Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 24)


Βιολέτα
Λίγο πριν τελειώσουν τα δεκαπέντε λεπτά που μας είχε παραχωρήσει η Βιολέτα, για να αφομοιώσουμε τον τεράστιο όγκο πληροφοριών, αποφασίσαμε πως θα είχαμε χρόνο μετά τη μάχη, εκείνος να θρηνήσει και εγώ να τον στηρίξω, αφού θα είχα απαλλαγεί από πολλά από τα δικά μου βάρη. Ανοίξαμε την πόρτα και κλείνοντάς τη, σαν να σφραγίσαμε μαζί με το δωμάτιο όσα είχαμε μάθει.
Για τα επόμενα εικοσιτετράωρα, το μόνο που είχε σημασία ήταν η προετοιμασία για την τελική αναμέτρηση με τους άρχοντες. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες και, ενώ η μάχη έκανε τα σωθικά μου να σφίγγονται, το μυαλό μου άρχισε νωχελικά να παρατηρεί το άγνωστο μέρος γύρω μου. Ήταν ένα απλό κτίσμα, αρκετά παλιό μάλιστα όπως μαρτυρούσε το κιτρίνισμα στους τοίχους και οι διάσπαρτες ρωγμές. Παντού κυριαρχούσε το ξύλο ενώ η μυρωδιά της μούχλας και του αλκοόλ κάλυπτε κάθε γωνία. Μα καλά, πού μας είχε φέρει ο Απόλλωνας;
Σαν βγήκαμε έξω όμως, άλλαξε η ιδέα που είχα σχηματίσει. Το πανδοχείο βρισκόταν κρυμμένο χάρη στα πανύψηλα δέντρα που φύτρωναν γύρω του. Βρισκόμασταν σε ένα πυκνό δάσος, γεμάτο με καταπράσινα αιωνόβια δέντρα. Ανάμεσα σε δύο από αυτά βρισκόταν το πολυκαιρισμένο κτίριο. Σε αρκετά σημεία, οι τοίχοι και οι κορμοί εφάπτονταν. Ο Πειρατής, όπως είχα ακούσει τον Απόλλωνα να τον λέει, πρέπει να είχε ψάξει πολύ για να βρει ένα μέρος που θα έμενε κρυφό για τα λάθος άτομα και γνωστό για τα σωστά. Αναρωτήθηκα στιγμιαία ποια ήταν άραγε τα σωστά άτομα. Αν έκρινα από την κατάσταση του εσωτερικού, θα έλεγα κυρίως άντρες που συνήθιζαν να έρχονται εδώ για να πιούν. Ίσως να παίξουν τυχερά παιχνίδια. Μερικοί μπορεί και να έμεναν εδώ, μα απ’ ό,τι κατάλαβα, το μέρος ήταν δικό μας για τις επόμενες κρίσιμες μέρες.
Συναντήσαμε τον προηγούμενο εαυτό μου κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά και μόλις μας είδε, κοίταξε προκλητικά το ρολόι της και κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι. Δεν το περίμενε πως θα φτάναμε στην ώρα μας χωρίς να χρειαστεί να μας σύρει από το δωμάτιο. Αυτό με γέμισε χαρά. Μου άρεσε να διαψεύδω τις αρνητικές προβλέψεις που έκαναν οι άλλοι για εμένα. Μου έδινε μια αίσθηση ικανοποίησης να τους προκαλώ έκπληξη πραγματοποιώντας κάτι που θεωρούσαν αυθαίρετα πως δεν μπορούσα να κάνω. Εκτός αυτού, παρά τα όσα είχε περάσει και παρά το γεγονός πως ήμασταν το ίδιο άτομο, με νευρίαζε η συμπεριφορά της. Δεν την άντεχα όταν μας ειρωνευόταν και έκανε πως ήταν καλύτερη από εμάς. Ξέραμε πολύ καλά πως ήμασταν όλοι στην ίδια κατάσταση, βουτηγμένοι μέχρι τον λαιμό στα… Στις δυσκολίες και τα προβλήματα.
«Έτοιμοι» απάντησα με ένα προκλητικό ύφος που λίγες φορές πλέον χρησιμοποιούσα.
«Το βλέπω. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Αν είχαμε περισσότερο χρόνο, τώρα θα κάνατε κοιλιακούς και θα σκαρφαλώνατε στα δέντρα, μα δεν έχουμε. Δε θέλω να κουράσω τους μύες σας, ούτε να σπαταλήσω πολύτιμη ενέργεια. Οπότε θα αρκεστώ να σας βοηθήσω με τις δυνάμεις σας».
