Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.10.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 4) - "Φλόγες επανάστασης" (μέρος 4)

Η χονδρή λεπίδα του ξίφους έσχισε τον αέρα και χαράκωσε την πλάτη του μαυροφορεμένου εισβολέα. Ένα ακόμα πτώμα έπεσε άψυχο πια στο δάπεδο, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Το ακολούθησαν ακόμα τρία και ο όροφος είχε ασφαλιστεί επιτυχώς. Οι προηγούμενες ώρες που είχαν περάσει ήταν αρκετά κρίσιμες. Είχε χάσει αρκετούς άνδρες από τη φρουρά και ο ίδιος είχε λαβωθεί ύστερα από τη σύγκρουσή του με ένα από τα μέλη της οργάνωσης. Ήταν μεγαλόσωμος και ικανός στην πάλη, ενώ για όπλο χρησιμοποιούσε το φυλαχτό που βρισκόταν τυλιγμένο στον καρπό του.

            `Έφερε εκείνη τη συνάντηση ξανά στο μυαλό του. Η σύγκρουσή τους διήρκησε μονάχα λίγα λεπτά και δεν είχαν τολμήσει να χτυπήσουν ο ένας τον άλλον, μα είχαν καταφέρει να αποσπάσουν πολύτιμες πληροφορίες και ο Τζιάο είχε καταφέρει και κάτι ακόμα. Ο επαναστάτης ζητούσε μονάχα ένα πράγμα: ήθελε να μάθει που κρατιόταν αιχμάλωτος ο σύντροφός του, και στο βλέμμα του είχε διακρίνει μίσος παρά ανησυχία. Εάν υπήρχαν αναταράξεις μέσα στην καρδιά της οργάνωσης που πάλευε για τον λαό της Ηπείρου, τότε οι σπίθες μπορούσαν να μετατραπούν πολύ εύκολα σε φλόγα, η οποία θα προκαλούσε με τη σειρά της μια μεγαλοπρεπή έκρηξη. Ο Αυτοκράτορας του διέθεσε τις πληροφορίες και του επέτρεψε να φύγει, μα προτού χωριστούν, φρόντισαν να λαβώσουν ο ένας τον άλλο σε μια αποτυχημένη προσπάθεια. Η μεταλλική ζώνη του μονάρχη μελάνιασε το μπούτι του Κίσε σε ένα από τα πιο κρίσιμα νεύρα, ενώ ο άλλος χαράκωσε ελαφρά το πλευρό του, καθώς η εορταστική φορεσιά δεν του προσέφερε καμία προστασία.
             Ήταν όμως γόνος Θεών και δε θα επέτρεπαν ποτέ σε παιδί τους να πέσει άσκοπα στη μάχη. Ο άνδρας σκούπισε τον ιδρώτα που του έτσουζε τα μάτια και, έπειτα από μια βαθιά ανάσα, φώναξε:
            «Γινκ! Πάρε τους άνδρες σου και φρουρήστε τους κήπους στα ανατολικά! Μπορεί να αντιμετωπίσαμε το πρώτο κύμα, αλλά ίσως να ετοιμάζονται για δεύτερη επίθεση!» ο αρχηγός της φρουράς διέταξε με τη σειρά του τους άνδρες και κατευθύνθηκαν προς την πύλη της βεράντας του ορόφου που οδηγούσε στους Κήπους.
«Οι υπόλοιποι! Καλύψτε τις δυτικές πτέρυγες! Ο εχθρός έχει κατευθυνθεί προς τα βασιλικά δωμάτια! Τάι Τσε σε καθιστώ υπεύθυνο. Φρόντισε να γυρίσεις με τους άνδρες σου νικητής» τα ποδοβολητά από τις πανοπλίες δεκάδων στρατιωτών πλημμύρησαν το κτίριο των Ανέμων, το κομμάτι εκείνο του παλατιού που διέμενε η αυτοκρατορική οικογένεια και τα σημαντικότερα μέλη της Αυλής. Εάν δεν κατάφερναν να δολοφονήσουν τον Υιό των Ουρανών, ίσως να αρκούνταν με κάποιο άλλο θύμα που θα έπεφτε στα χέρια τους: μικρότερης ισχύς, αλλά εξίσου σημαντικό.
