Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.3.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 21)

Βιολέτα

Μετά την κατά λάθος εξομολόγηση του Απόλλωνα για πεθερικά και γάμους, βγήκαμε από το δωμάτιο που του είχε παραχωρηθεί και κατευθυνθήκαμε προς τα βασιλικά διαμερίσματα. Αυτά, όπως μας πληροφόρησε ο υπηρέτης, βρίσκονταν στον τελευταίο όροφο. Στην πραγματικότητα, όλος ο τρίτος όροφος ανήκε στη βασιλική οικογένεια. Δεδομένης της κατάστασης, σε αυτά έμενε μόνο ένας, ο πατέρας μου. Τα διαμερίσματά του ήταν το πιο εντυπωσιακό είχα δει μέσα στο παλάτι. Ποιον κοροϊδεύω; Δεν είχα ξαναδεί πιο ωραίο δωμάτιο στη ζωή μου. Βαριά ξύλα, μετάξι και κόκκινο βελούδο πρόδιδαν τη θέση του κατόχου τους. Στην αριστερή πλευρά υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη φορτωμένη από πάνω μέχρι κάτω με βιβλία κάθε λογής. Πέρασα γρήγορα από μπροστά ψηλαφώντας τις ράχες των βιβλίων με τα δάχτυλά μου και εισπνέοντας το άρωμα των βιβλίων.
Φεύγοντας από τη βιβλιοθήκη, μπήκαμε στο δωμάτιο των συσκέψεων. Ένα μεγάλο γραφείο βρισκόταν μπροστά από δύο παράθυρα. Οι κουρτίνες, οι οποίες είχαν σκούρο μπορντό χρώμα με κεντημένους από χρυσή κλωστή φοίνικες, ήταν ερμητικά κλειστές.. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν έγγραφα και φυσικά ένα μελανοδοχείο με ένα φτερό καθώς και η βασιλική σφραγίδα. Πλησίασα το γραφείο και άρπαξα τη σφραγίδα για να την περιεργαστώ. Ήταν ένας φοίνικας, το έμβλημα του βασιλείου, που συμβόλιζε την αιωνιότητα. Όπως ένας φοίνικας πεθαίνει και αναγεννιέται από τις στάχτες του, έτσι και το βασίλειο. Άφησα τη σφραγίδα και απομακρύνθηκα, όμως ήταν ήδη αργά. Τα δάχτυλα θυμόντουσαν κάθε πτυχή της. Η απόφαση πάρθηκε εκείνη τη στιγμή και ένα κομμάτι του μέλλοντος ξεκλειδώθηκε και έπεσε στα λάθος χέρια.

Από τα διαμερίσματα δε θα μπορούσε να λείπει το δωμάτιο πολέμου όπου είχε εξοπλισμό όπως πανοπλίες και όπλα καθώς και διάφορους χάρτες απλωμένους. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τη γεωγραφία της Άλλης Γης οπότε αποφάσισα να ρίξω μια καλύτερη ματιά στο χάρτη. Προς μεγάλη μου έκπληξη, υπήρχαν τρία βασίλεια, του φοίνικα, του δράκου και του λωτού. Άρχισα στο μυαλό μου να καταγράφω τα χαρακτηριστικά των βασιλείων και οι σκέψεις μου πήραν ένα απρόσμενο μονοπάτι. Το μεγαλύτερο βασίλειο ήταν το δικό μας. Ήταν στα χρόνια της ακμής του μα βρισκόταν σε πεδιάδα, κάτι που σήμαινε πως ήμασταν ευάλωτοι. Το βασίλειο του δράκου, το δεύτερο σε μέγεθος, βρισκόταν πάνω σε βουνά. Κακοτράχαλα εδάφη και δυσπρόσιτες περιοχές χαρακτήριζαν το συγκεκριμένο βασίλειο. Ήταν δηλαδή απόρθητο και επικίνδυνο για κάποιον που δε γνώριζε τα εδάφη. Το βασίλειο του λωτού ήταν το πιο μικρό από όλα. Βρισκόταν κοντά σε μια λίμνη μέσα στο δάσος. Υπήρχε κάτι το σαγηνευτικό στο βασίλειο του λωτού. Ίσως έφταιγε το γεγονός πως ήταν δυσπρόσιτο και κρυμμένο σε πυκνά δάση. Για πόσο καιρό ακόμη θα μας άφηναν να ακμάζουμε πριν θελήσουν τις περιοχές μας;

