Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.10.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 11)

Αν υπήρχε η έννοια της ελευθερίας στο μυαλό μου, η πτήση με τον Βάλιμαρ με έκανε να τη ζω. Έβλεπα μπροστά μου τον ωκεανό να ανοίγεται, τα γλαροπούλια να μας προσπερνούν τρομοκρατημένα και ο Βάλιμαρ να κερδίζει ύψος και να φθάνει πάνω από τα σύννεφα. Παρά το μέγεθός του και την επιβλητική του όψη, εγώ ένιωθα μία οικειότητα και ένα δέος. Ένιωθα πως πλάι του είχα δύναμη και κρατούσα τον κόσμο στα χέρια μου. Πως με αποδεχόταν και τον αποδεχόμουν, με ένα παράξενο δέσιμο ανάμεσά μας. Ωστόσο όλο αυτό οφειλόταν στη Λυρία. Είχε δει τη διάσωσή της από εμένα. Τη διάσωση της τελευταίας του ελπίδας για την συνέχεια του είδους του.
Επιστρέφοντας λίγο χαμηλότερα, πρόσεξα πως το ηφαίστειο κάπνιζε και πάλι, πιο έντονα από πριν.
«Βάλιμαρ, γιατί το ηφαίστειο μοιάζει ενεργό; Αφού εσύ λείπεις» τον ρώτησα και η φωνή του ακούστηκε στο κεφάλι μου.
«Είναι η ώρα της ανταλλαγής, Κένταλ. Ο Σάμχαϊν Ότουρθ ήρθε με την κόρη μου» μου είπε και παραλίγο να πέσω.
«Ποια κόρη σου; Ποιος Ότουρθ; Τι εννοείς;» ξεκίνησα τις ερωτήσεις, καθώς ο δράκος προσγειωνόταν στο μικρό νησί, προκαλώντας τη λιποθυμία της Κριστιέλα.
«Μπα; Μας θυμήθηκες;» άκουσα τη φωνή του Γουίλ και ο Βάλιμαρ γέλασε μέσα στο μυαλό μου. Κατόπιν, πλησίασε τον αδερφό μου και με το ένα του μουστάκι, ξεκίνησε να τον χαϊδεύει για να τον διαβάσει. Το ίδιο έκανε και με τους άλλους δύο και ευτυχώς η Κριστιέλα εξακολουθούσε να είναι λιπόθυμη. Τη στιγμή όμως που άνοιξε εκ νέου τα μάτια της και αντίκρυσε ξανά τον δράκο, άρχισε να φωνάζει και να τρέχει, ώσπου ο Βάλιμαρ με το πόδι του την σταμάτησε.
«Σε… σε παρακαλώ, μη με φας» ψέλλισε η φίλη μου και ο δράκος τίναξε το κορμί του.
«Κορίτσι των δασών, δεν γνωρίζω τι είδους ιστορίες σου έλεγε η μητέρα σου για να τρως όλο σου το φαγητό, μα δεν μου αρέσουν τα παιδάκια και ειδικά τα αδύνατα σαν εσένα. Προτιμώ τα ζουμερά ψάρια του ωκεανού, τα οποία λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας του εξωτερικού περιβάλλοντος έχουν αρκετό λίπος, το οποίο είναι ιδιαίτερα θρεπτικό. Εσύ δεν μου αρκείς, ούτε για χωνευτικό» τελείωσε και εμείς γελάσαμε, εκτός από την Κρίστι που είχε σταυρώσει τα χέρια της μπροστά από το στήθος της πεισμωμένα.
«Βάλιμαρ, ποιος σου φέρνει τη Λυρία;» τον ρώτησα μέσα στην απόγνωση και το θηρίο έστρεψε τα κίτρινα μάτια του προς το μέρος μου.
«Ο Άινταν Γκρερ» μου απάντησε και τον Άλαν τον έπιασε ένα γέλιο νευρικό, μάλλον εξαιτίας της πληροφορίας που ευχόταν να είχε παρακούσει.
«Ποιος Γκρερ;» ρώτησε τραυλίζοντας.
«Ο Άινταν, μικρέ, είναι ο εγγόνος του Κέναρντ» είπε ο δράκος και χλώμιασα.
«Που να πάρει και να σηκώσει!» ξεκίνησε να βρίζει ο Γουίλ «Αυτό το καθίκι! Αυτός ο αχώνευτος που ζούσε απέναντί μας και μας κοιτούσε με μισό μάτι όποτε βγαίναμε με τη μαμά βόλτα. Είναι ένας Γκρερ… Σου το είχα πει εγώ, Κένταλ, πως οι Σάμχαϊν ζουν και υπάρχουν και δεν με πίστευες. Βάλιμαρ, μην τον εμπιστεύεσαι» τσίριζε ο Γουίλ έχοντας αλλάξει τρία χρώματα.
Η αλήθεια, πάντοτε μου μιλούσε για εκείνον τον μοναχικό γείτονα που έμενε σε μία παράξενη έπαυλη απέναντι σχεδόν από το σπίτι μας. Εγώ ήμουν πιο μικρή και οι αναμνήσεις μου από τις βόλτες με τη μαμά ήταν σχετικά θολές. Ο Γουίλ, ωστόσο, μισούσε τους Σάμχαϊν, ίσως γιατί τους φοβόταν απελπιστικά. Τότε, στον νου μου σκαρφάλωσε η εικόνα του Σκορπιού και συνειδητοποίησα πως εγώ δεν τους φοβόμουν γιατί είχα μάθει να ζω πλάι σε έναν και γιατί δεν διέφεραν σε τίποτε από εμάς, αν εξαιρούσες την κακή τους φήμη.
«Πολύ φοβάμαι, Γουίλ, πως η ανταλλαγή δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ήταν η συμφωνία μου με τον Κέναρντ, προκειμένου να μην εξαφανιστούμε από αυτή τη γη. Γνωρίζετε τι σημαίνει η λέξη συμφωνία στον κόσμο μας. Είναι ένας δεσμός, που όταν δίνεται, μένει για πάντα μέχρι την ημέρα που θα πραγματοποιηθεί η πράξη του» είπε ο Βάλιμαρ.
«Και με τι αντάλλαγμα;» ρώτησε ο Άλαν.
«Το πετράδι του Βορρά» απάντησε ο δράκος και σε όλων το μυαλό, ήρθε η ιστορία της Λόρενς. Τα πράγματα λοιπόν ήταν ξεκάθαρα. Το πετράδι που θα έφερνε πίσω από την κόλαση τον Κέναρντ θα περνούσε στα χέρια του απεχθέστατου και απόκοσμου γείτονά μου.
«Αν τον σκοτώσουμε την ώρα της ανταλλαγής όμως, εσύ δεν θα ευθύνεσαι. Θα έχεις κάνει κανονικά την ανταλλαγή, απλώς εκείνος μετά θα είναι νεκρός» ξεκίνησε τα σενάρια ο Γουίλ.
«Ο Άινταν, γενναίε μου Γουίλ, δεν είναι απλώς ένα δυνατό αγόρι στην ηλικία σου. Είναι ο ίδιος ο Κέναρντ σε αξία. Κοινώς, σχεδόν αήττητος. Επιπλέον, είναι ένας Ότουρθ ικανός να χρησιμοποιεί τους ρούνους, τόσο καλά όσο εγώ» τελείωσε.
«Η αλήθεια, μόλις μου σκότωσες και την τελευταία μου ελπίδα» μουρμούρισε η Κριστιέλα και όλοι μας ανεβήκαμε στην πλάτη του Βάλιμαρ.
 Η στιγμή είχε φθάσει, αλλά εγώ δεν θα το έβαζα κάτω. Δεν θα τον άφηνα να νικήσει και ας σκοτωνόμουν. Ο Βάλιμαρ ανέβηκε στην κορυφή του Μπέλντελ και ξεκίνησε την κατάβαση από τον ανενεργό κρατήρα του. Το σκοτάδι άρχισε να μας τυλίγει και εγώ με τον Άλαν, φωτίσαμε τα χέρια μας για να βλέπουμε. Η θερμοκρασία ξεκίνησε να αλλάζει και να θερμαίνεται απότομα. Το εσωτερικό του μύριζε φωτιά και γη καμμένη, ενώ μου ερχόταν να βγάλω όλα μου τα ρούχα εξαιτίας της αποπνικτικής ατμόσφαιρας. Ο Βάλιμαρ σερνόταν ανάμεσα στα στενά περάσματα του βουνού που ήταν σκέτος λαβύρινθος. Κάποια στιγμή, φτάσαμε σε ένα άνοιγμα τεράστιο, όπου κατάλαβα αμέσως πως ήταν η φωλιά του, καθώς ήταν γεμάτη με διάφορα πολύτιμα αντικείμενα και στρωμένη με ξερά φύλλα και κλαράκια. Έμοιαζε με τη φωλιά κάποιου γιγάντιου πουλιού.
