Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20.11.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 13)

Απόλλωνας
Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας νιώθοντας πως τα πόδια μου ήταν φτιαγμένα από ζελέ και στήριξα το κεφάλι μου στο δεξί μου χέρι, σαν οι σκέψεις που πετάγονταν με αστραπιαία ταχύτητα στο κεφάλι μου να το έκαναν τόσο βαρύ που δεν μπορούσε να κρατηθεί από μόνο του. Το μυαλό μου έτρεχε με χίλια και προσπαθούσε να δημιουργήσει μια σειρά απλών λογικών προτάσεων που θα εξηγούσαν στη Βιολέτα τι είχε συμβεί. Μα ούτε εγώ ο ίδιος δεν ήξερα τι είχε γίνει, οπότε οι σκέψεις έπεφταν στο κενό. Το πρωί, είχα βγει στην πίσω αυλή για να προετοιμάσω κάπως τον χώρο, η φωτιά ήταν πάντοτε το αδύναμο σημείο της και δεν ήθελα να συμβούν ατυχήματα. Τη μια στιγμή ήμουν έξω και έκανα τη δουλειά μου και την επόμενη βρισκόμουν πεσμένος στο πάτωμα μην μπορώντας να αναπνεύσω. Δεν είχα δει, ούτε είχα ακούσει κανέναν. Όποιος και αν ήταν, είχε παραβιάσει την ασπίδα μου, που σήμαινε πως τα περιθώρια στένευαν και άλλο γύρω μας.
Ακόμη και αν εξηγούσα με κάποιο τρόπο ό,τι έγινε, δεν έπαυε να αποτελεί απόπειρα δολοφονίας εναντίον μου. Διάολε, σκέφτηκα και έσφιξα τις γροθιές μου μέχρι που οι αρθρώσεις μου άσπρισαν. Η Βιολέτα με είχε σώσει την τελευταία στιγμή με τις δυνάμεις της ως θεραπεύτρια από καθαρή τύχη και διαίσθηση. Αν δε με είχε επαναφέρει, τώρα θα ήμουν νεκρός. Η αλήθεια με χτύπησε κατακέφαλα. Το κεφάλι μου άρχισε να βουίζει και να γυρνά. Νεκρός, η μόνη λέξη που στροβιλιζόταν στο μυαλό μου. Ήξερα για την προφητεία, ήξερα πως θα πέθαινα αν τη βοηθούσα, μα η απλή γνώση δε θα μπορούσε να με έχει προετοιμάσει για την πρώτη επίθεση, την πρώτη φορά που θα κινδύνευα. Σύντομα, θα ερχόταν η στιγμή που η Βιολέτα δε θα προλάβαινε να με σώσει.
Πόσο καιρό είχα ακόμη άραγε; Υπήρχαν τόσα πολλά πράγματα που ήθελα να κάνω και δε θα είχα ποτέ τη δυνατότητα. Όταν ήμουν πιο μικρός, θυμάμαι πως ήθελα να σπουδάσω. Και σαν μεγάλωσα, το ξέχασα… και το μετάνιωνα. Ήθελα επίσης να κάνω οικογένεια. Τα παιδιά μου θα ήταν τόσο όμορφα με τέτοια μητέρα, σκέφτηκα και την κοίταξα που πηγαινοερχόταν στην κουζίνα. Αληθινά πανέμορφα.
Χαμένος στις σκέψεις μου δεν κατάλαβα πότε η Βιολέτα πρόλαβε να φτιάξει καφέ, ή πότε πρόλαβε να ψήσει κουλουράκια ή να ρίξει απαλά μια κουβέρτα στους ώμους μου. Η μυρωδιά του καφέ με επανέφερε στην πραγματικότητα και με έκανε να σηκώσω το κεφάλι μου και να την αντικρύσω στα μάτια, μονάχα για μια στιγμή, πριν αποτρέψω το βλέμμα μου ντροπιασμένος. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά για μια μοναδική στιγμή, σκέφτηκα να την εγκαταλείψω, να σώσω το τομάρι μου. Απέστρεψα αυτές τις σκέψεις νιώθοντας αηδιασμένος από τον εαυτό μου. Πώς είναι δυνατόν να εγκαταλείψω την κοπέλα που της χρωστούσα τη ζωή μου παραπάνω από μια φορές;
«Τι έγινε;» με ρώτησε και μου έσφιξε απαλά το χέρι. Ανταπέδωσα τη χειρονομία της και έκλεισα τις παλάμες της γύρω από τις δικές μου.
