Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.12.17

RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 5 "Το πτώμα, η υπόθεση και το όραμα"

Μόλις γύρισαν σπίτι και οι δύο, κουρασμένοι από την επίσκεψη στον Λουκ αλλά και την συζήτηση κατά την διάρκεια του δείπνου, η Λούσυ καληνύχτισε τον Χιούγκο και έπεσε να κοιμηθεί. Ήταν κουρασμένη και συγχρόνως έντρομη γύρω από τις αντιλήψεις του Χιούγκο. Δεν ήταν πως οι αντιλήψεις του ήταν τρομακτικές ή ακραίες, ήταν πως είτε ήθελε η κοπέλα να το πιστέψει είτε όχι, ο άντρας είχε λίγο δίκιο σε όλες αυτές τις αντιλήψεις του. Η Λούσυ το είχε παρατηρήσει σε όλες τις συζητήσεις τους ότι ο Χιούγκο είχε ένα κοφτερό μυαλό και μια θέληση να μιλήσει στον έξω κόσμο για τις αντιλήψεις του. Μπορούσε να δεθεί μαζί με αυτές τις αντιλήψεις, είχαν περάσει από το μυαλό της πάμπολλες φορές. Ίσως θα μπορούσε να τις αποδεχθεί, έστω για λίγο.
«Όχι, δεν θα θυσιάσω τις αντιλήψεις μου για να ασπαστώ τις δικές του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα τις αρνηθώ κιόλας» σκέφτηκε κρατώντας τες στο πίσω μέρος του μυαλού της.
Όταν η κοπέλα έπεσε να κοιμηθεί, ο Χιούγκο έκατσε για λίγη ώρα όρθιος και με ένα ήρεμο χαμόγελο προχώρησε προς το ειδικό ντουλάπι που κράταγε το κρασί του, το πολύτιμο αν και πικρό κόκκινο κρασί του. Άνοιξε με μια ήρεμη κίνηση το ξύλινο ντουλάπι και κοίταξε τα γυάλινα δοχεία μπροστά του. Το κρασί του δυστυχώς τελείωνε.
«Μμμ. Χρειάζομαι καινούργιο»
Ένα τρομακτικό χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του στο πρόσωπο του άντρα. Γέλασε σιγανά και έκλεισε με μια ήρεμη κίνηση το ντουλάπι. «Η νύχτα είναι ακόμα νέα» ψιθύρισε.
«Ένα χαμόγελο. Σκοτάδι, η χαρά του κυνηγιού. Το άρωμα του φόβου, ο ιδρώτας, η μαχαιριά, μια κραυγή. Σκοτάδι. Αίμα. Και οι Σκιές. Θεέ μου, αυτές οι Σκιές.»
Η Λούσυ πετάχτηκε από τον ύπνο της έτοιμη να ουρλιάξει. Είχε δει έναν τρομακτικό εφιάλτη, δεν μπορούσε να τον εξηγήσει. Αλλά ήταν εφιάλτης. Εικόνες έρχονταν στο μυαλό της ενώ προσπαθούσε να πιάσει πάλι την ανάσα της και να ηρεμήσει αγγίζοντας το μέτωπο της και κλείνοντας απαλά τα μάτια της. Έπαιρνε μικρές ανάσες, η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της. Τι την είχε τρομάξει τόσο; Τότε εικόνες ήρθαν στο μυαλό της από το όνειρο χτες και ήταν σαν να τις ζούσε. Βρισκόταν στο σπίτι της, είχε μόλις βγει από το μπάνιο και είχε βάλει το νυχτικό της φόρεμα. Δεν ακουγόταν τίποτα, μόνο ο νιπτήρας του μπάνιου που άφηνε μερικές μικρές σταγόνες νερού να στάζουν πάνω στο μαρμάρινο του μπάνιου. Δεν την ένοιαζε ο ήχος ιδιαίτερα, αντιθέτως της άρεσε. Την ηρεμούσε ο ήχος του νερού. Είχε κλείσει τα παράθυρα και είχε κλειδώσει την πόρτα. Έμενε μόνη της εδώ και αρκετό καιρό, δεν φοβόταν.
Και όμως, στους εφιάλτες δεν έχει σημασία η λογική. Η κοπέλα προχώρησε προς το σαλόνι της με την θέληση να κάτσει μπροστά από την τηλεόραση και να δει καμιά ταινία ή καμιά σειρά ώσπου να την πάρει ο ύπνος. Όμως, κάτι δεν ήταν σωστό και η κοπέλα το ένιωθε. Γύρισε το κεφάλι της. Τι ήταν αυτή η ξαφνική ψύχρα; Το παράθυρο! Κοίταξε προς τα εκεί, ήταν ανοιχτό. Το είχε ανοίξει χωρίς να το καταλάβει; Πώς το έκανε αυτό; Κάθε φορά θυμόταν ότι έκλεινε τα παράθυρα. Δεν ανησύχησε και πήγε προς το ανοιχτό παράθυρο. Πήγε να το κλείσει με αργές κινήσεις, όταν ένιωσε πως άκουσε έναν ήχο, σαν κάποιος με μεγάλα παπούτσια να έτρεχε μέσα στο σπίτι προσπαθώντας να μην φανεί. Ένιωθε σαν κάποιος να βρισκόταν στο σπίτι της και ο ήχος σαν κάποιος να έσπαγε ένα κομμάτι γυαλί επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Σίγουρη πλέον ότι στο σπίτι της υπήρχαν εισβολείς κρύφτηκε κουλουριάζοντας τον εαυτό της προσεκτικά για λίγο μόνο σε μια γωνία. Έπρεπε να σχεδιάσει την επόμενη κίνηση της. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο υπηρεσιακό της πιστόλι, το οποίο είχε αφήσει πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Άμα έκανε αρκετή ησυχία μπορούσε να πάει ως εκεί, μπορούσε βέβαια να πάρει και το κινητό της και να τηλεφωνήσει στην αστυνομία.
Αποφάσισε να κινηθεί προς το κινητό της. Με γρήγορες κινήσεις εγκατέλειψε την κρυψώνα της, ξυπόλυτη και άοπλη. Δεν πρόλαβε να το πάρει στα χέρια της καλά- καλά και ένας άντρας με μια μάσκα περίεργη σαν πρόσωπο  καλόγριας την άρπαξε από πίσω. Η κοπέλα πάλεψε εναντίον του και με δυσκολία τον πέταξε μακριά της, κάνοντας τον παράλληλα να χτυπήσει με την πλάτη του στον τοίχο. Ο άντρας έπεσε με δύναμη πίσω και η κοπέλα κατάφερε να απομακρυνθεί από εκείνον. Παρά όλα αυτά εκείνος την ακολούθησε. Εκείνη κοίταξε δίπλα της και είδε την παπουτσοθήκη της. Την έσπρωξε και την έριξε πάνω του ελπίζοντας να τον πετύχει. Ακόμα και να τον σκότωνε θα ήταν αυτοάμυνα. Όντως η παπουτσοθήκη έπεσε πάνω του αλλά τον έκανε μόνο να χτυπήσει δυνατά στο κεφάλι του. Δίχως να το καταλάβει όμως η κοπέλα, υπήρχε και ένας δεύτερος εγκληματίας ο οποίος την έπιασε από τα πόδια και την έσυρε ως το τραπέζι της κουζίνας της. Θα την σκότωνε λοιπόν; Τράβηξε μαχαίρι και προσπάθησε να την μαχαιρώσει.