Μόλις κατεβήκαμε, είδα τον δράκο να υψώνει το κεφάλι του, όταν ακριβώς από το απέναντι τούνελ εμφανίστηκαν δύο μάτια όμοια με τα δικά του. Το έδαφος ξεκίνησε να τρέμει και ένιωθα την απειλή να πλησιάζει. Η Κριστιέλα κρύφτηκε πίσω από το ένα πόδι του Βάλιμαρ, ενώ ο Γουίλ και ο Άλαν παρέμειναν στις θέσεις τους. Δευτερόλεπτα αργότερα, το πλάσμα άφησε πίσω του την κάλυψη και τις σκιές του τούνελ, με τα μάτια του να λαμπυρίζουν σαν πυρακτωμένα κάρβουνα. Ήταν ένας δράκος, λίγο μικρότερος από τον Βάλιμαρ, μα πιο απόκοσμος. Το δέρμα του είχε το χρώμα του άνθρακα, τα μάτια του έμοιαζαν με τον πυρήνα της Κολάσεως. Ύψωσε το κορμί του ολόκληρο και ξεκίνησε να χτυπιέται και να μικραίνει, δίνοντας την θέση του σε έναν άντρα. Έναν εξίσου απόκοσμο, για τα δικά μου παιδικά μάτια, άντρα. Τον Άινταν.
Ο μαύρος του μανδύας με το σήμα των Σάμχαϊν ανέμιζε επιβλητικά πίσω από την πλάτη του, ενώ ακριβώς δίπλα του ήρθε και στάθηκε ο Σύλβαν με το κλουβί της Λυρίας, η οποία είχε εμφανώς μεγαλώσει σε σχέση με την τελευταία φορά που την είχα δει. Τη στιγμή που ο Άλαν αντίκρυσε τον Σύλβαν, είδα τα μάτια του να υιοθετούν τη λευκή λάμψη και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του να αλλοιώνονται απότομα εξαιτίας της οργής. Δίχως προειδοποίηση, μία λάμψη σαν κεραυνός ξεπήδησε από τα χέρια του, κατευθυνόμενη στον Σύλβαν που την απέκρουσε με ευκολία, σαν να έδιωχνε ένα ενοχλητικό ζωύφιο, ενώ μαζί με τον Άινταν ξεκίνησαν να γελούν ειρωνικά.
«Τα γατάκια έβγαλαν νύχια» σχολίασε ειρωνικά ο Άινταν και εγώ ξεκίνησα να φωνάζω το όνομα της Λυρίας που χτυπιόταν στο κλουβί της.
«Νεαρέ Σάμχαϊν, άφησε την κόρη μου ελεύθερη» ακούστηκε η φωνή του Βάλιμαρ.
«Πρώτα, θα μου δείξεις το πετράδι, δράκε. Βλέπεις, στη ζωή μου έμαθα να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Η ανταλλαγή θα γίνει χέρι με χέρι. Σου δίνω το κλουβί, μου δίνεις το πετράδι» απάντησε ο Άινταν ψυχρά.
«Πολύ καλά» είπε ο δράκος και η ουρά του κινήθηκε προς τη φωλιά του, παραμερίζοντας μερικά διαμάντια. Τότε, κάτω από τη στίβα των διάφορων πολύτιμων λίθων φανερώθηκε ένας τελείως διαφορετικός από τους υπόλοιπους, αφού ήταν σχεδόν ολοστρόγγυλος και έλαμπε σαν να εξέπεμπε φως. Ο δράκος το πήρε στα χέρια του και το ύψωσε τη στιγμή που και ο Σύλβαν ύψωνε το κλουβί. Εμείς, βλέποντας την ενέργεια αυτήν, τρέξαμε προς τη μεριά του πετραδιού, ωστόσο ο Άινταν, με μία κίνηση του χεριού του οριζόντια μπροστά μας, μας έριξε όλους κάτω μονομιάς. Το κλουβί λοιπόν πέρασε στα χέρια του Βάλιμαρ και το πετράδι στον Άινταν. Η Λυρία ελευθερώθηκε και πέταξε προς τη μεριά μου παλεύοντας να κουλουριαστεί επάνω μου.
«Μαμά;» την άκουσα να με φωνάζει και ο Βάλιμαρ έσκουξε τρυφερά.
Ωστόσο, βλέποντας και τον Άλαν τρελαμένο με την εικόνα του Σύλβαν, αλλά και την γκριμάτσα νίκης στο πρόσωπο του Άινταν, τα μάτια μου έλαμψαν ολόλευκα και ξεκίνησα να κινούμαι προς τη μεριά του γείτονα.
«Σε μισώ» του ούρλιαξα, έχοντας σχηματίσει γύρω από το κορμί μου μία φωτεινή ασπίδα.
Είδα στο πρόσωπό του να διαγράφεται μία γκριμάτσα ειρωνίας για ακόμη μία φορά.
«Και εγώ σε απεχθάνομαι, λευκή μάγισσα. Άλλο ένα βήμα να κάνεις και θα το μετανιώσεις» μούγκρισε, αλλά δεν με ένοιαζε.
«Όχι, απόψε αυτός που θα το μετανιώσει πικρά, είσαι εσύ! Εσύ μου έκλεψες τη Λυρία» του φώναξα.
«Και όχι μόνο αυτήν…» μου απάντησε ψύχραιμα και ψυχρά, βγάζοντας από τον λαιμό του ένα φυλαχτό. Το φυλαχτό της μητέρας μου.
Κάπου εκεί, ένιωσα να θολώνω εξαιτίας της ανεξέλεγκτης οργής.
«Αυτό μου ανήκει!» ούρλιαξα.
«Όχι πια» μου απάντησε και μάζεψα όση δύναμη είχα, εξαπολύοντάς την εναντίον του. Ωστόσο, εκείνος αντί να την αποκρούσει, τη συσσώρευσε στα χέρια του, σαν να την ρουφούσε και κατόπιν δίνοντάς της το σχήμα της φωτεινής δαγκάνας, με στρίμωξε όρθια στον τόιχο.
Άκουσα τον Γουίλ να ουρλιάζει και να επιτίθεται και τον Βάλιμαρ να γρυλίζει, όταν μία εξίσου ψυχρή, μα παιδική φωνή, έσπασε τα δευτερόλεπτα της ησυχίας.
«Άφησέ την ήσυχη, Άινταν»
Όλοι μας γυρίσαμε το κεφάλι, για να δούμε πίσω από τον λευκό δράκο να εμφανίζεται ο Σκορπιός, μαζί με τον Κρίστοφερ και τον Σιμεόν.
Στη θέα του Σκορπιού, τα μάτια του Άινταν έλαμψαν παράξενα, με εκείνη την αλλόκοσμη λάμψη που τους άλλαζε το σχήμα. Τα απομάκρυνε από τα ανθρώπινα δεδομένα.
«Άινταν, άφησε την Κένταλ» ακούστηκε από δίπλα πιο σοβαρή η φωνή του Σιμεόν, μέχρι που ο νεαρός άντρας ξεκίνησε να γελά απόκοσμα και το γέλιο του το απαίσιο αντήχησε σε όλη τη σπηλιά.
Εγώ πάλι ένιωθα το κορμί μου να ιδρώνει και την καρδιά μου να κοντεύει να σπάσει, ενώ η δαγκάνα πίεζε με μανία τα κόκκαλά μου.
«Τι συμβαίνει, Σκορπιέ;» άκουσα τη φωνή του Άινταν, ενώ ο Σύλβαν δίπλα του παρέμενε σιωπηλός. «Τάχθηκες με το μέρος του προδότη καθηγητή σου; Ξύπνα, Σκορπιέ, όσο είναι νωρίς» μούγκρισε ο Άινταν ενώ από την άλλη, ο Σκορπιός ένιωθε τον πόνο της κατάρας να τον τριγυρνά ύπουλα, σαν πεινασμένο όρνεο το κουφάρι.
«Δεν είμαι με το μέρος κανενός. Εγώ απλώς συνοδεύομαι, ωστόσο όπως προείπα, άφησε ήσυχη την Κένταλ» πρόφερε ξανά και ένα έντονο καρδιοχτύπι άξαφνα τον αναστάτωσε. Ξεκινούσε πάλι. Αυτό το φίδι που κατάτρωγε τα σωθικά του είχε ξυπνήσει, αλλά δεν τον ένοιαζε.
«Και γιατί να την αφήσω, τη σιχαμερή λευκή; Α, μήπως γιατί είναι φίλη σου; Είσαι φίλος με μία κατηγορία μάγων που αφάνισε τα μισά μας μέλη; Για πες εδώ μπροστά στους φίλους σου λοιπόν τι είσαι ή καλύτερα ποιος είσαι και να δούμε, αν θα τους αρέσεις μετά» του πέταξε ειρωνικά και τότε δεν κρατήθηκα.