 «Δεν είμαι σίγουρος» απάντησα τελικά με ειλικρίνεια.
«Μάλιστα» απάντησε δίνοντας στη φωνή της έναν ενθαρρυντικό τόνο. Το δεν ξέρω ποτέ δεν της αρκούσε σαν απάντηση, έπρεπε να της πω τι είχε γίνει, όσα καταλάβαινα δηλαδή. Ήταν καλύτερο όμως να της πω μισά και μπερδεμένα πράγματα από το να νομίζει πως της κρύβω κάτι.
«Βγήκα έξω να προετοιμάσω τον χώρο για τη σημερινή σου εξάσκηση. Η φωτιά είναι αρκετά δύσκολη στον έλεγχο και δεν ήθελα να κάψουμε τίποτα ή να τραυματιστούμε. Μετά τα πάντα είναι θολά. Θυμάμαι μόνο να πέφτω στα γόνατα και να προσπαθώ να αναπνεύσω» είπα και την άκουσα να παίρνει μια βαθιά ανάσα και να συγκρατεί τον εαυτό της.
«Την επόμενη φορά θα είμαι πιο έτοιμη, στο υπόσχομαι» είπε και χαμογέλασα με πικρία.
 «Πιες τον καφέ σου και ακολούθησε με. Δεν πίστευες πως θα ξεχνούσα την εκπαίδευση, έτσι;» της είπα και τελείωσα τον καφέ μου με τρεις μεγάλες γουλιές προτού σηκωθώ και κλειστώ στο μπάνιο. Αφαίρεσα τα ρούχα μου με μηχανικές κινήσεις και άνοιξα τη βρύση. Καυτό νερό άρχισε να πέφτει στο σώμα μου και όλη η ένταση του πρωινού άρχισε να εξατμίζεται και να χάνεται σταδιακά, μέχρι που ένιωσα απόλυτα ήρεμος. Μόνο τότε βγήκα από μόνο την μπανιέρα και φόρεσα καθαρά ρούχα. Έπειτα βγήκα από το μπάνιο και άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες, όταν μια άσχημη μυρωδιά κατέκλυσε τα ρουθούνια μου.
 Τι στο καλό μύριζε τόσο άσχημα αναρωτήθηκα και ακολούθησα τη μυρωδιά μέχρι το δωμάτιο της Βιολέτας. Άνοιξα την πόρτα και βρήκα ένα άντρα ξαπλωμένο στο κρεβάτι της. Μπήκα μέσα με γοργά βήματα, τον άρπαξα από την μπλούζα που φορούσε και τον ξύπνησα απότομα.
«Τι θες εδώ;» γρύλισα στον ξένο και ετοιμάστηκα να του επιτεθώ.
«Ηρέμησε μικρέ, εγώ είμαι. Μπορεί να βρωμάω λίγο και τα ρούχα μου να είναι χάλια, αλλά δεν αναγνωρίζεις το φιλαράκι σου;»
«Ιάκωβε; Πώς βρέθηκες εδώ; Τι χάλια είναι αυτά;»
«Έκπληξη» είπε η Βιολέτα μπαίνοντας στο δωμάτιο.
«Βιολέτα, τι έκανες; Γιατί δε με περίμενες, αφού είχαμε συμφωνήσει να το κάνουμε μαζί. Δεν ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι να βρίσκεσαι εδώ, στην Άλλη Γη; Πόσο μάλλον να απελευθερώνεις άτομα που έχουν κηρυχτεί προδότες του στέμματος;»
«Δεν το ήθελα, πίστεψε με. Ήταν σαν όραμα στην αρχή και μετά βρέθηκα όντως εκεί, δε μου είχε ξανασυμβεί. Τα υπόλοιπα τα έκανε ο νονός, εκείνος μας έφερε πίσω».
 «Πες μου ότι δεν της έκανες αυτό που νομίζω» είπα αναφερόμενος πλέον στον Ιάκωβο.
«Και όμως το έκανα. Δεν υπήρχε χρόνος».
«Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια» είπα κοφτά και ένιωσα το θυμό να βράζει ξανά μέσα μου. Το σώμα μου άρχισε να τρέμει και ένιωσα τη δύναμή μου να πάλλεται. Την είχε πονέσει για να σωθεί, δε θα το επέτρεπα ξανά σε κανέναν.
 «Απόλλωνα, σε παρακαλώ, σταμάτα. Κοίταξε με, είμαι μια χαρά τώρα, ο πόνος ξεχάστηκε ήδη» την άκουσα να λέει σαν να ήταν πολύ μακριά μου, και όχι εκατοστά δίπλα μου. «Κοίτα με» επανέλαβε με σταθερή φωνή και γύρισα απρόθυμα προς το μέρος της. Ήρθε κοντά μου και τύλιξε τα χέρια της γύρω μου. Μου ψιθύριζε ξανά να ηρεμήσω και η φωνή της έκανε τον θυμό μου να καταλαγιάσει. Της σήκωσα απαλά το κεφάλι και αδιαφορώντας για τον Ιάκωβο, τη φίλησα. Για μια στιγμή, υπήρχαμε μόνο εγώ και εκείνη. Για μια στιγμή, όλα ήταν καλά ξανά με τον κόσμο.
«Αν τελειώσατε με τις γλύκες, νομίζω ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το τι σας περιμένει στην πραγματικότητα» είπε δυσοίωνα και κατέστρεψε τη στιγμή. Η ατμόσφαιρα βάρυνε και μια αίσθηση απειλής απλώθηκε στον χώρο. Η Βιολέτα απομακρύνθηκε απότομα από κοντά μου και κάθισε στην καρέκλα του γραφείου της. Ο Ιάκωβος βολεύτηκε στο κρεβάτι και εγώ παρέμεινα όρθιος, δε γινόταν να καθίσω, όχι πριν μάθω τι ήθελε να μας πει.
«Μόλις ο Τζέιμς εξαφανίστηκε, όλοι όσοι ήμασταν μαζί του σκορπίσαμε. Ήταν αναγκαίο να σε κρατήσουμε μακριά από όλα όσο καιρό έπρεπε, μέχρι οι δυνάμεις σου να ξυπνήσουν από μόνες τους. Ο Τζέιμς είχε θυσιάσει πολλά για να σε προστατεύσει και δε θα ήμασταν εμείς η αιτία να του καταστρέψουμε το σχέδιο. Έτσι λοιπόν, απλώς φύγαμε. Εγώ αποφάσισα να ταξιδέψω και από το πρώτο κιόλας ταξίδι στη Γαλλία, γνώρισα τη γυναίκα μου. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, παντρευτήκαμε σε λιγότερο από έναν χρόνο και λίγο αργότερα έκανε ένα μικρό αγοράκι. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος μετά από πολύ καιρό, και ας μου λείπατε εσείς.
Όμως, η ευτυχία μου δεν κράτησε πολύ. Ένα βράδυ, εμφανίστηκαν στο κατώφλι μας οι άντρες που είχαν πάρει τον μπαμπά σου, τρεις άντρες με μαύρους μανδύες. Ο αρχηγός τους ήταν ο τρίτος σκοτεινός άρχοντας. Σκότωσαν την οικογένειά μου και με πήραν αιχμάλωτο στην Άλλη Γη. Ξύπνησα μετά από μερικές μέρες σε ένα πανάθλιο κελί, δεμένος με αλυσίδες, και πιο μόνος από ποτέ.
«Τον πρώτο καιρό, κανείς δεν ερχόταν. Ξυπνούσα το πρωί και έβρισκα το δίσκο με το φαγητό ακουμπισμένο δίπλα μου και όλη τη μέρα κοιτούσα τους τοίχους και τις αλυσίδες μου. Αργότερα όμως, άρχισε να έρχεται ένας άντρας, ένας άρχοντας στο κελί μου. Έμπαινε μέσα, καθόταν σε μια καρέκλα και με ρωτούσε ερωτήσεις για εσένα, Βιολέτα. Πού είσαι; Γιατί δεν μπορούν να σε εντοπίσουν; Ποιες είναι οι δυνάμεις σου; Εγώ παρέμενα σιωπηλός και εκείνος εξαπέλυε τη δύναμή του εναντίον μου. Ξανά και ξανά σε έναν ατέλειωτο φαύλο κύκλο».