Την έπιασε από τον λαιμό και το προσπάθησε με όλη του την δύναμη να την μαχαιρώσει, μα η κοπέλα πάλεψε όσο μπορούσε να κρατήσει μακριά το μαχαίρι. Και τα κατάφερε αρκετά ώσπου να πιάσει ένα μικρό μαχαίρι, το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πρόσφατα για να καθαρίσει ένα πορτοκάλι. Το μάτι του άντρα φαινόταν μέσα από την δική του μάσκα και η κοπέλα το κατάλαβε. Με ορμή λοιπόν κάρφωσε την λεπίδα βαθιά μέσα στο μάτι του άντρα. Την στιγμή που εκείνος ούρλιαζε από τον πόνο, με αίμα να τρέχει από το μάτι του και να πιτσιλάει ολόκληρο τον χώρο, η κοπέλα προσπάθησε να τρέξει ξανά. Όλο και κάποιον τρόπο θα έβρισκε προκειμένου να τους ξεφύγει και να ψάξει κάπου βοήθεια. Προσπάθησε να τρέξει και ήταν γρήγορη, όμως ο άντρας που η κοπέλα έριξε πιο πριν σηκώθηκε και έτρεξε πίσω της, την έπιασε με δύναμη και την έριξε βίαια πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Προσπάθησε να την μαχαιρώσει στην κοιλιά, στα πόδια και στο κεφάλι, όμως εκείνη κατάφερε με τόλμη να του ρίξει μια αγκωνιά στο πρόσωπο και να τον σπρώξει πίσω. Ένας τύπος από πίσω της, ένας τρίτος συνεργάτης τους μάλλον, προσπάθησε να την κάνει να μείνει ακίνητη πιάνοντας το στόμα και το πρόσωπό της. Εκείνη πάλεψε και τον κλώτσησε στο πρόσωπο, μετά από έντονη μάχη βέβαια, και αφού τον κλώτσησε πίσω έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο άντρας πήδηξε πάνω στο τραπέζι και με ένα μαχαίρι προσπάθησε να την μαχαιρώσει, όμως η κοπέλα με ταχύτητα έπιασε μια καρέκλα κοντά της και την πέταξε πάνω του. Η Λούσυ έτρεξε μακριά, μα ο άντρας με το μαχαίρι στο μάτι προσπάθησε να την σταματήσει, με αποτέλεσμα να την πιάσει και να την χτυπήσει με δύναμη πάνω στο τζάμι του παραθύρου. Όσο πάλευε η κοπέλα άλλο τόσο την χτύπαγε ο άντρας πάνω στο τζάμι, μα κατάφερε να του βγάλει την μάσκα και να τον δαγκώσει στο αυτί. Εκείνος την πέταξε μακριά και εκείνη προσπάθησε να συρθεί. Σηκώθηκε όρθια και έτρεξε προς το σαλόνι. Άρπαξε ένα φωτιστικό και το χρησιμοποίησε για να τον χτυπήσει.
Ο άντρας πάνω στον οποίο είχε πετάξει την καρέκλα έτρεξε προς το μέρος της και με δύναμη την πέταξε στο κρεβάτι . Πάλεψε μαζί του και εφόσον τον πέταξε μακριά της ανέβηκε πάνω στο κρεβάτι και πήδηξε πάνω του έτοιμη για μάχη. Εκείνος με οργή και ενώ τον χτύπαγε, την έριξε πάνω σε ένα μικρό γραφείο, κοντά στο κρεβάτι της. Η κοπέλα σηκώθηκε και έτρεξε, αλλά ο άντρας το ακολούθησε και σύντομα ο ίδιος και ο άλλος χωρίς το μάτι ήρθαν καταπάνω της. Την χτύπησαν και την έριξαν στο πάτωμα, ο ένας μάλιστα προσπάθησε και να την μαχαιρώσει. Δύο από τα μαχαίρια του όμως έπεσαν στο πάτωμα. Η Λούσυ με οργή άρπαξε το ένα και το κάρφωσε στο πόδι του άντρα τον οποίο χτύπησε με την καρέκλα, ενώ τον άλλον τον κάρφωσε με το στιλέτο στο στήθος και τον ξεκοίλιασε σαν να ξεκοίλιαζε ζώο.  Ο άντρας με το τραύμα στο κεφάλι την κυνήγησε και προσπάθησε να την σταματήσει, μα η κοπέλα έτρεξε και κλείδωσε τον εαυτό της στην ντουλάπα. Και εκεί, σαν από θαύμα, ο άντρας που πριν από λίγο είχε ξεκοιλιάσει εμφανίστηκε από πίσω της και με το ίδιο στιλέτο που η κοπέλα τον ξεκοίλιασε της έκοψε τον λαιμό.
Ο εφιάλτης της τελείωνε εκεί. Σηκώθηκε με ιδρώτα να τρέχει από το μέτωπό της και κοίταξε το δωμάτιο τριγύρω της. Βρισκόταν στο σπίτι του Χιούγκο ευτυχώς. Αυτή η γνώση την έκανε μυστηριωδώς να νιώθει ασφαλής. Κοίταξε στον καθρέφτη τον λαιμό της ενώ έβγαζε το άσπρο νυχτικό της. Δεν υπήρχε ίχνος μαχαιριάς, όπως δεν υπήρχαν μώλωπες στα χέρια ή στα πόδια της. Και φυσικά δεν υπήρχαν ίχνη από χαστούκια και μπουνιές στο πρόσωπο της. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό, έλαμπε και ήταν κίτρινος, ζεστός και λαμπερός. Η Λούσυ χαμογέλασε και αποφάσισε να ετοιμαστεί για σήμερα. Άφησε λυτά τα μακριά της μαλλιά, φόρεσε μια όμορφη μακρυμάνικη καφετιά μπλούζα, έβαλε ένα μαύρο καλσόν κι όταν κατάφερε να το βάλει φόρεσε μια φούστα μωβ με ασπρόμαυρα σχέδια πάνω της. Τέλος έβαλε τα μαύρα της μποτάκια και έτοιμη πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε και έπλυνε τα δόντια της, έπειτα κατέβηκε γραμμή για πρωινό.
Ο Χιούγκο βρισκόταν ήδη εκεί και έπινε καφέ. Φόραγε ένα λευκό πουκάμισο με μια μπλε γραβάτα και ένα σκουρόχρωμο μπλε σακάκι με ένα πορφυρό μαντήλι στο πέτο.