«Εγώ γνωρίζω, τι είναι. Ναι, γνωρίζω, πως είναι ένας Σάμχαϊν και τον αποδέχτηκα. Το έκανα από την πρώτη στιγμή» του φώναξα, ενώ είδα από απέναντι τον Γουίλ και τον Άλαν να κάνουν μία γκριμάτσα αηδίας, συνάμα με έκπληξη, καθώς δεν περίμεναν τα συγκεκριμένα λόγια να βγουν από το δικό μου στόμα.
«Το ήξερα» σύρριξε ο Άλαν «ήξερα πως ήσουν μαύρος. Το είχα δει στα μάτια σου εκείνη την ημέρα» του είπε και ο Σκορπιός τον κάρφωσε απότομα, με εκείνο το κυανό βλέμμα του, βουτηγμένο πάντοτε στην θάλασσα της οργής.
«Και εσένα ποιο είναι το πρόβλημά σου;» τον ρώτησε και ο Άλαν κάγχασε.
«Εσύ. Εσύ και η σιχαμερή φυλή σου» του απάντησε με τον Γουίλ να συμφωνεί μαζί του σιωπηλά.
«Μην ξαναπλησιάσεις ποτέ την αδερφή μου...» ολοκλήρωσε τη σκέψη του και τα μάτια του Σκορπιού μετατράπηκαν σε δύο μαύρες τρύπες, έτοιμες να τους καταπιούν.
«Σταματήστε!» προσπάθησα να φωνάξω από απέναντι «Δεν βλέπετε τι κάνει; Προσπαθεί να μας χωρίσει όλους! Το χρώμα δεν παίζει ρόλο, αλλά η καρδιά. Ο Σιμεόν μού το δίδαξε αυτό» ακούστηκε η τρεμάμενη φωνή μου, αλλά η όψη στο πρόσωπο του Άινταν που δεν έλεγε να αλλάξει, με προβλημάτιζε. Πίστευα, πως είχε και άλλον άσσο στο μανίκι του, καθώς τον είδα να με πλησιάζει αργά.
«Λοιπόν, μικρή μάγισσα, που η καρδιά σου τους χωράει όλους, αφού λες πως ξέρεις καλά τον Σκορπιό και τον αποδέχεσαι, τότε άκου αυτό. Ο Σκορπιός είναι ένας Γκρερ. Είναι ο μικρός μου αδερφός, ταγμένος με το μέρος των Σάμχαϊν και τη γενιά των Κέναρντ» μου είπε και πάγωσα.
Τι ακριβώς εννούσε, πως ο Σκορπιός ήταν ένας Γκρερ; Όχι, ο δικός μου Σκορπιός δεν θα μπορούσε.
«Μα, γιατί εκπλήσσεσαι; Επειδή ο Σκορπιός είναι αρκετά κρυψίνους και αποφάσισε να μη σε εμπιστευθεί τη στιγμή που εσύ τον θεωρούσες λανθασμένα, καρδιακό σου φίλο; Θα έρθει μαζί μου, Κένταλ και εσύ θα πας βόλτα στην Κόλαση» μου μούγκρισε, όταν είδα τον Σκορπιό να παλεύει να κινηθεί προς το μέρος μου τρέχοντας, φωνάζοντας το όνομά μου σαστισμένα, ωστόσο λίγο αργότερα είδα το σώμα του να τραντάζεται και τα μάτια του να βουρκώνουν εξαιτίας του πόνου.
Ο Σκορπιός έπεσε στο έδαφος, έχοντας παραλύσει από τον πόνο της κατάρας του, που του έκοψε την ανάσα. Για κλάσματα, πίστεψα πως είδα το πρόσωπο του Σύλβαν να συσπάται από τη θλίψη. Ο Σιμεόν σήκωσε τα χέρια του σημαδεύοντας τον Άινταν, όταν το ξόρκι του πέρασε εκατοστά δίπλα από τον εβένινο μάγο, ο οποίος με το άλλο του χέρι με σημάδευσε εξαπολύοντας επάνω μου έναν πίδακα φωτιάς και λάβας. Το ξόρκι κατευθυνόταν προς το μέρος μου σαν στρόβιλος, όταν είδα τον Σύλβαν να τινάζεται και να το αποκρούει με καθυστέρηση. Το αποτέλεσμα εκείνης της καθυστέρησης ήταν να καεί σχεδόν όλη η δεξιά πλευρά του προσώπου του και ο ίδιος να σωριαστεί στο έδαφος σε μία λίμνη αίματος. Ταυτόχρονα, ο Κρίστοφερ με τον Σιμεόν έτρεξαν πηδώντας από την απέναντι πλευρά και αρπάζοντας ο ένας τον Σκορπιό που σπαρταρούσε ακόμη από τους πόνους και ο άλλος εμένα.
«Τι στα κομμάτια σκεφτόσουν, Σύλβαν;» ακούστηκε η βροντερή φωνή του Άινταν, του οποίου τα μάτια είχαν πάρει το σχήμα του δράκου. «Θα μπορούσε αυτό το ξόρκι να σε είχε σκοτώσει με τον χειρότερο και πιο βασανιστικό τρόπο!» του ούρλιαξε, όταν ο Σύλβαν με ανοιχτές ακόμη τις πληγές του πάλεψε να σταθεί με το ζόρι στα πόδια του κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια.
«Εσύ λοιπόν ήθελες να σκοτώσεις ένα παιδί με έναν τρόπο τόσο φριχτό; Τι στο διάολο, Άινταν; Δεν είσαι ο Κέναρντ που να πάρει!» του ούρλιαξε γεμάτος απόγνωση ο Σύλβαν και συνέχισε «Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν μπορώ να στέκομαι δίπλα σου και να σε βλέπω να καταστρέφεσαι. Αρκετά, σταμάτα να προσπαθείς να γίνεις αυτός. Γιατί πολύ απλά δεν είσαι» πρόφερε και είδε τον Άινταν να εξαγριώνεται και να τον αρπάζει απότομα από τον λαιμό.
«Μην ξαναπείς ποτέ σου πως δεν είμαι ο Κέναρντ! Η ζωή μου όλη διαλύθηκε εξαιτίας της προσπάθειάς μου να του μοιάσω, να γίνω αποδεκτός από μία οικογένεια που ουσιαστικά με είχε εγκαταλείψει. Πέρασα βράδια ατελείωτα καταστρέφοντας το κορμί μου και την ψυχή μου, με την ελπίδα να με αγαπήσει τουλάχιστον εκείνος αφού η μητέρα μου με άφησε. Με άφησε γιατί στάθηκα εμπόδιο στα όνειρά της μάλλον να γίνει ευτυχισμένη. Έμεινα λοιπόν με την ελπίδα μόλις γυρίσει ο παππούς μου από τον πόλεμο, να αισθανθεί περήφανος για εμένα, για τον εγγονό του. Από τη στιγμή λοιπόν που παίρνεις την απόφαση να φύγεις από δίπλα μου, τότε να ξέρεις πως θα στέκεσαι απέναντί μου» αποκρίθηκε με την φωνή του να έχει σχεδόν βραχνιάσει από την ένταση και τον θυμό.
«Κανένα πρόβλημα. Σκότωσέ με ακόμη και τώρα. Μπορείς, κάνε το. Τι σε σταματάει; Τον Κέναρντ δεν θα τον σταματούσε τίποτε, γιατί δεν ένιωθε οίκτο για κανέναν» τελείωσε ο ξανθός νεαρός και είδε τον Άινταν να σπάει και το βλέμμα του να πέφτει βαρύ στη γη. “Δεν είσαι λοιπόν ο Κέναρντ” ολοκλήρωσε ο Σύλβαν με μάτια βουρκωμένα και με κομμένη την ανάσα του, ενώ ο Άινταν πάλευε να ελέγξει τον θυμό του.
«Εμείς θα τα ξαναπούμε σύντομα. Δεν έχουμε τελειώσει» αποκρίθηκε κοιτάζοντας τον Σιμεόν και τον Κρίστοφερ με μίσος, ενώ το σώμα του ευθύς εξαϋλώθηκε και χάθηκε μέσα στις σκιές.
Ήταν κομμάτι της φύσης των μαύρων μάγων και έτσι το ίδιο έκανε και ο Σύλβαν, πληγωμένος και με τα αίματα να τρέχουν στο πρόσωπό του. Ποτέ του δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω του και κανέναν απολύτως.
Μέσα σε όλη αυτήν την ταραχή, ο Βάλιμαρ έστρεψε το βλέμμα του στον Σιμεόν.
