Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.11.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 12)

Βιολέτα
«Μικρή λουλουδένια, είσαι καλά;»
«Ζαλίζομαι πολύ και πονάει όλο μου το σώμα. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοιο πόνο. Τι ήταν αυτό;»
«Είναι μια τεχνική που έχω αναπτύξει με τα στοιχεία. Διασπώ το σώμα και το μεταφέρω σε μια άλλη τοποθεσία, απλώς απαιτεί τεράστια ποσά ενέργειας, ποσά που δε διαθέτω. Λυπάμαι πολύ που αναγκάστηκα να σε χρησιμοποιήσω, ποτέ μου δεν ήθελα να σε βλάψω. Κοιμήσου λουλουδένια και σου υπόσχομαι αύριο το πρωί θα νιώθεις πολύ καλύτερα» είπε και ξάπλωσε δίπλα μου.
«Δε θέλω να φανώ αγενής, αλλά μήπως να έκανες ένα μπάνιο; Το δωμάτιο των γονιών μου εξάλλου είναι άδειο, μπορείς να κοιμηθείς εκεί».
«Η μαμά σου πού είναι; Για ποιο λόγο είναι άδειο το δωμάτιο της;» ρώτησε και κατάλαβα για πρώτη φορά πως δεν είχε ιδέα πού βρισκόμασταν.
«Δεν είμαστε στη Γη, αυτό που βλέπεις είναι απλώς ένα αντίγραφο του σπιτιού μας».
«Τότε είναι πολύ άσχημα τα πράγματα» είπε και ξάπλωσε ξανά πίσω. Τον κοίταξα με την απορία ζωγραφισμένη στο βλέμμα μου και ένιωσα την απάντηση στις ερωτήσεις μου να κυλάει στον χώρο και να εισέρχεται στο μυαλό μου.
 «Η μυρωδιά σου σε κάνει ευάλωτη, εντοπίζεται πολύ εύκολα» τον άκουσα στο μυαλό μου και κάλυψα το πρόσωπό μου με τις παλάμες μου. Έτριψα τα μάτια μου και πήρα μερικές βαθιές ανάσες μέχρι να χωνέψω όσα μου είχε πει.
«Πρέπει να πω στον Απόλλωνα ότι είσαι εδώ, πριν σε δει μόνος του και νευριάσει» είπα και τον ένιωσα να αναστενάζει ανακουφισμένος.
«Θες να πεις πως είναι μαζί σου;»
«Μην αγχώνεσαι για εμένα Ιάκωβε, είναι μαζί μου σχεδόν από την αρχή, με βοηθάει και με προστατεύει. Έχει φτιάξει μια περίεργη ομίχλη γύρω από το σπίτι».
«Τελικά ο μικρός την κατάφερε την ασπίδα ομίχλης. Είμαι περήφανος για τον Απόλλωνα, προσπάθησε πολύ» είπε και χαμογέλασε νοσταλγικά. «Επίσης, μικρή λουλουδένια, σταμάτα να με λες Ιάκωβο, ήμουν ο νονός σου και θέλω να αποκτήσω ξανά αυτόν τον τίτλο που μου ακούγεται σαν μουσική. Έμαθες ήδη για το όνομα, σωστά;»
«Έμαθα, μα δεν κατάλαβα. Πώς μπορεί ένα όνομα να μου δώσει ένα χάρισμα;»
«Είναι λίγο πιο πολύπλοκο. Στην ουσία, εγώ έδωσα το χάρισμα και μαζί του ένα όνομα για να το μαρτυράει. Η βιολέτα είναι ένα φυτό με πολλές καταπραϋντικές ικανότητες. Έτσι, αποφάσισα να ενισχύσω το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου για να σε προστατεύσω από το βάρος των δυνάμεων. Εξάλλου, το ίδιο το όνομα είναι πολύ ξεχωριστό, σχεδόν τόσο όσο είσαι και εσύ. Άρα, θεωρώ πως σου ταίριαξε γάντι».
