Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.2.20

Η κατάρα του ορφανού - Η άνοδος του Κεναρντ (Κεφάλαιο 5)

Στην ερώτησή του ένιωσα να παγώνω και ευθύς αμέσως σήκωσα τα τείχη του μυαλού μου, ώστε να μην του δώσω το περιθώριο να διαβάσει κάποια σκέψη μου ή κάποιο γεγονός. Μολαταύτα, τον είδα να χαμογελά πλαγίως σαν να είχε καταλάβει την κίνησή μου.
«Νιώθω πως με φοβάσαι», μου είπε, «ωστόσο, σε ρωτώ μιας και ένας άνθρωπος που έχει έρθει σε επαφή με μία προβολή μπορεί πολύ πιο εύκολα να δημιουργήσει μία. Αυτός είναι και ο λόγος που σε ρώτησα».
«Καταρχάς, κύριε, δεν σας φοβάμαι, απλώς δεν σας εμπιστεύομαι. Οι καιροί είναι περίεργοι, επικίνδυνοι και εγείρουν υποψίες για όλους και με μεγάλη ευκολία. Δεν θα σας πω ψέματα, προσπάθησα να διαβάσω την αύρα σας και απέτυχα. Με εμπόδιζε ένα ξόρκι. Επίσης, γνωρίζετε πολλά για τους ρούνους και αυτό από μόνο του είναι ύποπτο» απάντησα με σιγουριά και θράσος.
«Η αλήθεια, έχω περάσει χρόνια να τους μελετώ, μα μονάχα αυτό. Γνωρίζω πως οι μάγοι δεν μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε, αλλιώς καταλήγουμε σαν τη Φάνινγκ, έρμαια των ρούνων. Ωστόσο, έχω μάθει τρόπους αντιμετώπισής τους μπλοκάροντάς τους δίχως να τους κοιτάζω. Λοιπόν, Κένταλ, σκέψου την ερώτησή μου και αν επιθυμείς να μοιραστείς μαζί μου την απάντηση, πλέον γνωρίζεις πού βρίσκεται το γραφείο μου. Όσο για την ιστορία μου που δεν μπόρεσες να διαβάσεις, θεωρώ πως κάθε μάγος στον καιρό μας πρέπει να προστατεύεται» πρόφερε και με μία κίνηση άνοιξε την πόρτα για να βγω και μαζί μου βγήκε και ο ίδιος.
Κατευθύνθηκε αμέσως μετά προς το γραφείο του Κρίστοφερ με την τεράστια, σκαλιστή κουκουβάγια στην πόρτα. Χτύπησε τρεις φορές συνθηματικά και η πόρτα άνοιξε για να αντικρύσει τον Κρίστοφερ μπουκωμένο.
«Από τότε που έγινα διευθυντής έχω χάσει πέντε κιλά. Ούτε σουσάμι δεν προλαβαίνω να καταπιώ» απευθύνθηκε στον Τρόυ που γέλασε.
«Ειλικρινά, Κρις, όσα χρόνια και αν έχουν περάσει, παραμένεις ίδιος, όπως τότε που σπουδάζαμε» σχολίασε ο νεαρός άντρας.
«Αυτό το λες γιατί βρίσκεσαι σε απόσταση. Κάνε μερικά βήματα ακόμη και έλα να μετρήσουμε παρέα τις λακούβες του προσώπου του» ακούστηκε η φωνή του Άρθουρ που ακόμη πάλευε να αναρρώσει από το χτύπημα.
«Βρε τον Άρθουρ! Σαν τα χιόνια» ακούστηκε ο Τρόυ και το πουλί έκρωξε.
«Σαν το έρεβος Σάμχαϊν. Μαζί με τον ηλίθιο εδώ μας ήρθε και ο πανηλίθιος. Ο γυναικάς της Επινουά από τα νιάτα σου» πρόφερε με ειρωνία ο Άρθουρ.
«Ειλικρινά, Κρις, πώς τον αντέχεις; Εγώ με τον Άινταν, που κάποτε συγκατοικούσαμε στον Οίκο των γκρίζων, του βάζαμε πινέζες» δήλωσε ο Τρόυ.
«Ναι, γιατί σας έκραζα! Απορώ μέχρι σήμερα, πώς κάνατε παρέα εσύ με τον αχώνευτο, τη στημένη λεμονόκουπα. Εντάξει, η αλήθεια ήσασταν από τους καλύτερους μαθητές της Σχολής» ξεκίνησε ο Άρθουρ, του οποίου άξαφνα η ειρωνεία έσβησε μαζί με τις αναμνήσεις που ξεκίνησαν να ξεπετάγονται στο μυαλό του.
«Ο βασικός λόγος που δεθήκαμε ήταν το χρώμα μας και η ορφάνια μας, αλλά και κάποια άσχημα βιώματα. Όπως ξέρετε, εκείνη την περίοδο είχε μόλις τελειώσει ο πόλεμος και οι Σάμχαϊν ήταν κόκκινο πανί για όλους. Χιλιάδες αθώοι Μαύροι σφαγιάστηκαν μόνο και μόνο γιατί θεωρήθηκαν ένοχοι εξαιτίας του χρώματός τους. Εγώ ήμουν περίπου δέκα, όταν ένα βράδυ, δύο Πορφυροί έβαλαν φωτιά στο σπίτι μας ενώ κοιμόμασταν. Οι γονείς μου πέθαναν από ασφυξία στον ύπνο τους και εγώ γλίτωσα τελευταία στιγμή με βαριά εγκαύματα στο δεξί μου χέρι. Θυμάμαι να ουρλιάζω από τους πόνους του καψίματος, αβοήθητος στους σκοτεινούς δρόμους της Βέρνια. Αργότερα, όταν μπήκα στην Σχολή, βρήκα τον Άινταν και ταιριάξαμε. Ήταν και εκείνος εσωστρεφής στην αρχή, ενώ εγώ πάλεψα στην πορεία να γίνω ένα με τους υπόλοιπους, ώστε να μη  διαφέρω. Μέναμε μαζί στο δωμάτιο, στον Οίκο των Γκρίζων, γιατί ήμασταν παιδιά με προβλήματα άγχους και μας είχαν βάλει παρέα. Ο Άινταν ήταν ο καλύτερος φοιτητής που υπήρχε, λαμπρό μυαλό. Μαζί διαβάζαμε τα βράδια, μαζί κάναμε όνειρα για μία καλή δουλειά, μα πάντοτε μας σταματούσε το χρώμα μας. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Άινταν ξεκίνησε να έχει εμμονές με τον Κέναρντ και ειλικρινά με στεναχωρούσε αυτό. Προσπαθούσα να τον πείσω να πάψει να ασχολείται με έναν νεκρό, γιατί και εγώ ήμουν μόνος μου δίχως οικογένεια, αλλά αναζητούσα την αγάπη στους ζωντανούς. Μία μέρα, τσακωθήκαμε άσχημα εξαιτίας αυτού του θέματος και σταματήσαμε να μιλάμε. Κρατήσαμε κακία ο ένας στον άλλο, γιατί εγώ ήθελα να μοιάσω στον κόσμο, να αποβάλω την ταμπέλα του Μαύρου, ενώ ο Άινταν επιθυμούσε το αντίθετο. Μου λείπει και ειλικρινά από τότε δεν σταμάτησα ποτέ να μελετώ τους ρούνους και να ψάχνω στοιχεία και απαντήσεις. Γι' αυτό μελετώ και τις προβολές, γιατί έχω υποψίες, μα ακόμη δεν είμαι βέβαιος. Μελετώ την ιστορία των Γκρερ, γιατί θέλω να τον βοηθήσω και σε ευχαριστώ που… προσέλαβες έναν Σάμχαϊν, Κρις, για καθηγητή» ολοκλήρωσε ο Τρόυ και ο Κρις τον αγκάλιασε.
«Ήσουν και δικός μου κολλητός, παράλληλα με του Άινταν. Τις σκανταλιές που κάναμε εμείς...» πήγε να πει για να ακούσει τον Άρθουρ να σχολιάζει.
«Μόνο σκανταλιές κάνατε, γιατί από μελέτη μηδέν. Φαίνεται η πρόοδός σας από τους μαθητες που στραβώνετε καθημερινά» τιτίβισε το πουλί, ωστόσο πριν πετάξει μακριά, είπε στον Τρόυ: «Και ο Κέναρντ, πριν γίνει αυτό που όλοι σήμερα τρέμουν, είχε αναλάβει να απαλλάξει τον κόσμο από τα ρουνικά σύμβολα, όπως εσύ» τελείωσε, μα ο Κρις εξακολουθούσε να τον κοιτάζει στραβά.
«Το παραβλέπω το προηγούμενο σχόλιο, γιατί στο τέλος θα σε ταριχεύσω και μα τον Θεό, θα σε βάλω εδώ απέναντί μου και θα σου πετάω σουγιάδες μέχρι να σε πετύχω στο κέντρο του κεφαλιού σου του ξερού. Αυτή η Άσα μία σωστή δουλειά πήγε να κάνει και απέτυχε. Άντε, φύγε τώρα, γιατί σχολιαστή δεν θέλουμε» μούγκρισε ο Κρις και το πουλί, αφού τινάχτηκε, πήγε προς το παράθυρο. «Τα… σποράκια ίασης, είναι στη φωλιά σου, τρελόγερε» τελείωσε ο Κρις και ο Τρόυ έβαλε τα γέλια.
«Τελικά, τα χρόνια μπορεί να πέρασαν, αλλά εμείς παραμείναμε ίδιοι έφηβοι. Τι λες να κλέψουμε κανέναν κεφτέ από τις κόμπολτς;» ξεκίνησε το παιχνίδι ο Τρόυ.
«Διευθυντής και κλέφτης κεφτέδων;» ρώτησε πλαγίως ο Κρις.
«Μόνο για σήμερα» το συνέχισε ο Τρόυ και ξεκαρδίστηκαν.