Απρόθυμα άφησα πίσω την αίθουσα πολέμου και πέρασα το δωμάτιο ντουλάπα χωρίς να του δώσω την παραμικρή σημασία. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχαν δύο κλειστές ξύλινες πόρτες. Επιτέλους, θα έβλεπα τον μπαμπά μου. Ακούμπησα το πόμολο, στο οποίο υπήρχε ένας ακόμη φοίνικας, όπως και σε άλλα σημεία του ορόφου, στους τοίχους, τις ταπετσαρίες ακόμη και στα χαλιά και τα έπιπλα. Το έμβλημα δέσποζε παντού και μαζί με τα σκούρα χρώματα και την πολυτέλεια προκαλούσε μια αίσθηση φόβου και υπερβολής. Άνοιξα την πόρτα σταματώντας να καθυστερώ και μπήκα μέσα ευχαριστώντας την τύχη μου που δεν υπήρχε ούτε ένας φύλακας στα βασιλικά διαμερίσματα. Αμέσως, η μυρωδιά του βερνικιού κατέκλυσε τα ρουθούνια μου. Όλα τα έπιπλα άλλωστε ήταν από σκούρο καφέ ξύλο, γεγονός που δικαιολογούσε το βερνίκι καθώς και το αίσθημα που μου γεννούσε το δωμάτιο. Ένιωθα παγιδευμένη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με πνιγηρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα και άθελά μου ένιωσα μια τάση φυγής.

Αντί να παραδοθώ στα άσχημα συναισθήματα που προκάλεσε το δωμάτιο, κάθισα απαλά στο κρεβάτι και παραμέρισα τις κόκκινες κουρτίνες. Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά του και ύστερα του χάρισα ένα χάδι στο μάγουλο. Ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό μου και προσγειώθηκε στα χείλη του. Εκείνος, γεύτηκε την αλμύρα των δακρύων μου και άνοιξε τα μάτια του. Στην αρχή διέκρινα την έκπληξη στο βλέμμα του. Ήταν δύσκολο να καταλάβω αν με αναγνώριζε ή όχι. Για μερικές στιγμές που φάνταζαν αιωνιότητα, μείναμε να κοιταζόμαστε ακίνητοι, ο καθένας με διαφορετικές σκέψεις και συναισθήματα. Πρώτος έσπασε την οπτική επαφή εκείνος, μα μόνο για να με αγκαλιάσει με όλη του τη δύναμη και να ξεσπάσει και ο ίδιος σε κλάματα. Μείναμε αγκαλιασμένοι σε ένα σφικτό κουβάρι σωμάτων να κλαίμε ο καθένας για άλλους λόγους. Εκείνος έκλαιγε από συγκίνηση ίσως που με ξαναείδε, που με θυμήθηκε. Εγώ πάλι έκλαιγα, επειδή αυτή ήταν πιθανότατα η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα. Για εμένα η αγκαλιά μας ήταν ένα αντίο.

«Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Ήρθα για να βάλω ένα τέλος σε όλα αυτά. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Άκου αυτά που θα σου πω και γράψε τα κάπου μετά. Είναι ανάγκη να τα θυμάσαι. Σε μερικές μέρες είναι η αλλαγή. Θα εισβάλω στον χώρο και θα τους εξουδετερώσω. Θα τους κάνω να πληρώσουν για όσα σου έκαναν και όσα έχουν κάνει σε τόσους ανθρώπους τόσα χρόνια. Θα λύσω τα μάγια και θα σε γυρίσω στο σπίτι. Θα βρεις τη μαμά και τον νονό που είναι ήδη εκεί και κρύβονται. Αν ρωτήσει κανείς, θα πεις ότι είμαι σε νοσοκομείο της Ελβετίας με άγνωστο μικρόβιο. Θα αναλάβω εγώ τα ηνία του βασιλείου και εσύ θα ζήσεις ευτυχισμένος με τη μαμά. Με ακούς;»

«Μεγάλωσες τόσο πολύ. Έγινες μια γενναία και πανίσχυρη νεαρή γυναίκα. Είμαι πολύ περήφανος για εσένα».