«Στις ομορφιές σου σήμερα, Λούσυ» σχολίασε μόλις την είδε και εκείνη του χαμογέλασε.
 «Το ίδιο θα έλεγα και σ’ εσένα» του απάντησε εκείνη και έκατσε σε μια καρέκλα απέναντι του. «Μπορείς να μου βάλεις λίγο καφέ ;;;» ρώτησε, μα πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή της ο Χιούγκο της έβαζε ήδη σε ένα φλιτζάνι έναν καφέ.
«Πώς κοιμήθηκες ;» την ρώτησε.
«Θα σου απαντήσω πάρα πολύ απλά. Έβλεπα στον ύπνο μου γλειφιτζούρια και γλυκά» σχολίασε εκείνη ειρωνικά και ο Χιούγκο την κοίταξε.
 «Θα μπορούσες. Κρίμα, πάντα μου άρεσαν τα γλυκά. Θέλω να μου πεις τι εφιάλτη είδες» την κοίταξε και πήγε να κάτσει κοντά της. Η Λούσυ κοίταξε τον όμορφο, ψηλό άντρα μπροστά της.
«Γιατί νοιάζεσαι τόσο πολύ για εμένα, Χιούγκο; Ούτε μια εβδομάδα δεν με ξέρεις» σκέφτηκε η κοπέλα. Παρά όλα αυτά ο Χιούγκο την κοίταξε.
«Ξέρεις κάτι; Άσε τον καφέ. Ο καφές δεν θα σε βοηθήσει τώρα. Άκουσέ με λίγο. Είμαι, ξέρεις, άνθρωπος που έχει μανία με την υγεία και την υγιεινή διατροφή, οπότε συνηθίζω εγώ να ετοιμάζω πράγματα που βάζω στον οργανισμό μου. Πρέπει λοιπόν να δοκιμάσεις τον χυμό που έφτιαξα και με βοηθάει εναντίον των πονοκεφάλων και των εφιαλτών μου. Το έφτιαξα βασισμένος πάνω στην τακτική Ναπολέων, την έχεις διαβάσει; Ο γιατρός Ναπολέων Λουβοδίκο έγραψε από μελέτες του σε ορισμένα πικρά μούρα ότι ο χυμός τους μπορεί να βοηθήσει στην απευθείας αντιμετώπιση των εφιαλτών και των πονοκεφάλων ή των παραισθήσεων» χαμογέλασε ο Χιούγκο και ανοίγοντας το ψυγείο έβγαλε ένα μπουκάλι όπου μέσα υπήρχε ένας κόκκινος, σχεδόν μαύρος χυμός με μια περίεργη μυρωδιά.
«Μυρίζει περίεργα, σαν αίμα» τον κοίταξε η Λούσυ και ο Χιούγκο χαμογέλασε.
«Μην σε ενοχλεί η μυρωδιά, πιες. Θα το δεις, θα σου κάνει καλό.Θα μας ετοιμάσω πρωινό, εντάξει;» είπε και αφού της έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο χυμό έβαλε και στον εαυτό του. Έπειτα της γύρισε την πλάτη για να ετοιμάσει πρωινό. Η Λούσυ τον κοίταξε και είπε:
«Κανονικά μήπως θα έπρεπε να παραπονεθώ που δεν με άφησες να πιω τον καφέ μου;», ενώ ο Χιούγκο χαμογελαστός απάντησε, κόβοντας λίγες φέτες από ένα μήλο:
«Θέλεις σίγουρα να παραπονεθείς; Μένεις σπίτι μου και σου ετοιμάζω πρωινό. Προκειμένου να μείνεις εδώ, έπρεπε να πείσω την σπιτονοικοκυρά μου, η οποία παραλίγο να με πυροβολήσει με μια καραμπίνα. Δίκανη» της έδειξε δύο από τα δάχτυλα του και εκείνη κοίταξε αλλού ένω ήπιε λίγο από τον χυμό.
«Πικρός είναι» σκέφτηκε και έπειτα πρόσθεσε: «Θα απολογούμουν που έτσι αιφνιδιαστικά μπήκα στην ζωή σου και αναγκάστηκα να μείνω σπίτι σου, αλλά ειλικρινά όλο αυτό με ανησυχεί κάπως. Ούτως ή άλλως, από τον τρόπο με τον οποίο θα απολογούμουν και την συχνότητα των απολογιών μου θα με βαριόσουν, οπότε θα απολογούμαι πότε-πότε αλλά σε μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ας το κρατήσουμε επαγγελματικό, εντάξει;»
Ο Χιούγκο, ο οποίος αυτήν την στιγμή είχε ετοιμάσει ένα υπέροχο γαστρονομικό πιάτο από φετούλες μήλου, αχλαδιού και κομμάτια πορτοκαλιού, σχολίασε ενώ άφηνε το πιάτο μπροστά της:
«Ή θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια καλή γνωριμία όπως δύο φυσιολογικοί ενήλικες. Θεός φυλάξοι να μην γίνουμε φίλοι» είπε ειρωνικά και η κοπέλα χαμογέλασε ενώ έπινε τον χυμό της. Ο Χιούγκο έφερε ένα πιάτο με ορισμένες φρυγανιές και εφόσον εκείνη άλειψε μια φρυγανιά με βούτυρο που πήρε από το ψυγείο και με λίγο μέλι που βρήκε σε ένα από τα ντουλάπια, σχολίασε:
«Χωρίς παρεξήγηση, Χιούγκο, αλλά σε βρίσκω ενδιαφέροντα μόνο στον ψυχολογικό τομέα. Σε όλους τους υπόλοιπους δεν μου φαίνεσαι τόσο ενδιαφέρων τύπος» τον κοίταξε και εκείνος χαμογέλασε καθώς έπινε το χυμό του.
« Θα αλλάξει η γνώμη σου για εμένα»  
«Και αυτός ο χυμός θα με βοηθήσει υποτίθεται;» τον ρώτησε προτού σχολιάσει ότι ο χυμός ήταν πικρός.
«Τις περισσότερες φορές τα πράγματα που μας βοηθάνε περισσότερο έχουν πικρή γεύση. Και αυτά που μας αρέσουν περισσότερο έχουν την πιο γλυκιά γεύση, μα μπορεί να σημάνουν την καταστροφή μας» σχολίασε ο Χιούγκο και άναψε τσιγάρο.
«Έχεις καρκίνο, Χιούγκο;» ρώτησε η κοπέλα.
«Όχι ακόμα. Μπορεί να μην πάθω και ποτέ, μπορεί να πάθω αύριο, μπορεί και την επόμενη εβδομάδα. Σημασία δεν έχει πότε και αν θα πάθω, σημασία έχει αν είμαι ευχαριστημένος από την ζωή που έζησα. Αν θα ήθελα περισσότερο ή άμα η ζωή που θα ζήσω θα είναι αρκετή» σχολίασε εκείνος και η Λούσυ τον κοίταξε.