Ο Άινταν με τον Μπένταγκ στο πλευρό του βάδιζε στο μονοπάτι του λοφίσκου απέναντι από την έπαυλη. Σιωπηλοί και σκυφτοί πάλευαν με τους δαίμονές τους.
«Φοβάμαι, Μπένταγκ, φοβάμαι για τον Σκορπιό» του είπε και το Ντουένον έστρεψε το βλέμμα του επάνω του.
«Το ξέρω, ωστόσο είναι η ζωή του και οι επιλογές του. Αρκετά χρόνια καταπιέστηκε ζώντας σε ένα κλουβί που ήταν το ίδιο του το σώμα. Ο Σκορπιός είναι ένα παιδί που διψά για αγάπη και έχει περάσει χρόνια ολόκληρα να προσποιείται το καθίκι. Αρκετά νομίζω, τουλάχιστον του οφείλεις την ελευθερία» απάντησε το Ντουένον και ο Άινταν ένευσε θετικά και με κατανόηση. «Σκέφτηκες καθόλου αυτά που σου είπα ή ακόμη σκοπεύεις να αναστήσεις τον γεροβρωμιάρη; Δεν σου χρειάζεται, κανένας δεν σας απειλεί και πάψε να σκέφτεσαι πως όλος ο κόσμος είναι εναντίον σας, εναντίον των Μαύρων» τελείωσε ο Μπένταγκ και ο Άινταν ξεφύσησε.
«Δεν είμαι τόσο βέβαιος γι' αυτό. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν και οι Σάμχαϊν βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους ξανά μετά από τόσα χρόνια. Έχουμε δική μας πόλη και Σχολή πλέον, είμαστε κύριοι και αφέντες των ρούνων, όπως εγώ για παράδειγμα» πρόφερε αλαζονικά ο Άινταν και ο Μπένταγκ τον κοίταξε με νόημα.
«Κύριοι και αφέντες είναι μονάχα οι δράκοι. Εσύ είσαι Ότουρθ, που σημαίνει πως στο αίμα σου, κυλά και εκείνο των δράκων. Αυτό σε κάνει αφέντη των ρούνων. Οι υπόλοιποι μάγοι απλώς καταστρέφονται με τη χρήση τους και γίνονται έρμαιά τους. Αν θέλεις λοιπόν την δική μου γνώμη, θα σου έλεγα πως υπάρχουν κάποια πράγματα που έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξουσία. Ανήκουν στο σημείο του στήθους, εκεί που βρίσκεται η καρδιά μας. Κοίταξε μπροστά σου Άινταν» του είπε ο Μπένταγκ σκουντώντας τον ελαφρώς και ο νεαρός έστρεψε αβέβαια το βλέμμα του στον ορίζοντα, μόνο για να αντικρύσει τη γνώριμη σιλουέτα μίας κοπέλας ντυμένης με τον εκρού της μανδύα.
 Τα γλυκά, αμυγδαλωτά της μάτια και το χαμόγελό της τού ξύπνησαν μνήμες, σκηνές έρωτα και το Παρίσι χόρεψε γύρω του, το πρώτο τους φιλί σε εκείνο το εγκαταλελειμμένο αρχοντικό και η βραδιά που πέρασαν στο σπίτι της στο Βερθάλ, όταν ημίγυμνος χάιδευε το κορμί της, ενώ ταυτόχρονα μετάνιωνε για τη διαγραφή της μνήμης της, καθώς ήθελε να της κάνει έρωτα.
Με εκείνον βυθισμένο σε σκέψεις, η Εμίλια προχώρησε βουρκωμένη προς το μέρος του, μα όταν έφθασε απέναντί του, ένα χαστούκι προσγειώθηκε στο μάγουλό του, μόνο για να ακολουθήσει μία σφιχτή αγκαλιά και ένα παθιασμένο φιλί, με εκείνον να την σφίγγει επάνω του σαν να του τελείωνε ο χρόνος.
Oι δύο τους έμειναν αγκαλιασμένοι σφιχτά, σχεδόν ξεχνώντας την διακριτική παρουσία του Μπένταγκ, ο οποίος είχε πάρει την ξύλινη πίπα του και είχε σταθεί σε ένα πέτρινο τοιχάκι στο διπλανό ξέφωτο. Ο Άινταν έτριψε τρυφερά τη μύτη του στη δική της φιλώντας την απαλά.
«Ξέρω πως είσαι οργισμένη μαζί μου και δικαίως. Ωστόσο, ο λόγος που το έκανα ήταν για να ζήσεις μία ζωή ελεύθερη πλάι σε έναν φυσιολογικό άντρα. Δεν θα σου κρύψω πως φοβήθηκα από μέρους σου τη διαχείρηση όλων των προσωπικών μου πληροφοριών, όσο και αν σε αγαπάω. Εκτός από τον Μπένταγκ, στη ζωή μου δεν έχω μάθει να εμπιστεύομαι κανέναν. Ξέρω πως τα λόγια μου πιθανότατα να σε προσβάλουν, ωστόσο, Εμίλια, αν ήσουν στη δική μου θέση, στη θέση ενός ανθρώπου βαριά κακοποιημένου όπως εγώ, που έχει μάθει να ζει με τον φόβο και την υποβόσκουσα οργή του για τους άλλους, τότε θα μπορούσες να με καταλάβεις. Φοβάμαι να δεθώ, έχω πολλά ψυχολογικά προβλήματα και προβλήματα υγείας, διαταραχές, εφιάλτες. Εσύ είσαι μία γλυκιά και όμορφη γυναίκα, δεν ήθελα να σε καταδικάσω, ούτε να σε βάλω να επιλέξεις ανάμεσα σε εμένα και τον Σιμεόν. Ξέρω πόσο τον αγαπάς, ωστόσο λυπάμαι, μα εγώ δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί του και στο ξεκαθαρίζω από τώρα. Δεν θέλω ούτε να τον βλέπω» της είπε και για λίγο το κορμί της ζάρωσε σε μία προσπάθεια να επεξεργαστεί όλες τις πληροφορίες. Στο τέλος, τον κοίταξε ξανά μέσα στα μάτια και παραμερίζοντας μία τούφα που έπεφτε στο μέτωπό του τού είπε:
«Αν δεν τα γνώριζα όλα αυτά και αν δεν τα είχα σκεφτεί, τότε δεν θα ήμουν σήμερα εδώ. Γνωρίζω πως εσύ και ο Σιμεόν πάντοτε θα ανήκετε σε αντίπαλα στρατόπεδα. Όσο και αν παλέψω να σε πείσω να τον συγχωρέσεις -γιατί ξέρω πόσο έχει μετανιώσει για την συμπεριφορά του- δυστυχώς δεν έχω επιχειρήματα, εκτός του ότι γνωρίζω την ψυχή του και ξέρω πως και εκείνος υπέφερε εξαιτίας αυτού που πας να αναστήσεις. Κάπου εδώ θα με βρεις μπροστά σου. Εγώ είμαι διατεθειμένη να σε βοηθήσω να ξεπεράσεις τα προβλήματά σου, όσο μπορείς, με την προϋπόθεση πως τον Κέναρντ θα τον αφήσεις έξω από τη ζωή σου» του είπε και εκείνος φάνηκε να διστάζει.
Κατόπιν, της χαμογέλασε αμυδρά και ετοιμαζόταν να απαντήσει, όταν οι πέτρες του εδάφους ξεκίνησαν να τρέμουν και ο ίδιος να τινάζεται.
«Μπένταγκ, έλα κοντά μου τώρα. Κάτι νιώθω, κάποιοι έρχονται» του είπε και τη στιγμή που το Ντουένον σηκωνόταν, τον ουρανό έσκισαν Πορφυρές και Εκρού και Γκρίζες φιγούρες. Ήταν οι Ανιχνευτές τόσο του Υπουργείου της Βέρνια όσο και των άλλων χωρών που πάλευαν να εντοπίσουν και να αναχαιτήσουν τους Σάμχαϊν.
Ευθύς τα σμαραγδένια μάτια του Άινταν τα κατάπιε η Κόλαση του Ερέβους, ενώ μία μαύρη σκιά τύλιξε το κορμί του. Απέναντί του παρατάχτηκαν δέκα Ανιχνευτές από όλα τα μαγικά χρώματα.
«Για δες, μάλλον εντοπίσαμε το πρωτοπαλίκαρο των Σάμχαϊν. Αν του κόψουμε το κεφάλι για παραδειγματισμό των υπόλοιπων, θα μας ανταμείψουν με μεγάλες ράβδους χρυσού. Αρκετά σε ανεχτήκαμε όλα αυτά τα χρόνια που μπαινόβγαινες στο Υπουργείο σαν Γουέτμορ, κύριε Γκρερ. Αρκετά εγκλήματα έγιναν εις βάρος της μαγικής κοινότητας και αρκετά έκανε και ο συγγενής σου, ο Κέναρντ. Κάψατε δύο χωριά δίχως έλεος. Απόψε θα πληρώσεις» τελείωσε ένας Εκρού, ωστόσο ο Άινταν σχημάτισε απλώς ένα ειρωνικό χαμόγελο.
«Πολύ καλά. Δέχομαι τη μάχη ενός εναντίον δέκα, όμως αυτοί οι δύο είναι αθώοι και θέλω να τους αφήσετε να φύγουν» πρόσταξε μιλώντας για την Εμίλια και το Ντουένον.
«Για να βρίσκονται μαζί σου, είναι ένοχοι» είπε ένας Γκρίζος μάγος και τότε μία μαύρη θύελλα ξεπήδησε από το στήθος του Άινταν σε σημείο που τους τύφλωσε. Εκείνος στεκόταν ακριβώς στο κέντρο της, ενώ με τα χέρια του σχημάτιζε σύμβολα, ρούνους και με επιδεξιότητα, όλη αυτή η εβένινη πάχνη τους εγκλώβισε.
«Φύγετε!» φώναξε ο Άινταν ενώ τα ξόρκια έπεφταν βροχή και στα τυφλά.
