήσκος;»
«Όχι, δεν είναι θρήσκος. Απλά φοβάται τους δαίμονες. Όταν φοβάσαι τους εγκληματίες που μένεις; Κοντά στο αστυνομικό τμήμα» είπε ο Χιούγκο και προχώρησε προς την πόρτα. Η Λούσυ κοίταξε μια εικόνα στην εκκλησία, μια εικόνα στην οποία φαινόταν ο Σαμαήλ, το Σεραφείμ του Θανάτου. Φόραγε κουκούλα, είχε πολλά χέρια, στο ένα του χέρι κρατούσε ένα ανοιχτό βιβλίο, σε ένα άλλο κρατούσε μια κλεψύδρα, σε ένα τρίτο κρατούσε ένα ψαλίδι και σε ένα τέταρτο ένα δρεπάνι. Είχε γαλάζια μάτια τα οποία έχυναν δάκρυα από αίμα και τα μαλλιά του ήταν ξανθά. Η Λούσυ θα ορκιζόταν ότι είδε το αίμα από τα μάτια του να κυλάει σαν αληθινό.
«Γδύσε με από τα κομμάτια των σκέψεων μου, τις φιλίες, το όνομα μου και τι απομένει; Μην θρηνείς για ό, τι δεν υπήρχε ποτέ. Μια πλάνη είναι ο Θάνατος» σχολίασε ο Χιούγκο ενώ προχωρούσε και παρατήρησε τις πολλές φτερούγες του Σαμαήλ. Η Λούσυ τον ακολούθησε και πρόσεξε πως η εκκλησία δίπλα από την οποία πέρασαν, καθώς και το σπίτι του φίλου του, του Λουκ Πέτερσονς, βρισκόταν κοντά σε ένα δάσος και σε έναν παλιό νερόμυλο, ο οποίος χτισμένος κοντά σε ένα γάργαρο ρυάκι χαλούσε την σιωπή της φύσης και το τιτίβισμα των πουλιών με την συνεχή του κίνηση και το συνεχές πλατσούρισμα.
«Τζών Μίλτον πάλι;» το ρώτησε έπειτα με απίστευτη ταχύτητα.
«Όχι» απάντησε ο Χιούγκο με ένα χαμόγελο στα χείλη. «Η τελευταία διδαχή ενός μεγάλου Ινδού δάσκαλου, του Αβαγιάνα του Ειρηνικού. Αλλά θα μπορούσε να το γράψει και ο Μίλτον. Αλήθεια, ήθελα να σε ρωτήσω, Λούσυ. Τι γνώμη έχεις εσύ γύρω από τον Θάνατο; Πώς βλέπεις εσύ τον Θάνατο;»
Εκείνη έμεινε για λίγο ακίνητη προτού τον ακολουθήσει ξανά. Ήθελε να σκεφτεί και να του δώσει μια σωστή απάντηση.
«Κοίτα, δεν φοβάμαι τον Θάνατο. Θέλω να αρχίσω κάπως έτσι. Δεν φοβάμαι τον Θάνατο και μπορεί να πονάει, δεν νομίζω όμως. Νομίζω πως η Ζωή πονάει περισσότερο από τον Θάνατο. Δεν βλέπω τον Θάνατο σαν μια απώλεια. Τον βλέπω σαν μια καινούργια αρχή, σαν έναν τρόπο να σταματήσει κάτι παλιό και να αρχίσει κάτι το καινούργιο. Όπως ας πούμε συμβαίνει και σε ένα δάσος. Κάποιες φορές για να δώσεις τον χώρο στα καινούργια δέντρα να μεγαλώσουν και να αναπτυχθούν, θα πρέπει πρώτα να χαθούν και να κοπούν τα παλιά. Ο Θάνατος θέλεις δεν θέλεις σε αλλάζει και σε ωριμάζει ή σε καταστρέφει. Είναι όμως κομμάτι της ζωής μας. Κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει, κανένας δεν μπορεί να μείνει μακριά του όσο και να προσπαθεί. Η Ζωή έχει ένα πολύ υψηλό τίμημα για να την ζήσεις, ο Θάνατος είτε έζησες είτε σπατάλησες την Ζωή σου θα σε πάρει μαζί του. Αυτό είναι, ο Θάνατος δεν κάνει διακρίσεις. Ο Θάνατος για εμένα, δεν είναι η μεγαλύτερη απώλεια στην ζωή. Για εμένα, η μεγαλύτερη απώλεια είναι το οτιδήποτε πεθαίνει μέσα μας όσο ζούμε. Για εσένα;»
Ο Χιούγκο κοίταξε αλλού. Μιας που κατάλαβε ότι θα έπιαναν τεράστια συζήτηση έκατσε πάνω σε έναν παλιό κομμένο κορμό και έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα του. Βλαστήμησε διότι θα έπρεπε να αγοράσει ένα καινούργιο πακέτο.