«Εμείς οι δράκοι δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση με τις διαφορές των μάγων. Πάντοτε αντιμετωπίζατε προβλήματα μεταξύ σας, πάντοτε σας χώριζε το μίσος και ο ανταγωνισμός. Ειλικρινά, η παρουσία σας μου είναι δυσάρεστη αυτή τη στιγμή. Επομένως απλώς αποχωρήστε από το σπίτι μου και καλύτερα να μην ξαναέρθετε ποτέ, αν δεν θέλετε να με δείτε να οργίζομαι. Αυτό το μέρος, αυτή η ζεστή φωλιά ανήκει στη Λυρία μου για να μεγαλώσει με ασφάλεια. Ασφάλεια, που εσείς μας στερήσατε πάρα πολλές φορές και γι’ αυτό καταντήσαμε να ζούμε σαν τα ποντίκια εδώ κάτω. Τη μόνη εξαίρεση αποτελεί η Κένταλ. Η μικρή, λευκή μάγισσα μού έκανε το μεγαλύτερο δώρο. Έσωσε την κόρη μου τη μονάκριβη. Θα ήθελα να παραμείνει, έχουμε πολλά να συζητήσουμε. Υπόσχομαι, πορφυρέ μάγε, να στην επιστρέψω εγώ ο ίδιος στην Επινουά. Οι δράκοι πετάμε γρήγορα» τελείωσε ο Βάλιμαρ και ο Σιμεόν υποκλίθηκε σιωπηλά.

Ο Γουίλ μού έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα και εγώ τον διαβεβαίωσα πως θα είμαι καλά. Εξάλλου, βρισκόμουν ανάμεσα σε φίλους καλούς και δυνατούς. Δεσμοί ισχυροί είχαν δημιουργηθεί ανάμεσά μας και η Λυρία αποτελούσε κομμάτι μου. Την είχα δει να έρχεται στον κόσμο και ήμουν το πρώτο πλάσμα που είχε αντικρύσει μόλις είχε κατορθώσει να ανοίξει τα μάτια της.

Όταν σηκώθηκε εκείνο το πρωινό, διαπίστωσε πως ο άντρας που είχε συναντήσει τυχαία το προηγούμενο βράδυ έλειπε από δίπλα της. Αρχικά, ένιωσε τύψεις αμφισβητώντας για λίγο την ίδια της την ηθική. Η Εμίλια δεν ήταν η γυναίκα που κοιμόταν με τον πρώτο τυχόντα. Δεν είχε ολοκληρώσει τον έρωτά της με κανέναν, παρά μόνο με την προηγούμενη σχέση που διατηρούσε με έναν νεαρό, εξίσου εκρού μάγο. Ναι, τη σχέση της την εφηβική τη θυμόταν, όπως και μερικά ακόμη πράγματα από το παρελθόν της. Όχι όμως όλα. Ήταν σαν να της είχαν αφαιρέσει συγκεκριμένα κομμάτια, κατ’ επιλογήν.
Προχώρησε μουδιασμένη προς τη μικρή της κουζίνα που είχε θέα τα απέραντα, χιονισμένα βουνά. Οι διακοπές των Χριστουγέννων είχαν ξεκινήσει, ωστόσο η ίδια αισθανόταν μόνη και αβοήθητη. Δίχως τη μνήμη της, δεν μπορούσε να στηριχτεί πουθενά, δεν μπορούσε να ελπίζει σε τίποτε. Κατευθυνόμενη προς τον πάγκο και δίνοντας εντολή στην τσαγιέρα της να ξεκινήσει τη διαδικασία, πρόσεξε ένα κομμάτι χαρτιού. Ήταν ένα γράμμα, ένα γράμμα για εκείνη. Δίχως να περιμένει το τσάι της, έκατσε οκλαδόν στο γούνινο χαλί, που ήταν ακόμη νοτισμένο με το άρωμά του. Το άρωμα εκείνου του γοητευτικού άντρα, που έμοιαζε ωστόσο με ένα φοβισμένο μικρό παιδί. Πήρε λοιπόν το γράμμα μπροστά της και ξεκίνησε την ανάγνωση.

Προς το κορίτσι που μετρούσε τα άστρα,

Για πρώτη φορά στη ζωή μου, κατορθώνω να γράψω ένα γράμμα, το οποίο επιτέλους θα έχει παραλήπτη και δεν θα παγιδευτεί στα δίχτυα της ματαιότητας. Εχθές, ο δρόμος μου με οδήγησε σε ένα μικρό, ξύλινο σπίτι της επαρχίας του Βερθάλ, για να συναντησω το πιο αλλόκοτο κορίτσι, το οποίο καταμεσής της νύχτας και του χιονιά, στεκόταν αγέρωχο μετρώντας τα αστέρια του ουρανού. Σε άλλους θα φαινόταν παράξενο, μα εγώ το θεώρησα  μια εικόνα ρομαντισμού μίας άλλης εποχής. Κάπου εκεί, εμφανίστηκα, λέγοντάς της πως άδικα τα μετρούσε, καθώς πάντοτε θα της έλειπε ένα. Το πιο φωτεινό. Και ήταν αλήθεια, καθώς εκείνο το φωτεινό άστρο μάλλον με οδήγησε στο κατώφλι της, μου κρατούσε συντροφιά σε όλη τη διαδρομή και γι’ αυτό έλειπε από το στερέωμα του ουρανού.
Να ξέρεις, Εμίλια, πως οι ώρες μαζί σου δεν είναι ποτέ αρκετές. Εχθές, ήθελα να τα δοκιμάσω όλα. Να δοκιμάσω τον έρωτα μαζί σου για πρώτη φορά στη ζωή μου, γιατί πιστεύω πως μονάχα εσύ ενώνεις τα κομμάτια μου. Αισθάνομαι τόσο τυχερός που βρέθηκα στον δρόμο σου και ας σε γνωρίζω μονάχα λίγες ώρες. Πιθανότατα, αυτή τη στιγμή να γελάς και να με αποκαλείς αλαφροΐσκιωτο που παίρνω το θάρρος να ονειρεύομαι όλα αυτά με μία κοπέλα σχεδόν άγνωστη. Λυπάμαι που όταν άνοιξες τα μάτια σου, δεν ήμουν εκεί για να σε ξυπνήσω με ένα φιλί, μα ο δρόμος μου είναι διαφορετικός. Είναι επικίνδυνος και δεν θέλω να σε παρασύρω σε μονοπάτια κακοτράχαλα που δεν σου ταιριάζουν. Η δική σου η ζωή εξάλλου, πρέπει να είναι πάντοτε στρωμένη με ροδοπέταλα.
Ελπίζω αυτό το γράμμα, να κρατήσει τη μνήμη μου ζωντανή, σαν μια υπέροχη και ξεχωριστή στιγμή τρέλας στη ζωή σου. Να περνάς όμορφα και να προσέχεις, εγώ θα σε θυμάμαι πάντοτε.
                                                                       Άινταν

Η Εμίλια αναστέναξε βαθιά, ξεχνώντας ακόμη και την τσαγιέρα που τσίριζε, σημάδι πως το ρόφημα ήταν επιτέλους έτοιμο. Διάβαζε το γράμμα ξανά και ξανά, ενώ έπιασε τον εαυτό της να δακρύζει. Μα γιατί η ψυχή της είχε γίνει χίλια κομμάτια για έναν άγνωστο; Γιατί ένιωθε ένα σκίρτημα στην καρδιά της στην εικόνα εκείνων των αμυγδαλωτών, μα μελαγχολικών σμαραγδένιων ματιών; Θυμήθηκε την όψη του να την κοιτάζει πονεμένα, καθώς τοποθετούσε τα χέρια της στο γυμνό του στέρνο. Σε ένα κορμί γεμάτο αμυχές και σε φλέβες κατεστραμμένες. Ένα δάκρυ της κύλησε άθελά της, αφήνοντας μία σταγόνα στο χαρτί και ύστερα άλλο ένα.
Με κόπο σηκώθηκε αφήνοντας το γράμμα στον πάγκο της κουζίνας και κατευθύνθηκε ξανά στο μπαλκόνι, όταν το θέαμα ενός ματωμένου νεαρού την έκανε σχεδόν να ουρλιάξει. Ήταν τόσο άσχημα πληγωμένος, που σε κάθε του βήμα τρέκλιζε, αφήνοντας πίσω του ερυθρούς λεκέδες και μουσκεύοντας το χιόνι, ώσπου τελικά κατέρρευσε.
Τότε, η Εμίλια βγήκε τρέχοντας, αφήνοντας την πόρτα του σπιτιού της ανοιχτή και πλησιάζοντάς τον αναγνώρισε αμέσως τον Σύλβαν. Τα μακριά, κατάξανθα έως λευκά μαλλιά του είχαν μουσκέψει από το αίμα που κυλούσε από τις ανοιχτές πληγές του προσώπου του. Η κοπέλα με τρόμο διαπίστωσε πως το μισό του πρόσωπο είχε υποστεί τόσο σοβαρό έγκαυμα, που σχεδόν είχε παραμορφωθεί, ενώ το ένα του μάτι παρέμενε κλειστό.