            Ο Τζιάο, φορώντας πλέον τη χρυσή του πανοπλία, είχε αφήσει τον ρόλο του Αυτοκράτορα και είχε αναλάβει εκείνον του αρχιστράτηγου και πολεμάρχη. Παρακολούθησε έναν έναν τους άνδρες που τόσο πρόθυμα ξεχύνονταν για να δώσουν τη ζωή τους για τον Αυτοκράτορα και τα όσα πρέσβευε, ώσπου η ορδή των φρουρών έφτασε σε τέλος. Ο όροφος ερήμωσε και έζεχνε μονάχα θάνατο και αίμα. Η δική του θέση ήταν να ακολουθήσει τον Φενκ ή τον Γινκ στα διάφορα μέτωπα και να τους προσφέρει τη βοήθειά του, αλλά ίσως έτσι να επιβράδυνε τη νίκη. Οι έμπιστοί του θα έβαζαν προτεραιότητα την ασφάλεια του μονάρχη, παρά τον αφανισμό των επαναστατών και ίσως να χανόταν η ευκαιρία να τους διαλύσει. Ακόμα, υπήρχε μια τρομακτική σκέψη στο μυαλό του˙ μια εικόνα που πήγαζε από φόβο και άγχος. Έπαιζε συνεχώς σαν κακοστημένη παράσταση μπροστά στα μάτια του. Για να τη σωπάσει, ο Τζιάο ακολούθησε ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Οι επαναστάτες δεν μπορούσαν να είναι τόσοι πολλοί σε αριθμό. Προφανώς, έπαιζαν κάποιο βρώμικο παιχνίδι για να παραπλανήσουν όλους μέσα στο παλάτι και να ολοκληρώσουν τον στόχο που τους είχε οδηγήσει εδώ: τη δολοφονία του ίδιου. Έχωσε το ξίφος του στο θηκάρι και με αθόρυβα βήματα κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στα υπνοδωμάτια των υπηρετών και των παλλακίδων. Εκεί, σε μια μικρή, στενή κάμαρα ο πιστός του σκύλος, Φενκ, είχε καταφέρει και είχε κρύψει τον πολύτιμο θησαυρό του. Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχε φερθεί ανόητα ή πως δεν είχε πέσει στα αδίστακτα χέρια των Βορείων. Προσπέρασε αρκετά δωμάτια, κάποια μισάνοιχτα και εγκαταλειμμένα, άλλα κλειδωμένα με λυγμούς να αντηχούν από τα εσωτερικά τους. Το χαμόγελό του πλάτυνε. Ο κόσμος φοβόταν τους υποτιθέμενους επαναστάτες. Έτρεμε στην παρουσία τους και για κανέναν διαβολεμένο λόγο δεν τους έβλεπε ως σωτήρες. Ο Δράκος είχε θριαμβεύσει όλα αυτά τα χρόνια που κυβερνούσε και δε θα τον κατατρόπωναν μερικά βρωμερά ποντίκια.
Το φεγγάρι έστεκε ολόγιομο έξω από το ορθάνοιχτο παράθυρο, ενώ το φως του έπεφτε πάνω σε μια καλά προστατευμένη πόρτα. Οι Θεοί τον οδήγησαν, σκέφτηκε γεμάτος δέος. Μετακίνησε το μικρό έπιπλο που είχε τοποθετηθεί μπροστά της και την άνοιξε αργά. Το ελαφρύ της σούρσιμο αντήχησε στον όροφο, αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος για να το ακούσει. Εκεί μέσα, στο απόλυτο σκοτάδι, διέκρινε μια λεπτή φιγούρα. Μια μαζεμένη, σκυθρωπή φιγούρα που κρατούσε σφιχτά το κεφάλι, εμποδίζοντας τον οποιοδήποτε θόρυβο να φθάσει στα αυτιά, τρομαγμένη καθώς ήταν από τους ήχους της μάχης. Την πλησίασε με προσεκτικά βήματα, παρόλο που η απόγνωσή του ούρλιαζε στο κεφάλι του να τρέξει και να τον παρασύρει σε μια σφιχτή αγκαλιά αγαλλίασης. Το νεαρό αγόρι σήκωσε το βλέμμα του και τα μάτια του έλαμψαν όταν αντίκρισαν τον άρχοντά του. Ένα τόσο οικείο πρόσωπο μέσα σε αυτό το χάος μπορούσε να του προσφέρει μονάχα ελπίδα για τη νύχτα. Ελπίδα και άφθονη ευτυχία.