«Έχεις διαβάσει ποτέ Ελληνική Μυθολογία, Λούσυ; Ή έχεις πιάσει ποτέ στα χέρια σου το κόμικ Sandman του Νίλ Γκέιμαν; Δεν θα σου πω με τι έχει να κάνει, αλλά θα σου πω το εξής. Πρωταγωνιστής του κόμικ είναι ένας Αθάνατος, το Όνειρο, ένας από τους Ατελείωτους, ο Sandman της μυθολογίας, ο Ύπνος. Η μεγαλύτερη αδελφή του είναι ο ίδιος ο Θάνατος. Πώς θα ένιωθες άραγε  για την Ζωή άμα ο μεγαλύτερος αδελφός σου ή η μεγαλύτερη αδελφή σου ήταν ο ίδιος ο Θάνατος; Να σου πω την αλήθεια, εγώ δεν φοβάμαι τον Θάνατο. Πιο πολύ από όλα δεν φοβάμαι τον Θάνατο. Φοβάμαι την Ζωή και αυτήν την αβεβαιότητα της, αυτήν την τάση της να συμβαίνουν τα πιο αναπάντεχα πράγματα τις πιο αναπάντεχες στιγμές. Λένε πως…»
Έκανε μια παύση για να ανάψει ένα τσιγάρο βάζοντάς το στα χείλη του και κάνοντας την πρώτη τζούρα.
«…Όλα στην Ζωή έχουν έναν λόγο που συμβαίνουν. Μερικοί το λένε μοίρα, μερικοί άλλοι το λένε Σχέδιο του Θεού, κάποιοι το λένε Τύχη. Με τρομάζει. Δεν έχω βρεθεί ποτέ τόσο κοντά στον Θάνατο, αλλά έχω μιλήσει με άτομα που γνώρισαν το θερμό άγγιγμα του στον ώμο τους, σαν να τους άγγιζε ένας παλιός φίλος. Λένε πως άκουσαν τον ήχο των φτερών του. Το φαντάζεσαι; Ο τελευταίος ήχος που θα ακούς να είναι ο ήχος των φτερών την στιγμή που πετάει κοντά σου, αλλά και ο ήχος των φτερών την στιγμή που η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα. Ο Θάνατος είναι δίκαιος, αυτό μου αρέσει στον Θάνατο, μόνο η Ζωή είναι άδικη. Το μόνο δίκαιο ανάμεσά τους είναι ότι όπως παίρνεις μόνο μια Ζωή, έτσι παίρνεις και έναν μόνο Θάνατο. Υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Βλέπεις, νομίζω ότι όλο αυτό είναι απλά μια αντίθεση, φως και σκιά. Όπως και η Ζωή. Άμα δεν είχες ποτέ άσχημες στιγμές, πως θα ήξερες ότι είχες τις καλές στιγμές; Μόνο όμως μερικά από αυτά είναι δίκαια. Όταν είσαι άνθρωπος ξέρεις, τα πράγματα είναι πολύ πιο έντονα. Πολύ πιο διαφορετικά. Έχεις μάτια, καρδιά, ημέρες να ζήσεις, ζωή» άρχισε να λέει και τότε η Λούσυ τον διέκοψε.