«Ποια είναι η δύναμή του;» ρώτησε η Βιολέτα και την κοίταξα με τρόμο στο βλέμμα.
«Οι νεκροί» της είπα και ανατρίχιασε.
«Δεν έχει πια σημασία. Το σημαντικότερο σε όσα έχω να σας πω είναι πως ο άρχοντας, αν και δυνατός, δεν είναι ο αρχηγός, είναι ο εκτελεστής. Υπάρχει και μια γυναίκα. Δεν την έχω δει, παρά μόνο έχω νιώσει και ακούσει την παρουσία της στον χώρο. Είναι σίγουρα μία από τις φωτεινές αρχόντισσες και κρυφά κινεί τα νήματα. Ξέρει πολλά περισσότερα από αυτά που ήλπιζα και αυτό την κάνει ακόμη πιο επικίνδυνη. Η Άλλη Γη πάντοτε είχε ιδιαιτερότητες και η εμπιστοσύνη ήταν μια δύσκολη λέξη, μα στις μέρες μας, όλα έχουν αλλάξει. Το κακό και το καλό, το φως και το σκοτάδι, οι άγγελοι και οι δαίμονες έχουν μπλεχτεί, και δεν πρέπει να εμπιστευτείτε τίποτε από τα δύο. Το άσπρο και το μαύρο μπορούν να σας προδώσουν, όμως το βιολετί ποτέ» είπε και η Βιολέτα χαμογέλασε θλιμμένα. Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται ακολουθώντας τη δική της και με το ζόρι συγκρατήθηκα να μην τρέξω μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου και την κλείσω στα χέρια μου.
«Αρκετά απαισιόδοξος έγινα, δε νομίζετε;» είπε και κούνησα το κεφάλι μου θετικά. «Ευτυχώς για όλους μας υπάρχουν και θετικά νέα. Μερικές εβδομάδες μετά από τη φυλάκισή μου, άρχισα να ακούω μια κοπέλα στο διπλανό κελί. Ήταν εκεί περισσότερο καιρό από εμένα και άρχισε να με βοηθάει αμέσως. Ήταν δίπλα μου σε κάθε δύσκολη στιγμή και με στήριξε όσο περισσότερο μπορούσε. Είναι πολύ ισχυρή και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να αποκαλυφθεί και να δραπετεύσει από το κελί της. Σύντομα θα επικοινωνήσει μαζί σας μου είπε, πριν, με κάποιο τρόπο που ακόμη δεν καταλαβαίνω, φέρει τη Βιολέτα κοντά μου. Είναι στα αλήθεια πανίσχυρη και ξέρει πως θα νικήσει τους άρχοντες, πιστέψτε με» είπε γεμάτος αισιοδοξία για πρώτη φορά, όμως το συναίσθημά του δεν έφτασε μέχρι την καρδιά μου.
«Η κοπέλα σου είπε τίποτα άλλο;» ρώτησε η Βιολέτα.
«Βασικά, τώρα που το αναφέρεις, είπε κάτι ακόμη. Είπε πως το νέο χτένισμα της μητέρας σου της πηγαίνει πολύ. Είπε πως εσύ θα καταλάβεις» είπε και η Βιολέτα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, μα εγώ ήξερα! Δεν ήταν ποτέ καλή στα ψέματα και η καρδιά της πάντα τη μαρτυρούσε, αν δεν το έκαναν τα μάτια της. Με κοίταξε σταθερά και έπειτα κοίταξε την πόρτα. Έπρεπε να την κάνω να φύγει από το δωμάτιο.
«Βιολέτα, έρχεσαι λίγο μαζί μου;» τη ρώτησα και ξεφύσησε ανακουφισμένη.
«Ναι, εννοείται. Επιστρέφουμε σε ένα λεπτό, νονέ».
«Θα περιμένω στο κρεβάτι. Ίσως ρίξω και έναν ακόμη ύπνο, μου έχει λείψει το στρώμα και το μαξιλάρι» απάντησε και ξάπλωσε. Βγήκαμε από το δωμάτιο και κλείσαμε μαλακά την πόρτα πίσω μας.
«Πάμε στο γραφείο του μπαμπά σου» της είπα και με ακολούθησε.
«Σκέφτεσαι και εσύ ό,τι σκέφτομαι;» με ρώτησε.
