Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

21.10.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 10)


Βιολέτα

Ένα χτύπημα στην πόρτα με έκανε να επανακτήσω σταδιακά τις αισθήσεις μου. Στριφογύρισα στο κρεβάτι άνευρα και τελικά άνοιξα τα μάτια μου με κόπο και κοίταξα επίμονα το ταβάνι. Χασμουρήθηκα και έτριψα τα μάτια μου σε μια προσπάθεια να ξυπνήσω, όμως αισθανόμουν πολύ κουρασμένη. Όλη μέρα χρησιμοποιούσα τις δυνάμεις μου και στο τέλος, τα οράματα με αποτελείωναν αφήνοντας τα αποθέματα ενέργειάς μου παντελώς άδεια. Έμεινα στο κρεβάτι για λίγο και σκεφτόμουν διάφορα δίχως να καταλήγω κάπου, μέχρι που τελικά σηκώθηκα για να κατέβω κάτω. Κάθισα στο τραπέζι και άρχισα να πίνω καφέ σφίγγοντας την κούπα στα χέρια μου.
«Καλημέρα όμορφη» τον άκουσα να λέει καθώς έμπαινε στην κουζίνα και γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του. Μόλις τον αντίκρισα, κατάπια με δυσκολία τη γουλιά καφέ που είχα στο στόμα μου και άρχισα να γελάω δυνατά. Σταδιακά, το γέλιο μου αντί να μειωθεί, αυξανόταν μέχρι που άρχισα να κρατάω την κοιλιά μου.
 «Συγνώμη, αλλά δεν μπορεί ένας άντρας να κυκλοφορεί με ποδιά χωρίς να σε πιάνει νευρικό γέλιο;» με ρώτησε κουνώντας το δάχτυλό του και βάζοντας το χέρι στην τσέπη του, γεγονός που το έκανε ακόμη πιο αστείο.
«Όχι» απάντησα προσπαθώντας να σταματήσω να γελάω. Όμως, μου ήταν πολύ δύσκολο.
«Καλά λοιπόν» είπε με σοβαρό ύφος και έβγαλε αργά την ποδιά του. Τη δίπλωσε και την έβαλε στη θέση τηςν πριν με αρπάξει απότομα από τη μέση και με ρίξει στους ώμους του σαν σακί με πατάτες. Περπάτησε μέχρι το σαλόνι και με άφησε στον καναπέ μαλακά. Με ακινητοποίησε και άρχισε να με γαργαλάει ενώ γελούσε.
«Σταμάτα, σταμάτα. Υπόσχομαι δε θα ξαναγελάσω με την ποδιά σου» του είπα μέσα στα γέλια μου. Ο Απόλλωνας τότε σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Τα γέλια κόπηκαν και για μερικά δευτερόλεπτα μείναμε ακίνητοι. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου και χωρίς να διστάσω, τέντωσα το κεφάλι μου και τον φίλησα στα χείλη.
Ήταν ένα καταπληκτικό φιλί, ένα καυτό, υπέροχο φιλί, που κατέληξε απαλό και τρυφερό και με άφησε με κομμένη την ανάσα. Τα χείλη του χαλάρωσαν κάτω από τα δικά μου και ανταπέδωσε. Έμπλεξε τα δάκτυλά του στα μαλλιά μου και τα χάιδεψε απαλά. Έπειτα άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του τον λαιμό μου, τους ώμους και τη μέση μου. Τα χέρια του ήταν ζεστά και με έκαναν να ανατριχιάζω με κάθε του άγγιγμα. Το φιλί σταμάτησε απότομα και με κοίταξε ξανά στα μάτια σαν να ζητούσε άδεια να συνεχίσει και εγώ έκανα ένα νεύμα και επιτέθηκα ξανά στα χείλη του. Το χέρι του γύρισε πίσω στο μάγουλό μου και το φιλί μας βάθυνε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα γεννήθηκαν μέσα μου και πεταλούδες χόρευαν στο στομάχι του. Με κάθε άγγιγμα έλιωνα ακόμη πιο πολύ και μια περίεργη οικειότητα άρχισε να γεννιέται ξανά. Όταν σταματήσαμε να φιλιόμαστε, ήμασταν και οι δύο ξέπνοοι.