«Είναι οι στιγμές που κάνουν την ζωή να λάμπει και να αξίζει , έτσι; Οι στιγμές που δεν καταλαβαίνεις ότι ζεις αυτές τις χαρούμενες ή λυπητερές αναμνήσεις. Αυτές οι μικρές στιγμές που φεύγουν τόσο γρήγορα από τα μάτια σου, που εξαφανίζονται σαν την λάμψη της κάννης ενός πιστολιού ή σαν την ζωή μιας πυγολαμπίδας είναι που κάνουν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή να έχει σημασία, έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς» την κοίταξε χαμογελαστός ο Χιούγκο και άναψε τσιγάρο. «Πάμε τώρα. Ο Λούκ θα είναι μέσα και βραδιάζει. Σύντομα θα πρέπει να γυρίσουμε σπίτι». Βλέποντας το σκεπτικό της βλέμμα πρόσθεσε εύθυμα: «Θα έχει χαλαρώσει και η νοικοκυρά μου κιόλας»
Η Λούσυ τον ακολούθησε. Σύντομα τα βήματά τους έφεραν τους δύο συνεργάτες κοντά στο σπίτι του παλιού φίλου του Χιούγκο.
«Από πού τον ξέρεις;» τον ρώτησε.
«Ήμασταν συμφοιτητές στην σχολή αστυνομικών. Πρώτοι σε όλα, πρώτοι στα μαθήματα, στο τρέξιμο, στην σκοποβολή, στην δράση. Βέβαια ο Λούκ ήταν πολύ πιο ριψοκίνδυνος, εγώ σχεδίαζα την κάθε μου κίνηση. Ξεκινήσαμε σαν εχθροί, βασικά ανταγωνιστές. Αλλά αυτό κατάντησε να γίνει μια τεράστια φιλία. Θα καταλάβεις ότι το ένα του χέρι έχει ένα μικρό πρόβλημα και το κουνάει κάπως περίεργα. Στον τρίτο χρόνο της σχολής ένας τύπος τον μαχαίρωσε στον ώμο, με ένα μολύβι. Μην το σχολιάσεις» απάντησε ο Χιούγκο σβήνοντας το τσιγάρο με το παπούτσι του και η Λούσυ έκανε μόνο ένα νεύμα με το κεφάλι της. Ο Χιούγκο χτύπησε πρώτος την ξύλινη πόρτα και μέσα από το σπίτι ακούστηκε μια φωνή.
«Ποιος είναι;»
«Χιούγκο Ρώσον, ένας παλιός φίλος»
Η φωνή ήταν γυναικεία. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και φάνηκε μια κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά, υπερβολικά όμορφη, με υπέροχα μάτια καφετιά και κατακόκκινα χείλη. Το δέρμα της ήταν λατίνο, υπερβολικά όμορφο και σχεδόν ηλιοκαμμένο. Η Λούσυ δεν κατάλαβε γιατί, αλλά μόλις την είδε να αγκαλιάζει τον Χιούγκο για λίγο και να την αγκαλιάζει και αυτός, ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά της, σαν να ζήλευε.
«Ζήλεια; Για το όνομα του Θεού, τι να ζηλέψω; Δεν έχει κάτι να ζηλέψω!»  
«Τι θέλεις εδώ πέρα, Χιούγκο; Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε, μας έλειψες!» ρώτησε σύντομα η άλλη κοπέλα.
«Ήρθα να δω τον Λούκ. Άκουσα ότι έχει κάτι καινούργιο για εμένα»
«Η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ ε; Μμ, το περίμενα. Δεν θα μας συστήσεις;»
Η Λούσυ την περιεργάστηκε. Ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερή της, γύρω στα τριάντα έξι της. Αποφάσισε να κάνει την πρώτη κίνηση.
«Είμαι η Λούσυ Στέρλινγκ. Η νέα βοηθός του Χιούγκο. Εσύ είσαι;»
«Ίσις Πέτερσονς» χαμογέλασε η κοπέλα. «Είμαι η σύζυγος του Λουκ. Λοιπόν, πηγαίντε, μέσα είναι ο Λουκ, θα σας περιμένει. Να σας βάλω να φάτε, Χιούγκο; Ετοίμαζα το τραπέζι» ξεκίνησε να λέει μόλις έκαναν χειραψία και ο Χιούγκο αρνήθηκε ευγενικά. Ενώ προχωρούσαν προς το δωμάτιο του Λουκ, η Λούσυ κοίταζε τριγύρω. Παράθυρα, εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, μια βιβλιοθήκη με πολλά ιερά βιβλία και φάτσα φόρα την Βίβλο, πορτραίτα και φωτρογραφίες της Ίσις και του συζύγου της. Φαίνονταν τόσο ευτυχισμένοι. Και εκεί, πάνω από ένα παλιό σκαμπό, μια βιβλιοθήκη και στα ράφια αυτής μια γυάλινη θήκη μέσα στην οποία υπήρχε ένας νεκρός σκορπιός με το κεντρί του, τόσο ζωντανός σαν να ήταν έτοιμος να σπάσει το τζάμι και να πεταχτεί από έξω.
