Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.1.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 17)

Βιολέτα
Ξύπνησα όπου ακριβώς περίμενα, στο κρεβάτι μου. Τεντώθηκα νιώθοντας ευχαρίστηση που επιτέλους οι μύες μου ξεπιάστηκαν και αναρωτήθηκα πόσες ώρες κοιμόμουν. Στριφογύρισα λίγο ακόμη στο κρεβάτι προτού τελικά η περιέργειά μου υπερνικήσει τη βαρεμάρα και σηκώθηκα. Περπάτησα με μισόκλειστα μάτια μέχρι τις σκάλες κοπανώντας σε πόρτες, κορνίζες και οτιδήποτε άλλο είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο μου, και κατέβηκα τα σκαλιά χωρίς ευτυχώς να πέσω. Περίπου στα μισά της σκάλας, η μυρωδιά του καφέ άρχισε να γαργαλάει τη μύτη μου. Μπήκα στην κουζίνα παραπατώντας ακόμη και συνειδητοποίησα πως ήταν ακόμη πρωί. Κάθισα στο τραπέζι και η κούπα του καφέ μετακινήθηκε στα χέρια μου. Ήπια λαίμαργα πολλές γουλιές και τότε μόνο κατάφερα να ανοίξω κανονικά τα μάτια μου. Τον κοίταξα αγουροξυπνημένη και ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Ήταν τόσο όμορφος όταν χαμογελούσε.
«Καλημέρα, ηλιαχτίδα. Ή μήπως έπρεπε να πω Ωραία κοιμωμένη;» ρώτησε και απάντησα με ένα όσο το δυνατόν πιο σαρκαστικό γέλιο.
 «Ξέρεις τι μέρα είναι;» με ρώτησε αγνοώντας το γέλιο μου και κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
 «Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, και μιλώντας κυριολεκτικά, ούτε εγώ ξέρω τι μέρα είναι. Ο χρόνος κυλάει τόσο διαφορετικά και ακόμη δεν μπορώ να κάνω σωστή αντιστοιχία με τις γήινες μέρες. Πάντως, το σίγουρο είναι πως κοιμόσουν σαρανταοκτώ ώρες. Είμαι σίγουρος πως είσαι έτοιμη να καταβροχθίσεις το σύμπαν από την πείνα».
«Τώρα που το λες, σαν να πεινάω λιγάκι».
«Ευτυχώς που ξέρω τη θεραπεία» είπε και σηκώθηκε. Πήγε μέχρι το ψυγείο και άρχισε να βγάζει ένα σωρό πιάτα γεμάτα με αυγά, λουκάνικα και μπέικον, κοτόπουλο με πιπεριές, πράσινη σαλάτα, ακόμη και γλυκιές κρέπες που ζέστανε ξανά στον φούρνο. Τον κοίταξα με λατρεία και ξεκίνησα να καταβροχθίζω με λαιμαργία ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Όση ώρα εγώ έτρωγα, ο Απόλλωνας με κοιτούσε με δέος. Μπουκωμένη ακόμη, ανασήκωσα τους ώμους και τον ρώτησα τι ακριβώς κοιτούσε.
«Δεν έχω ξαναδεί κοπέλα να τρώει τόσο πολύ» είπε κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση αμηχανίας, τρίβοντας δηλαδή το πίσω μέρος του κεφαλιού του με την παλάμη του. Ύστερα μου χάρισε ένα απολογητικό χαμόγελο που έκανε το πρόσωπό του να μοιάζει με κουτάβι. Αμέσως, τρανταχτά γέλια με συντάραξαν με αποτέλεσμα να φτύσω χυμό πορτοκάλι προς όλες τις κατευθύνσεις. Σύντομα, κρατούσαμε και οι δύο τις κοιλίες μας. Μακάρι κάθε πρωινό να ήταν έτσι, ευχήθηκα.
Αφού καθαρίσαμε το τραπέζι και τους τοίχους, αποφασίσαμε πως έπρεπε να καθαρίσουμε και τους εαυτούς μας.
«Να πάω εγώ για μπάνιο ή θες να πας εσύ πρώτα;» με ρώτησε και αντί απάντησης, τον πήρα από το χέρι και τον οδήγησα στο δωμάτιο που κοιμόταν.