«Πρέπει να φύγω. Έχω να καταστρώσω ένα σχέδιο εξόντωσης των αρχόντων. Μην τα ξεχάσεις αυτά. Αντίο, μπαμπά. Σε αγαπάω πολύ».

«Και εγώ σε αγαπάω, μωρό μου. Να προσέχεις και να ξέρεις πως θα είμαι πάντα εδώ για εσένα». Έκανα μεταβολή και εξαφανίστηκα πριν με πιάσουν πάλι τα κλάματα. Γαμώτο, γιατί πρέπει οι αποχαιρετισμοί να είναι τόσο δύσκολοι;

Βγήκα με ταχύ ρυθμό από το δωμάτιο και έριξα μια τελευταία ματιά στον χώρο που σύντομα θα αποκαλούσα δωμάτιό μου. Στη βάση της σκάλας με περίμεναν τρείς φιγούρες, ο Απόλλωνας, ο γέρος υπηρέτης και εγώ η ίδια, ή τουλάχιστον μια απομίμησή μου, ένας παλιός εαυτός μου. Σκούπισα τα δάκρυά μου και κατέβηκα τις σκάλες. Ο Απόλλωνας πήγε να μιλήσει, αλλά έκλεισε το στόμα του όταν ακούστηκαν τα πρώτα βήματα. Πρώτα αχνά ύστερα έντονα και βαριά. Ακούστηκε ο γνώριμος πλέον ήχος ενός σφυρίγματος και φρουροί μαζεύτηκαν στον δεύτερο όροφο. Τα ποδοβολητά τους πρέπει να ξεσήκωσαν όλο το παλάτι. Από κάθε γωνιά, δωμάτιο και σκάλα έρχονταν νέα κύματα φρουρών.

Έκλεισα τα μάτια για να γυρίσω τον χρόνο ένα λεπτό πριν, ώστε να αποφύγουμε την επικείμενη καταστροφή όμως δεν έγινε απολύτως τίποτα. Δεν ένιωσα κανένα μυρμήγκιασμα, δεν είδα καμία λάμψη. Είχα εξαντλήσει όλα μου τα αποθέματα ενέργειας. Δεν μπορούσα να τους πολεμήσω ούτε να γυρίσω πίσω τον χρόνο. Κοίταξα γύρω μου ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο σημείο διαφυγής. Ένα παράθυρο ήταν ό,τι χρειαζόμουν, μα ολάκερος ο διάδρομος του δευτέρου ορόφου δεν είχε ούτε ένα. Έπρεπε να ανέβουμε ξανά επάνω.

«Τρέχα». Φώναξα στον Απόλλωνα και, αφού κρατήσαμε ο καθένας από έναν άνθρωπο για να πάμε πιο γρήγορα, ανεβήκαμε τις σκάλες. Με μια κίνηση γκρέμισα τα δέκα τελευταία σκαλιά εγκλωβίζοντας τους στρατιώτες στον κάτω όροφο. Θα μας εξασφάλιζε μερικά λεπτά, αρκετά για να εξαφανιστούμε. Αποκαμωμένη πια σωριάστηκα στο πάτωμα. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν εντελώς και ένιωσα μια γλυκιά ζάλη να με τυλίγει. Τα βλέφαρά μου βάρυναν και ανίκανη να πολεμήσω τη νύστα και την εξάντληση, παραδόθηκα στον ύπνο.