«Έχεις βρεθεί σε πλήρη αρμονία με το θέμα του Θανάτου, έτσι δεν είναι;»
«Φλερτάρω καθημερινά με τον Θάνατο, χάρη στο επάγγελμά μου. Παράλληλα όμως έμαθα να έχω και έναν πόθο για την Ζωή, να απολαμβάνω τα θαύματα και να θαυμάζω την ομορφιά της» σχολίασε ο άντρας και η Λούσυ χαμογέλασε σκεπτική για ό, τι της αποκάλυψε. 
«Εσύ πώς θα περιέγραφες την ζωή σου;» την ρώτησε.
Η κοπέλα γέλασε. «Δεν έχω κάτσει να αναλογιστώ την ζωή μου ώστε να την περιγράψω, λίγο περίεργη θα την χαρακτήριζα λόγω κάποιων οικογενειακών θεμάτων. Αλλά γενικά είναι κάπως περίεργο. Ξέρεις, έχω μια πεποίθηση για την ζωή και τους ανθρώπους. Ο καθένας έχει σκεφτεί να σκοτώσει κάποιον με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Παλαιότερα πίστευα ότι η ζωή μου είναι ένα διαγώνισμα για να δω τι θα διαπράξω πρώτα, αυτοκτονία ή ανθρωποκτονία. Αλλά τώρα δεν είμαι πλέον τόσο σίγουρη. Οπότε περιμένω και ό, τι γίνει» χαμογέλασε και ο Χιούγκο ήπιε τον τελευταίο από τον χυμό του προτού καπνίσει το υπόλοιπο τσιγάρο του. Ενώ κάπνιζε, η Λούσυ σηκώθηκε για να πλύνει τα πιάτα και εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
 «Τηλέφωνο» είπε, κι ο Χιούγκο σηκώθηκε για να το πάρει.
«Η Λήδα θα είναι, σίγουρα. Ελάχιστοι έχουν αυτό το τηλέφωνο και το έχουν κρατήσει» σχολίασε και άφησε ένα ακόμα τσιγάρο σε ένα τασάκι.
«Ναι;» ρώτησε με ευγενικό τρόπο ο Χιούγκο με το που σήκωσε το τηλέφωνο.
«Χιούγκο, πάρε την Λούσυ και έλα όπως είσαι στο Σέντραλ Πάρκ. Έχουμε μια δολοφονία. Και χρειαζόμαστε την βοήθειά σου.» ακούστηκε η ανήσυχη φωνή της Λήδας στο τηλέφωνο. Ο Χιούγκο δέχτηκε και έκλεισε το τηλέφωνο.
«Λοιπόν;» ρώτησε η Λούσυ.
«Δουλειά, όπως το περίμενα. Μια δολοφονία. Πάρε τον καφέ, έχει αρκετό στην καφετιέρα, βάλε τον σε ένα παγούρι, πάρε τα κλειδιά του αμαξιού και έλα να με συναντήσεις έξω. Λένε πως μας χρειάζονται» δήλωσε και η κοπέλα έκανε έναν μορφασμό ενόχλησης.
Παρά όλα αυτά έβαλε τον καφέ της σε ένα παγούρι, πήρε τα κλειδιά της και πήρε την αγαπημένη της κόκκινη τσάντα. Η τσάντα της ήταν δερμάτινη και όπως την μετέφερε στον ώμο της έμοιαζε με την σάκα ενός ταχυδρόμου, πράγμα το οποίο έσπευσε να σχολιάσει ο Χιούγκο. Η κοπέλα απλώς τον κοίταξε και αποκρίθηκε:
«Είναι η αγαπημένη μου τσάντα, μπορείς να λες ότι θες, οπότε άντε πνίξου! Άλλο ένα τέτοιο σχόλιο και θα πηγαίνεις με τα πόδια σε όλες τις δουλειές μας!»
«Το ξέρεις ότι μπορώ να σε απολύσω ανά πάσα στιγμή, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ο Χιούγκο κοιτώντας την.
«Ναι, αλλά δεν θα το κάνεις. Είμαι ακαταμάχητη!» απάντησε εκείνη χαμογελώντας. Με το ίδιο ύφος ξεκλείδωσε το αμάξι της και μπήκε στην θέση του οδηγού, ενώ ο Χιούγκο έκατσε δίπλα της. Βάζοντας την ζώνη του ο Χιούγκο σκέφτηκε για ένα λεπτό ότι η κοπέλα είχε δίκιο, ήταν εντυπωσιακά δυναμική και ο τρόπος της τον έκανε να χαίρεται που είχε μια τέτοια συνάδελφο. Η Λούσυ κοίταξε λίγο πίσω καθώς έβγαινε από το σημείο που είχε παρκάρει και έβγαζε το αμάξι στον δρόμο. Στο ραδιόφωνο έπαιζε το «Sound Of Silence» από τον Simon και τον Garfunkel.
«Πόσο καιρό είστε φίλοι με την Λήδα;» ρώτησε τον Χιούγκο. «Φαίνεται ότι δεν είστε απλώς φίλοι, έχετε και μια φιλία, το κατάλαβα από τον τρόπο που μιλούσατε όταν πήγαμε να ερευνήσουμε την δολοφονία εκείνης της οικογένειας»
«Με την Λήδα; Είμαστε αρκετό καιρό φίλοι. Θα είμαστε εδώ και 8 περίπου χρόνια. Μια συμβουλή, ό τι και να κάνεις μην πεις κακιά κουβέντα μπροστά της για τον Καναδά. Η Λήδα έρχεται από τον Καναδά και είναι γύρω στα 6 χρόνια μικρότερή μου και 9 χρόνια μεγαλύτερή σου. Είναι στα 38 της και είναι πολύ περήφανη για την καταγωγή της. Αλλά γιατί να μην είναι; Οι μόνοι μη περήφανοι για την καταγωγή τους είναι ή προδότες ή εγκληματίες ή άτομα που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα» σχολίασε ο άντρας και η Λούσυ χάθηκε για λίγο στις σκέψεις της. Όσο για την Λήδα, ήταν ήδη στο Σέντραλ Πάρκ και περίμενε τους δύο συνεργάτες της. Κοντά της βρισκόταν ο Τζώνι Μπι, ο αστυνομικός με τον οποίο η Λήδα είχε σχέση και τον αγαπούσε. Η Λήδα είχε γεννηθεί στο Μοντρεάλ του Κουέμπεκ και δούλευε ως αστυνομικός από αρκετά νεαρή ηλικία. Είχε μια πολύ αυστηρή πολιτική με τους πράκτορες και τους αστυνομικούς τους, επειδή στον αγώνα της κατά του εγκλήματος είχε χάσει πολλούς.