 Ο νεαρός ύψωσε ασπίδα, προκειμένου να τα κρατήσει έξω και να δώσει τον χρόνο στην Εμίλια και τον Μπένταγκ να ξεφύγουν. Δυστυχώς όμως, ένα ξόρκι που έκαιγε το δέρμα σαν οξύ, ξέφυγε από την ασπίδα του Άινταν και χτύπησε στο στήθος το Ντουένον που σωριάστηκε στο έδαφος βαριανασαίνοντας, ενώ η Εμίλια ταραγμένη έπεσε από πάνω του εξαπολύοντας φωτιά σε έναν Εκρού μάγο που στεκόταν σχεδόν δίπλα τους. Ο Άινταν δεν είχε καταλάβει το χτύπημα που είχε δεχτεί ο Μπένταγκ, ωστόσο ξεκίνησε άμεσα να μεταμορφώνεται σε δράκο. Οι ήδη σκληρές φολίδες του δέρματός του σκλήρυναν περισσότερο και με μία απλή κίνηση της ουράς του χτύπησε τους τέσσερις Ανιχνευτές, σε σημείο να τους σκοτώσει ακαριαία.
«Είσαι ένας σιχαμερός Σάμχαϊν! Ένα βδέλυγμα της κοινωνίας, μία απειλή. Όλοι σας είστε, δίχως εξαιρέσεις. Θα σας εξαφανίσουμε και επιτέλους ο κόσμος μας θα γίνει καλύτερος» του ούρλιαξε ένας Εκρού μάγος και ο δράκος με ένα του βλέμμα τον πέτρωσε.
 Οι δράκοι, όταν χρησιμοποιούσαν τους ρούνους, είχαν την ικανότητα να σκοτώσουν ακαριαία, μονάχα με ένα βλέμμα τους. Κατόπιν, χρησιμοποιώντας τα δόντια του έσπασε το σώμα του σε χίλια κομμάτια. Ένα γρύλισμα τού ξέφυγε και έστρεψε εκ νέου τα ερπετόμορφα μάτια του προς τους υπόλοιπους. Στη θέα του οι άλλοι πέντε μάγοι, που σχεδόν αδυνατούσαν να πιστέψουν πως μπροστά τους είχαν έναν Ότουρθ, τράπηκαν άμεσα σε φυγή και ο Άινταν εξουθενωμένος πήρε ξανά την ανθρώπινη μορφή του. Φοβισμένος και με τη σκόνη να έχει καταλαγιάσει, ξεκίνησε να φωνάζει το όνομα της Εμίλιας και του Μπένταγκ, όταν τους βρήκε πεσμένους και σφιχταγκαλιασμένους με την Εμίλια να κλαίει γοερά. Έντρομος έτρεξε προς το μέρος τους, για να δει το Ντουένον να παλεύει να ανασάνει, με μία τεράστια πληγή στο στήθος του. Για πρώτη του φορά, ένιωσε να τα χάνει. Τα πάντα γύρω του σχεδόν έσβησαν, η καρδιά του έλιωσε, μέχρι και η ίδια η γη έμοιαζε άξαφνα να έχει καταπιεί τον ήλιο.
«Μπένταγκ μου!» Τσίριξε ενώ δάκρυα ξεκίνησαν να κυλάνε στα μάγουλά του. «Μπένταγκ μου, μπαμπά μου, μη με αφήνεις σε παρακαλώ!» του φώναξε κλαίγοντας, ενώ η Εμίλια σοκαρισμένη από τα γεγονότα, με την μπλούζα της γεμάτη αίματα από την πληγή του Ντουένον, έβλεπε για πρώτη της φορά τον Άινταν να λυγίζει, να γίνεται άνθρωπος, να γίνεται παιδί φοβισμένο που χτυπιόταν στα χώματα.
«Πάρε τον και πάμε σπίτι, γρήγορα. Είμαι Εκρού μάγισσα, ξέρω πολλά γιατροσόφια και θα κάνω τα πάντα, μα τα πάντα για να γίνει καλά» του είπε και εκείνος μέσα από τους λυγμούς του, σήκωσε τον Μπένταγκ στην αγκαλιά του και μαζί τρέξανε μέχρι την έπαυλη.
Στον δρόμο τα πόδια του λύγιζαν έτοιμα να σκοντάψουν στο πρώτο εμπόδιο. Ο πανικός και η απελπισία είχαν κάνει κατάληψη στην ψυχή του που βούλιαζε. Ήθελε να ουρλιάξει, καθώς για εκείνον το πλάσμα ήταν όλη του η ζωή. Οι δύο τους μπήκαν στην έπαυλη σχεδόν πέφτοντας πάνω στην πόρτα και ευθύς η Εμίλια με μία κίνηση έκανε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας να ανοίξουν ξεκινώντας να αναζητά τα κατάλληλα συστατικά. Είχε σταθεί τυχερή, καθώς ο Άινταν διέθετε μία μεγάλη ποικιλία βοτάνων και φαρμακευτικών συστατικών και έτσι δημιούργησε ένα, που εκτός από παυσίπονο, ήταν και αιμοστατικό. Είχε στο μυαλό της πως η πρώτη της κίνηση ήταν να σταματήσει την αιμορραγία. Τρέχοντας και αναβαίνοντας τα σκαλιά δέκα δέκα, έφθασε στην κρεβατοκάμαρα του Άινταν, όπου τον βρήκε να στέκεται στο προσκεφάλι του Μπένταγκ και να κλαίει σιγανά.
Η Εμίλια, παλεύοντας με το βλέμμα της να τον καθησυχάσει, σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του πλάσματος για να το βοήθει να πιει το ρόφημα. Ο Μπένταγκ ίσα που μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του, ωστόσο της χαμογέλασε αχνά για να την ευχαριστήσει. Η κοπέλα, ωχρή και σοκαρισμένη ακόμη, κοίταξε τον Άινταν που είχε γείρει στο παράθυρο με μάτια κόκκινα και πρησμένα από το κλάμα. Τον πλησίασε, μα εκείνος παρέμεινε ακίνητος δίχως να στρέψει το κεφάλι του προς τη μεριά της.
«Ο Μπένταγκ είναι ο πατέρας μου, είναι κομμάτι μου και κομμάτι της ψυχής μου. Εγώ δεν τη θέλω τη ζωή μου, αν εκείνος φύγει. Προτού ωστόσο την τερματίσω, θα φέρω την Κόλαση στη γη. Θα πληρώσουν γι’ αυτό που μου έκαναν. Όπως φαίνεται, οι Μαύροι θα είμαστε πάντοτε οι απόκληροι. Σήμερα πήρα την απάντησή μου ξεκάθαρα» σταμάτησε για λίγο με την Εμίλια να τρέμει ολόκληρη από θλίψη, πόνο, απόγνωση. «Τώρα αντιλαμβάνεσαι γιατί σου διέγραψα τη μνήμη; Γιατί παραλίγο να σε σκοτώσουν οι μάγοι, ακόμη και του δικού σου χρώματος, επειδή ήσουν μαζί μου και ας μην έφταιγες πουθενά. Χτύπησαν ένα γέρικο και ανυπεράσπιστο πλάσμα και μία κοπέλα που δεν έχει πειράξει ούτε ζάπια. Φύγε, Εμίλια, φύγε να σωθείς, γιατί ο Άινταν που ήξερες μέχρι πριν λίγη ώρα πέθανε και δεν θέλω να δεις αυτόν που μόλις πήρε τη θέση του».
Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε περίλυπα. Ξαφνικά, η σιωπή που επικρατούσε μεταξύ τους ήταν πιο βαριά, πιο ισχυρή από κάθε ήχο. Ρίχνοντας μία τελευταία ματιά στον Μπένταγκ που δάκρυζε, ανήμπορος να σηκωθεί, ανήμπορος να ουρλιάξει στον Άινταν να σταματήσει, η Εμίλια προχώρησε προς την πόρτα και κατέβηκε τα σκαλιά αμίλητη. Βγαίνοντας στην αυλή και κοιτώντας το σπίτι από απόσταση, ψιθύρισε ένα τελευταίο “σ’ αγαπώ”, που πίστεψε πως δεν είχε ακουστεί από κανέναν. Ο Άινταν όμως, που στεκόταν στο παράθυρο με δάκρυα να θολώνουν την όρασή του, την είχε ακούσει χάρη στη μαγεία του. Κολλώντας το πρόσωπό του στο τζάμι, απάντησε απλώς “και εγώ σε αγαπώ”. 

Μετά από την ομολογουμένως παράξενη συνάντησή μου με τον καθηγητή Γούντς, πήγα να συναντήσω τον Άλαν και την Κρίστι στη βιβλιοθήκη. Στη διαδρομή μονολογούσα σαν την παράφρονα όσα θα έπρεπε να τους εξιστορήσω. Πάλευα να καταλάβω, αν ακουγόμουν εντελώς παράλογη και αν θα καταφέρουν να με πάρουν στα σοβαρά. Φυσικά, αν κάποιος δεν είχε προσωπική εμπειρία, δεν θα μπορούσε να με καταλάβει και δεν θα τον αδικούσα. Τον αδερφό μου τον είχα αφήσει εκτός, αποφεύγοντας τους εριστικούς σχολιασμούς του. Εξάλλου, δεν ήθελα να τον φορτώσω με επιπλέον ανησυχίες για τη μοίρα μου. Μετά τον θάνατο των γονιών μας, ήμουν ο μόνος άνθρωπος που του είχε απομείνει και φοβόταν διαρκώς για τη σωματική μου ακεραιότητα. Καθώς έφθανα, είδα τους δύο φίλους μου να κάθονται και να κουβεντιάζουν ανέμελα, γελώντας πότε πότε με τις αφηγήσεις τους. Κάπου εκεί ένιωσα ζήλεια. Ζήλευα αυτήν την ανεμελιά, το χαμόγελο και τα αστεία τους. Ζήλευα τις απλές βόλτες, δίχως συγκεκριμένο προορισμό, τα πειράγματα. Εγώ, δυστυχώς, είχα μεταβεί σε μία άλλη πραγματικότητα και ευθύς αμέσως θα τους καλούσα να με ακολουθήσουν.