«Aetatis excessibus» ακούστηκε η εντολή από το στόμα της Εμίλιας και το σώμα του Σύλβαν αιωρήθηκε για να την ακολουθήσει μέχρι το σπίτι της.
Ευθύς αμέσως, ξεκίνησε να ετοιμάζει μία αλοιφή από ζαρκανοβότανο, ένα φυτό που έμοιαζε με τσουκνίδα, ωστόσο είχε έντονη μυρωδιά και βοηθούσε στην ανάπλαση του δέρματος. Ο νεαρός είχε σταθεί υπερβολικά τυχερός, καθώς οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές και θα απορροφούσαν μονομιάς τις θεραπευτικές ιδιότητες του συγκεκριμένου φυτού. Ο Σύλβαν είχε πολλές ελπίδες να αποκτήσει πίσω το πρόσωπό του, παρά το γεγονός πως κάποια σημάδια θα παρέμεναν εκεί ως ένα κακό ενθύμιο. Μόλις ετοίμασε το μείγμα των βοτάνων, πλησίασε προσεκτικά τον νεαρό που τώρα ανέπνεε βαριά.
«Εμίλια...» τραύλισε και εκείνη του έκανε σήμα να σωπάσει.
«Ησύχασε, όλα θα πάνε καλά. Ακόμη είσαι σε κατάσταση σοκ» αποφάνθηκε βλέποντας το σώμα του να τρέμει ολόκληρο τη στιγμή που είχε μόλις ανακτήσει τις αισθήσεις του. «Θα σε πονέσει αρκετά, αλλά είναι για το καλό σου. Θα νιώθεις για λίγη ώρα ένα βίαιο τράβηγμα στο πρόσωπό σου, καθώς το δέρμα σου θα παλεύει να κλείσει» του είπε και εκείνος ένευσε, έχοντας πλήρη επίγνωση της σοβαρής κατάστασης των τραυμάτων του.
Σε μερικά σημεία, είχε λιώσει τελείως το δέρμα, αφήνοντας πλέον να αναβλύζει ένα λευκό, παχύρρευστο υγρό. Τη στιγμή που η κοπέλα ακούμπησε επάνω του την αλοιφή, μία κραυγή πόνου ξέφυγε από το στόμα του, που σου κομμάτιαζε την καρδιά, ενώ κρύος ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του. Η Εμίλια έμεινε στο πλάι του όλη την ώρα, χαϊδεύοντάς τον προκειμένου να τον καθησυχάσει, ενώ παράλληλα τον έβλεπε να δακρύζει διαρκώς, πότε εξαιτίας του αφόρητου πόνου και πότε εξαιτίας της συγκίνησης.
«Ξέρεις, ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει ένα χάδι επάνω μου. Φανταζόμουν πως κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι και το χάδι μίας μητέρας, προκειμένου να καθησυχάσει το άρρωστο παιδί της. Εγώ όλους μου τους φόβους και όλες μου τις αρρώστιες τα πέρασα μονάχος μου» της είπε και εκείνη δεν σταμάτησε λεπτό να τον καθησυχάζει.
«Ήταν σκληρό και άδικο. Είναι άδικο να σας μεταχειρίζονται έτσι εξαιτίας ενός χρώματος» του είπε με έναν τόνο παράπονου και τον είδε να παλεύει να σηκωθεί με κόπο και να καρφώνει το ένα του μάτι στα δικά της.
«Εμίλια, πρέπει να σου μιλήσω. Παρά τα τραύματά μου, έπρεπε να έρθω εδώ γιατί είναι ζήτημα ζωής και θανάτου» ξεκίνησε ο νεαρός και είδε την κοπέλα να ανησυχεί.
«Έπαθε κάτι ο φίλος σου ο Άινταν;» τον ρώτησε ενώ παράλληλα ένιωσε να κοκκινίζει ως και η ρίζα των μαλλιών της.
«Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή» ξεκίνησε ο Σύλβαν και είδε την Εμίλια να του προσφέρει λίγο από το δικό της τσάι με αποξηραμένο ροδάκινο και κανέλα. Ντροπαλά το έπιασε και συνέχισε «Θυμάσαι που σε βρήκα και σε οδήγησα εδώ; Στο Βερθάλ;» την ρώτησε και εκείνη ένευσε θετικά.
«Βεβαίως και θυμάμαι. Ήταν λίγο μετά το ατύχημα στο οποίο έχασα τους γονείς μου» του απάντησε εκείνη και τον είδε να κουνά το κεφάλι του με ειρωνία.
«Όχι, Εμίλια. Οι γονείς σου δεν σκοτώθηκαν σε κανένα ατύχημα» ξεκίνησε ο Σύλβαν και η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια της.
«Τι εννοείς; Πως είναι ζωντανοί;» ξεκίνησε τις ερωτήσεις και ο Σύλβαν την κοίταξε πονεμένα αναστενάζοντας.
«Λυπάμαι, μα δεν γνωρίζω για την τύχη τους. Ωστόσο, το ατύχημα αυτό για το οποίο τότε σου είχα μιλήσει, δεν έγινε ποτέ» της είπε και η κοπέλα πετάχτηκε όρθια.
«Μα, τι εννοείς;Και εγώ πώς βρέθηκα εδώ; Και γιατί δεν θυμάμαι πράγματα; Σύλβαν, για τον Θεό τι μου συμβαίνει;» τον ρώτησε και εκείνος την κοίταξε βουρκωμένος.
«Σου αφαίρεσαν τη μνήμη...» της απάντησε και ξεκίνησε και εκείνη να βουρκώνει.
«Μα, ποιος και γιατί;» ξαναρώτησε εκείνη.
«Ο Άινταν. Εκείνος σού αφαίρεσε τη μνήμη» ομολόγησε και την είδε να γονατίζει στο πάτωμα.
«Γι’ αυτό ένιωσα οικεία μαζί του. Γιατί το υποσυνείδητό μου τον θυμόταν. Μα, πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό, Σύλβαν; Πώς μπόρεσε και γιατί;» ξεκίνησε να φωνάζει καθώς ένιωθε το σοκ να κάνει κατάληψη στην ψυχή της, μα και την προδοσία.
«Ο Άινταν, Εμίλια, είναι ερωτευμένος μαζί σου. Σε αγαπά πολύ, ωστόσο είναι μπλεγμένος. Γι’ αυτό ήρθα εδώ, γιατί μόλις παραιτήθηκα από εκείνον. Δεν άντεχα να τον βλέπω να καταστρέφεται. Δεν μπορούσα. Άκου, γνωρίζεις τον Κέναρντ; Θυμάσαι ποιος είναι, έχεις τη μνήμη αυτή;» τη ρώτησε και ένευσε θετικά. «Ο Άινταν είναι ο εγγονός του. Είναι ένα πλάσμα κατεστραμμένο και διαλυμένο, που για τον Κέναρντ υπήρξε μονάχα η ευκαιρία του να δημιουργήσει έναν στρατιώτη υπάκουο και με στρεβλές αντιλήψεις και εικόνες για τον ίδιο. Ο Άινταν στερήθηκε όπως και εγώ την αγάπη της οικογένειάς του. Έτσι εναπόθεσε όλες του τις ελπίδες στο πρόσωπο του παππού του, που πάντοτε δρούσε παρασκηνιακά, ώστε να αποφύγει να εκτεθεί στον εγγονό του. Ο Άινταν δεν γνωρίζει την αλήθεια κι αν υπάρχει ένα άτομο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει, αυτό είσαι εσύ. Πρέπει να ανακτήσεις τις αναμνήσεις σου, Εμίλια» τελείωσε για να δει την κοπέλα να τον κοιτάζει άναυδη.
«Σύλβαν, είναι αδύνατον. Αυτό το ξόρκι είναι μη αναστρέψιμο... Ωστόσο, αφού με αγαπούσε, γιατί μου διέγραψε τη μνήμη;» ρώτησε η κοπέλα.
«Γιατί ο Άινταν ήξερε πως κάποια μέρα θα έπρεπε να επιλέξεις ανάμεσα σε εκείνον και τους φίλους σου. Ίσως βαθιά μέσα του πίστευε πως θα του γυρνούσες την πλάτη. Γιατί εσύ είσαι φως και εκείνος βαδίζει στην σκιερή, Εμίλια. Επομένως, από τη μία φοβήθηκε την απόρριψη που εξακολουθεί να τον στοιχειώνει και από την άλλη φοβήθηκε για τη ζωή σου. Ωστόσο, σε παρακαλώ, πρέπει να παλέψουμε για να βρούμε έναν τρόπο να θυμηθείς και όταν γίνει αυτό, θα προσπαθήσουμε να ξεσκεπάσουμε τα εγκλήματα του Κέναρντ. Σου το υπόσχομαι. Ωστόσο θα πρέπει και εσύ να μου υποσχεθείς κάτι» της είπε ο νεαρός.