«Αν σκέφτεσαι πως πρέπει να φύγει, τότε ναι. Τα πράγματα είναι πολύ πιο επικίνδυνα από όσο νομίζαμε τώρα που αντιμετωπίζουμε και τους έξι άρχοντες, όλους μαζί, χωρίς να έχουμε στο πλευρό μας τους φωτεινούς και την ασφάλεια που θα μπορούσαν να μας δώσουν. Όμως εμείς θα τα καταφέρουμε. Είμαστε δύο αλλά έχουμε πολλές δυνάμεις. Θα κρυφτούμε όσο περισσότερο γίνεται και θα είμαστε μια χαρά. Η μαμά σου από την άλλη είναι μόνη της, χωρίς δυνάμεις και οι άρχοντες θα χρησιμοποιήσουν κάθε αδυναμία σου εναντίον μας. Σκότωσαν ένα μωρό, δε θα τους είναι δύσκολο να σκοτώσουν ή να βασανίσουν τη μαμά σου. Ξέρω ότι μπορείς να τους σταματήσεις, αλλά πρέπει να είσαι συγκεντρωμένη στον στόχο σου και όχι να ανησυχείς συνεχώς για τις ύπουλες κινήσεις τους στη Γη. Πρέπει να τον στείλεις πίσω, εκείνος θα φροντίσει τη μαμά σου και εμείς θα φροντίσουμε την Άλλη Γη. Στείλε τον αμέσως πίσω, ξέρουν ήδη πως έχει δραπετεύσει, είναι θέμα χρόνου μέχρι να στρέψουν όλους τους πολίτες εναντίον του. Και τότε δε θα μπορεί να κρυφτεί».
 «Εντάξει. Πώς θα το κάνω;»
«Θα το κάνουμε μαζί, είναι πολύ απλό στην πραγματικότητα, ειδικά αν υπάρχει ισχυρός δεσμός, όπως αυτός της μητέρας και της κόρης. Θα πιάσεις τους κροτάφους του και θα μεταφέρεις την εικόνα της στο μυαλό του. Έπειτα, θα αφήσεις τον άνεμο να τον μεταφέρει. Ο αέρας ξέρει τι πρέπει να κάνει. Θα βρει την πιο κοντινή πύλη και θα τον φυγαδεύσει, αρκεί να μη χάσεις τη συγκέντρωσή σου, γι’ αυτό θα είμαστε δύο. Ξέρεις πού ακριβώς βρίσκεται τώρα η Σαβάνα;»
 «Όχι. Της είπα απλώς να εξαφανιστεί και δε ρώτησα ποτέ πού θα πήγαινε, είναι καλύτερα έτσι. Το πιθανότερο είναι να γύρισε πίσω στην Ελλάδα, όμως δε θυμάμαι τίποτα σχεδόν από εκεί».
«Είναι όντως καλύτερα να μην ξέρεις. Μόλις φύγει, θα σου δείξω μια ανάμνηση από την Ελλάδα, μια από τις αγαπημένες μου».
«Πάμε μέσα τότε» είπε και ένιωσα το άγχος της να με γεμίζει.
Βιολέτα
Μπήκα αθόρυβα στο δωμάτιο και κοιτάχτηκα με τον Απόλλωνα. Έπειτα, μαζί παγώσαμε το σώμα του. Ο Ιάκωβος θα ξυπνούσε μόλις έφτανε στη Γη, όταν θα ήταν πολύ αργά για να γυρίσει πίσω. Πριν ξεκινήσουμε τη διαδικασία, κάλεσα κοντά μου νερό θεραπευτικό και το πέρασα από όλο του το σώμα μέχρι που τα ανοιχτά τραύματα έκλεισαν και οι ουλές άσπρισαν και εξαφανίστηκαν.