«Κένταλ! Εγγλέζα στα ραντεβού σου» άκουσα τη φίλη μου, ενώ είδα τα υπέροχα, μελοπράσινα μάτια του Άλαν να καρφώνονται επάνω μου. «Κάθισε, ανυπομονούμε να μάθουμε τα πάντα» συνέχισε η Άρπια και εγώ χαμογελώντας αμήχανα πήρα θέση δίπλα στον Άλαν.
Αρχικά, ξεκίνησα να αφηγούμαι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Ρωσία, ζητώντας ενδιάμεσα συγγνώμη που δεν κατόρθωσα να πραγματοποίησω τα σχέδιά μας. Οι φίλοι μου, στο άκουσμα της συγγνώμης μου, αλληλοκοιτάχτηκαν και κατόπιν μου χαμογέλασαν πονηρά.
«Μην ανησυχείς, Κένταλ. Το καταλαβαίνουμε απόλυτα. Ήταν πολύ σκληρό αυτό που σου ζητήσαμε και πλέον πιστεύουμε πως, αν υπάρχει κάποια που θα μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα του μαγικού κόσμου, αυτή είσαι εσύ. Ίσως, η αγάπη σου γι’ αυτό το παράξενο παιδί να έχει τελικά καλά αποτελέσματα» μου είπε ο Άλαν και εγώ ένιωσα σαν να έπαιρναν από τους ώμους μου ένα ασήκωτο βάρος.
«Ξέρετε, ήρθα ως εδώ για να σας πω, πως υπάρχει θεραπεία για την κατάρα του Σκορπιού και πως η λύση βρίσκεται στην Περιφέρεια του Αντίστροφου Χρόνου. Προτού όμως διαμαρτυρηθείτε, να ξέρετε πως έχω πάρει την απόφασή μου να πάω. Θέλω επιτέλους να δείτε το αληθινό πρόσωπο του Σκορπιού. Αυτό που υπάρχει κάτω από το πέπλο της κατάρας» τους είπα και είδα την Κρίστι να σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος.
«Κένταλ; Αυτό που λες είναι και παράλογο και παράτολμο. Πώς θα πας εκεί; Εννοώ είναι επικίνδυνα και αυτός… Το πλάσμα δηλαδή που κατοικεί εκεί, θέλω να πω, δεν γνωρίζουμε τις προθέσεις του και ακούγονται πολλά για εκείνον» μου είπε και ειλικρινά διόλου την αδικούσα.
«Κρίστι, θα το κάνω» πρόφερα αποφασιστικά και εκείνη κατσούφιασε.
«Παρά το γεγονός πως όλο αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσής σου, να ξέρεις πως δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να πας μονάχη σου. Θα έρθουμε και εμείς παρά το γεγονός πως δυσκολεύομαι να πιστέψω πως όλοι μας είμαστε έτοιμοι να θυσιαστούμε για τον Σκορπιό, για έναν Σάμχαϊν. Εμπιστεύομαι την κρίση σου όμως, πάντοτε το έκανα» μου είπε η Άρπια και ο Άλαν πήρε το χέρι μου στο δικό του.
«Γνωρίζεις πως σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα τότε στη Βέρνια. Ήσουν για εμένα η πριγκίπισσα που αποζητούσα να συναντήσω στη ζωή μου και να σταθώ δίπλα της. Ξέρω πως η θέση μου στην καρδιά σου θα είναι πάντοτε φιλική και το έχω δεχτεί ακόμη και αν με πονά. Με χαρά μου λοιπόν θα σε συνοδεύσω, γιατί αλλιώς αν πάθεις κάτι εν τη απουσία μου, δεν θα συγχωρέσω τον εαυτό μου ποτέ» πρόφερε και τον αγκάλιασα συγκινημένη.
«Ένα ευχαριστώ δεν είναι αρκετό και για τους δύο. Είστε τα καλύτερά μου στηρίγματα, ωστόσο έχω ακόμη ένα για το οποίο δεν σας έχω μιλήσει ποτέ. Για εκείνον τον νεαρό μάγο, με το μεγάλο ταλέντο, τη χρυσή καρδιά και το πιο τραγικό παρελθόν, παρόν και μέλλον. Το όνομά του είναι Τόμας Κέναρντ Γκρερ» ολοκλήρωσα για να τους δω να γουρλώνουν τα μάτια τους και κατόπιν να ξεσπάνε σε γέλια.
«Τι εννοείς; Είναι κάποιος μακρινός ξάδερφος με παρόμοιο όνομα;» άκουσα την Κρίστι να λέει πνιγμένη σε γέλια αμηχανίας.
«Ήξερα πως δεν θα με πάρετε στα σοβαρά, αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από την πρώτη ημέρα της Σχολής που βρέθηκα εδώ και για την ακρίβεια στο προτελευταίο ράφι, με επισκέφθηκαν οι ρούνοι. Σχηματίζονταν στον τοίχο και εγώ καταλάθος πάλεψα να τους αποκωδικοποιήσω φοβούμενη για πιθανή επιθεσή τους σε εμένα, μέχρι που γλίστρησα από την σκάλα που είχα ανέβει για να φθάσω ένα βιβλίο και βρέθηκα στο αναρρωτήριο. Όταν επέστρεψα, παρατήρησα έναν νεαρό που καθόταν μονάχος του διαβάζοντας και ειλικρινά, ήταν από τους πιο ωραίους άντρες που έχω δει. Γίναμε φίλοι αμέσως, ήταν ανοιχτός, αστείος, μα πάνω από όλα ευφυής. Ήξερε τα πάντα και μάλιστα εκείνον συμβουλεύτηκα, όταν χρειάστηκα βοήθεια στη Ρωσία. Το λάθος μου με τους ρούνους μάς είχε ενώσει και μπορούσα να τον βλέπω, όταν κανένας άλλος δεν μπορούσε» συνέχισα την αφήγησή μου, μα λαμβάνοντας υπ’ όψιν μου το ερωτηματικό τους βλέμμα, έβγαλα από την τσάντα μου το παλαιό άλμπουμ της χρονιάς του νεαρού Κέναρντ και έψαξα να βρω κάποια φωτογραφία του. Φυσικά δεν δυσκολεύτηκα, καθώς απεικονιζόταν σε πολλές, εξαιτίας των επαίνων που είχε πάρει. Δίπλα του φιγουράριζε ένα καστανόξανθο αγόρι, ο Όσβαλντ Κας.
«Πού το βρήκες αυτό;» ρώτησε ο Άλαν χάσκοντας μπροστά στο θέαμα.
«Στο αρχείο της Σχολής. Κατεβήκαμε μαζί με τον Κέναρντ και αναζητήσαμε το βιβλίο της χρονιάς του. Αυτός είναι» είπα δείχνοντας τον όμορφο νεαρό στον Άλαν και εκείνος διάβασε το όνομά του.
«Και να μην ήθελα να σε πιστέψω, θα δυσκολευόσουν πάρα πολύ να βρεις το βιβλίο της χρονιάς και τη φυσιογνωμία του, αν δεν τον είχες ήδη δει. Όμως δεν καταλαβαίνω. Πώς τον είδες; Πού υπάρχει; Και ποιος είναι τότε αυτός που σκοτώθηκε; Είναι όλα τόσο μπερδεμένα» μουρμούρισε ο Άλαν που δεν άντεχε, όταν έχανε την ροή της ιστορίας.
Φυσικά, εγώ βάλθηκα να του εξηγώ τα πάντα για την προβολή του Τόμας, καθώς και για την ερώτηση του καθηγητή Γούντς, αλλά και την καλή μου επίδοση στη δημιουργία προβολών στο μάθημα. Οι δύο τους άκουγαν με κομμένη την ανάσα, ενώ εγώ ολοκλήρωσα την αφήγησή μου λέγοντάς τους πως θα έβαζα τα δυνατά μου για να δώσω μία κάποια υπόσταση στον Τόμας, ώστε να μπορεί να είναι ορατός. Η προσοχή μας, ωστόσο, τώρα πια είχε μετακινηθεί στο παρελθόν και στην Κριστίν Νορρίς.
«Πώς μπόρεσε αυτή η γυναίκα να καταδικάσει ουσιαστικά μία ολόκληρη γενιά και οικογένεια;» ρώτησε η Άρπια, έπειτα από μία ώρα αφήγησής μου της ιστορίας των Γκρερ. «Δηλαδή, οι Γκρερ θα μπορούσαν να είναι μία υπέροχη οικογένεια και όχι ένα κόκκινο πανί για όλον τον κόσμο. Νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε στον Σιμεόν» είπε η Κρίστι, μα εγώ τη σταμάτησα.
«Δυστυχώς, δεν διαθέτω καθόλου χρόνο. Πρέπει να πάω στην Περιφέρεια απόψε και ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα ξεγελάσω τον Κρις» τους είπα και το πρόσωπο του Άλαν φωτίστηκε.
«Ξέρω εγώ και νομίζω πως επιτέλους ήρθε η ώρα να περάσουμε στην πράξη τις γνώσεις μας. Θα δημιουργήσουμε μία προβολή του εαυτού μας. Όχι πολύ εξελιγμένη, ώστε να μιλά και να μετακινείται, αλλά να στέκεται και να βρίσκεται στα δωμάτιά μας, όσο εμείς θα λείπουμε» μου είπε και με είδε να διστάζω.
«Είσαι βέβαιος πως μπορούμε;» τον ρώτησα δύσπιστα.
«Αν έχουμε αυτοσυγκέντρωση, φυσικά. Θα πάει ο καθένας στο δωμάτιό του και θα δημιουργήσει την προβολή του εαυτού του. Εν συνεχεία θα συναντηθούμε στα θερμοκήπια και από εκεί με ξόρκια θα διακτινιστούμε. Είμαι πολύ καλός σε αυτό και μπορώ να σε μεταφέρω. Το έκανα πρόβα όλο το καλοκαίρι» μου ανακοίνωσε περήφανα.