«Σκορπιοί» σχολίασε η Λούσυ. Της άρεσαν ιδιαίτερα οι σκορπιοί ως ζώα, αν και την τρόμαζαν.
«Μμμμ, συγγνώμη, είπες κάτι;» την ρώτησε ο Χιούγκο μιας που φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του.
«Όχι, όχι. Συνέχισε» έκανε η κοπέλα τρομαγμένη και άμεσα προσπάθησε να κρύψει το γεγονός ότι είπε κάτι, για να μην νομίζει πως παραμιλούσε. Είδαν τον Λούκ Πέτερσονς να κάθεται ολομόναχος στο δωμάτιο του, ξαπλωτός σε μια καρέκλα και να βλέπει τηλεόραση, ένα θρησκευτικό κανάλι, γελώντας.
«Ωωω, δεν περίμενα ότι πιστεύεις, Λουκ. Από τις συζητήσεις μας δεν σε είχα για άνθρωπο της εκκλησίας» σχολίασε ο Χιούγκο και ο Λούκ σηκώθηκε από την καρέκλα του.
«Ο γαμημένος Χιούγκο Ρώσον. Χαχα! Όχι, Χιούγκο, δεν πιστεύω. Η Ίσις πιστεύει, εγώ απλά βλέπω διότι θέλω να δω πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη βλακεία» κάγχασε και η Λούσυ είχε την ευκαιρία για να τον δει από κοντά για πρώτη φορά. Ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερος του Χιούγκο, στα πενήντα δύο του, αξύριστος με κοντό καστανόξανθο μαλλί, γαλάζια μάτια και όμορφο πρόσωπο.
«Μπορεί να φτάσει μακριά η ανθρώπινη βλακεία, όπως την αποκαλείς, εφόσον υπάρχει ακόμα. Και εσύ, εγώ και ο Χιούγκο είμαστε άνθρωποι, έτσι;» υπέλαβε η Λούσυ και ο Λουκ γέλασε.
«Έξυπνη απάντηση. Μου αρέσει η καινούργια βοηθός σου, Χιούγκο. Και άλλη φορά, άμα είναι να έρθεις, σε παρακαλώ έλα πιο νωρίς, γιατί θα φάμε όλοι μαζί. Χιούγκο, θα φάμε Όλοι μαζί! Θα έχουμε πολλά πιάτα να πλύνουμε εγώ και η Ίσις»
«Θα μπορούσα να σε πάρω ένα τηλέφωνο, αλλά όλοι θυμόμαστε πως χάλασε το τελευταίο σου τηλέφωνο, σωστά; Η καθαρίστριά σου προσπάθησε να σκοτώσει την Ίσις με το καλώδιο του τηλεφώνου επειδή ήταν ερωτευμένη μαζί σου»
Ο Χιούγκο έκανε μια παύση κλείνοντας για λίγο τα μάτια του και είδε μια κοπέλα μέσα στο δάσος να τρέχει με σκισμένα ρούχα και ματωμένα γόνατα να ξεφύγει από κάποιον μέσα στο δάσος, ενώ έπεφτε και το αίμα από τα γόνατα της μάτωνε τα πεσμένα από το φθινόπωρο φύλλα. Είδε τη μορφή που την κυνηγούσε να έρχεται πιο κοντά, τη λάμψη της λεπίδας στο φως του μεσημεριανού ήλιου να πέφτει με δύναμη πάνω στην σάρκα, το ουρλιαχτό.