«Βάλε ένα μαγιό» τον πρόσταξα. Τα μάτια του γούρλωσαν από την έκπληξη που ένιωσε και εκείνη τη στιγμή, αν και ήταν δική μου ιδέα, τα συναισθήματά μας ήταν αμοιβαία. Με τη σειρά μου, πήγα και εγώ στο δωμάτιο και φόρεσα το μπικίνι μου. Το είχα αγοράσει όταν μετακομίσαμε και το είχα φορέσει μονάχα ελάχιστες φορές, κυρίως στην πισίνα της Ηλέκτρας, παρότι λάτρευα τα χρώματά του. Στο πάνω μέρος, κάθε τριγωνάκι είχε ένα φοίνικα και μια ξαπλώστρα, ενώ στο φόντο υπήρχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το κάτω μέρος ήταν απλό και μαύρο ώστε να μη φαίνεται υπερβολικό.
Φόρεσα γρήγορα το μαγιό και απέφυγα να κοιταχτώ στον καθρέφτη μήπως το μετανιώσω. Βγήκα από το δωμάτιο και κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες κατευθυνόμενη προς το μπάνιο. Ο Απόλλωνας είχε ήδη γεμίσει την μπανιέρα με νερό και είχε χρησιμοποιήσει τα αγαπημένα μου αιθέρια έλαια με άρωμα λεβάντας που είχαν κάνει τον χώρο να μυρίζει ονειρεμένα. Ο ίδιος βέβαια ήταν άφαντος.
Πλησίασα την μπανιέρα και έβαλα το χέρι μου στο νερό να δω τη θερμοκρασία. Τότε ένιωσα το χέρι του στον ώμο μου. Γύρισα και αντίκρισα έναν Απόλλωνα με κόκκινα μάγουλα να κοιτάει το πάτωμα. Φορούσε ένα μπλε σορτσάκι που του πήγαινε γάντι. Φαινόταν να ντρέπεται πάρα πολύ. Όταν γύρισε πλάτη ώστε να κλείσει την πόρτα, θαύμασα για λίγο το καλογυμνασμένο κορμί του και απέστρεψα γρήγορα το βλέμμα μου, ώστε να μην τον κάνω να αισθανθεί περισσότερο αμήχανα.
Μπήκα αργά στην μπανιέρα νιώθοντας το καυτό νερό να τσουρουφλίζει τη σάρκα μου, αλλά ταυτόχρονα να ανακουφίζει τους μύες μου. Η αίσθηση ήταν πολύ ωραία. Απόλαυσα για λίγο το νερό και έπειτα του έκανα χώρο για να μπει και εκείνος, μα τον είδα που δίσταζε.
«Θα έρθεις; Το νερό είναι υπέροχο» τον παρότρυνα και δε χρειάστηκε να πω τίποτε άλλο. Ξάπλωσα στην αγκαλιά του απολαμβάνοντας την αίσθηση ηρεμίας που απέπνεε σε συνδυασμό με το ζεστό νερό. Κάποια στιγμή, όταν πλέον ένιωθα ασφυκτικά περιορισμένη, προσπάθησα να αλλάξω πλευρό, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με αποτέλεσμα να τον κάνω μούσκεμα. Ένα χάχανο ξέφυγε από το στόμα μου και ένας ανελέητος πόλεμος ξεκίνησε.
Στην αρχή, η μάχη μεταξύ μας ήταν θεμιτή και δίκαιη, πετούσαμε νερό ο ένας στον άλλο και χαχανίζαμε. Όμως μετά στο παιχνίδι μπήκαν και τα στοιχεία και σύντομα, όλο το μπάνιο μετατράπηκε σε πισίνα. Όταν χορτάσαμε παιχνίδι, βγήκαμε με προσοχή και τυλιχτήκαμε με πετσέτες. Βγήκαμε από το μπάνιο και, αφού έστειλε ένα κύμα φωτιάς στεγνώνοντας κάθε επιφάνεια, κατεβήκαμε στο σαλόνι και βγήκαμε στον καυτό ήλιο. Απλώσαμε τις πετσέτες και κάναμε ηλιοθεραπεία μέχρι να στεγνώσουμε. Φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και τον χάζεψα όσο περισσότερο μπορούσα.
Κατά το μεσημέρι, ο Απόλλωνας αποφάσισε πως έπρεπε να προπονηθώ, μιας και είχα ήδη χάσει δύο μέρες και είχα χαραμίσει όλο το πρωινό. Η συνειδητοποίηση ότι μου έμεναν μονάχα πέντε μέρες με χτύπησε σαν κεραυνός και με έκανε να σηκωθώ και να στρωθώ στη δουλειά. Κάπως έτσι περάσαμε όλο το απόγευμα, δαμάζοντας τα στοιχεία, με αρκετή επιτυχία θα έλεγα, αν εξαιρέσουμε τη φωτιά που δεν επιχείρησα καν να τη δαμάσω φοβούμενη τις ζημιές που θα μπορούσα να προκαλέσω. Μόλις ο ήλιος έδυσε, σταματήσαμε ό,τι κάναμε και μπήκαμε στο σπίτι. Ενώ εκείνος κίνησε κατευθείαν προς την κουζίνα, εγώ τον σταμάτησα και τον οδήγησα στο σαλόνι. Του έκανα νόημα να καθίσει στον καναπέ και κάθισα δίπλα του.
«Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε και νομίζω το ανέβαλλα αρκετά».
«Έχει να κάνει με τον Βύρωνα, σωστά;»
«Πράγματι. Κάτι δεν πάει καλά, όμως δεν ξέρω τι. Όλα όσα μου είπε, μου φαίνονται ύποπτα, αν όχι εντελώς ψεύτικα. Κατ’ αρχάς, ήξερε ποια ήμουν, ενώ δεν είχα συστηθεί, που δε θα ήταν παράξενο, αν ο πατέρας μου θυμόταν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ήξερε και τον δρόμο προς το σπίτι μου και με πήγε σε ένα σπίτι στο δέντρο που είχα ζωγραφίσει μικρή στην ντουλάπα μου. Άκου όμως το κυριότερο. Στο βιβλίο διάβασα πως ο τρίτος σκοτεινός άρχοντας λέγεται Βύρωνας. Εκείνος έριξε την κατάρα, το ξέρω. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι για ποιο λόγο μου αποκάλυψε την ταυτότητά του και τι θέλει από εμένα».
«Υπάρχει τρόπος να μάθουμε· θα τον ρωτήσουμε» είπε γυρνώντας απότομα το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της πόρτας. Με τη σειρά μου, ακολούθησα το βλέμμα του και πετάχτηκα όρθια παίρνοντας αμυντική στάση.
«Τι κάνεις εδώ;»
«Και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, και μάλιστα ζωντανή. Ανησύχησα πολύ βλέπεις και δεν είχα τρόπο να σε βρω, η ομίχλη μπλόκαρε την όρασή μου. Όμως όχι πια, όχι τώρα που είπες το όνομά μου και με κάλεσες εδώ».
«Απλώς πες μου τι θέλεις και φύγε» αντιγύρισα με αγένεια.
«Αυτό που θέλω είναι πολύ απλό, θέλω εσένα. Αν έρθεις μαζί μου, θα λύσω την κατάρα, θα σταματήσω να ενοχλώ την οικογένεια και τους φίλους σου και θα σου εξασφαλίσω τον θρόνο που σου ανήκει μαζί με κύρος και προστασία. Σε αντάλλαγμα, ζητάω λίγο από το χρόνο και τις δυνάμεις σου» δήλωσε αυτάρεσκα γεγονός που με νευρίασε ακόμη περισσότερο.
«Νομίζεις πως με όσα λες θα με πείσεις να κάνω τις βρομοδουλειές σου;»
«Εγώ σε προειδοποίησα. Μπορεί να νομίζεις ότι έσωσες τον Ιάκωβο παίρνοντάς τον από τις φυλακές, όμως στην πραγματικότητα τον έθεσες σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Και το ίδιο έκανες και με τους υπόλοιπους ανθρώπους στη ζωή σου, τη μαμά σου, τη φίλη σου τη Ηλέκτρα, και φυσικά το μπαμπά σου που είναι ο πιο αδύναμος όλων. Θα σου δώσω πέντε μέρες, μέχρι την αλλαγή των αρχόντων. Θα φροντίσω να μάθεις την τοποθεσία έγκαιρα ώστε να έρθεις στην παρέα μας. Εύχομαι η απάντησή σου να είναι θετική, για το καλό όλων» είπε χαιρέκακα και ξαφνικά ο Απόλλωνας άρχισε να του επιτίθεται με τα στοιχεία διώχνοντάς τον με τη βία από το σπίτι. Έστελνε καταπάνω του δυνατό άνεμο, ενώ η γη κουνιόταν για να βοηθήσει το έργο του ανέμου. Το νερό ξεχύθηκε και τον έκανε να γλιστράει και σύντομα ο Βύρωνας βρέθηκε έξω από τα όρια του σπιτιού. Μόνο τότε ο Απόλλωνας επανάφερε την ομίχλη και με κοίταξε αγχωμένος.
«Μην ξαναπείς κανένα όνομα, όχι τώρα που ξέρουμε ότι έτσι μπορούν να μας βρουν. Δεν είναι πια ασφαλές εδώ. Πρέπει να φύγουμε το συντομότερο δυνατόν» είπε ο Απόλλωνας και συμφώνησα. Είχε έρθει η ώρα να αποχωριστώ το σπίτι μου. Ξανά.



Έλενα Παπαδοπούλου