Ο φόβος με κατέβαλε πως θα εξαφανιζόταν πάλι όπως είχε κάνει την πρώτη φορά που τον ξαναείδα, την πρώτη φορά που ανταλλάξαμε ένα φιλί. Μα εκείνος απλώς μετακινήθηκε πιο δεξιά, ώστε να είναι ξαπλωμένος ακριβώς δίπλα μου και τύλιξε τα χέρια του προστατευτικά γύρω μου. Ξαφνικά, δεν ήθελα να πάω να προπονηθώ. Ήθελα να μείνουμε έτσι όλη μέρα, αγκαλιασμένοι και ασφαλείς. Εκείνος δε με άφησε˙ λίγο αργότερα σηκώθηκε και με τράβηξε μαζί του.
Βγήκε έξω, στάθηκε ξανά στο ίδιο σημείο που καθόταν τις προηγούμενες μέρες για να κάνει επίδειξη των δυνάμεών του. Έκλεισε τα μάτια του και ύψωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό. Τα σύννεφα πλήθυναν και έγιναν πιο σκουρόχρωμα και άρχισε ευθύς να ψιχαλίζει. Οι πρώτες ψιχάλες έφτασαν στο έδαφος και μούσκεψαν τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Η βροχή δυνάμωνε συνεχώς μέχρι που άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Η γη μετακινήθηκε με τη διαταγή του και μια χωμάτινη πισίνα δημιουργήθηκε. Η στάθμη της με μια κίνηση ανέβηκε μέχρι που ξεπέρασε το χείλος και πλημμύρισε. Ο καταποντισμός συνεχιζόταν με κεραυνούς και χοντρές σταγόνες βροχής που μαστίγωναν τα πάντα. Ο αέρας λυσσομανούσε γύρω μας και η θερμοκρασία είχε πέσει αρκετούς βαθμούς. Με μια απότομη κίνησή του, όλα έπαψαν και ακόμη και η τελευταία σταγόνα νερού στράγγισε. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, δεν υπήρχε καμία απόδειξη της βροχής που είχε προκαλέσει.
Η επόμενη κίνησή του με τρόμαξε. Πλησίασε ένα θάμνο με μικρά ροζ ανθάκια που είχα φυτέψει λίγα χρόνια πριν και ρούφηξε όσο νερό είχε μέσα του αφήνοντάς τον εντελώς μαραμένο. Έπειτα κούνησε κυκλικά τα χέρια του και δημιούργησε μια μπάλα, την οποία πέταξε με δύναμη στον κορμό του κοντινότερου δέντρου δημιουργώντας ένα μεγάλο μαύρο σημάδι. Το νερό μπορούσε να κάνει ζημιά. Μπορούσε να δώσει ζωή, αλλά και να πάρει ζωή.
«Αυτά είναι τα βασικά πράγματα που θέλω να εξασκηθείς. Στη θεραπεία δεν μπορώ να σε βοηθήσω, ούτε μπορείς να εξασκηθείς τόσο εύκολα. Ελπίζω, για ευνόητους λόγους, να μη χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε τη συγκεκριμένη δύναμη. Σε αφήνω λοιπόν να τα δοκιμάσεις όλα με την ησυχία σου» είπε και μπήκε μέσα, ενώ εγώ στρώθηκα στη δουλειά.