Ο Χιούγκο συζήτησε μαζί με τον Λούκ και την Λούσυ τα όλα όσα ανακάλυψε πρόσφατα μαζί της στο σπίτι τους, και εκείνη του έδειξε με μερικές φωτογραφίες στο κινητό της τα σημάδια του Μπάμπαντουκ σχεδόν σε όλες τις υποθέσεις που έλεγξαν παρέα.
«Μάλιστα. Άρα, θέλεις να σου προσφέρω μια υπόθεση για να επιβεβαιώσεις την υπόθεσή σου και να φτάσεις ένα βήμα πιο κοντά στην σύλληψή του; Έχω κάτι για εσένα. Περίμενε» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Η Λούσυ τον παρατήρησε να φέρνει έναν φάκελο πάνω στον οποίο είχε γράψει με πένα “Δημιουργός Μασκών”. Τον έλεγξε και ο Χιούγκο τον άνοιξε. Έβγαλε μερικές φωτογραφίες και μια αναφορά, ενός αστυνόμου που δούλευε σε αυτήν την υπόθεση.
«Δημιουργός Μασκών. Κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα. Δεν  είχε λυθεί αυτήν η υπόθεση και παλιότερα; Νομίζω ήταν ένας ψυχοπαθής που σκότωνε ανθρώπους κι αφού τους έβγαζε το δέρμα το χρησιμοποιούσε για να φτιάχνει μάσκες, λάμπες , δέρμα για τις καρέκλες και άλλα, σωστά;» μίλησε η Λούσυ.
«Ναι, ένας δολοφόνος σχεδόν από έναν αιώνα πριν. Ο Έντ Γκέιν, ένας ψυχοπαθής δολοφόνος που όμως δεν έμενε μόνο στο να χρησιμοποιεί το δέρμα, μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λίπος και τα κόκκαλα. Έφτιαχνε μέχρι και πολυθρόνες από ανθρώπινο δέρμα. Ο Χασάπης του Πλέινφιλντ, στο Γουίσκονσιν. Μπορεί να είναι ένας μιμητής του, μπορεί όμως και όχι» απάντησε ο Χιούγκο κοιτώντας την και παρατήρησε μια από τις φωτογραφίες δίνοντάς της τις υπόλοιπες.
Στην πρώτη πρώτη φωτογραφία βρισκόταν το πτώμα ενός νεαρού κοριτσιού, τουλάχιστον τέτοιο φαινόταν να είναι από το ό, τι πρόδιδε το σώμα του. Το πρόσωπο του είχε αποκοπεί χειρουργικά, σαν ένα κομμάτι χαρτί που κόβουν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο για να κάνουν χειροτεχνίες πάνω του. Το αίμα φαινόταν φρέσκο και μπορούσε κανείς να μυρίσει την βρομιά του πτώματος. Είχε σημάδια από σχοινί στον λαιμό του, ο δολοφόνος την είχε στραγγαλίσει. Η Λούσυ αηδίασε βλέποντας την επόμενη φωτογραφία. Εκεί βρισκόταν μια νεαρή κοπέλα που πάλι είχε χάσει το πρόσωπο της ενώ κοντά της, στο χέρι της, βρισκόταν το πρόσωπο της προηγούμενης κοπέλας κομμένο σε σχήμα καρδιάς. Ένιωσε σχεδόν έτοιμη να ξεράσει οπότε έριξε τις φωτογραφίες στο πάτωμα και έτρεξε στο μπάνιο. Έπλυνε το πρόσωπο της και επέστρεψε μετά  από λίγη ώρα στο δωμάτιο του Λούκ.
«Είσαι εντάξει;» ανησύχησε ο Χιούγκο.
«Δεν είμαι εντάξει. Αλλά πρέπει να τον πιάσουμε και πρέπει να γνωρίσει την θεία δίκη για τα εγκλήματα του. Θα σε βοηθήσω να τον συλλάβεις, αναλαμβάνουμε την υπόθεση»
«Ό, τι πει η συνεργάτης μου» χαμογέλασε εκείνος στον Λουκ.
«Και, Χιούγκο, δεν έχω φάει τίποτα. Μπορούμε να καθίσουμε να φάμε μαζί τους; Σε παρακαλώ» τον κοίταξε σαν παιδάκι.