Ήταν σκληροτράχηλη, δεν φοβόταν να λερώσει τα χέρια της και το καλό της όνομα, ενώ πάντοτε φρόντιζε να μην δένεται υπερβολικά πολύ συναισθηματικά με την όποια υπόθεση αναλάμβανε . Μια φορά είχε δεθεί συναισθηματικά με μια υπόθεση και είχε χάσει μια μάρτυρα. Από τότε το είχε μάθει, δεν έπρεπε να δένεται. Και το κατάφερνε καλά. Συνήθως φορούσε μια μάσκα σοβαρότητας και ψυχρότητας για να κρύψει τα αληθινά της συναισθήματα από φόβο μην πληγώσει τον εαυτό της ή κάποιον από τους συνεργάτες της. Η Λούσυ της είχε τραβήξει έντονα την προσοχή. Φαινόταν δυναμική και ισχυρή κοπέλα, η Λήδα δεν ήξερε ακριβώς τι το ιδιαίτερο είχε, όμως το αλάνθαστο ένστικτο της τής έλεγε πως δεν ήταν τόσο συνηθισμένη όσο έδειχνε. Και η Λήδα εμπιστευόταν το ένστικτό της. Το προηγούμενο βράδυ, όσο η Λούσυ κοιμόταν, η Λήδα είχε μιλήσει στον Χιούγκο για εκείνη μέσω τηλεφώνου.
«Πολύ ενδιαφέρουσα η καινούργια σου βοηθός, Χιούγκο. Φαίνεται να έχει κότσια.» του είχε πει και ο Χιούγκο είχε συμπληρώσει:
«Φαίνεται όντως να έχει κότσια. Και όχι μόνο κότσια. Βλέπεις, αυτή η κοπέλα έχει κάτι το μοναδικό, φαίνεται σαν να έχει κάτι το οποίο να μην μπορώ να προσδιορίσω. Βέβαια, με ξέρεις. Από τις πιο μικρές λεπτομέρειες μπορώ να καταλάβω μερικά από τα πιο μεγάλα πράγματα , πράγματα που προκειμένου να τα καταλάβει κανείς χρειάζεται ώρες ή ακόμα και εβδομάδες συζητήσεων. Αλλά για τώρα, μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω»
«Μόνο υποθέσεις. Χα! Χιούγκο, εσύ δεν κάνεις υποθέσεις. Εσύ διαβάζεις την υπόθεση, βρίσκεις στοιχεία και μετά από λίγο απλά περιμένεις πότε θα αποδειχθείς σωστός. Άντε, πες την καλή σου φίλη την Λήδα τι έχεις σκεφτεί για την Λούσυ» απάντησε η γυναίκα καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα με ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι της, ξυπόλυτη και αναπαυτικά καθισμένη με το μαύρο νυχτικό της φόρεμα.
«Η Λούσυ είναι από τις κοπέλες που έχουν μια υπέροχη οπτική για τον κόσμο. Φαντάζομαι πως ό τι βλέπει , ό τι νιώθει, ό τι μαθαίνει αγγίζει το κάθε τι άλλο στο μυαλό της. Όλα όσα ζει ενώνονται στο μυαλό της και φτιάχνουν αυτήν την απίθανη οπτική για τον κόσμο που είμαι σίγουρος ότι διαθέτει. Οι αξίες της και η αυτοεκτίμησή της είναι παρούσες κάθε στιγμή, αλλά σοκάρεται από τις σχέσεις της με τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο, πράγμα το οποίο συνήθως αντιμετωπίζει όταν μάχεται εναντίον των εφιαλτών της στα όνειρα της. Βέβαια, στο μυαλό της υπάρχουν φρούρια, όπως ακριβώς και στην καρδιά της, ακόμα και για τα άτομα τα οποία αγαπάει, επειδή κάτι μου λέει ότι στο παρελθόν πληγώθηκε και πόνεσε πολύ σε σημείο να πονάει ή να μισεί τον εαυτό της, πράγμα που δεν θέλει να συμβεί ξανά. Θέλει να προστατευτεί, όμως παράλληλα είναι άτομο που δένεται πολύ με άτομα και θέλει να τα βλέπει χαρούμενα, ευτυχισμένα, να προοδεύουν και να τα καταφέρνουν σε οτιδήποτε και αν έχουν βάλει στο νου τους. Είναι μια απίθανη κοπέλα και όπως καταλαβαίνεις μου έχει τραβήξει την προσοχή» είχε καταλήξει ο Χιούγκο και η Λήδα τον ρώτησε με ανυπομονησία:
 «Και για εμένα τι έχεις να πεις, μεγάλε ντετέκτιβ;»
«Είσαι άτομο με μυστικά. Κρύβεις πολλά, Λήδα, και επίσης λες ότι έχεις σχέση με τον Τζώνι μα δεν μπορείς να κρύψεις την αλήθεια. Είσαι bisexual Λήδα, και κάθε φορά προσπαθείς να βρεις την αγάπη και τον έρωτα σε άτομα και από τα δύο φύλα. Μπορεί να αγαπήσεις κάποιον, όμως δεν θέλεις να δείξεις ευάλωτη ή τρωτή όσον αφορά τα συναισθήματά σου μέσω του να πεις “Σε αγαπώ”. Θέλεις να έχεις τον έλεγχο σε όλα. Είσαι περήφανη και νιώθεις σαν εσύ η ίδια να κυριαρχείς τον κόσμο, σαν να είσαι βασίλισσα, όμως στην πραγματικότητα είσαι μια αρχηγός της αστυνομίας του FBI. Πρέπει να μάθεις να ακούς περισσότερες φορές τους αληθινούς φίλους σου και τα άτομα που αγαπάς, Λήδα, διότι κάποια στιγμή θα καταλάβεις ότι αυτό το κάστρο σου ήταν χτισμένο πάνω σε στυλοβάτες  από άμμο και αλάτι. Και όταν το καταλάβεις αυτό, θα δεις ποιοι ήταν οι αληθινοί σου φίλοι και ποιοι απλά σε χρησιμοποιούσαν. Πιστεύω ότι θα κάνεις το σωστό, αν και πάντα ισορροπείς ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Εσύ είσαι άνθρωπος του γκρίζου» της  απάντησε με ευκολία ο Χιούγκο. Τα λόγια του βρίσκονταν στο κεφάλι της ώσπου έφτασαν η Λούσυ και ο Χιούγκο στον χώρο του εγκλήματος.
« Καλώς τους» είπε η Λήδα. Είχε φορέσει ένα μαύρο μπλουζάκι, μια μοβ καπαρντίνα, ένα πολύχρωμο φουλάρι, είχε αφήσει τα μακριά της μαλλιά λυτά και φόραγε ένα μαύρο παντελόνι με μαύρες μπότες. Τους κοίταξε και εκείνοι την χαιρέτησαν με μια χειραψία ο καθένας.
«Λοιπόν, τι έχουμε;» ρώτησε η Λούσυ.