Απόλλωνας
Το γραφείο του πατέρα της Βιολέτας δεν έκρυβε το πολυπόθητο καφέ βιβλίο και παρόλο που είχα ξοδέψει πολλές ώρες ψάχνοντας χωρίς επιτυχία, χαιρόμουν που είχα αποκλείσει τουλάχιστον ένα από τα πιθανά μέρη. Επόμενο στη λίστα μου ήταν το δωμάτιο τους. Χτύπησα απαλά την πόρτα και μπήκα χωρίς να περιμένω απάντηση. Δεν ήξερα καν γιατί είχα χτυπήσει, κανείς δεν ήταν εδώ, κανείς δε θα ήταν ξανά εδώ. Μπήκα μέσα και προχώρησα μέχρι το μεγάλο παράθυρο για να τραβήξω τις κουρτίνες. Κοίταξα το κρεβάτι με ουρανό με ζήλια και ευχόμουν να μπορούσα να κοιμηθώ εκεί το βράδυ. Όλο μου το κορμί πονούσε και η νύστα με έκανε να ζαλίζομαι. Έπρεπε να κοιμηθώ οπωσδήποτε, έστω και για λίγες ώρες.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και επέτρεψα στον εαυτό μου πέντε λεπτά ηρεμίας. Κοίταξα την ταπετσαρία γύρω μου, με τα μικρά ασημένια λουλούδια και τις μικρές πιτσιλιές χρωμάτων και το μεγάλο φωτιστικό με το ίδιο σχέδιο και με το χέρι μου έκλεισα τις κουρτίνες βυθίζοντας το δωμάτιο ξανά στο σκοτάδι. Άναψα τον διακόπτη και κοίταξα τα σχέδια που ζωντάνευαν γύρω μου από την κίνηση του φωτιστικού. Έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα.
Άνοιξα τα μάτια μου απότομα και τράβηξα τις κουρτίνες. Ευτυχώς είχε ακόμη φως έξω. Δεν είχα κοιμηθεί τόσο πολύ. Πετάχτηκα όρθιος και έτριψα τα μάτια μου πνίγοντας ένα χασμουρητό.
«Συγκεντρώσου, Απόλλωνα» διέταξα τον εαυτό μου και άνοιξα τα συρτάρια του πρώτου κομοδίνου. Στο πρώτο συρτάρι υπήρχαν γυναικεία εσώρουχα. Έκλεισα αμέσως το συρτάρι ντροπιασμένος. Αυτά ήταν τα εσώρουχα της μαμάς της. Πώς θα την ξανακοιτούσα στα μάτια τη γυναίκα; Στο δεύτερο συρτάρι είχε κάλτσες. Τις ανακάτεψα λίγο, αλλά δε βρήκα τίποτα. Έπειτα, έψαξα και το άλλο κομοδίνο, χωρίς να βρω κάτι διαφορετικό από το πρώτο. Στη συνέχεια, ψηλάφισα προσεκτικά την ταπετσαρία, μα ούτε εκεί βρήκα αυτό που έψαχνα και έτσι προχώρησα τελικά προς το δωμάτιο-ντουλάπα.
Άνοιξα τη δίφυλλη πόρτα και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Το δωμάτιο ήταν πολύ μεγαλύτερο από όσο περίμενα. Κοίταξα το ρολόι του τοίχου και διαπίστωσα πως είχα, ευτυχώς, αρκετό χρόνο ακόμη. Άνοιξα μερικά από τα κουτιά, αλλά υπήρχαν μόνο ρούχα. Έβαλα στην άκρη μερικά μπλουζάκια και παντελόνια του Τζέιμς και, αφού βρήκα ένα σακίδιο πλάτης, τα έχωσα μέσα. Έπρεπε να βάλω και λίγα ρούχα για τη Βιολέτα καθώς και μερικά ακόμη πράγματα σε περίπτωση που έπρεπε να φύγουμε γρήγορα.