 «Δηλαδή, αυτή είναι η αιτία που πάντα ήθελα να βοηθάω; Δε θυμάμαι πολλά, αλλά σε στιγμιότυπα με βλέπω να βοηθάω είτε ανθρώπους, είτε ζώα, είτε φυτά. Βλέπω μια μικρή Βιολέτα, ένα παιδί, με μεγάλη άνεση στις δυνάμεις της που σώζει και θέλω να ξαναγίνω αυτό το άτομο».
 «Είσαι ακόμη το ίδιο άτομο. Το δώρο μου απλώς ενίσχυσε χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου που ήταν ήδη εκεί. Από μόνη σου είσαι ένα υπέροχο πλάσμα, απλώς ένιωσα πως ήταν χρέος μου να σου δώσω κάτι για να σε προστατεύσω από δυνάμεις που… Δεν έχει σημασία. Υπάρχει άλλη μια διάσταση του δώρου που δε θυμάσαι, τα μάτια σου. Είσαι έτοιμη να τα ξαναδείς;»
 «Είμαι σίγουρη ότι είναι ακόμη μπλε, νονέ» τόνισα την προσφώνηση, «όπως ήταν και όλη μου τη ζωή».
«Περίμενε ένα λεπτό» είπε χαρούμενος και ξερίζωσε μια τρίχα από τα μαλλιά μου. Η φωτιά την τύλιξε γρήγορα κάνοντας όλο το δωμάτιο να μυρίζει καμένο. Σε δευτερόλεπτα, η τρίχα κάηκε ολοσχερώς και ο νονός μου γέλασε και με αγκάλιασε.
 «Κοιτάξου στον καθρέφτη» είπε μόνο.
Με όση δύναμη είχε απομείνει στο σώμα μου, σηκώθηκα με κόπο από το κρεβάτι και με τη βοήθεια του νονού μου έφτασα μέχρι τον καθρέφτη στο μπάνιο. Στηρίχτηκα στον νιπτήρα, πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα τα μάτια μου. Το στόμα μου έμεινε ανοιχτό να χάσκει και προς στιγμήν ένιωσα πως τα πόδια μου δε με κρατούσαν. Το πρόσωπό μου ένιωσα πως το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Τα χείλη μου είχαν αποκτήσει ένα κερασί χρώμα, και ήταν σαρκώδη και γεμάτα λάμψη. Η μύτη μου ήταν πιο μικρή και το πρόσωπό μου γεμάτο γωνίες και έντονα ζυγωματικά. Μα η πιο μεγάλη αλλαγή πάνω μου ήταν τα μάτια μου, το πρώτο και το μοναδικό πράγμα που από εδώ και πέρα θα κοιτούσε κάποιος πάνω μου.
Το θαμπό γαλάζιο είχε αντικατασταθεί από ένα έντονο βιολετί χρώμα. Η ίριδα είχε μεγαλώσει και το βλέμμα μου είχε γίνει πιο έντονο και διαπεραστικό. Το δέρμα μου είχε γίνει ακόμη πιο λευκό και υπήρχε πια κάτι πάνω μου που παρέπεμπε σε κάτι εξωτικό, κάτι διαφορετικό. Είχα γίνει μια βασίλισσα, τουλάχιστον στην εμφάνιση, και αυτό με τρομοκρατούσε. Στην Ηλέκτρα θα άρεσε, σκέφτηκα και το στομάχι μου σφίχτηκε στην ιδέα της φίλης που μάλλον δε θα ξαναέβλεπα ποτέ.