«Κάτι που νόμιζα ότι δεν θα έβλεπα ποτέ αλλά τελικά έκανα λάθος. Ακολουθήστε με» τους είπε και εκείνοι την ακολούθησαν. Η Λούσυ την κοίταζε ανυπόμονα, ενώ στα μάτια του Χιούγκο έβλεπε κανείς μια έκφραση σαν εκείνη στα αρπακτικά μάτια του λύκου προτού ορμήσει και δαγκώσει το θήραμα του στον λαιμό σκοτώνοντάς το. Ήθελε να δει την καινούργια υπόθεση που τον περίμενε σαν γυμνή ερωμένη στο κρεβάτι της, σαν την Καλυψώ με ανοιχτές αγκάλες, σαν την Κίρκη με μαγικά και θεσπέσιες λιχουδιές. Η Λήδα τους έδειξε τον δρόμο μέχρι τις κιτρινόμαυρες, πασίγνωστες λωρίδες με τις λέξεις «ΜΕΙΝΕΤΕ ΜΑΚΡΙΑ» που είχαν βάλει οι αστυνομικοί γύρω από το πτώμα μιας κοπέλας. Ένας αστυνομικός σταμάτησε την Λούσυ και τον Χιούγκο, μα η Λήδα τον άγγιξε στον ώμο λέγοντας:
 «Είναι μαζί μου, αστυνόμε. Πήγαινε και πάρε έναν καφέ, θα  είναι μια δύσκολη μέρα. Μέτριο με λίγο γάλα και λίγη ζάχαρη, εντάξει; Άντε να σε χαρώ» τον διέταξε και προχώρησε προς το πτώμα ενώ η Λούσυ την κοίταζε με ένα περίεργο βλέμμα. Η Λούσυ έβγαλε από την τσάντα της δύο ζευγάρια πλαστικά γάντια, έβαλε ένα ζευγάρι στα χέρια της και έδωσε το άλλο στον Χιούγκο. Δεν ήθελαν να αφήσουν δαχτυλικά αποτυπώματα στον χώρο του εγκλήματος.
Εφόσον πέρασαν τις κορδέλες ο Χιούγκο κοίταξε το πτώμα και η Λούσυ πήγε κοντά σε αυτό. «Αυτήν είναι η Σέριλ Χόμπς. Είκοσι εννέα ετών, πιστεύουμε ότι δέχθηκε επίθεση ενώ έκανε τζόκινγκ.  Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με τους γονείς της» σχολίασε η Λήδα.
«Κάποιος δεσμός για τον οποίο θα έπρεπε να ξέρουμε;» την ρώτησε ο Χιούγκο κοιτώντας την και η Λήδα απάντησε:
«Το ψάχνουμε. Έχουμε ήδη βάλει στα στοιχεία το πορτοφόλι της, θα το στείλουμε στο εργαστήριο και θα δούμε τι μπορούν να μας πουν εκεί»
«Ποιος βρήκε το πτώμα; Πρέπει να τους κάνουμε μερικές ερωτήσεις» απόρησε η Λούσυ κοιτώντας το προσεκτικά. Εδώ η Λήδα τους έδειξε ένα ζευγάρι πίσω της, που καθόταν και δεχόταν ερωτήσεις από έναν αστυνομικό που κράταγε σημειώσεις.
«Αυτό το ζευγάρι εκεί πέρα. Λένε πως πήγαιναν να επισκεφτούν την μητέρα του άντρα και το ελέγξαμε. Λένε την αλήθεια» απάντησε η Λήδα δείχνοντάς τους ένα ζευγάρι πίσω της, που καθόταν και δεχόταν ερωτήσεις από έναν αστυνομικό που κράταγε σημειώσεις κι έπειτα η Λούσυ με μια τολμηρή κίνηση γύρισε το πτώμα της κοπέλας. Ήταν στην ηλικία της, με μακριά ξανθά μαλλιά και φόραγε μια αμάνικη μαύρη μπλούζα NIKE, ένα κοντό σορτσάκι και μαύρα αθλητικά. Το πλευρό της ήταν ματωμένο. Είχε δεχτεί πολλαπλές μαχαιριές, όπως τουλάχιστον εξήγησε η Λούσυ και κοίταξε ύστερα τον λαιμό της. Είχε σημάδια από κορδόνι, σαν κάποιος να την είχε πιάσει από πίσω και να προσπαθούσε να της προκαλέσει ασφυξία ή να της κόψει τον λαιμό με ένα λεπτό σχοινί σαν χορδή.
«Κάποιος της επιτέθηκε από πίσω. Προσπάθησε να την πνίξει με ένα πολύ λεπτό σχοινί, σαν κορδόνι. Η κοπέλα πάλεψε, ο δράστης μας ήθελε να νιώθει τον έλεγχο και ήθελε η κοπέλα να νιώσει υποταγμένη. Πάλεψε μα ο άντρας ήταν ύπουλος. Την μαχαίρωσε στο πλευρό, βλέπεις τα ίχνη από τις μαχαιριές;» συμπλήρωσε και έδειξε στην Λήδα τα ίχνη από τις μαχαιριές στο πλευρό της.
«Ψάξτε για κάποιον με έντονα χαμηλή αυτοεκτίμηση και το λιγότερο βίαιο ιστορικό που μπορείτε να βρείτε κοντά της. Οικογένεια, στο περιβάλλον της δουλειάς, δεσμοί, όλα. Αλλά προσέξτε να έχει και έντονη ορμητική συμπεριφορά, κρυμμένη. Πολλές φορές δεν το δείχνουν, αλλά άμα τα θυμώσεις αυτά τα άτομα μπορούν να γίνουν πολύ επικίνδυνα» τους συμβούλεψε εκείνη και κοίταξε άλλη μια φορά το πτώμα. Την προσοχή της τράβηξαν τα μάτια του. Έλειπαν! 
Η Λούσυ κοίταξε τον Χιούγκο. Με το δάχτυλο της του έδειξε τα μάτια. Κάποιος τα είχε βγάλει με έντονα χειρουργικό και προσεκτικό τρόπο, σαν να έκοβε χαρτόνι. Η Λούσυ κοίταξε το πτώμα και τρόμαξε, αλλά κατάφερε να συγκρατήσει τον φόβο της.
«Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από το να είσαι τυφλός είναι το να έχεις βλέμμα αλλά όχι όραμα. Έλλεν Κέλλερ. Η κοπέλα ήταν νεκρή προτού χάσει τα μάτια της» σχολίασε ο Χιούγκο.