«Ας είναι λοιπόν. Έχω στην κατοχή μου το νόμισμα από τον Βάλιμαρ που απαιτείται για να περάσουμε από την Πύλη» του είπα και εκείνος ένευσε θετικά, το ίδιο και η Κρίστι, η οποία και μόνο στην ιδέα πως θα συναντούσαμε τον ίδιο τον Θάνατο, την επισκεπτόταν ο πανικός.

Στη Βέρνια υπήρχε ένας τόπος, που παρά το γεγονός πως δεν ήταν ναός, όλοι ένιωθαν ένα δέος, καθώς εισέρχονταν στο εσωτερικό του. Ο τόπος αυτός ήταν η Βιβλιοθήκη Μπόουεν. Ένα κτίριο το οποίο άλλαζε μορφή υιοθετώντας αρκετές φορές την όψη ενός εκ των επτά θαυμάτων του αρχαίου κόσμου. Άλλες φορές έπαιρνε την μορφή του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο και άλλες έμοιαζε με τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας ή με το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού.
Καθώς έμπαινες, τα μάτια σου κατευθύνονταν αυτόματα στο θολωτό της ταβάνι, το οποίο σύμφωνα με τη μαγική ιστορία τόσο της Γαλλίας όσο και του υπόλοιπου κόσμου απεικόνιζε το σύμπαν. Τους πλανήτες, τους δορυφόρους, τα άστρα και μάλιστα όλα αυτά ήταν εμπλουτισμένα με την ικανότητα της κίνησης. Ήταν σαν να κοιτούσες απευθείας τον νυχτερινό ουρανό. Οι όροφοι με τα διάφορα βιβλία ήταν χιλιάδες και ο Σύλβαν τις τελευταίες ημέρες ξενυχτούσε παρέα με την Κύβελη και ένα μαγικό φλυτζάνι καφέ το οποίο διάβαζε τη διάθεσή του, δίνοντάς του συμβουλές. Η Κύβελη ήταν ένα μικρόσωμο πλάσμα, ένα Μπρομ, που καταγόταν από τους δράκους, ωστόσο σε μέγεθος δεν ξεπερνούσε το μισό μέτρο. Με τα παιχνιδιάρικα μουστάκια της πάλευε να του αποσπάσει την προσοχή. Την είχε βρει στο Βερθάλ, ορφανή και φυσικά τον είχε ακολουθήσει μέχρι το σπίτι του. Από εκείνη την ημέρα οι δύο τους ήταν αχώριστοι.
Στον ενδέκατο όροφο, δίπλα από τα ράφια με τα εκατοντάδες βιβλία, βρισκόταν σκαλισμένο στον τοίχο ένα αστέρι. Ο Σύλβαν το περιεργάστηκε για λίγο, μέχρι που είδε δύο Πορφυρούς μάγους να τον πλησιάζουν. Ευτυχώς είχε κρύψει την αληθινή του αύρα για να μπορεί να κινείται ελεύθερα.
«Τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από τους τοίχους;» ρώτησε ο νεαρός τους δύο Πορφυρούς δείχνοντάς τους το σχήμα του άστρου.
«Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις, νεαρέ;» τον ρώτησαν.
«Ψάχνω να βρω πληροφορίες για τους Γκρερ, για να μπορέσω να τους πολεμήσω, καθώς όλοι γνωρίζουμε πως η ανάσταση του κακού πλησιάζει» είπε δήθεν εκείνος.
Οι δύο Πορφυροί αλληλοκοιτάχτηκαν με δισταγμό, κατόπιν ένευσαν προς το μέρος του και ο ένας έβγαλε αργά από το λαιμό του ένα φυλαχτό με το σχήμα του άστρου και το τοποθέτησε σε μία σχισμή στον τοίχο.
«Έχεις μία ώρα στη διάθεσή σου. Μετά το πέρας της, η Βιβλιοθήκη κλείνει. Επίσης να γνωρίζεις πως βγαίνοντας, οι πληροφορίες σου θα ελεγχθούν» του απάντησαν αυστηρά.
Ο τοίχος κάνοντας θόρυβο υποχώρησε αργά, αρχικά προς τα πίσω και αργότερα τρύπωσε σε ένα άνοιγμα στα δεξιά αποκαλύπτοντας έναν πέτρινο διάδρομο που ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με το υπερπολυτελές και μοντέρνο, εσωτερικό της υπόλοιπης βιβλιοθήκης. Δεξιά και αριστερά από τους πέτρινους τοίχους κρέμονταν δάδες αναμμένες. Η Κύβελη ρουθούνιζε εκνευρισμένη, με αποτέλεσμα να της ξεφύγει μία μικρή ανάσα φωτιάς, ίσα για να κάψει σε ένα σημείο το μαλλί του Σύλβαν.
«Γνωρίζετε φαντάζομαι πως τα ζώα απαγορεύονται. Σε περίπτωση που προκληθεί ζημιά στην περιουσία του Μπόουεν, η ποινή είναι φυλάκιση. Τα περισσότερα βιβλία αυτού του τμήματος αξίζουν μία περιουσία. Επομένως, κράτησε το σαυράκι σου μακριά» είπε ο ένας από τους δύο μάγους και η Κύβελη έσκουξε με τον Σύλβαν να της κλείνει το στόμα. Ήξερε πως ένας πολύ καλός τρόπος για να κρατηθεί το ζωάκι απασχολημένο ήταν φυσικά να του δώσει ένα νόμισμα.
Τη στιγμή που έφθασε στην κεντρική αίθουσα με τα μοναστηριακά τραπέζια, πρόσεξε στο βάθος μία σκυφτή φιγούρα που καθόταν αμίλητη μελετώντας. Ο Σύλβαν την προσπέρασε και ξεκίνησε να αναζητά βιβλία σχετικά με την οικογένεια Γκρερ. Τελικά και έπειτα από διαρκές ψάξιμο, κατόρθωσε να ξετρυπώσει ένα φθαρμένο βιβλίο με τίτλο «Ο Υιός της Μαύρης Μαγείας». Υπέθεσε, λοιπόν, πως ο τίτλος αναφερόταν στον Κέναρντ.
«Μερικές φορές κάποιες απαντήσεις δεν βρίσκονται μέσα στα βιβλία, νεαρέ» άκουσε μία βραχνή φωνή να ψιθυρίζει και η προηγουμένως σκυφτή φιγούρα αναδεύτηκε ελαφρώς στη θέση της, ίσα για να κάνει στο θαμπό φως, ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά της.
Ο Σύλβαν παρέμεινε για λίγο αδρανής να κοιτάζει με καχυποψία τον μάγο που του απηύθηνε τον λόγο.
«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε.
«Ω, δεν είναι καθόλου δύσκολο για εσένα να διαβάσεις την αύρα μου. Δεν την κρύβω σε αντίθεση με εσένα που παριστάνεις τον Εκρού. Ας περάσουμε ωστόσο στις απαραίτητες συστάσεις. Ονομάζομαι Σιμεόν Γκρερ. Πλέον, μπορώ να δηλώνω την καταγωγή μου, παρά το γεγονός πως μου πήρε χρόνια. Εσύ πάλι είσαι ο νεαρός μάγος που βρισκόταν στο Μπέλντελ μαζί με τον Άινταν και που μπήκε μπροστά για να προστατέψει την Κένταλ» τελείωσε ο Σιμεόν και ο Σύλβαν ένιωσε το κορμί του να χαλαρώνει.
«Σιμεόν, τι γυρεύεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε.
«Ας πούμε πως γυρεύω έναν καλό λόγο για να σπάσω τον δεσμό με τον αδερφό μου. Όχι πως δεν έχω δηλαδή ήδη αρκετούς, αλλά ξέρεις πώς είναι αυτά. Το αίμα δύσκολα γίνεται νερό. Εσύ όμως τι κάνεις σε αυτό το σημείο της βιβλιοθήκης;» ρώτησε ο γηραιός μάγος με τη σειρά του.
«Γυρεύω την ιστορία της οικογένειάς σου. Γυρεύω αποδείξεις για τα βασανιστήρια του Άινταν από τον αδερφό σου. Ξέρω πως αυτό είναι ίσως το πιο μελανό σημείο της ιστορίας των Γκρερ, ωστόσο εξυπηρετεί και τους δύο μας. Εσένα σου δίνει έναν σοβαρό λόγο να πολεμήσεις και εμένα έναν τρόπο να πείσω τον Άινταν να μην αναστήσει αυτό το τομάρι» αποκρίθηκε ανυστερόβουλα ο Σύλβαν, όταν είδε μία ζάπια-πληροφοριοδότη να εισέρχεται από την χαραμάδα του διαδρόμου.
«Μπορείς στα σίγουρα να μάθεις πολλά πράγματα, ρωτώντας εμένα τον ίδιο. Έζησα στο ίδιο σπίτι με τον Κέναρντ, ωστόσο παρά το γεγονός πως θα έπεφτα στην φωτιά για εκείνον, ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω τι προκάλεσε την ξαφνική αλλαγή του. Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω πως ο αδερφός μου έπεσε τόσο εύκολα στην αγκαλιά αυτών των καταραμένων συμβόλων» του είπε ο Σιμεόν και έπιασε απαλά το μικρό έντομο.