Αφού τελείωσα με όλα τα εμφανή σημεία, άρχισα πάλι να ψάχνω για μυστικές κρυψώνες. Με το πόδι μου άρχισα να χτυπάω κάθε ξύλινη σανίδα στο πάτωμα, μέχρι που το άκουσα, ένα κούφιο σημείο. Έβγαλα το σουγιά που είχα στην τσέπη και τον σφήνωσα ανάμεσα στα ξύλα. Ύστερα, τράβηξα το ξύλο προς τα πάνω και κοίταξα μέσα στην τρύπα. Ήταν σχεδόν άδεια – το βιβλίο δεν ήταν κρυμμένο εκεί. Περιείχε ένα στυλό και έναν μικρό φακό. Τα πήρα και τα έχωσα στην τσέπη μου. Έπειτα έκλεισα την κρυψώνα και κατέβηκα κάτω. Δε θα έψαχνα άλλο, έπρεπε να ετοιμάσω το σακίδιο πριν βραδιάσει. Δεν ήθελα να την ανησυχήσω, είχε ήδη αρκετά πράγματα στο μυαλό της. Εξάλλου, η ομίχλη έκανε καλά τη δουλειά της, το σακίδιο ήταν απλώς για σιγουριά, έπεισα τον εαυτό μου και μπήκα στο δωμάτιο της.
Βιολέτα
Το νερό ήταν πιο δύσκολο από όσο περίμενα. Έπρεπε να έχω μεγαλύτερη αυτοσυγκέντρωση από αυτή που μπορούσα. Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό μου ξεχνιόταν και περιπλανιόταν. Εκείνες τις στιγμές δεν μπορούσα να καταφέρω τίποτα. Αλλά και τις υπόλοιπες στιγμές, εκείνες που ήμουν συγκεντρωμένη, απλώς προσπαθούσα να μιμηθώ τον Απόλλωνα. Το νερό ήταν το στοιχείο του, το καταλάβαινα από την άνεσή του. Είχαν μια διαφορετική σχέση και ευχόμουν να την είχα και εγώ. Μα, μέχρι το τέλος της ημέρας, είχα ίσως θυμηθεί, αν όχι δημιουργήσει από την αρχή, μερικά κόλπα. Δεν ήξερα πως το είχα σκεφτεί, μα όταν ήθελα να βρέξει, χτυπούσα τα δάχτυλά μου μεταξύ τους και καλούσα τη βροχή κοντά μου. Έπεφτε σε αδύναμες σταγόνες, αλλά τουλάχιστον ήταν βροχή - αυτό μου έφτανε. Όταν ήθελα να ρουφήξω νερό από τα λουλούδια, απλώς έφερνα τα χείλη μου κοντά και έπαιρνα μια μεγάλη ανάσα. Παραδόξως, ήμουν πολύ καλή σε αυτό, γεγονός που με άγχωνε ακόμη περισσότερο. Γιατί να ήμουν καλή σε κάτι που έφερνε θάνατο;
Η μπάλα νερού ήταν μια τελείως διαφορετική ιστορία. Ενώ κατάφερα τελικά να τη δημιουργήσω κάνοντας ένα μικρό κύκλο με το πόδι μου, δεν μπορούσα να την πετάξω με δύναμη, όχι αρκετή για να κάνω τόσο μεγάλη ζημιά. Όσο για τη θεραπεία, ενώ ήθελα να τη δοκιμάσω, μιας και εγώ ευθυνόμουν για όλα τα ξεραμένα λουλούδια, ήμουν πολύ κουρασμένη για να τη δοκιμάσω και η δύση του ηλίου πλησίαζε επικίνδυνα. Μην μπορώντας να κάνω τίποτα άλλο, μπήκα μέσα.
Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο σπίτι κλείνοντάς τη μαλακά πίσω μου. Προχώρησα προς την κουζίνα και τότε άκουσα τον Απόλλωνα να μιλάει. Ο τόνος του ήταν αγχωμένος και παρόλο που μιλούσε ψιθυριστά, φαινόταν πως είχε μια πολύ έντονη συζήτηση. Προσπάθησα να πισωπατήσω και να φύγω πριν ακούσω κάτι, μα η περιέργειά μου ήταν πιο δυνατή. Κράτησα την αναπνοή μου ώστε να μην ακουστώ και συγκεντρώθηκα στη φωνή του.