«Λυπάμαι τόσο που πρέπει να σε αποχωριστώ τόσο σύντομα. Ακόμη δεν έχω συνηθίσει την όψη σου και δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ ποτέ μου. Το εύχομαι πάντως. Ωστόσο, η μαμά σε χρειάζεται πολύ περισσότερο από όσο σε χρειάζομαι εγώ, συνεπώς πρέπει να φύγεις. Μη φοβάσαι για εμένα, θα τα καταφέρω, θα σώσω τον μπαμπά και τότε θα είσαι και εσύ ελεύθερος να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να σώσω την οικογένειά σου, αλλά δεν μπορώ. Ούτε και την καρδιά σου μπορώ να θεραπεύσω σαν να ήταν μια ουλή, μα ο χρόνος μπορεί να σε βοηθήσει. Καλή τύχη» τον αποχαιρέτησα ελπίζοντας να το θυμηθεί με κάποιο τρόπο και τοποθέτησα τα δάχτυλά μου στους κροτάφους του μαζί με τον Απόλλωνα. Μαζί μεταφέραμε την εικόνα της και προστάξαμε τον άνεμο να τον πάρει μαζί του, να τον κρύψει και να τον προστατεύσει μέχρι να βγει από την Άλλη Γη.
Τον φίλησα στο μέτωπο και ύστερα τον άφησα. Πριν ανοίξω την πόρτα, τον κοίταξα για ακόμη μια φορά. Αν αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα, ήθελα να θυμάμαι τα χαρακτηριστικά του. Το πρόσωπό του ήταν μακρόστενο με έντονες γωνίες αλλά αγαθή όψη. Η γενειάδα του, αν και πυκνή, του χάριζε γλυκύτητα, ενώ οι ρυτίδες του προσώπου του έδειχναν έναν άνθρωπο που έχει πονέσει πολύ στη ζωή του, αλλά και έναν άνθρωπο που έχει γελάσει πολύ. Και αυτό ήθελα από εδώ και πέρα για εκείνον, μόνο να χαμογελούσε. Αυτά πρόλαβα να κρατήσω από εκείνον το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαμε μαζί, αυτά και τα μάτια του που είχαν ένα απαλό μελί χρώμα και μια πρωτόγνωρη καλοσύνη μέσα τους.
 «Καλό ταξίδι» ψιθύρισα και με μια κίνηση του χεριού άνοιξα την πόρτα και εκείνος χάθηκε στον ουρανό.
«Έκανες αυτό που έπρεπε».
«Εύχομαι να μην πονούσε τόσο».
«Το ξέρω, γλυκιά μου» απάντησε και με έκλεισε στην αγκαλιά του. Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μέτωπο.
«Θα περάσει τους φύλακες;»
«Ούτε που θα τον καταλάβουν. Έκανες πολύ καλή δουλειά. Αρκετά για σήμερα, δε θα κάνουμε άλλη προπόνηση. Ας κάνουμε ό, τι θες».
«Τι έχει η μυρωδιά μου και δεν μπορώ να βγω από την ασπίδα ομίχλης;» τον ρώτησα την απορία που τριβέλιζε το μυαλό μου όλη μέρα.
 «Μυρίζεις σαν γιασεμί και νυχτολούλουδο» μου είπε γεμάτος θαυμασμό. «Θα πάμε επίσκεψη στα παλιά» είπε και με σήκωσε από το έδαφος. Καθίσαμε μαζί στον καναπέ αγκαλιά και άρχισε να με καθοδήγει στο πώς θα καλούσα την ανάμνηση που είχε χαθεί. Μου κράτησε σφιχτά το χέρι και όλα άσπρισαν γύρω μας. Το τοπίο άρχισε να ξεκαθαρίζει και κοίταξα ενθουσιασμένη γύρω μου.
« Περπάτα μαζί μου» είπε και αρχίσαμε να περπατάμε. «Έχω κάνει κάποιες αναπροσαρμογές για να μη χάσουμε πολύ χρόνο. Στην πραγματικότητα, οι τοιχογραφίες είναι διάσπαρτες σε όλη την Αθήνα. Μια φορά την εβδομάδα, πηγαίναμε για περπάτημα και γυρνούσαμε ολόκληρες περιοχές φωτογραφίζοντας τις καλύτερες εικόνες».
«Είναι πανέμορφα. Κοίτα εκείνη με τον σκύλο» είπα ενθουσιασμένη και με τράβηξε κοντά του.
«Ήταν η αγαπημένη σου» είπε και ένωσε τα χείλη μας σε ένα φιλί γεμάτο νόημα. Τα χέρια του αγκάλιασαν τη μέση μου και με σήκωσε στον αέρα κάνοντας με στροφές.
«Μην ξαναφύγεις από κοντά μου» παρακάλεσε και τον φίλησα ξανά ως απάντηση.


Έλενα Παπαδοπούλου