«Τι;» ρώτησε εκείνη.
«Πώς, αν κατορθώσεις να ανακτήσεις τη μνήμη σου, θα είμαι ο πρώτος με τον οποίο θα επικοινωνήσεις. Πιθανότατα, οι μνήμες να σου προκαλέσουν σοκ, ωστόσο σε ικετεύω, ορκίσου μου, πως δεν θα κάνεις κάποια τρέλα και πως δεν θα συναντήσεις κανέναν άλλον, πέρα από εμένα. Οι καιροί είναι δύσκολοι και θα γίνουν ακόμη πιο σκοτεινοί, Εμίλια… Ορκίσου» τη διέταξε και εκείνη έδωσε τον όρκο τον απαράβατο των μάγων.
«Τώρα μπορείς να μείνεις ήσυχος» του είπε με έναν τόνο θλίψης, ενώ τον είδε να σηκώνεται και να κατευθύνεται στην πόρτα. «Πού πηγαίνεις;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω, πλέον θεωρούμαι κυνηγημένος από όλους. Ο Άινταν με βλέπει σαν εχθρό, ο υπόλοιπος μαγικός κόσμος σαν Σάμχαϊν. Ωστόσο, έχω μάθει από μικρός να επιβιώνω στους δρόμους. Θα τα καταφέρω και τώρα...» της είπε και είδε το χέρι της να ακουμπά τον ώμο του.
«Μπορείς να μείνεις εδώ για όσο χρειαστεί. Έχει φοβερό κρύο και εγώ χρειάζομαι κάποιον μέχρι να ανακτήσω την μνήμη μου, αν γίνει ποτέ αυτό» του απάντησε και ο Σύλβαν την αγκάλιασε αυθόρμητα. Πρώτη του φορά αγκάλιαζε άνθρωπο.
«Ευχαριστώ» της είπε και καθώς απομακρυνόταν, η Εμίλια κοίταξε ξανά το γράμμα και η γνωστή φράση, ξεπήδησε στο μυαλό της. Πάντοτε θα έχουμε το Παρίσι.
Την ίδια στιγμή, μερικά χιλιόμετρα μακριά τους ένα Ντουένον ατένιζε το χιονισμένο Βερθάλ. Ήταν ο Μπένταγκ.

Για λίγο, έμεινα να θαυμάζω τη Λυρία και το αστραφτερό της δέρμα. Είχε μεγαλώσει αρκετά, ωστόσο έμοιαζε μπερδεμένη εξαιτίας της συνεχούς αλλαγής του περιβάλλοντος και των προσώπων.
«Λυπάμαι πάρα πολύ για όλα, Βάλιμαρ. Ήρθαμε και σε αναστατώσαμε, ωστόσο ο Άινταν απέκτησε αυτό που ήθελε. Τώρα είναι απλά θέμα χρόνου ή χρόνων για να κάνει κάτι πολύ κακό» του είπα και είδα τον τεράστιο δράκο να μισανοίγει τα μάτια του.
«Ξέρεις, Κένταλ, όλα τα μυστικά βρίσκονται κρυμμένα στη φύση των ρούνων. Η δική μου φυλή, που είναι πανάρχαια, έχει γεννηθεί με το χάρισμα της γνώσης και χρήσης των συγκεκριμένων συμβόλων. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά. Οι ρούνοι είναι σύμβολα με δική τους ψυχή και δικό τους χαρακτήρα. Μπορούν να σου ζητήσουν θανάσιμα και σκοτεινά ανταλλάγματα προκειμένου να σου επιτραπεί η χρήση τους. Πριν λοιπόν από πολλά χρόνια, όταν ο Κέναρντ ήταν ένα αγόρι στην ηλικία σου, αποφάσισε να αναζητήσει πληροφορίες για το συγκεκριμένο αλφάβητο. Τον θυμάμαι, καθώς εμείς οι δράκοι ζούμε πάρα πολλά χρόνια, όπως επίσης θυμάμαι πως δεν ήταν ένα κακό παιδί, αλλά φιλόδοξο. Ήταν ιδιαιτέρως γοητευτικός με καστανά σκούρα μαλλιά και τεράστια, κυανά μάτια. Χαμογελαστός, λιγομίλητος, αλλά με πολλές γνώσεις και επιδεξιότητες για την ηλικία του. Τότε, οι Σχολές Μαγείας ήταν δύο. Η Σαβανά Επίν αφορούσε εκτός από τους μάγους και όλα τα μαγικά πλάσματα, ενώ η δική σου, η Επινουά αφορούσε αποκλειστικά τους μάγους και μάλιστα ιδρυτής της ήταν μία εβένινη μάγισσα, η Κριστίν Νορρίς. Η συγκεκριμένη γυναίκα δεν ήταν και ο καλύτερος χαρακτήρας. Είχε αρκετά ρατσιστική συμπεριφορά, καθώς τους μάγους των υπόλοιπων χρωμάτων, τους θεωρούσε υποδεέστερους. Λανθασμένα, είχε την αντίληψη πως οι Σάμχαϊν ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να κάνουν τους ρούνους κτήμα τους δίχως συνέπειες.
Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε να παρακολουθεί τον Κέναρντ και την παρέα του, κάποιοι από τους οποίους ήταν και εβένινοι. Για την ακρίβεια, ο Κέναρντ ήταν μαθητής της και η ίδια βλέποντας την ευφυία του, τον πλησίασε και ξεκίνησε να του μιλά για τους ρούνους, καθώς και την τεράστια δύναμη που θα του έδιναν. Τότε, όπως και τώρα, οι πληροφορίες και οι γνώσεις γι’ αυτούς ήταν ελλιπείς και έτσι ο Κέναρντ δεν γνώριζε όλη την αλήθεια για την επικινδυνότητά τους. Από εκεί και πέρα ήταν μονόδρομος. Αυτός και η παρέα του μπλέχτηκαν και οι ρούνοι τους άλλαζαν. Τα συγκεκριμένα σύμβολα είναι ικανά να μετατρέψουν ακόμη και τον καλύτερο άνθρωπο, σε δολοφόνο. Ξεκίνησαν λοιπόν να τον παραμορφώνουν τόσο εσωτερικά, όσο και εξωτερικά, κάνοντάς τον ένα τέρας. Αυτός που γνωρίζεις, έστω και μέσα από τις αφηγήσεις, δεν είναι ο αληθινός Κέναρντ που εγώ γνώρισα. Ερχόταν συχνά στην Κόλνταουν, αγαπούσε τους δράκους και οι δυο μας είχαμε καθήσει πολλές φορές στον Ιερό μου βράχο σιωπηλοί, προκειμένου να εξαγνίσουμε την ψυχή μας από τις σκοτούρες, μα πάντα στο τέλος προσπαθούσε να με τρομάξει, χαλώντας την προσπάθεια να μείνουμε σιωπηλοί για πολλή ώρα» ολοκλήρωσε και εγώ πάλεψα να κατανοήσω τα όσα είχα ακούσει.
«Δηλαδή, θέλεις να μου πεις, πως κάτω από την απόλυτη σαπίλα αυτού του ανθρώπου υπάρχει ακόμη το διαμάντι που κάποτε υπήρξε; Δηλαδή υπάρχει ελπίδα να επανέλθει;» τον ρώτησα και ο δράκος ξεφύσησε.
«Ω, όχι, Κένταλ, μην αναζητάς τη σωτηρία του. Ο κύβος ερρίφθει για εκείνον πια. Την αλλαγή αυτή, αν ποτέ την έβλεπες, θα γινόταν μονάχα σε μία ακραία, ξαφνική κατάσταση. Αλλά μην τρέφεις άδικα ελπίδες. Πορεύσου με τα δεδομένα που έχεις και τον δύσκολο αγώνα σου ενάντια σε έναν αντίπαλο που όμοιό του δεν έχεις ξαναδεί» είπε ο Βάλιμαρ.
«Νομίζω πως έχω ξαναδεί. Τον Άινταν»
«Ο Άινταν, μαμά, δεν μοιάζει κακός» άκουσα τη φωνή της Λυρίας στο μυαλό μου «Με τάϊσε και με κοίμισε μαζί του, για να μη φοβάμαι. Νομίζω πως για εκείνον υπάρχει σωτηρία» πρόφερε με την λεπτή φωνή της και φτερούγισε στο πλάϊ μου.