«Θα εκλάβω τη σιωπή σου ως ένδειξη θαυμασμού στα νέα σου χαρακτηριστικά και θα σε αφήσω να τα χωνέψεις. Νομίζω πρέπει ο γέρος νονός σου να κοιμηθεί λίγο» είπε και λίγο αργότερα άρχισα να ακούω ροχαλητά. Πώς θα κοιμόμουν; Δε γινόταν. Με προσεκτικά βήματα, προχώρησα από το μπάνιο μου μέχρι το γραφείο και κάθισα στην καρέκλα, αφού πρώτα πρόσθεσα μπόλικα μαξιλάρια σε μια προσπάθεια να ανακουφίσω τους πόνους μου.
Έπιασα το ημερολόγιο μου και χάιδεψα απαλά το εξώφυλλό του. Το μαλακό του ύφασμα και η γνώριμη αίσθησή του στα ακροδάχτυλά μου με έκαναν να χαλαρώσω. Είχα ανάγκη να γράψω για όλα όσα συνέβαιναν. Και αφού τα έγραφα, θα τα διάβαζα την επόμενη μέρα και όλα θα έβγαζαν νόημα. Έπρεπε απλώς να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου και τότε θα ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίσω τη νέα πραγματικότητα.
Άνοιξα το παλιό ημερολόγιο και βρήκα μερικές κενές σελίδες – είχα άλλωστε πολλά να γράψω. Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν ένα στυλό. Έψαξα τη μολυβοθήκη και την κασετίνα μου, αλλά δε βρήκα κανένα. Γκαντεμιά, μονολόγησα και κοπάνησα ελαφρά το χέρι μου στο γραφείο για να εκτονώσω λίγη από την ένταση που ένιωθα. Τότε, είδα το στυλό του μπαμπά και αποφάσισα να γράψω με εκείνο. Χωρίς καν να ανοίξω το φως, ξεκίνησα να γράφω.
Υπήρχαν κάποια κομμάτια που είχα ήδη συνδέσει στο μυαλό μου. Η καταστροφή του δωματίου και η διάσπαση της γης τη μέρα που με έσωσε ο Απόλλωνας δεν ήταν τυχαία. Οι δυνάμεις μου είχαν μόλις ξυπνήσει και ήταν ανεξέλεγκτες και ευάλωτες στη συναισθηματική μου κατάσταση. Δε θα γίνονταν πια άλλες καταστροφές, όχι αν μπορούσα να τις αποτρέψω με λίγη αυτοσυγκράτηση. Όμως, υπήρχαν και άλλα κομμάτια που δεν καταλάβαινα. Ο Βύρωνας δεν ήξερα ακόμη ποιος ήταν και γιατί είχε θελήσει να με αποπροσανατολίσει. Επίσης, δεν ήξερα τι μυστικά έκρυβαν το ημερολόγιο και το βιβλίο που είχαμε βρει κρυμμένα στο τζάκι. Δεν ήξερα τι δυνάμεις είχα, πόσο μάλλον με ποιο τρόπο θα μπορούσα να τις χρησιμοποιήσω. Και τέλος, δεν ήξερα τι θα έκανα με τους άρχοντες, ούτε και καταλάβαινα τη λογική πίσω από την κρυφή ύπαρξή τους. Όμως, είχαν τιμωρήσει τον μπαμπά, άρα για εμένα ήταν εχθροί και έπρεπε να μάθω τον χαρακτήρα τους, τις δυνάμεις τους, τον τρόπο που ενεργούν και τις αδυναμίες τους. Μόνο έτσι θα τους νικούσα και θα χάριζα στον μπαμπά και στη μαμά τη ζωή που τους άξιζε.
Το τελευταίο πράγμα που με ανησυχούσε ήταν τα κενά που είχα στις μνήμες μου. Μικρά κομμάτια επέστρεφαν, μα τα περισσότερα παρέμεναν στην αφάνεια. Ίσως μπορούσα να χρησιμοποιήσω με κάποιο τρόπο τη θεραπεία αντί να περιμένω τα οράματα. Ίσως πάλι, να ήταν καλύτερα αν δεν ανακατευόμουν με πράγματα που δεν ήξερα.