 «Βοήθησε με, σε παρακαλώ. Πρέπει να την προστατεύσω, και όχι επειδή έχω το ανόητο τριαντάφυλλο. Θέλω να την προστατεύσω, επειδή την αγαπάω και δεν μπορώ να διανοηθώ πως κάτι κακό θα της συμβεί. Δεν μπορώ να το επιτρέψω. Απλώς δώσ’ μου ένα σημάδι πως είμαι στον σωστό δρόμο. Δώσ’ μου ένα σημάδι για την τοποθεσία του βιβλίου».
 «Ηρέμησε» είπε η άγνωστη γυναικεία φωνή.
«Δεν μπορώ να ηρεμήσω, ξέρουμε καλά πως δεν έχω πολύ χρόνο. Εσύ η ίδια μου φανέρωσες την προφητεία για τον θάνατό μου. Δεν μπορώ να πεθάνω και να την αφήσω αβοήθητη. Δε θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου. Σε παρακαλώ, Θεά, μη με εγκαταλείπεις, όχι τώρα που πήρα την απόφαση να μείνω στον δρόμο σου».
 «Το βιβλίο θα φανερωθεί μόνο του, σταμάτα να ψάχνεις. Να προσέχεις» την άκουσα να λέει και έπειτα ο Απόλλωνας αναστέναξε. Έπρεπε να φύγω πριν με δει και καταλάβει πως τον είχα ακούσει. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά, αφού δευτερόλεπτα αργότερα έπεσε σχεδόν πάνω μου καθώς σίγουρα ερχόταν να δει τι κάνω. Κατάλαβε αμέσως πως είχα κρυφακούσει και το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
«Τι ξέρεις;»
«Ξέρω πως σε βάζω σε θανάσιμο κίνδυνο και μου φτάνει. Δεν το αξίζω, Απόλλωνα, φύγε όσο είναι καιρός».
«Μην το ξαναπείς αυτό ποτέ. Αξίζεις περισσότερα από όσα πιστεύεις» είπε και με αγκάλιασε σφιχτά. Άρχισα να τρέμω ελαφρά και δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Σύντομα, έκλαιγα με λυγμούς και εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά.
«Δε θα πάω πουθενά» μου ψιθύρισε. Σήκωσα το κεφάλι μου για να δω τα μάτια του, μα ένα όραμα έκανε το βλέμμα μου να παγώσει πριν φτάσει εκεί. Η εικόνα ήταν ήδη σχηματισμένη, δεν είδα ποτέ το απόλυτο άσπρο, ούτε και άκουσα το βουητό. Γινόμουν καλύτερη στο να τα δέχομαι. Δεν έβλεπα το σπίτι, βρισκόμουν σε ένα πανάθλιο κελί. Ήταν πολύ σκοτεινά. Η μοναδική πηγή φωτός ήταν ένα παράθυρο με κάγκελα από όπου το φως της σελήνης τρύπωνε κλεφτά. Από τους τοίχους κρέμονταν αλυσίδες και σε μια από αυτές, ήταν δεμένος ένας άνδρας. Καθόταν σε ένα σωρό από άχυρα και ακουμπούσε το κεφάλι του στον τοίχο. Ένας θόρυβος ακούστηκε σαν τρίξιμο και στο κελί έκανε την εμφάνισή του ένας άντρας, ο οποίος φορούσε ένα μακρύ μανδύα με κουκούλα. Τον αναγνώρισα αμέσως ως τον άντρα που καταράστηκε τον πατέρα μου.
Με βαριά βήματα πλησίασε τον φυλακισμένο άντρα και τράβηξε με δύναμη τις αλυσίδες του. Ένα βογγητό πόνου ξέφυγε από το στόμα του φυλακισμένου και εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια και τον άφησε απότομα.
«Πού είναι το κορίτσι; Για ποιο λόγο δεν μπορώ να τη δω;» ρώτησε, μα ο άντρας δεν έβγαλε άχνα. Τον κοιτούσε προκλητικά και χαμογελούσε. Πώς γίνεται να ήταν τόσο ήρεμος;
«Μίλα που να σε πάρει» φώναξε ο άντρας με τον μανδύα και τον έφτυσε.
«Από εμένα κουβέντα δε θα πάρεις και το ξέρεις».