Απόλλωνας

Δεν ήξερα τι ένιωθα εκείνη τη στιγμή περισσότερο από όλα, απόγνωση ή θυμό; Ό,τι και αν ήταν πάντως, εκφράστηκε με ένα δυνατό σεισμό που ταρακούνησε το παλάτι και έριξε στο έδαφος πολλούς φρουρούς. Πέτρες άρχισαν να πέφτουν και η σκάλα διαλύθηκε ακόμη περισσότερο. Το βουητό με επανέφερε και με έκανε να δω τι προκαλούσαν οι δυνάμεις μου, τώρα που τις είχα αφήσει ξανά ανεξέλεγκτες. Αμέσως σταμάτησα τον σεισμό και σήκωσα στον αέρα τον υπηρέτη και τις δύο κοπέλες και άνοιξα το παράθυρο. Τους κατέβασα κάτω προσπαθώντας ταυτόχρονα να μη σκέφτομαι τη φυλακισμένη Βιολέτα. Ήταν το ίδιο πρόσωπο με την κοπέλα μου, μα ο χρόνος είχε επιδράσει αρνητικά πάνω της. Είχε μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια, ζαρωμένο και βρώμικο δέρμα, χαρακωμένο σώμα.

Ένα ρίγος με διαπέρασε άθελά μου, όταν είδα πως θα ήταν το μέλλον, αν αποτυγχάναμε για δεύτερη φορά. Εγώ θα πέθαινα και εκείνη θα κατέληγε χιλιοχτυπημένη και δεμένη στα μπουντρούμια του ίδιου της του παλατιού με τον πατέρα της ακριβώς από πάνω να μην τη θυμάται και να μην κάνει τίποτα να τη σώσει. Ίσως ο θάνατος να μην ήτα τελικά η χειρότερη μοίρα.

Αφού εξασφάλισα την ασφαλή διαφυγή όλων, σκαρφάλωσα στο παράθυρο και πήδηξα στο κενό. Λίγα δευτερόλεπτα πριν από τη συντριβή, άφησα τον αέρα να με προσγειώσει μαλακά στο έδαφος. Η ξαφνική έκρηξη αδρεναλίνης ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμουν για να μας φυγαδεύσω εγκαίρως. Έτρεξα προς την πύλη, μα όπως ήταν φυσικό, οι φύλακες είχαν φτάσει εκεί πολύ πριν από εμένα. Έπρεπε να βγω από αλλού και η εναλλακτική δε με ενθουσίαζε καθόλου. Πλησίασα απρόθυμα την τάφρο και σήκωσα και τον εαυτό μου στον αέρα. Αφού έστειλα μια βουβή προσευχή στο άγνωστο, έδωσα μια γερή ώθηση και γρήγορα βρεθήκαμε πάνω από την τάφρο. Λίγα ακόμη δευτερόλεπτα και θα ήμασταν έξω. Τα είχα καταφέρει. Μετά έμενε μόνο να βρω ένα μέρος να μείνουμε. Το σπίτι μας δεν ήταν πια ασφαλές.

Από το μυαλό μου άρχισαν να περνούν διάφορα μέρη που θα μπορούσαμε να περάσουμε λίγες μέρες. Στην αρχή, σκέφτηκα τη μητέρα μου, μα η Βιολέτα δεν την εμπιστευόταν. Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν πως δεν υπήρχαν μόνο σκοτεινοί άρχοντες, υπήρχαν και φωτεινοί και η μητέρα μου θα μας βοηθούσε. Αν πήγαινα όμως, μόλις ξυπνούσε θα με παρατούσε και θα έφευγε. Το πιθανότερο ήταν πως θα είχα λιγότερο από μια βδομάδα να περάσω μαζί της και ήθελα να την κάνω χαρούμενη και να τη βοηθήσω. Να της αφήσω όμορφες αναμνήσεις όχι τσακωμούς και δάκρυα. Άρα, η μητέρα μου δεν αποτελούσε τη σωστή επιλογή. Έπρεπε να πάω κάπου αλλού. Πού όμως;