«Εντάξει»
Σύντομα βράδιασε. Ήταν η ώρα για το δείπνο. Η Λούσυ και η Ίσις έστρωσαν μαζί το τραπέζι και η Ίσις έβαλε δύο ποτήρια κόκκινο κρασί για εκείνη και για την καλεσμένη της.
«Λοιπόν; Πώς και αποφάσισες να γίνεις ψυχολόγος;»
«Ήταν καλά τα λεφτά και επιπλέον, πιστεύω ότι έτσι θα βοηθήσω να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Δεν ξέρω άμα έκανα την σωστή επιλογή ή άμα αυτό είναι το σχέδιο του Θεού για εμένα αλλά αυτή είναι η προσωπική μου επιλογή» αποκρίθηκε η Λούσυ πίνοντας το κρασί της.
«Θα προσευχηθώ για εσένα. Μόνο, Λούσυ, πρόσεχε με τον Χιούγκο. Γιατί δεν ξέρω άμα έχεις διαβάσει την Βίβλο, όμως ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός είπε στους μαθητές του “Ιδού σας αποστέλλω ως πρόβατα εν μέσω λύκων”»
«Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Κεφάλαιο 10, στίχος 16» αναγνώρισε μέσα της τα απόσπασμα η Λούσυ.
Σύντομα, το φαγητό ήταν έτοιμο και έκατσαν όλοι μαζί προκειμένου να φάνε. Μίλησαν για τα φοιτητικά χρόνια του Χιούγκο και του Λουκ στην σχολή, για την ζωή της Ίσις και την πίστη, μίλησαν για την ζωή της Λούσυ προτού δουλέψει με τον Χιούγκο και έφτασαν σύντομα σε μια υπόθεση, την υπόθεση στην οποία η Λούσυ έμαθε να μην ρίχνει ποτέ την άμυνά της. Λεγόταν «Υπόθεση Αυλητής» και είχε να κάνει με έναν μανιακό ο οποίος, εφόσον σκότωνε και βίαζε κοπέλες, τις χαράκωνε στην πλάτη και στα γόνατα αφήνοντας μηνύματα για την αστυνομία, πριν κάψει τα ρούχα τους και τις πετάξει γυμνές σε κάδους σκουπιδιών. Η Λούσυ τον είχε αντιμετωπίσει και είχε ρίξει για λίγο την άμυνά της, με αποτέλεσμα να της επιτεθεί και να πάθει αυτήν την ουλή που την είχε σημαδεύσει. Αλλά είχε περάσει καιρός από τότε. Σύντομα χτύπησε το κινητό της Λούσυ.
«Να πάρει!» θύμωσε αφού το έλεγξε.
«Τι έγινε;» την ρώτησαν ο Χιούγκο και η Ίσις.
«Μια παλιά ασθενής μου έχει πάλι προβλήματα με τον Θεό. Δεν είναι θεοσεβούμενη, είναι θεοφοβούμενη και πιστεύει πως οι άνθρωποι που μεταναστεύουν στην Αγγλία από όλες τις υπόλοιπες χώρες, κυρίως Πακιστάν, Αλβανία, Ισραήλ και Ιράν, είναι δούλοι του Σατανά. Πιστεύει επίσης πως εξαιτίας των λαθών αυτών που βοηθάνε τους μετανάστες ο Θεός θα ρίξει φωτιά και θα κάψει ολόκληρο τον κόσμο, αρχίζοντας από την Αγγλία. Μην της μιλήσεις για Tom Waits, Black Sabbath, Pink Floyd, Iron Maiden, τα μπλουζ, ή όποιο άλλο συγκρότημα, θα σε κάψει. Πρόσφατα κάποιοι αστυνομικοί την συνέλαβαν καθώς έτρεχε στο πάρκο και ούρλιαζε στους περαστικούς ότι ο Αρμαγεδδών πλησιάζει και να μετανοούν. Βέβαια χτύπησε και έναν αστυνομικό στο μάτι, ενώ κλώτσησε έναν ακόμα» ξεφύσηξε ξεψυχισμένα και ο Χιούγκο την κοίταξε. Επικράτησε μια ελαφριά σιωπή.