Και μπροστά στα μάτια της Λούσυ, η γυναίκα που πριν ήταν νεκρή τώρα είχε σηκωθεί στα πόδια της σαν φάντασμα και είχε ανοίξει με τρόμο τα μάτια της και το στόμα της, σαν να υπήρχαν στο πάρκο μόνο η γυναίκα και η Λούσυ. Η οπτασία πήγε κοντά της και από τα μάτια της έβγαιναν μικροσκοπικοί, κατακόκκινοι, ματωμένοι σκορπιοί οι οποίοι έτρεχαν πανικόβλητοι έξω τους και κοντά στην Λούσυ, στα πόδια της. Όταν η κοπέλα προσπάθησε να απομακρυνθεί πάτησε έναν σκορπιό και το αίμα λέρωσε τα παπούτσια της. Κοίταζε τρομοκρατημένη ενώ με τα πόδια της προχωρούσε προς τα πίσω. Για μια στιγμή η οπτασία χάθηκε από μπροστά της και οι σκορπιοί αίματος από το έδαφος εξαφανίστηκαν και χάθηκαν σαν να ήταν σκιές. Η Λούσυ κοίταζε τριγύρω τρομαγμένη. Ένιωσε ξαφνικά ένα χέρι να της πιάνει βίαια τον ώμο, ένα κρύο άγγιγμα και την θερμοκρασία του σώματος της να πέφτει. Γύρισε έτοιμη να ουρλιάξει.
Πίσω της ήταν απαλά ο Χιούγκο ο οποίος της είχε πιάσει ανήσυχα τον ώμο. Την κοίταξε και την ρώτησε:
«Είσαι εντάξει; Χλόμιασες, είσαι κάτασπρη. Φάνηκες σαν να είδες φάντασμα»
Εκείνη τον ατένισε τρομοκρατημένη και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε, κουνώντας αριστερά-δεξιά το κεφάλι της ελπίζοντας η οπτασία να έχει χαθεί. «Μα πώς; Δεν το είδε; Λες να το φαντάστηκα» καταίγιζαν το μυαλό της οι ερωτήσεις. Αντιλήφθηκε αρκετά σύντομα πως η νεαρή εικοσιεννιάχρονη κοπέλα ήταν ακόμα εκεί, ακόμα νεκρή.
«Ναι, καλά είμαι» είπε την αλήθεια, όπως τουλάχιστον πίστευε η Λούσυ, στον Χιούγκο. «Απλά πονάει λίγο το κεφάλι μου, δεν κοιμήθηκα καλά χτες το βράδυ» του χαμογέλασε για να του δείξει ότι ήταν καλά και έπειτα ήπιε μια καλή γουλιά καφέ. Ο Χιούγκο την κοίταξε και μην έχοντας κάποιον λόγο να διαφωνήσει αποδέχθηκε το ότι του είπε η συνεργάτης του.
«Είναι ο ίδιος άνθρωπος» σχολίασε ο Χιούγκο και γονάτισε για να μαζέψει κάτι που έμοιαζε με ένα μικρό κομμάτι μπέικον. Αλλά ήξερε καλά.
«Ποιος ίδιος άνθρωπος ;» έκανε η Λήδα.
 «Ο Δημιουργός Μασκών» απάντησε η Λούσυ. «Ή τουλάχιστον νομίζαμε πως είναι δημιουργός. Δεν είναι δημιουργός, δεν δημιουργεί. Συλλέγει. Και αυτό» έπιασε το κομμάτι από το χέρι του Χιούγκο. «Δεν είναι ένα απλό κομμάτι κρέας. Αυτό…»
Έβγαλε για μια στιγμή το γάντι της, το άγγιξε και έπειτα το μύρισε. «Μμ. Είναι ακόμη καυτηριασμένο. Νιώθεις την θερμότητα» είπε και ξανάβαλε το γάντι της. «Είναι οι καυτηριασμένες άκρες των δαχτύλων του. Τις καυτηρίασε και πέταξε τα περισσότερα κομμάτια έτσι ώστε να μην μπορούμε να βρούμε δαχτυλικά αποτυπώματα. Το ίδιο έκανε και σε όλους τους προηγούμενους φόνους του. Επίσης είναι προσεκτικός στον τρόπο με τον οποίο αφαίρεσε τα μάτια για να είναι ένας αντιγραφέας. Όπως έκανε και στους προηγούμενους φόνους του, πήρε ένα μέρος του προσώπου και έπειτα εξαφανίστηκε χωρίς κανένα ίχνος. Ξέρει τι κάνει, δεν θέλει να καταστρέψει το οτιδήποτε θέλει να πάρει από το οποιοδήποτε θύμα του»
Παρατήρησε ότι το βλέμμα του Χιούγκο είχε απομακρυνθεί και είχε χαθεί για λίγο.
«Χιούγκο;» τον ρώτησε η Λήδα.
«Πολύ καλά όλα αυτά. Αλλά γιατί δεν απόκοψε το πρόσωπο όπως συνήθιζε; Γιατί έκοψε τα μάτια αυτήν την φορά; Και γιατί επιτίθεται και σκοτώνει μόνο κοπέλες; Γιατί δεν έχει σκοτώσει ούτε έναν άντρα;» την κοίταξε και η Λούσυ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σκεπτική, παρατηρώντας το πτώμα. Η Λήδα την κοίταξε και δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί πως όλο αυτό θύμιζε λίγο «Κόκκινο Δράκο» ή «Σιωπή των Αμνών», όπου ο Χάνιμπαλ Λέκτερ συνομιλούσε με τον Γουίλ Γκράχαμ ή την Κλαρίς Στάρλινγκ. Διάβολε, ακόμα και το επώνυμο της Λούσυ ήταν σχεδόν ίδιο!
 «Δεν είμαι τελείως σίγουρη αλλά από ότι καταλαβαίνω λειτουργεί όχι από μίσος ή από θέληση να συλλέξει. Λειτουργεί από αγάπη. Σκοτώνει αυτές τις κοπέλες από αγάπη! Ένα πρόσωπο που αγαπούσε, μια κοπέλα στις ηλικίες από είκοσι τριών έως είκοσι εννιά με τριάντα ή τριάντα ένα, σίγουρα πέθανε και κάπως έχασε ορισμένα σημαντικά στοιχεία του σώματος της, όπως πρόσωπο, μάτια, μπορεί την μύτη της. Εκείνη μπορεί να το έχει αποδεχθεί ή να είναι και νεκρή, αλλά εκείνος από μια απόκοσμη και τρομακτική εκδοχή ή αίσθηση αγάπης για εκείνη έχει αποφασίσει να βρει τα όλα όσα της λείπουν και να της τα δώσει πίσω. Θα σκοτώσει λοιπόν όποιον σταθεί στο δρόμο του, προκειμένου να το καταφέρει! Δεν μπορεί να την αφήσει να φύγει για αυτό θα αφήσει περισσότερα πτώματα στο διάβα του, θα χτυπήσει ξανά και μάλιστα σύντομα! Είναι ένας ψυχοπαθής που δεν νοιάζεται για το πόνο των άλλων, μόνο για το συμφέρον του και για το άτομο που έχασε! Πρέπει να τον σταματήσουμε πάση θυσία! Θα είναι τριγύρω στα τριάντα δύο-τριάντα τρία, μπορεί και λίγο μεγαλύτερος, μπορεί να έχει κάποια νοητική ασθένεια ή να φαίνεται απολύτως φυσιολογικός. Χήρος, εργαζόμενος ή πρόσφατα άνεργος, θα φοράει ακόμα την βέρα του και θα μιλάει για την σύζυγό του σαν να είναι ζωντανή. Προκειμένου να χτυπήσει εδώ και να κρύβεται τόσο καλά θα πρέπει να ξέρει την κίνηση που επικρατεί σε αυτήν την περιοχή οπότε είτε εργαζόταν εδώ, είτε ζούσε εδώ. Μπορεί και να ζει εδώ» αποφάνθηκε η βοηθός του Χιούγκο Ρώσον και εκείνος χαμογέλασε. Η Λήδα απευθείας γύρισε και άρχισε να λέει στους άντρες της:
«Λοιπόν, θέλω περιπολικά σε όλους τους κοντινούς δρόμους να κόβουν κάθε μέρα κίνηση, την παραμικρή ύποπτη κίνηση ανθρώπου που να ταιριάζει σε αυτήν την περιγραφή την αναφέρετε! Θέλω καθαρές συλλήψεις, εντάξει; Καθαρές! Και κάποιος να μου φέρει τον φάκελο του Δημιουργού Μασκών στο γραφείο μου, άμα υπάρχει κάποιο μοτίβο θέλω να το δω! Πάρτε τα πόδια σας!»