“Αδύνατον...”  σκέφτηκα. “Αυτός ο άντρας παραλίγο να με σκοτώσει, να με κάψει ζωντανή!”
«Είσαι μικρή ακόμη, λευκή μάγισσα, για να διαβάζεις τους ανθρώπους, ωστόσο θα σου δώσω μία συμβουλή. Μεγαλώνοντας, μάθε να βλέπεις μέσα από την καρδιά σου και να συγχωρείς. Η συγχώρεση και η αγάπη είναι βάλσαμο για πολλά πράγματα και για πολλά τραύματα της ψυχής. Τώρα, θα πρέπει να σε επιστρέψω πίσω στη Σχολή. Η Λυρία θα πετάξει δίπλα μας» τελείωσε και ανέβηκα στην πλάτη του, για να τον δω να σκαρφαλώνει το φιδογυριστό μονοπάτι και να βγαίνει μέσα από τον κρατήρα του Μπέλντελ.     

Η επιστροφή του στην έπαυλη ήταν διαφορετική εκείνη την ημέρα. Στα χέρια του κρατούσε το πιο πολύτιμο αντικείμενο. Το πετράδι που θα έφερνε ξανά στη ζωή τον ζοφερό Κέναρντ. Από τη στιγμή που το είχε αποκτήσει, άκουγε πότε πότε ψιθύρους στο μυαλό του. Ψιθύρους παράξενους που δεν έβγαζαν νόημα, αλλά ήταν στην γλώσσα των δράκων. Τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα του απόκοσμου σπιτιού του, του φάνηκε πως η αύρα είχε αλλάξει και το σπίτι είχε αρχίσει να αποκτά μία δική του θέληση. Δεν έμοιαζε πλέον υποταγμένο στα δικά του θέλω.
“Φυσικά” σκέφτηκε “Με την πέτρα του Βάλιμαρ να βρίσκεται πλέον μέσα του, το σπίτι είχε καταλάβει πως η οριστική επιστροφή του ιδιοκτήτη του είχε πλέον δρομολογηθεί και το ίδιο θα καρτερούσε για όσα χρόνια χρειαζόταν” Βγάζοντας το παλτό του, τοποθέτησε το πετράδι που έλαμπε μέσα σε ένα συρτάρι που κλειδωνόταν αυτόματα. Ο ίδιος ήταν έτοιμος να κάνει ένα μπάνιο, όταν άκουσε μία τραχιά φωνή να αντηχεί στον άδειο χώρο.
“Άινταν…”
«Ποιος είσαι;» φώναξε ο νεαρός ελαφρώς ταραγμένος.
“Το αίμα σου είμαι. Αυτός που αδημονεί να σε γνωρίσει επιτέλους… ο παππούς σου” απάντησε ο ψίθυρος για να σωπάσει.
Ο Άινταν ανατρίχιασε, ωστόσο ένα σατανικό χαμόγελο αυλάκωσε το πρόσωπό του. Τα πάντα είχαν δρομολογηθεί για την επιστροφή του Κέναρντ.


Ο Σκορπιός βάδιζε στους διαδρόμους της Σχολής, παλεύοντας να αποφύγει τα βλέμματα των μαθητών που παρά το γεγονός πως η Σχολή είχε κλείσει για διακοπές, εκείνοι φιλοξενούνταν, καθώς οι γονείς τους έλειπαν, ωστόσο είχαν υπογράψει για την παραμονή τους εκεί. Πιθανολογούσε πως ο Γουίλ και ο Άλαν είχαν διαδώσει σε όλους την αλήθεια για τη φύση του και έτσι ήταν θέμα χρόνου να συλληφθεί και να φυλακιστεί. Οι περισσότεροι μαθητές απέφευγαν ακόμη και την οπτική επαφή τους μαζί του, όταν είδε τον Νόαμ να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση.
«Τι συμβαίνει, φρικιό; Ακόμη κυκλοφορείς ελεύθερος;» του πέταξε ειρωνικά και ο Σκορπιός στάθηκε ακίνητος απέναντί του κοιτάζοντάς τον με μίσος. «Έλα, δείξε μου το χρώμα των ματιών σου, μην ντρέπεσαι. Να ξέρεις σε λυπάμαι γιατί είσαι πολύ αστεία περίπτωση. Ένας Σάμχαϊν ερωτευμένος με μία λευκή. Φυσικά τώρα που θα πας φυλακή, θα την αναλάβω εγώ τη φίλη σου, θα περάσουμε καλά» του είπε και τα μάτια του Σκορπιού ξεκίνησαν να αλλάζουν δίνοντας τη θέση τους στην μαύρη άβυσσο.
Τη στιγμή εκείνη, ο Νόαμ εξαπέλυσε ένα ξόρκι απέναντί του, το οποίο ο Σκορπιός απέκρουσε, ωστόσο για κακή του τύχη, εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία ο Άλαν και τον χτύπησε στο στήθος, ξαπλώνοντάς τον ακαριαία στο έδαφος. Τότε, είδε και την Κένταλ να πλησιάζει, η οποία είχε μόλις φθάσει στη Σχολή και δεν είχε παρακολουθήσει καθόλου όλα όσα είχαν προηγηθεί. Μονάχα είδε τη σκηνή που ο Άλαν έπεφτε στο έδαφος από ένα ξόρκι το οποίο φαινόταν να έρχεται από τον Σκορπιό.
«Δολοφόνε!» ακούστηκε η φωνή του Νόαμ και εγώ δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Είχα τρέξει δίπλα στον Άλαν, μαζί με την Κρίστι, ενώ λίγο αργότερα εμφανίστηκε και ο Χάζελ και άλλα παιδιά που κατηγορούσαν τον Σκορπιό του οποίου τα μάτια ήταν ολόμαυρα ακόμη.
«Ειλικρινά δεν του έκανα τίποτε. Αυτός μου επιτέθηκε» γύρισε και μου είπε, ωστόσο δεν ήξερα τι να πιστέψω λαμβάνοντας υπ’ όψιν μου και τα χιλιάδες ψέματα που είχε πει στο ορφανοτροφείο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ωστόσο, είχα δει με τα μάτια μου, το ξόρκι να φεύγει και να χτυπά τον Άλαν.
«Σκορπιέ, για τον Θεό, πες την αλήθεια!» του φώναξα και τον είδα να οργίζεται.
«Δεν είναι δυνατόν να μη με πιστεύεις! Όχι μετά από όσα έχουμε μοιραστεί! Πιστεύεις όλους αυτούς που με λένε φρικιό;» συνέχιζε να μου φωνάζει και ειλικρινά, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Πάνω στην ταραχή μου, αλλά και βασιζόμενη σε όσα είχα δει, δεν μπορούσα να τον δικαιώσω και πίστεψα πως εκείνος με είχε προδώσει.
«Το θέμα δεν είναι το χρώμα, αλλά ο χαρακτήρας και εγώ σε είδα να χτυπάς τον Άλαν, τον οποίο γνωρίζω πως δεν χωνεύεις...» του γρύλισα.
«Είσαι φουκαράς τελικά. Σε απέρριψε μέχρι και η λευκή από εδώ» πετάχτηκε ο Χάζελ για να με δει να τον κοιτάζω με μίσος.
«Εσύ κλείσε το στόμα σου» πρόφερα, ωστόσο είδα ένα Σκορπιό τόσο οργισμένο, όσο δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ.
«Θα το μετανιώσεις αυτό...» μουρμούρισε και τότε εμφανίστηκαν ο Σιμεόν με τον Κρίστοφερ, προλαβαίνοντας ένα ξόρκι από τον Σκορπιό που κατευθυνόταν επάνω μου, ενώ ταυτόχρονα, από μακριά, είδα έναν Άινταν να πλησιάζει αργά.
«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε ο νεαρός άντρας, απευθυνόμενος στον Σκορπιό.
«Τελικά είχες δίκιο σε όλα. Μας μισούν και πάντα θα το κάνουν» είπε ο Σκορπιός στον Άινταν και εκείνος κοίταξε προς το μέρος μας.
«Τι ακριβώς του κάνατε;» ρώτησε τον Σιμεόν, ο οποίος έκανε σήμα στον Χάζελ να σηκώσει τον αναίσθητο Άλαν και να τον μεταφέρει στο αναρρωτήριο.
«Το φρικιό επιτέθηκε σε έναν μαθητή» του είπε ο Νόαμ και ο Άινταν άστραψε.
«Κλείσε το στόμα σου, μίασμα, γιατί εγώ δεν είμαι ο αδερφός μου. Θα σε ξαπλώσω νεκρό πριν καν το καταλάβεις» του είπε και ο μικρός αποσύρθηκε τρέχοντας, βλέποντας τα μάτια του Άινταν να αλλάζουν και να παίρνουν το σχήμα του δράκου.