Έκλεισα το ημερολόγιο μου και το τοποθέτησα πίσω στη θέση του. Έπειτα σηκώθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι, όπου παραδόθηκα αμέσως σε έναν ανήσυχο ύπνο γεμάτο εφιάλτες. Είδα τον μπαμπά μου να φωνάζει το όνομά μου καθώς χάνεται. Είδα τον Απόλλωνα να πεθαίνει μπροστά στα μάτια μου και λίγο αργότερα είδα και τον εαυτό μου να πεθαίνει. Έξι σκιές βρίσκονταν από πάνω μου και με κύκλωναν απειλητικά. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που με είχε κάνει να πεταχτώ από το κρεβάτι. Ήταν απλά ένας εφιάλτης, τίποτε παραπάνω, προσπαθούσα να με καθησυχάσω. Αλλά ακόμη και αν ήταν όραμα, θα έβρισκα τρόπο να το αποτρέψω!
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και τέντωσα τους μύες μου που παραδόξως είχαν σταματήσει να πονούν. Κάθισα στο γραφείο, έπιασα το ημερολόγιο και το άνοιξα στην πρώτη σελίδα που είχα γράψει το προηγούμενο βράδυ. Μόνο που ήταν κενή, όπως και όλες οι υπόλοιπες. Θυμόμουν πως έγραφα, αποκλείεται όλα αυτά να ήταν στο μυαλό μου. Πήρα το στυλό του μπαμπά και έγραψα το όνομά μου στην τελευταία σελίδα για να βεβαιωθώ πως το στυλό είχε μελάνι. Μόλις όμως έγραψα το όνομα, εκείνο άρχισε να ξεθωριάζει και τελικά εξαφανίστηκε. Τότε, όλα στο μυαλό μου ενώθηκαν. Άρπαξα το φακό και τον άνοιξα. Έβγαζε βιολετί φως, το οποίο έριξα πάνω στη σελίδα και τα γράμματά μου εμφανίστηκαν στις γραμμές. Πήρα το ημερολόγιο του μπαμπά και έκανα το ίδιο. Κάτω από κάθε ημερομηνία υπήρχαν κρυμμένα ολόκληρα κείμενα. Τα είχα καταφέρει. Επιτέλους, τα πράγματα έδειχναν να μπαίνουν σε μια σειρά.
Πήρα τα δύο ημερολόγια, το στυλό και τον φακό, και τα έκρυψα στην ντουλάπα. Ένα ξύλο στο κάτω μέρος άνοιγε μια κρυφή θήκη. Τα τοποθέτησα εκεί και σκέπασα το ξύλο με κουτιά παπουτσιών. Ήθελα να είμαι η πρώτη που θα το διάβαζε, στο κάτω κάτω ήταν λόγια του δικού μου πατέρα που απευθύνονταν μόνο σ’ εμένα. Θα τα εξιστορούσα στον Απόλλωνα μετά, ήμουν σίγουρη πως θα με καταλάβαινε.
Κατέβηκα τις σκάλες και περίμενα να μυρίσω τον καφέ, να νιώσω τη ζεστή μυρωδιά του να γεμίζει τον χώρο, να ακούσω τον Απόλλωνα να ανοίγει ντουλάπια ή οτιδήποτε, όμως επικρατούσε νεκρική σιγή.
«Απόλλωνα» φώναξα μα δεν πήρα καμία απάντηση και αμέσως άρχισα να ανησυχώ. Βγήκα έξω στην αυλή και από μακριά είδα τη σιλουέτα του να στέκεται κοντά στην ασπίδα ομίχλης. Από εκεί που στεκόμουν όλα φαίνονταν φυσιολογικά, μα όταν πλησίασα κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το κεφάλι του είχε πάρει μια περίεργη κλίση, ενώ το λευκό των ματιών του είχε σχεδόν καλύψει την ίριδα. Τον ακούμπησα απλά στον ώμο και τότε σωριάστηκε στο γρασίδι. Το σώμα του ήταν άκαμπτο και τα μέλη του έμοιαζαν σπασμένα και άχρηστα. Ο πανικός με κατέβαλε και άρχισα να τον ταρακουνάω με την ελπίδα πως θα τον συνέφερα. Τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν και το κάτω χείλος μου έτρεμε. Έπιασα τα χέρια του και ακούμπησα μαλακά το κεφάλι μου στο στέρνο του για να ακούσω τους χτύπους της καρδιάς του που είχαν επιβραδυνθεί σημαντικά. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου και άρχισαν να πέφτουν στο σώμα του.