Οι μάγοι δεν χρησιμοποιούσαν κινητά αλλά τις ζάπιες, οι οποίες μετέφεραν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τα μηνύματα. Όταν ο Σύλβαν είδε το μικροσκοπικό έντομο, άνοιξε την παλάμη του προσκαλώντας το, ωστόσο το μήνυμα είχε τελικά ως παραλήπτη τον Σιμεόν. Τα ινώδη φτερά της στραφτάλισαν, ενώ μέσα από την λάμψη αναδύθηκε η φωνή της Εμίλια. Ακουγόταν κυριολεκτικά απελπισμένη, ενώ του αφηγούταν μέσα από διαρκείς λυγμούς, τα τελευταία γεγονότα της επίθεσης. Ο Σύλβαν άκουγε με προσοχή, σχεδόν βαστώντας ακόμη και την αναπνοή του, ενώ ο Σιμεόν κοιτούσε συντετριμμένος το κενό. Μόλις χάθηκε το μήνυμα, ο Πορφυρός μάγος κοίταξε τον ξανθό νεαρό. Από τη ματιά του έλειπε η λάμψη, είχε αντικατασταθεί από μία σκιώδη ανησυχία.
«Νομίζω πως μόλις χάσαμε την πρώτη μάχη» ήταν τα μόνο λόγια που ξεστόμισε. 

Για τον Άινταν ο χρόνος είχε σταματήσει, σαν να είχε πάψει να αναπνέει και ο ίδιος. Ώρες τώρα καθόταν οκλαδόν σε μία γωνιά, όπου το φως του δωματίου δεν τον άγγιζε, αποτραβηγμένος στις σκιές. Σε έναν τόπο όπου λειτουργούσε καλύτερα, καθώς του πρόσφερε ασφάλεια. Τον έκρυβε από τον κόσμο. Ώρες τώρα, πάλευε με τα τραύματα του Ντουένον. Είχε χρησιμοποιήσει κάθε είδος ρούνου ίασης, κάθε βότανο, κάθε μαγικό συστατικό που θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο. Αυτό όμως που δεν είχε καταλάβει, είναι πως τα γεράματα, δεν είχαν γιατρειά και πως το πλήρωμα του χρόνου είχε φθάσει πια για τον Μπένταγκ, απλώς το χτύπημα συντόμευσε την διαδρομή. Τη σιγαλιά του εσωτερικού του ψυχικού πόνου έσπασε η αδύναμη φωνή του Μπένταγκ.
«Άινταν...» τον φώναξε με δυσκολία και ο νεαρός πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο.
«Μπένταγκ μου, είσαι καλύτερα;» τον ρώτησε, μα το Ντουένον με μία κίνηση του κεφαλιού του τού έκανε σήμα να καθίσει στο κρεβάτι δίπλα του.
«Σαν χθες, θυμάμαι την ημέρα που ένα πανέμορφο, μα ντροπαλό αγοράκι με κοίταξε αθώα, κρυμμένο πίσω από την εξώπορτα του σπιτιού του. Σε ένιωθα φοβισμένο, θλιμμένο, από το προσωπάκι σου έλειπε το χαμόγελο. Εγώ ήμουν ήδη πατέρας δύο παιδιών, τα οποία λάτρευα και λατρεύω μέχρι και σήμερα και ας έχουν γίνει και εκείνα με τη σειρά τους γονείς. Ήξερα, λοιπόν, πως έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου, έπρεπε να εισέλθω στον μοναδικό σου κόσμο, όχι ως κατακτητής, αλλά ως φίλος. Την ημέρα που με κέρασες μία σακούλα με καρότα, ήξερα πως είχα κερδίσει μία μικρή μάχη. Παρά τα φρικτά γεγονότα που σου συνέβησαν, εγώ ήμουν για εσένα το καταφύγιό σου. Ήμουν ο πρώτος στον οποίο, ως Άινταν Γουέτμορ τότε, έτρεξες να δείξεις το πτυχίο της Επινουά. Μετά οι δρόμοι μας χωρίσανε, ωστόσο, εγώ πάντοτε παρακολουθούσα τη ζωή σου. Κάθε γονέας νοιάζεται για τα παιδιά του όσο και αν αυτά έχουν μεγαλώσει. Σε είδα να αλλάζεις ξανά, να κλείνεσαι στον εαυτό σου, να γίνεσαι ένας ψυχρός άντρας που ήξερε πολύ καλά πώς να κρύβει την αληθινή του καρδιά από όλους, μέχρι την ημέρα που η Εμίλια κάνοντας το λάθος να σε παρακολουθήσει, έκανε τελικά το πιο σωστό πράγμα. Άινταν, γλυκό μου αγόρι, εγώ θα φύγω και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτε γι’αυτό. Ακόμη και ο πιο ισχυρός μάγος δεν θα μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο και εγώ μπορώ να πω πως πήρα αρκετή παράταση» του είπε και ο Άινταν ένιωσε τον λαιμό του να φουσκώνει και να φράζει σχεδόν από ένα κλάμα που ήταν έτοιμο να ξεσπάσει, αλλά που ακόμη κρατιόταν, φυλακισμένο στα έγκατα της αβύσσου της ψυχής του.
«Πού θα πας;» τον ρώτησε. Μία αθώα, σχεδόν παιδική ερώτηση, από εκείνες που, ενώ μαντεύεις την απάντηση, αρνείσαι να τη δεχτείς.
«Στην αγγελική γη των Ντουένον, εκεί που ο χρόνος δεν θα έχει σημασία και που θα έχω χιλιάδες καρότα να τρώω όλη την ημέρα» του απάντησε παλεύοντας να τον διασκεδάσει.
«Μα, έχω και εγώ χιλιάδες καρότα στην αυλή για να τρως για όσο θέλεις. Μπένταγκ, μη φύγεις, μη με αφήσεις, δεν ξέρω τι να κάνω. Αν φύγεις, φοβάμαι πως θα χάσω το μυαλό μου, θα απελευθερώσω το τέρας εκείνο που κρύβω μέσα μου, το τέρας που σαν πατέρας μου δεν είδες ποτέ, γιατί με αγαπούσες και γιατί σε αγαπούσα και εγώ. Γιατί το δικό σου χέρι μου πρόσφερε μονάχα χάδια, γιατί μου εξιστορούσες άπειρα παραμύθια και γιατί με δίδαξες έστω και αργά το σπουδαιότερο ξόρκι, την αγάπη. Ξέρω πως δεν την εφάρμοσα ποτέ μου σχεδόν, παρά μονάχα σε αυτούς που αγαπούσα, σε εσένα και έπειτα στην Εμίλια. Προσπάθησα να γίνω καλύτερος, αλλά το μίσος στα μάτια τους και η απέχθειά τους για εμένα μού ξύπνησαν τη στρεβλή πλευρά του εαυτού του. Αν φύγεις, θα βυθίσω τον κόσμο στο σκοτάδι, στο υπόσχομαι» του είπε μέσα από σιγανά αναφιλητά και ο Μπένατγκ ξεκίνησε να κλαίει.
«Όχι αγάπη μου, όχι. Μη γίνεις σαν εκείνον τον αχρείο, σε παρακαλώ. Είναι η τελευταία μου επιθυμία, μην το κάνεις...» πήγε να του πει, αλλά η οργή κατάπιε το σμαραγδένιο χρώμα των ματιών του Άινταν, ο οποίος ξεκίνησε να κοπανά τους τοίχους.
«Μπαμπά, έχω ζήσει μία άθλια ζωή πόνου. Έχω ζήσει στιγμές που ούτε τα σκυλιά δεν έχουν και δεν αξίζουν. Βράδια ατελείωτα που σερνόμουν σε υπόγεια υγρά, με τον πυρετό να ροκανίζει το σώμα μου και εκείνος να με κλείνει μέσα σε μπουντρούμια για να δει αν έχω την δυνατότητα κάτω από τέτοιες συνθήκες να ελευθερωθώ σπάζοντας τα ισχυρά ξόρκια που με κρατούσαν δεμένο. Για καιρό οι φλέβες μου έσπαγαν και έκαναν αιμάτωμα εσωτερικό, ως έφηβος έβρεχα το κρεβάτι μου, ως παιδί βίωσα τον πόνο και το ξύλο. Ο οργανισμός μου δέχτηκε άπειρα πειράματα, μέχρι να αντιδράσω σωστά. Εγκαταλείφθηκα και ο κόσμος με μισεί γιατί βλέπει έναν Σάμχαϊν και όχι έναν άνθρωπο. Όταν ήμουν δεκαεπτά, τελευταίο σχεδόν έτος της Επινουά, πλησίασα μία κοπέλα. Μου άρεσε, αλλά εκείνης της άρεσα κυρίως λόγω εμφάνισης και επιδόσεων. Εξάλλου, μέχρι τότε ήμουν το μυστήριο αγόρι της Σχολής με το σκιώδες παρελθόν, το άγνωστο. Μόνο με έναν νεαρό Σάμχαϊν έκανα παρέα, τον Τρόυ. Την προτελευταία ημέρα μαθημάτων, ήταν ο χορός της Σχολής και η κοπέλα, που ήταν Πορφυρή μάγισσα, ήρθε στο δωμάτιό μου, ωστόσο αντίκρυσε έναν Άινταν με έντονη και ξαφνική τριχόπτωση. Τότε, ξεκίνησε να γελά και να με αποκαλεί φρικιό και ψωριάρη, ενώ το νέο ταξίδεψε σε όλο μου το έτος. Δεν σου κρύβω πως αργότερα την εκδικήθηκα γι’αυτό. Μπένταγκ, δεν έχω ελπίδες για μία φυσιολογική ζωή και αν ακόμη είχα, μου τις σκότωσαν μαζί με ό,τι πολυτιμότερο είχα. Εσένα. Μου πήραν το τελευταίο και πιο φωτεινό κομμάτι της ψυχής μου, που με βοηθούσε να ανατρέχω στις χαρούμενες στιγμές, που αναβίωνε το παιδί που άλλοι προσπάθησαν να σκοτώσουν. Σε αγαπώ...» του είπε και ο Μπένταγκ του μίλησε για τελευταία φορά.
«Εμένα μία είναι η επιθυμία μου. Να καταλάβεις κάποτε ποιος πραγματικά είσαι και τι αξίζεις. Να κάνεις τους άλλους να δουν, αυτό που εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω. Ο κόσμος είναι φως, μα και σκοτάδι. Μη γίνεις η σκιά, αλλά ο φάρος της ελπίδας. Σε αγαπώ, υιέ μου, τότε, τώρα και για πάντα».