            «Δόξα στους Θεούς!» αναφώνησε ο Αυτοκράτορας και έφερε στην αγκαλιά του το απροστάτευτο τέκνο. Τα χέρια του έτρεξαν στα λυτά του μαλλιά που πλέον άγγιζαν το πάτωμα. Παρά τον ιδρώτα και τον φόβο ήταν ακόμα απαλά σαν το μετάξι. Χάιδεψε δυο τούφες που έμπαιναν μπροστά στο χλωμό του πρόσωπο και τις μετακίνησε πίσω από το αυτί του νεαρού
«Είσαι ασφαλής..» ψιθύρισε γλυκά και στοργικά σαν να καθησύχαζε ένα μικρό παιδί μετά από κάποιο φοβερό εφιάλτη. Όντως, αυτή η νύχτα είχε μετατραπεί σε άσχημο εφιάλτη και μόνο οργή μπορούσε να διακρίνει στην καρδιά του ο Τζιάο. Μια τόσο ιερή μέρα για τον λαό του και για τον ίδιο˙ μια ημέρα γιορτής, αυτοί οι αχρείοι που αυτοαποκαλούνταν προστάτες των αδυνάμων αποφάσισαν να σπείρουν τρόμο και καταστροφή. Ποιος, στο τέλος, ήταν το πραγματικό τέρας; Ποιος στο τέλος ευθυνόταν για τον θάνατο, αν όχι οι ίδιοι οι εισβολείς;
            Το Αηδόνι κρατήθηκε γερά από την παγωμένη πανοπλία του Αυτοκράτορα. Αισθανόταν μια πρωτόγνωρη ασφάλεια που ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει. Εάν τον προστάτευε για μια ολόκληρη ζωή ο άρχοντας, τότε δε θα γευόταν ξανά τον φόβο και δε θα έτρεμε στα μάτια του θανάτου.
            «Μείνε εδώ. Θα είσαι ασφαλής» τα δάχτυλά του έτρεξαν στο μάγουλο του αγοριού. «Όταν όλα τελειώσουν, θα έρθω εγώ ο ίδιος να σε βγάλω. Έχεις τον λόγο μου» και ο λόγος του Αυτοκράτορα ήταν βαρύς όρκος, τόσο που ορκίστηκε να δώσει τέλος στη δική του ζωή, εάν ποτέ τον πατούσε. Το παλικάρι κούνησε το κεφάλι καταφατικά μα διστακτικά. Ο Τζιάο φίλησε απαλά το μέτωπό του και ευθύς έφυγε από το δωμάτιο κατευθυνόμενος προς τα δυτικά κτίρια, προσπερνώντας τον άνδρα που κρυβόταν στις σκιές της νύχτας. Όταν ο ηγεμόνας και τύραννος είχε χαθεί στο βάθος, σαν χέλι κατάφερε να γλιστρήσει μέσα στη μικρή κάμαρα και κλείνοντας την πόρτα απαλά πίσω του, υποκλίθηκε στο κουρνιασμένο αγόρι. Ο άντρας ήταν μικροκαμωμένος, με στρογγυλό κεφάλι και λεπτά σχιστά μάτια, ενώ στα χείλη του επικρατούσε ένα μόνιμο χαμόγελο.
            «Δε χρειάζεται να φοβάσαι» η φωνή του δεν ήταν δυνατή και καθόλου απειλητική. Τον πλησίασε περισσότερο και το αγόρι απομακρύνθηκε όσο μπορούσε. Η πλάτη του βρήκε τον ξύλινο σκελετό ενός παλαιωμένου κρεβατιού και ο φόβος είχε μουδιάσει τα πόδια του.
«Είναι αργά και έχεις υποστεί πολλά. Καλύτερα να κοιμηθείς» τέντωσε το χέρι του και πίεσε απαλά το ζωτικό σημείο στον λαιμό του Αηδονιού. Η ανάσα του ήταν κοφτή, μα όταν τα μάτια του έκλεισαν, εκείνη έγινε απαλή, ήρεμη… δίχως ίχνος τρόμου.
            Ο Μα έπιασε στα χέρια του το κοιμισμένο αγόρι και το σήκωσε με ευκολία, τοποθετώντας τον στον ώμο του. Ο Αυτοκράτορας φαινόταν να έχει ιδιαίτερη αδυναμία για τούτο τον ξένο. Η προσπάθεια τους εκείνη τη νύχτα μπορεί να είχε αποβεί μοιραία και καταστροφική, με τον δάσκαλό τους να βρίσκεται στα χέρια του εχθρού, την Τσιάν και τον Κίσε εξαφανισμένους, ενώ η τύχη του Γουέι ακόμα παρέμενε άγνωστη, μα ο μικρόσωμος άνδρας είχε αποκτήσει ένα πολύ δυνατό χαρτί. Τα πόδια του έτρεξαν σαν τον άνεμο και βγήκαν από την κάμαρα δίχως να προκαλέσουν τον παραμικρό θόρυβο. Με ένα άλμα, ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου και πήδηξε στο κηπάκι. Είχε ήδη δοθεί σήμα για υποχώρηση και δεν είχε το πλεονέκτημα του χρόνου για να καθυστερήσει.



Χριστίνα Ξενάκη