«Πότε θέλετε τον φάκελο στο γραφείο σας, αρχηγέ;» ρώτησε τη Λήδα ένας αστυνομικός, ο οποίος ξεκάθαρα δούλευε ελάχιστες μέρες στο σώμα, μόλις της παραχώρησε τον καφέ.
«Χτες» είπε με σοβαρή φωνή η Λήδα κοιτώντας τον.
Η Λούσυ κοίταξε το καημένο στραβάδι και δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει λίγο πονεμένα για την τύχη του να δουλέψει υπό τις διαταγές της Λήδας Γουέμπστερ. Γύρισε το κεφάλι της για να δει την αντίδραση του Χιούγκο και αντιλήφθηκε πως ο συνεργάτης της είχε χαθεί. Την κατάλαβε όμως ο Τζώνι Μπι , ο οποίος την κοίταξε και είπε:
 «Τον Χιούγκο ψάχνεις; Μην ανησυχείς, καλά είναι. Απλά κάθε φορά που βρίσκεται στο πάρκο, ό τι και να κάνει διαλέγει να παίρνει λίγο ψωμί από τον όποιο πωλητή και να το πετάει στις πάπιες. Θα τον βρεις να κάθεται μόνος του, σε εκείνο το παγκάκι και να καπνίζει. Πήγαινε» της έδειξε με το δάχτυλο του το παγκάκι. Τον ευχαρίστησε και ακολούθησε το μονοπάτι που της έδειξε ώσπου να φτάσει στο παγκάκι. Είδε τον Χιούγκο να κάθεται και με απλανές βλέμμα να κοιτάζει τις πάπιες που κολυμπούσαν αμέριμνα στα νερά μιας λίμνης και λάτρευαν την ζωή. Ήταν τόσο ήσυχες.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε.
«Κοιτάζω τις πάπιες. Είναι τόσο ήσυχες και οι κύκλοι που κάνουν μέσα στο νερό, τόσο ειρηνικά, τόσο απαλά. Με ηρεμεί να τις βλέπω. Πολλές φορές έχω σκεφτεί πως θα ήταν να ήμουν πουλί και εγώ» της εξομολογήθηκε ο Χιούγκο και πέταξε λίγο ψωμί στις πάπιες μπροστά του. Ελάχιστες μόνο έφαγαν τα κομματάκια από το ψωμί που επέπλεαν στο νερό, όλες οι υπόλοιπες απλά έκοβαν βόλτες μέσα σε κύκλους.
«Ξέρεις τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πάπιες, Λούσυ; Την μεγάλη διαφορά στην ζωή ανάμεσα σε εμάς και σε αυτά τα υπέροχα πτηνά;» είπε ο Χιούγκο και την κοίταξε χαμογελώντας, ενώ η Λούσυ κάθισε δίπλα του.
«Μμμ, όχι, δεν ξέρω. Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε και ο Χιούγκο απάντησε δίχως να παίρνει το βλέμμα του από τις πάπιες:
 «Εμείς είμαστε μερικά από τα πιο γαμημένα όντα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μιλάω για τους ανθρώπους. Ξέρεις γιατί; Ζούμε την ζωή μας, ναι, αλλά αυτό που μας γαμάει περισσότερο σε αυτήν την ζωή είναι η εικόνα στο κεφάλι μας του πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή μας»
«Περίμενε, Χιούγκο. Όλοι μας έχουμε αυτήν την εικόνα στο κεφάλι μας είτε θέλουμε να το αποδεχθούμε είτε όχι. Όμως, Χιούγκο, δεν έχεις σταματήσει ούτε μια φορά την ζωή σου, δεν την έχεις ποτέ σταματήσει νοητικά σε ένα σημείο απλά και μόνο για να μπορέσεις να την δεις και να πεις “Ώπα! Αυτήν εδώ ΔΕΝ είναι η ζωή μου, δεν είμαι ΕΓΩ αυτός ο άνθρωπος, δεν είμαι ΕΓΩ αυτός που βλέπω στον καθρέφτη”;»
«Κάθε μέρα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν πρεζόνι, και το ίδιο ήταν και ένας φίλος μου. Μια μέρα πέθανε και από την ημέρα της κηδείας του κάθε μέρα έλεγα αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Ξέρεις όμως τι έμαθα επίσης εκείνη την ημέρα;
»Ότι είχα βυθιστεί τόσο πολύ μέσα στα σκατά, που χρειάστηκε μια κηδεία για να με κάνει να νιώσω ζωντανός, και ότι δεν μπορείς να τα παρατήσεις άμα δεν προσπαθήσεις. Δεν μπορείς να ζήσεις μέχρι να πεθάνεις μέσα σου. Δεν μπορείς να μάθεις να λες την αλήθεια μέχρι να μάθεις να λες ψέματα. Δεν μπορείς να ανασάνεις μέχρι να πνιγείς, πρέπει να γελάς όταν εσύ είσαι το αστείο. Δεν υπάρχει τίποτα σαν μια κηδεία για να σε κάνει να νιώσεις ζωντανός . Άνοιξα τα μάτια μου και αντιλήφθηκα πως η Ζωή Είναι Όμορφη! Το διανοείσαι; Η Ζωή Είναι Όμορφη!» φώναξε ευτυχισμένος ο Χιούγκο. Έπειτα σηκώθηκε, έκανε μια μικρή στροφή, άναψε ένα τσιγάρο και δήλωσε:
 «Για μια και μόνο φορά θέλω κάποιος να με κοιτάξει στα μάτια και να μου υποσχεθεί στην ζωή του, πως άμα πεθάνω κανένας δεν θα κλάψει στην κηδεία μου!»

 Matt Dragoneed