«Ελάτε παιδιά μου ακούστε με καλά, θα σας διδάξω να φοβάστε τον Κύριο» ειρωνεύτηκε κατόπιν ο Χιούγκο πίνοντας το κόκκινο κρασί του από το γυάλινο ποτήρι. Η Λούσυ έβαλε το πιάτο της στον νιπτήρα για να τα πλύνουν αργότερα μαζί με την Ίσις και είπε:
«Βίβλος. Ένας από τους Ψαλμούς του βασιλιά Δαβίδ. Μόνο που δεν θυμάμαι ποιος ακριβώς»
«Σωστή. Διαβάζεις λοιπόν την Βίβλο. Ψαλμός 34, στίχος 11» την επαίνεσε ο Χιούγκο και ο Λούκ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
«Εσύ δεν περίμενα να το κάνεις» σχολίασε η βοηθός του και ο Λουκ απάντησε στην θέση του:
 «Η θεία του η Λίλιθ επέμενε να τον στείλουν στο κατηχητικό, οπότε ήθελε δεν ήθελε έμαθε να διαβάζει την Βίβλο. Και εκτός αυτού, άμα δεν έχεις την ψευδαίσθηση ότι πιστεύεις σε κάτι, δεν επιβιώνεις στην δουλειά μας λογικός για πολύ καιρό»
Η Ίσις κοίταξε τον Χιούγκο. «Ξέρεις ότι με το να φοβάστε εννοεί να σέβεστε τον Κύριο, σωστά Χιούγκο;» 
«Μα και βέβαια Ίσις, δεν αμφιβάλλω» της χαμογέλασε ο Χιούγκο.  «Φυσικά και εννοεί να σέβεστε τον Κύριο. Και εγώ τον σέβομαι. Απλά αυτός δεν νομίζω ότι μας σέβεται»
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε με μια φανερά πονεμένη έκφραση στο πρόσωπο της και ο Χιούγκο γύρισε το βλέμμα του στην Λούσυ.
«Λούσυ. Έχεις σκοτώσει ποτέ άνθρωπο; Μην προσπαθήσεις να κρυφτείς πίσω από το δάχτυλο σου, η ερώτηση είναι υπερβολικά απλή. Έχεις σκοτώσει ποτέ άνθρωπο;»  
«Ναι, έχω σκοτώσει άνθρωπο. Αλλά τον σκότωσα μόνο και μόνο επειδή ήταν σε αυτοάμυνα. Προσπάθησε να μου επιτεθεί και έτσι αμύνθηκα.» δικαιολογήθηκε αφού ήπιε λίγο κρασί ώστε να διώξει τον κόμπο στο λαιμό της.
«Πώς ένιωσες όταν σκότωσες εκείνον τον άνθρωπο;» συνέχισε ο Χιούγκο ρίχνοντας παράλληλα ένα χαμογελαστό βλέμμα στην Ίσις.  Η Λούσυ τους κοίταξε για μερικά λεπτά και μειδίασε αμήχανα.
«Τι είναι αυτό; Μια ψυχανάλυση ή μια μυστική ομάδα στήριξης;»
«Είναι μια απλή συζήτηση. Θέλεις να μας πεις πως ένιωσες;»
Η Λούσυ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της και έφερε στο μυαλό της τον μοναδικό άνθρωπο που σκότωσε, το πτώμα του, τις σφαίρες, το βλέμμα του και το ζεστό του αίμα. «Δεν δυσκολεύομαι να νιώσω την ηδονή που νιώθει κάποιος όταν σκοτώνει, τώρα που το έχω κάνει και εγώ.  Δεν ένιωσα όμως ίχνος χαράς όταν πυροβόλησα τον οποιονδήποτε άλλον στην διάρκεια της καριέρας μου. Σκέφτηκα να σκοτώσω πολλούς, όμως δεν το έκανα. Ακόμα δεν γνωρίζω, ακόμα και για εκείνο το ένα άτομο που σκότωσα άμα όντως σκόπευα να τραβήξω την σκανδάλη. Δεν ήταν αυτή η αρχική μου ιδέα»
«Αν σκόπευες να σκοτώσεις αρκετούς, θα ήταν επειδή καταλάβαινες γιατί έκαναν το ό, τι έκαναν. Είναι ωραίο με έναν τρόπο» σχολίασε ο Χιούγκο και η Λούσυ κοίταξε το παράθυρο.