«Σκορπιέ, τι συνέβη;» ρώτησε ο Σιμεόν και είδα τον Σκορπιό να με καρφώνει με μίσος για δευτερόλεπτα.
«Ο Νόαμ προσπάθησε να με προκαλέσει και εξαπέλυσε ένα ξόρκι εναντίον μου, το οποίο απέκρουσα και τυχαία βρήκε τον Άλαν» απάντησε ψυχρά, ωστόσο όλοι οι μαθητές που είχαν συγκεντρωθεί, φώναζαν για το αντίθετο. Τότε, έκανα ξανά το λάθος να μη μιλήσω και να μην τον υπερασπιστώ, αλλά πώς θα μπορούσα άλλωστε όταν η μόνη σκηνή που είχα δει ήταν το κομμάτι του ξορκιού να φεύγει από τον Σκορπιό και να χτυπά τον Άλαν. Το ίδιο είχε γίνει και στο ορφανοτροφείο με το κορίτσι που σκοτώθηκε. Πάλι ο Σκορπιός είχε βρεθεί στο επίκεντρο και κατηγορούνταν για το ίδιο πράγμα.
«Φύγετε όλοι σας, αυτή τη στιγμή» διέταξε ο Σιμεόν και οι συγκεντρωμένοι μαθητές αποχώρησαν, με εμένα τον Άινταν και τον Σκορπιό να παραμένουν.
«Αγαπημένε Σιμεόν, σήμερα υπέβαλα την παραίτησή μου από το Υπουργείο. Δήλωσα Σάμχαϊν στην ταυτότητα και τους έκανα μία μικρή επίδειξη. Επίσης, το Ντορθόριεν είναι στα δικά μου χέρια και ο Σκορπιός δεν θα ξαναπατήσει ποτέ εκεί. Οι Σάμχαϊν έπαψαν να κρύβονται. Τελικά, όμως, όπου και να πηγαίνουμε, πάντοτε θα επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία. Για εμάς παντού θα υπάρχουν γυρισμένες πλάτες. Το έκανε η μητέρα μου, το έκανε ο βασανιστής πατέρας μου και το έκανε ο θείος που ποτέ δεν γνώρισα, γιατί το αρνήθηκε. Ήμουν στην ηλικία σχεδόν του αδερφού μου και μικρότερος, όταν ο Γουίλφρεντ τού τηλεφώνησε και εγώ από πείσμα του άρπαξα το τηλέφωνο και φώναξα “θείε”, μήπως έτσι τελικά κατόρθωνα να ακούσω τη φωνή του. Το αποτέλεσμα ήταν να μου κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα. Σε ένα παιδί που τότε δεν έφταιγε σε τίποτε» ολοκλήρωσε και ο Σιμεόν ένιωσε να παγώνει.
Το κατάλαβα και εγώ, καθώς η αύρα γύρω του είχε αποκτήσει στα δικά μου μάτια, ένα άλλο χρώμα σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί. Η θλίψη του μετατράπηκε σε δάκρυα ασυγκράτητα και πλησιάζοντας τον Άινταν, απλώς του είπε:
«Εγώ ήμουν εκείνος ο θείος που σε απέρριψε. Εγώ είμαι ο αδερφός του Κέναρντ και αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα τα άλλαζα όλα» ψιθύρισε μέσα από λυγμούς και εγώ έμεινα να τον κοιτάζω έκπληκτη, το ίδιο και η Κέντρα και ο Κρίστοφερ που είχαν μόλις εμφανιστεί, αφού είχαν μεταφέρει τον Άλαν στο αναρρωτήριο.
«Τι στα κομμάτια, Σιμεόν; Παίζεις με την ψυχολογία μου;» ούρλιαξε ο Άινταν, μα ο Σιμεόν δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Μου φάνηκε αποφασισμένος να πετάξει από τους ώμους εκείνο το βάρος, που μου φαινόταν απίστευτο.
«Όχι, Άινταν, είναι η αλήθεια. Σκότωσέ με, αν θέλεις, αλλά δεν αντέχω να λέω άλλα ψέματα, δεν αντέχω να κρύβω την ταυτότητά μου. Είμαι ο μικρότερος αδερφός Γκρερ και λυπάμαι για τα ψέματα, τόσο απέναντί σου, όσο και απέναντι στους συναδέλφους μου» τελείωσε και τότε είδα τον Άινταν να τον αρπάζει ταχύτατα από τον λαιμό και να τον κολλά στον τοίχο.
«Θα σε σκοτώσω!» του φώναξε και είδα έναν Σκορπιό, ψυχολογικά διαλυμένο, να παλεύει να τον σταματήσει.
«Όχι, Άινταν!» φώναξε στον αδερφό του, ο οποίος με λύσσα τον έπνιγε, ώσπου ο Κρίστοφερ του έκανε το ξόρκι της προσωρινής παράλυσης, ρίχνοντάς τον κάτω.
Ο Σιμεόν ξεκίνησε να βήχει, στην προσπάθειά του να αναπνεύσει ξανά.
«Έπρεπε να τον αφήσεις να με σκοτώσει» του είπε και ο Κρίστοφερ τον πλησίασε εξίσου βουρκωμένος.
«Γιατί το έκανες αυτό; Ξέρεις τι σημαίνει η πλαστοπροσωπία; Θα σε διώξουν από την Επινουά, Σιμεόν. Έχεις τελειώσει, αν δεν μπεις φυλακή για πάντα! Είσαι ένας Γκρερ και μόλις τους το αποκάλυψες» τον μάλωσε, μα ο Σιμεόν τον κοίταξε ξέπνοα.
«Θα παραιτηθώ μονάχος μου. Δεν μπορούσα να κοροϊδεύω άλλο όσους με αγαπούν και πιστεύουν σε εμένα, μα πάνω από όλα δεν μπορούσα να κοροϊδεύω τον ίδιο μου τον εαυτό» του είπε.
«Δεν γίνεται να πας φυλακή. Σε χρειαζόμαστε, φύγε θα σε καλύψω» του είπε και είδα την Κέντρα να κλαίει σιωπηλά.
Τότε, τον πλησίασα και τον αγκάλιασα σφιχτά κλαίγοντας και εγώ. Εκείνη την ώρα δεν με ένοιαξε ποιος ήταν, καθώς για εμένα ήταν μονάχα ο Σιμεόν που τον ένιωθα σαν τον πατέρα που είχα χάσει. Από απόσταση, είδα ένα Σκορπιό να με κοιτάζει οργισμένος, ενώ ο Άινταν δίπλα του είχε μόλις συνέλθει από το ξόρκι και σηκωνόταν όρθιος.
«Απόψε, ήρθε η δική μου σειρά να σου γυρίσω την πλάτη, Σιμεόν. Ποτέ δεν θα γίνεις συγγενής μου και ούτε πρόκειται να σου συγχωρέσω την απόρριψη. Με καταδίκασες για πάντα να βασανίζομαι, προκειμένου να ζήσεις ξέγνοιαστος τη ζωούλα σου μακριά από το επίθετο Γκρερ. Οι κραυγές μου και τα κλάματά μου δεν σε λύγισαν, δεν σε άγγιξαν, γιατί ποτέ σου δεν τα άκουσες. Τώρα θα κοιτάξω στα μάτια τον αδερφό μου και θα τον ρωτήσω, αν εκείνος θέλει να με ακολουθήσει» ολοκλήρωσε και είδα τον πικραμένο Σκορπιό να με κοιτά για μία τελευταία φορά και να σφίγγει τις γροθιές του.
«Εδώ μέσα νιώθω ξένος. Ένα φρικιό όπως με αποκάλεσαν, ενώ μόλις μου γύρισαν και εμένα την πλάτη άτομα, τα οποία σήμαιναν πολλά. Ωστόσο, όλοι τους θα το μετανιώσουν, αδερφέ. Θα δουν τι σημαίνει να είσαι μαύρος και όσοι μας γύρισαν την πλάτη θα μας παρακαλούν να τους λυπηθούμε» ολοκλήρωσε και ο Άινταν χαμογέλασε θριαμβευτικά.
Μέσα μου, ένα κομμάτι έσπασε και τα μάτια μου πάλεψαν να κρατήσουν ζωντανή για μία τελευταία φορά την εικόνα του Σκορπιού. Καθώς οι δυο τους έφευγαν, αφήνοντάς πίσω τους έναν Σιμεόν που είχε γονατίσει στο πάτωμα κλαίγοντας, ο Άινταν με το ένα του χέρι διέλυσε όλους τους τοίχους του διαδρόμου της Επινουά. Τους τοίχους που είχαν ξεκινήσει να ψιθυρίζουν και τους ρούνους που τρεμόπαιζαν επάνω στην παλαιά, γκρίζα τους πέτρα.


Ιφιγένεια Μπακογιάννη