Δεν είχα καθόλου φίλους, τουλάχιστον όχι άξιους εμπιστοσύνης. Βασικά, είχα έναν, μα δεν ήταν φίλος ακριβώς. Είχε ένα πανδοχείο κρυμμένο μέσα στο δάσος. Στο πανδοχείο του όλοι οι πελάτες ήταν πάντα μεθυσμένοι, τόσο που ούτε θα καταλάβαιναν την άφιξή μας. Ο γερο-Πειρατής μπορούσε να μας βοηθήσει κιόλας. Την επομένη κιόλας, όλοι οι ένοικοι θα είχαν εξαφανιστεί και θα ύψωνα και πάλι τοίχο προστασίας. Θα τον αποζημιώναμε μετά για τη ζημιά που θα προκαλέσουμε διώχνοντας όλους τους πελάτες του. Αν μη τι άλλο, τα δωμάτια ήταν καθαρά και το μέρος πολύ κοντά. Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο μου άρεσε η εναλλακτική.

Έδωσα άλλη μια γερή σπρωξιά και μας οδήγησα κατευθείαν μέσα στο δάσος. Δύο απανωτές στροφές προς τα δεξιά και μια αριστερά και το πανδοχείο ξεπρόβαλλε πίσω από χοντρούς κορμούς δέντρων. Η βλάστηση ήταν πυκνή και κισσός είχε καλύψει σχεδόν όλη την πρόσοψη του κτιρίου. Πήγα από την πίσω πλευρά, γνωστή μόνο σε μια χούφτα άτομα και χτύπησα επτά φορές. Ο γερο-Πειρατής μου άνοιξε ξαφνιασμένος.

«Παλικάρι μου, τι κάνεις εδώ;»

«Δεν είναι ώρα για συζητήσεις, Πειρατή. Χρειάζομαι τρία δωμάτια και αν γίνεται ησυχία. Για τις επόμενες τρεις μέρες είναι επιτακτική ανάγκη να μείνουμε εδώ και δεν πρέπει να μας δει κανείς».

«Που έμπλεξες πάλι, αγόρι μου; Νόμιζα πως είχες ξεμπερδέψει με τις βρωμοδουλειές».

«Μην ανησυχείς, Πειρατή. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Βρίσκομαι εδώ με την πριγκίπισσα. Ήρθε για να μας σώσει όλους».

«Επιτέλους. Χρόνια περίμενα να έρθει η σωστή στιγμή. Μπράβο σου, παλικάρι μου. Μεγάλη μου τιμή να βοηθήσω τη μεγαλύτερη ηγέτιδα που θα γνωρίσει τούτος ο τόπος».

«Ξέρεις;»

«Παρά τα γηρατειά, οι δυνάμεις μου δε με εγκατέλειψαν εντελώς. Δεν μπορώ να τα βλέπω κατά βούληση και με κουράζουν πολύ μα το έχω δει. Τούτη εδώ η μικρή τσούπρα είναι η σωτηρία του βασανισμένου τόπου».

«Δηλαδή θα μας βοηθήσεις;»

«Περίμενε εδώ». Ο γερο-Πειρατής μπήκε μέσα και σφύριξε δυνατά. Ακούστηκαν φασαρίες και κραυγές. Μερικές βρισιές και ποτήρια να σπάνε, μα τελικά η πόρτα άνοιξε και οι θαμώνες έφυγαν ο ένας μετά τον άλλο αφήνοντας τον χώρο ακατάστατο μα έρημο. Μπήκα μέσα προτού σωριαστώ και εγώ στο πάτωμα και άφησα τον γέρο υπηρέτη και τη Βιολέτα τον καθένα σε άλλο δωμάτιο. Ύστερα πήρα αγκαλιά το κορίτσι μου και την ακούμπησα απαλά στο κρεβάτι. Ξάπλωσα δίπλα της και κοιμήθηκα δευτερόλεπτα πριν από την ανατολή του ηλίου. Αύριο θα ήταν μια καινούρια μέρα γεμάτη με πράγματα να κάνουμε, μα για τώρα, ο ύπνος ήταν η μόνη μου έγνοια.


Έλενα Παπαδοπούλου