Τα μάτια του έμειναν ανοιχτά και το βλέμμα του μετέωρο, χαμένο στο κενό. Με τρεμάμενα χέρια, ο Άινταν τα έκλεισε και το μόνο που ψιθύρισε ήταν ένα “Μπαμπά, πού πας;”. Έπειτα, αν είχαν τη δυνατότητα, τα ουρλιαχτά του θα ακούγονταν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Παρά το γεγονός πως λάτρευα τη Δρακολογία, εκείνο το απόγευμα δεν είχα ακούσει ούτε μισή πρόταση και έτσι είχα δώσει διαταγή στην πένα μου να κρατά εκείνη σημειώσεις. Η Κέντρα μας μιλούσε για το φολιδωτό δέρμα των δράκων και τις διαφορές που παρουσίαζε τόσο στο χρώμα, όσο και στην υφή ανάλογα με το φύλο του ζώου και το είδος του. Προκειμένου το μάθημα να αποκτήσει περισσότερη ζωντάνια, είχα ζητήσει από τη Λυρία να μας βοηθήσει στην παράδοση και να έρθει στην αυλή της Επινουά, προκειμένου η Κέντρα να εξηγήσει καλύτερα στους μαθητές τις λεπτομέρειες του δέρματος των δράκων, αλλά και τους λόγους που οι μάγοι κάποτε τους είχαν κυνηγήσει για να τους το αρπάξουν.
Έχοντας λοιπόν βγει έξω, με τη Λυρία να έχει καθίσει και να δέχεται ευχάριστα τα αγγίγματα τόσο από τους μαθητές όσο και από την καθηγήτρια, εγώ είχα μείνει πίσω μονάχη μου, όταν άκουσα τη φωνή της στο κεφάλι μου.
“Κένταλ, συγκεντρώσου! Πλησίασέ με τουλάχιστον και παρίστανε την προσεκτική. Για εσένα ήρθα ως εδώ εξάλλου” με μάλωσε η φίλη μου και ευθύς υπάκουσα, βλέποντας τον Άλαν και την Κρίστι να με κοιτούν αποδοκιμαστικά.
«Φιλενάδα, δεν σε βλέπω καλά. Αν το μετάνιωσες...» ξεκίνησε.
«Όχι!» τη διέκοψα. «Απλώς έχω αγωνία. Δεν είναι και λίγο όλο αυτό» της είπα και ένιωσα τα χέρια του Άλαν να τυλίγονται γύρω μου.
«Καλύτερα τώρα;» με ρώτησε γλυκά και εγώ πράγματι ένιωσα μία ζεστασιά να απλώνεται στο κορμί μου. Τότε, γύρισα αργά το κεφάλι μου και άφησα ένα φιλί στο μάγουλό του.
«Είσαι ένας θησαυρός» του είπα και συνέχισα «Αφού ετοιμάσουμε τις προβολές και προτού φύγουμε, θα ήθελα μία χάρη από εσάς. Να με περιμένετε κοντά στο Ντορθόριεν στο σταυροδρόμι, ανάμεσα στο Μούρκλιφ που ήταν και το πατρικό μου σπίτι και το Γκρίνμπατερ. Θα τα πούμε ακριβώς εκεί, καθώς θέλω να επισκεφθώ τους γονείς μου στο νεκροταφείο» τελείωσα και εκείνος κατέβασε ελαφρώς το βλέμμα του.
«Δεν θα μπορούσα να σου αρνηθώ κάτι τέτοιο και καταλαβαίνω πως αυτή η επίσκεψη, είναι αυστηρά ιδιωτική. Θα σε καρτερούμε λοιπόν στο σταυροδρόμι. Μονάχα θέλω να προσέχεις, τίποτε άλλο» μου είπε και μαζί πήγαμε προς το μέρος της Λυρίας, παλεύοντας να ακούσουμε τις λεπτομέρειες του μαθήματος με την μαγική μας πένα να σημειώνει ταχύτατα, όλη την παράδοση.
Αργότερα, εγώ και ο Άλαν κατευθυνθήκαμε στον Οίκο των Γκρίζων, όπου επικρατούσε μια ζεστή ατμόσφαιρα. Οι μαθητές βρίσκονταν στην κεντρική αίθουσα υποδοχής καθισμένοι στις μαξιλάρες γύρω από το τεράστιο τζάκι, διαβάζοντας και σημειώνοντας, ενώ οι μικρότεροι προτιμούσαν να βρίσκονται στην μικρή βιβλιοθήκη του ορόφου μας. Κάποιες φορές, οι νεράιδες του σούρουπου εμφανίζονταν στα παράθυρα χτυπώντας τα παιχνιδιάρικα. Στα φτερά τους κουβαλούσαν τις δροσοσταλίδες με τις οποίες έραιναν την πλάση δημιουργώντας αυτό που εμείς αποκαλούσαμε βραδινή πάχνη, καθώς σήκωναν την υγρασία. Το μάθημά τους ήταν επιλογής και όχι βασικό στη Σχολή. Οι νεράιδες ήταν μία φυλή με απίστευτη ιστορία και άπειρες κατηγορίες που κυριολεκτικά ήθελες μία ζωή για να τις εξερευνήσεις.
Οι άνθρωποι του μη μαγικού κόσμου τις είχαν ενσωματώσει στις παραδόσεις τους, άλλοτε με καλή και άλλοτε μα κακή μορφή. Η αλήθεια όμως βρισκόταν κάπου στη μέση. Ο νεραϊδόκοσμος μπορούσε να γίνει επικίνδυνος αν ένιωθε απειλή από κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Μερικές φορές πλησίαζαν τους μάγους με σκοπό να τους πειράξουν, αλλά όχι με κακή πρόθεση.  Εκείνη τη νύχτα οι μικροσκοπικοί επισκέπτες ράντιζαν την αυλή της Επινουά με τις μυρωδάτες δροσοσταλίδες τους ποτίζοντας το χώμα και τα φύλλα των δέντρων και των φυτών με ένα άρωμα γιασεμιού ή υάκινθου.
Με τον Άλαν ανεβήκαμε στα δωμάτιά μας παλεύοντας να συγκεντρωθούμε προκειμένου να δημιουργήσουμε την προβολή πρώτου σταδίου. Εγώ άνοιξα το βιβλίο στην ανάλογη σελίδα και ξεκίνησα να διαβάζω προσεκτικά όλες τις οδηγίες αναλογιζόμενη ταυτόχρονα πού στο καλό είχε βρει ο Κέναρντ τη δύναμη να φτιάξει μία τόσο τέλεια προβολή σε σημείο να νομίζεις πως είναι μία ζωντανή ύπαρξη. Για την ακρίβεια ήταν και μάλιστα διέθετε την ικανότητα της σκέψης και της ομιλίας, ήταν αυτόβουλη. Εγώ, ωστόσο, είχα φθάσει στο σημείο απλώς να παρακαλάω να καταφέρω να πετύχω έστω μία σκιά του εαυτού μου, σε περίπτωση που με αναζητούσαν. Στήθηκα, λοιπόν, μπροστά από τον καθρέπτη και ξεκίνησα να απαγγέλω τα πρώτα λόγια, καλώντας ουσιαστικά την ψυχή μου να δημιουργήσει έναν κλώνο. Γύρω μου επικρατούσε νεκρική σιγή και εγώ έκλεισα τα μάτια μου, φέρνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του εαυτού μου καθαρή και λεπτομερή.
Κατόπιν, διοχέτευσα την ενέργεια, από μέσα μου στα άκρα του σώματός μου σε σημείο που ένιωσα, κάτι να τραβιέται και να γλιστρά έξω από εμένα, σαν να πετάγεται, σαν να προσπαθεί να δραπετεύσει. Όταν άνοιξα ξανά τα μάτια μου, ετοιμάστηκα να ουρλιάξω, καθώς μπροστά μου στεκόταν μία θολή Κένταλ. Έπρεπε επειγόντως να διοχετεύσω επιπλέον ενέργεια, προκειμένου να προσδώσω μία λάμψη στο φάντασμά μου και μία αληθοφάνεια. Καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, κατόρθωσα να εμφυσήσω στη σκιά μου λίγο χρώμα και ζωηράδα, ενώ τη διέταξα να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ευτυχώς το είδος της προβολής που έφτιαχνε κάποιος, δίχως να χωρίσει την ψυχή του, ήταν ορατό από τους άλλους, καθώς η προβολή του Κέναρντ που χρειάστηκε να κόψει κομμάτι του εαυτού του, ήταν αόρατο.
Ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, φόρεσα ένα δερμάτινο μπουφάν και έκλεισα πίσω μου την πόρτα κοιτάζοντάς την και χαϊδεύοντας το ξύλο σαν να ήταν η τελευταία μου φορά. Απόψε ίσως τερματιζόταν για πάντα η ύπαρξή μου και ήμουν απολύτως συνειδητοποιημένη γι’ αυτό. Με βαριά καρδιά βγήκα έξω από τον Οίκο των Γκρίζων, όπου με περίμενε ο Άλαν και η Κρίστι. Μαζί θα διακτινιζόμασταν, με εμένα να κατευθύνομαι στο νεκροταφείο και εκείνοι στο σταυροδρόμι των δύο χωριών.