«Τι σκέφτεσαι;» την ρώτησε η Λήδα.
«Ο πατέρας μου. Ήταν πρώην αστυνομικός του FBI, τώρα περνάει την ζωή του επισκευάζοντας κινητήρες αμαξιών. Σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να αφήσω την ιδέα και το όνειρο μου να γίνω ψυχολόγος και να τον βοηθάω να επισκευάζει αμάξια»
«Ο κινητήρας είναι μηχανή, άρα τα προβλήματα τα οποία θα προκύψουν, Λούσυ, είναι προβλέψιμα. Εσύ σιχαίνεσαι τα προβλέψιμα προβλήματα, θέλεις τα περίπλοκα μυστήρια. Αν αποτύχει το αμάξι να κινείται ακόμα και άμα επισκευάσεις τον κινητήρα, ίσως να χρειάζεται να του αλλάξεις μπαταρία. Όμως όταν σκοτώνεις έναν άνθρωπο; Δεν υπάρχει μπαταρία» την αντέκρουσε ο Χιούγκο σκουπίζοντας το στόμα του.
«Αυτό δεν είναι αλήθεια, Χιούγκο. Η εξομολόγηση και η συγχώρεση από τον Κύριο είναι η μπαταρία» επενέβη η Ίσις κοιτώντας τον. Ο Χιούγκο της χαμογέλασε και έκανε ξανά μια ερώτηση στην Λούσυ, καρφώνοντάς την με τα γαλάζια μάτια του.
«Δεν σε κατέβαλλε που σκότωσες εκείνον τον εγκληματία, σωστά; Στενοχωρήθηκες επειδή ο θάνατος του σε έκανε να νιώθεις τόσο ωραία;»
«Χιούγκο, αρκετά!» προσπάθησε να πει η Ίσις, όμως ούτε η Λούσυ ούτε ο Χιούγκο την άκουγαν. Ήταν χαμένοι στην συζήτηση τους αυτήν. Στο μυαλό της η Λούσυ έβλεπε τον εαυτό της και τον Χιούγκο να κάθονται στο σπίτι του, στο γραφείο του, στις πολυθρόνες ο ένας απέναντι από τον άλλον και να κοιτάζονται στα μάτια.
«Μου… μου άρεσε που σκότωσα τον Αυλητή…»
«Μην νιώθεις άσχημα λοιπόν. Και στον Θεό θα πρέπει να Του αρέσει να σκοτώνει. Το κάνει συνέχεια. Δεν είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του;»  
«Εξαρτάται ποιον ρωτάς. Οτιδήποτε πιστεύω εγώ είναι πιο κοντά στην επιστημονική φαντασία παρά σε οτιδήποτε διδάσκει η Βίβλος» πρόσθεσε ατενίζοντας το πάτωμα. Ένιωθε αδύναμη μπροστά του.
«Ο Θεός θα πρέπει να είναι τρομερός τύπος. Έριξε την στέγη μιας εκκλησίας πάνω σε 45 πιστούς Του, στο Σαν Φρανσίσκο, την περασμένη Τετάρτη με έναν κεραυνό την στιγμή που τραγουδούσαν έναν ύμνο»
«Και ο Θεός αισθάνθηκε καλά με αυτό;» έκανε η Λούσε με μια σχεδόν σπασμένη και πληγωμένη φωνή.
«Όχι. Αισθάνθηκε όμως παντοδύναμος. Λούσυ, σταματήσαμε να ψάχνουμε για Αγγέλους στους ουρανούς όταν ανακαλύψαμε ότι οι Δαίμονες κρυβόντουσαν μέσα μας. Και μην πιστέψεις ούτε μια στιγμή πως, εφόσον ο Θεός επέλεξε κάτι για εσένα, αυτό πρέπει να κάνεις. Οι καθρέφτες στο μυαλό σου αντανακλούν τα καλύτερα χαρακτηριστικά σου και όχι τα χειρότερα κάποιου άλλου» κατέληξε ο Χιούγκο θωρώντας την ήρεμα βαθιά στα μάτια.

Matt Dragoneed