«Έχω άλλους τρόπους να σε πείσω».
«Δεν έχεις κανέναν, ακούς; Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να αγαπάω πια. Ο Τζέιμς είναι στην κατάσταση που είναι εξαιτίας σου. Η γυναίκα του και το παιδί του είναι ασφαλή και δεν μπορείς να τις πειράξεις. Εγώ δεν έχω παιδιά, δεν έχω γυναίκα, ούτε γονείς, ούτε φίλους - φρόντισες εσύ να μην έχω. Οπότε, ό,τι και αν μου κάνεις, δε με νοιάζει. Εγώ τον καλωσορίζω τον θάνατο». Ο άντρας, σαν να ήξερε ότι ο φυλακισμένος θα πει αυτά τα λόγια, τον πλησίασε και τον έπιασε από το λαιμό. Θα τον είχε πνίξει, αν δεν άνοιγε η πόρτα για δεύτερη φορά.
«Τι θες; Έχω δουλειά».
«Μην τον σκοτώσεις» είπε η γυναίκα. Πρώτη φορά μου συνέβαινε κάτι παρόμοιο - την άκουσα, ένιωσα την παρουσία της και το κρύο που έφερε στο δωμάτιο, αλλά κάτι μπλόκαρε την όρασή μου, δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό της.
«Γιατί να μην τον σκοτώσω;»
«Οι δυνάμεις του θα μας χρησιμεύσουν κάποια στιγμή. Άσε τον Ιάκωβο να ζήσει. Πού ξέρεις, ίσως η μικρή έρθει να τον σώσει. Εξάλλου, χάρη στο μικρό του δωράκι, δεν έχει άλλη επιλογή».
Οι δύο άντρες την κοίταξαν με διαφορετικά συναισθήματα. Ο Ιάκωβος με τρόμο, ενώ ο άντρας με τα μαύρα με απορία.
«Για ποιο δώρο μιλάς, γυναίκα;»
«Ρώτα τον ίδιο» είπε και, αφού χαμογέλασε ικανοποιημένη, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Ο άντρας γέλασε και άρχισε να κουνάει περίεργα τα χέρια του. Ο Ιάκωβος άρχισε να ουρλιάζει, ό,τι και αν έκανε, του προκαλούσε αφόρητο πόνο. Πλησίασα τον άντρα, αλλά δεν μπορούσα να τον αγγίξω, δεν μπορούσα να τον σταματήσω. Τα δευτερόλεπτα πέρασαν βασανιστικά αργά μέχρι να σταματήσουν τα ουρλιαχτά πόνου.
«Πες μου τι δώρο έκανες στο κορίτσι»
«Καταπραΰνει, όπως οι βιολέτες» ομολόγησε ο Ιάκωβος.
«Θα φροντίσω να μάθει πως κάποιος, κάπου, χρειάζεται τη βοήθειά της και η Βιολέτα θα τρέξει κοντά σου. Σε ευχαριστώ για την πληροφορία» είπα και αποχώρησε κλειδώνοντας την πόρτα του κελιού. Τότε μόνο ο Ιάκωβος άφησε ένα δάκρυ ελεύθερο.
«Φύγε, Βιολέτα. Και μην επιστρέψεις» είπε και επανήλθα απότομα στο παρόν, σαν να με πέταξε έξω από το όραμα.
«Είσαι καλά; Τα μάτια σου γύρισαν από την ανάποδη και χάθηκες εντελώς» με ρώτησε ανήσυχος, αλλά δεν του απάντησα. Αντ’ αυτού, ρώτησα κάτι που με απασχολούσε πολύ περισσότερο από τις επιπτώσεις των οραμάτων στο σώμα μου.
«Τι ξέρεις για έναν Ιάκωβο;» ξεστόμισα και με κοίταξε με έκπληξη. Έπειτα, έκλεισε τα μάτια του σε ένδειξη παραίτησης.
Θα μου έλεγε. Δεν είχε άλλη επιλογή.



Έλενα Παπαδοπούλου