«Απόλλωνα, σε παρακαλώ, μη με αφήνεις μόνη μου. Σε χρειάζομαι τώρα περισσότερο από ποτέ, όχι μόνο για να με βοηθήσεις με τις δυνάμεις μου, αλλά για να με βοηθήσεις με τα συναισθήματα που με κατακλύζουν για εσένα όσο πιο πολλά θυμάμαι. Δίπλα σου νιώθω ασφάλεια και ζεστασιά και ξέρω πως μπορώ να αντιμετωπίσω τα πάντα όσο εσύ πιστεύεις σ’ εμένα» του είπα για πρώτη φορά βγάζοντας από πάνω μου ένα τεράστιο βάρος και έπνιξα ένα λυγμό. Ξάπλωσα δίπλα του αγκαλιάζοντάς τον και ένιωσα το σώμα του να τρέμει ελάχιστα προτού σταματήσει.
«Μην τολμήσεις να πεθάνεις, όχι τώρα που αρχίζω να θυμάμαι πως ήταν να σε αγαπάω τόσο που πονάει, μη φύγεις» φώναξα απελπισμένη και τον χτύπησα δυνατά στο στήθος. Δεν άντεχα να ακούω την αναπνοή του να βγαίνει με ολοένα και περισσότερη δυσκολία. Δεν άντεχα να τον χάσω, έπρεπε να βρω ένα τρόπο να τον σώσω. Έπρεπε να δοκιμάσω τη θεραπεία, και ας μην ήξερα πώς.
Μάζεψα όσο κουράγιο και ψυχραιμία είχα και κάθισα στη γη βυθίζοντας τα χέρια μου στο χώμα. Άδειασα το μυαλό μου από όλες τις σκέψεις και συγκεντρώθηκα με όλη μου τη δύναμη στο νερό. Το φαντάστηκα να βγαίνει από τα χέρια μου και να απλώνεται στο κορμί του. Το ένιωσα να ρέει στις φλέβες μου, δροσερό και ανακουφιστικό, και να πλησιάζει τα χέρια μου και έπειτα τα δάχτυλά μου. Έπειτα απελευθερώθηκε από το σώμα μου και απλώθηκε στο δικό του. Τον άκουσα να βήχει ελαφρά και να ανασηκώνεται.
«Σε ευχαριστώ τόσο πολύ» είπε και με αγκάλιασε με δύναμη. Μόνο τότε άφησα μια ανάσα ανακούφισης να μου ξεφύγει.
«Δε θα φύγω, όχι προτού σου θυμίσω εντελώς τι θα πει αγάπη που σε ξεπερνάει και σε ολοκληρώνει. Μου είχαν λείψει αυτά τα μάτια» είπε χαϊδεύοντας το πρόσωπό μου με τους αντίχειρές του.
«Σήκω επάνω καρδιοκατακτητή. Πάμε μέσα να πιούμε ένα καφέ και να μου εξηγήσεις τι στο καλό έγινε» είπα βοηθώντας τον να σηκωθεί.
«Επίσης, σου έχω και μια έκπληξη, οπότε προσπάθησε να μη μου θυμώσεις πριν μάθεις πώς έγινε».
«Δε θα μπορούσα να σου θυμώσω ακόμη και αν το ήθελα» απάντησε και μαζί μπήκαμε στο σπίτι.


Έλενα Παπαδοπούλου