Το Μούρκλιφ είχε χάσει κάτι από τη λάμψη του. Το φθινόπωρο είχε κάνει θριαμβευτική είσοδο μαραίνοντας τη φύση και απλώνοντας στους χωμάτινους δρόμους ένα χρυσοκίτρινο χαλί πεσμένων φύλλων. Εγώ αποχαιρέτησα τους δύο φίλους μου και πήρα το δρόμο για το νεκροταφείο του χωριού, που βρισκόταν σε μία κατηφόρα, έχοντας πρώτα διασχίσει ένα στενό ανάμεσα από τα σπίτια. Η ώρα ήταν περασμένη και τα παραδοσιακά μαγικά μαγαζιά και καφέ είχαν κλείσει. Καθώς βάδιζα, μνήμες ξεπετάγονταν άτσαλα με εμένα, τη μητέρα μου και τον αδερφό μου, να κρατάμε από ένα μαγικό κέικ παλεύοντας να μαντέψουμε τη γεύση του ή ένα γλυκό ευχών που του έδινες τη γεύση που εσύ επιθυμούσες. Δάκρυα θόλωσαν τα μάτια μου, καθώς πάλευα να βρω το στενό που οδηγούσε στην τελευταία τους κατοικία.
Παραπατώντας, άνοιξα τη μισοδιαλυμένη, σιδερένια πόρτα και προχώρησα παραμερίζοντας μερικά ξεραμένα αγριόχορτα. Τα μαγικά νεκροταφεία δεν είχαν καμία σχέση με τα ανθρώπινα. Δεν υπήρχαν τάφοι, μονάχα χώμα και ένα δοχείο γυάλινο στερεωμένο σε μία πλάκα, όπου περιείχε τις στάχτες του εκάστοτε νεκρού, καθώς όλοι οι μάγοι καίγονταν μετά θάνατον. Προχωρώντας, λοιπόν, κατόρθωσα να εντοπίσω και τα δικά τους, ενώ γέλασα πικρά όταν είδα πως τα επίθετα που αναγράφονταν επάνω δεν ήταν τα αληθινά, αλλά εκείνα που είχαν υιοθετήσει προκειμένου να κρατήσουν ασφαλείς εμένα και τον Γουίλ.
“Μανούλα μου” της ψιθύρισα κλαίγοντας σιωπηλά “Απόψε ίσως ανταμώσουμε, ποιος ξέρει; Μου έμαθες να πολεμώ για τις ιδέες μου, για το φως στην ψυχή μου και στον κόσμο. Αυτό ακριβώς θα κάνω, μαμά. Απόψε, θα κοιτάξω στα μάτια τον Θάνατο με θάρρος, όπως μου δίδαξε ο μπαμπάς, ο ήρωας μου ο παντοτινός. Σας αγαπώ και τους δύο και μου λείπετε, όμως γνωρίζω πως ακόμη και αν μας χωρίζει ο Παράδεισος, εσείς βρίσκεστε πάντοτε δίπλα μου σε κάθε μου βήμα. Ίσως και να άντλησα λοιπόν από εσάς το κουράγιο, για να διασχίσω την καταραμένη γη της Περιφέρειας… Εις το επανιδείν...” ήταν οι τελευταίες μου κουβέντες και με ένα μαντήλι καθάρισα τα δύο δοχεία από τα χώματα και τη βρωμιά της εγκατάλειψής τους.
Ωστόσο, στην επιστροφή και μόλις έκλεισα πίσω μου την πόρτα, παρατήρησα δύο νεαρούς με παράξενη αμφίεση να στέκονται και να συνομιλούν στο σοκάκι. Από την αύρα τους διάβασα πως ήταν Γκρίζοι, ωστόσο φαίνονταν μάλλον παραβατικά στοιχεία, από εκείνα που λυμαίνονται τις γειτονιές και δημιουργούν προβλήματα στους κατοίκους. Προσπάθησα να τους προσπεράσω μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία, ωστόσο ο ένας, με το χαμόγελο του νικητή αποτυπωμένο στο πρόσωπό του, μπήκε μπροστά μου κόβοντας τον δρόμο μου.
«Πού πηγαίνεις, λευκή ομορφιά; Να σε συνοδεύσουμε;» με ρώτησε.
«Μη με αγγίζεις» ήταν η μόνη απάντηση που του έδωσα, για να δω και τον άλλο να με πλησιάζει.
«Γιατί θυμώνεις και διεστρεβλώνεις τα απίθανα χαρακτηριστικά σου;» τον άκουσα να με ρωτά, μα εγώ πήγα να συνεχίσω τον δρόμο μου, για να νιώσω τον άλλο να πετάγεται πίσω μου και να μου αρπάζει τα χέρια κολλώντας με στον τοίχο. Αιφνιδιασμένη, του έστειλα ένα ξόρκι παράλυσης ρίχνοντάς τον κάτω, μα ο φίλος του οργισμένος ξεκίνησε να μου επιτίθεται. Πέντε λεπτά αργότερα και καθώς η ανταλλαγή ξορκιών μεταξύ μας συνεχιζόταν, ο νεαρός που είχα παραλύσει κατόρθωσε να συνέλθει εκτοξεύοντάς μου ένα ξόρκι στα πόδια, το οποίο δεν πρόλαβα να αποκρούσω, κάνοντάς τα βαριά και ασήκωτα και ακινητοποιώντας με.
«Τι θέλετε από εμένα; Δεν έχω λεφτά» τραύλισα για να τους δω να γελάνε.
«Ποιος σου είπε πως θέλουμε χρήματα; Να απολαύσουμε το κορμί σου θέλουμε» μου είπαν και εκείνη τη στιγμή μου κόπηκε η αναπνοή. Όχι, δεν μπορούσε να μου συμβαίνει εμένα αυτό.
Τρελαμένη ξεκίνησα να εκτοξεύω ξόρκια, ωστόσο η στασιμότητα των ποδιών μου δεν βοηθούσε καθόλου. Ο ένας με πλησίασε από πίσω και αρπάζοντας με βία το μαλλί μου, το τράβηξε και ξεκίνησε να με φιλά, ενώ ο άλλος είχε παραλύσει και τα χέρια μου.
«Σε ικετεύω, σταμάτα!» άρχισα να τον παρακαλάω κλαίγοντας.
«Μα αφού δεν σε πονάω, όχι ακόμη τουλάχιστον» μου ψιθύρισε πρόστυχα στο αυτί μου και το χέρι του βούτηξε κάτω από το φούτερ μου παλεύοντας να κινηθεί προς το στήθος μου.
Εκείνη τη στιγμή, είδα έναν μαύρο καπνό να διατρέχει το σοκάκι και να κυκλώνει τον έναν.
«Σάμχαϊν...» ψιθύρισε ο άλλος ελαφρώς τρομαγμένος.
Εκείνος που βρισκόταν πίσω μου, άξαφνα εκτοξεύτηκε στον τοίχο απέναντι και ευθύς, αίμα άλικο πλημμύρισε το στόμα του. Μπροστά μου, ο άυλος καπνός τεντώθηκε δίνοντας μορφή σε έναν οργισμένο Άινταν ο οποίος ήταν αποφασισμένος να μη δείξει τον παραμικρό οίκτο. Η μαύρη του κάπα μεταμορφώθηκε σε χιλιάδες λουριά με κεφάλι φιδιού που περικύκλωσαν τους δύο μάγους σφίγγοντάς τους, σε σημείο που τα κόκκαλά τους ήταν έτοιμα να σπάσουν.
«Συ-συγχώρεσέ μας» ψιθύρισαν, μα εκείνος με μάτια ολόμαυρα σαν κάρβουνα τους κοιτούσε με μίσος.
«Δεν θέλω ούτε να προφέρω τη λέξη αυτού που ετοιμαζόσασταν να κάνετε. Θα το πληρώσετε πολύ ακριβά, αφού πρώτα σας ταπεινώσω μπροστά της» τους είπε και με μία κίνηση, εξαφάνισε από πάνω μου το ξόρκι χαρίζοντάς μου την ελευθερία.
Δεμένους με τα λουριά σαν σκυλιά, τους έριξε μπροστά στα πόδια μου, ενώ με ένα ξόρκι τους ξεγύμνωσε εντελώς. «Εσείς δεν ονομάζεστε άνδρες» τους είπε και έχωσε το πρόσωπό τους στο έδαφος. «Ζητήστε της συγγνώμη τώρα!» τους ούρλιαξε μανιασμένα, ενώ εγώ έτρεμα αμίλητη και σοκαρισμένη με το ένα μου πόδι να αιμορραγεί κοντά στον αστράγαλο.
«Συ-συγγνώμη» είπαν και οι δύο κλαίγοντας γοερά και παλεύοντας να κρύψουν τα απόκρυφά τους με κάθε τρόπο.
Ο Άινταν χαμογέλασε σαρδόνια και κατόπιν μετέτρεψε τα λουριά σε σχοινιά και έδωσε εντολή να κρεμαστούν από τα πόδια σε ένα δέντρο ολόγυμνοι.
«Έχω ακούσει, πως κυκλοφορεί μία πεινασμένη αγέλη σκύλων εδώ κοντά. Είναι κρίμα να πάτε χαμένοι. Και αυτά πλάσματα του Θεού είναι» τους είπε ειρωνικά αφήνοντάς τους με το ξόρκι της παράλυσης να κλαίνε και να φωνάζουν κρεμασμένοι στο δέντρο.
Εν συνεχεία μου, έκανε σήμα να τον ακολουθήσω και οι δύο μας χαθήκαμε στα στενάκια. Για δευτερόλεπτα, δεν θα μπορούσα να νιώσω περισσότερο ασφαλής. Προχωρούσαμε σιωπηλοί, μέχρι που φθάσαμε έξω από την έπαυλή του, αλλά εκείνος δεν μου έδωσε την άδεια να μπω. Με μία κίνηση έσκυψε μπροστά μου ακουμπώντας το χέρι του στην πληγή μου και εξαφανίζοντάς την, ενώ ταυτόχρονα αντιλήφθηκε το τρέμουλο του κορμιού μου.
«Δεν χρειάζεται να τρέμεις άλλο, Λευκή. Δεν κινδυνεύεις από αυτούς πια» μου είπε και γύρισε για να φύγει. «Το χρέος μου απέναντί σου το ξεπλήρωσα» ήταν η τελευταία του κουβέντα, προτού χαθεί μαραζωμένος στα δικά του σκοτάδια.



Ιφιγένεια Μπακογιάννη