«Δε νομίζω πως θα άντεχα σκαρφαλώματα και άλλα παρόμοια ούτως ή άλλως» είπα και εννοούσα πως στην πραγματικότητα σιχαινόμουν τέτοιους είδους ασκήσεις. Προτιμούσα τη συντροφιά ενός καλού βιβλίου παρά τη συντροφιά χώματος, βρωμιάς και μελανιασμένων άκρων, γιατί ήταν σίγουρο πως θα έπεφτα.
«Ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα. Απόλλωνα, εσύ ξέρεις να ελέγχεις τις δυνάμεις σου και μάλιστα πολύ καλά, οπότε δε νομίζω πως κινδυνεύεις άμεσα από κάτι πέρα από τη μητέρα σου, αλλά θα το φροντίσω εγώ. Θα βοηθήσουμε λοιπόν τη δεσποινίδα».
«Στις διαταγές σου» ειρωνεύτηκε. Ούτε σε εκείνον άρεσε το γεγονός ότι ήταν τόσο αυταρχική και εκτόξευε εντολές σε όλους μας παριστάνοντας τον αρχηγό. Του έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα και επέστρεψε στο γνωστό της ύφος.
«Πριν ξεκινήσουμε, πρέπει να ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκεσαι. Τι έχεις μάθει να ελέγχεις ως τώρα;»
«Σχεδόν τα πάντα έχω μάθει. Στα στοιχεία είχα καλό δάσκαλο και στα υπόλοιπα έχω κάνει μεγάλη πρόοδο μόνη μου. Έχω διαβάσει σκέψεις, έστω και κατά λάθος, έχω δημιουργήσει αντίγραφα και έχω χειριστεί αρκετά καλά τον χρόνο. Το μόνο που μου έχει μείνει είναι να πάρω τις δυνάμεις κάποιου και η ανάσταση».
 «Δηλαδή έχεις επηρεάσει το σώμα και τη συμπεριφορά κάποιου; Αυτό είναι τέλειο».
«Αναφορικά με αυτές τις δυνάμεις, σκέφτηκα, δηλαδή ο Απόλλωνας σκέφτηκε και εγώ συμφώνησα, πως δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν, διότι καταπατούν κάθε έννοια ελεύθερης βούλησης. Είναι άνθρωποι και έχουν δικαιώματα τα οποία θα σεβαστώ, ειδικά από τη στιγμή που περιμένω να με υπακούσουν και να με δεχτούν σαν βασίλισσα. Πρέπει να δουν την αλλαγή για την οποία μιλάω, αλλιώς δεν έχει νόημα».
«Σου δόθηκαν για κάποιο λόγο και πρέπει να τις χρησιμοποιήσεις. Εξάλλου, εκτός του ότι είναι για καλό σκοπό, θα βλάψεις λίγους και θα ωφελήσεις χιλιάδες». Κοίταξα τον Απόλλωνα μα παρέμενε αδιάλλακτος, οπότε κούνησα και εγώ το κεφάλι μου αρνητικά. Το υποσυνείδητό μου άρχισε να με κοροϊδεύει πως είχα ήδη γίνει μια από τις γυναίκες που κορόιδευα, αυτές που υποτάσσονταν στους άντρες τους. Όμως η αλήθεια ήταν πως δεν είχα πειστεί από τους ενδοιασμούς του. Δε με ένοιαζε αν είχαν λογική βάση ή αν ήταν ανήθικο να τις χρησιμοποιήσω. Με ένοιαζε πως αν το έκανα, θα τον απογοήτευα. Πάντα θαύμαζε το εύρος των δυνατοτήτων και των δυνάμεών μου και δεν ήθελα να προδοθεί και να χάσει την πίστη του.
«Δε θα ξεκινήσω τη βασιλεία μου με τέτοιους όρους. Δε θέλω να γίνω όμοια με όσους πολεμώ. Είμαι σίγουρη πως η Αρετή δε δίστασε να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις της και είμαι σίγουρη πως της φάνηκαν ιδιαίτερα εξυπηρετικές, μα εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Θέλω να βοηθήσω όσο τίποτε άλλο τους ανθρώπους της Άλλης Γης, εσένα και στην τελική εμένα την ίδια, μα δεν είναι καθόλου σωστό».
«Βιολέτα, άκουσέ με» είπε τώρα φανερά εκνευρισμένη. «Θα αναγκαστείς να τις χρησιμοποιήσεις και τη φωτιά, και ας το υποσχέθηκες στον εαυτό σου ή τον αγαπημένο σου. Μιλάμε για πόλεμο. Είμαστε σε ένα πόλεμο εδώ και χρόνια. Σκέψου όσα πέρασες εξαιτίας τους. Μάλλον μη σκεφτείς θα σου πω εγώ. Εξαιτίας τους έφυγε ο πατέρας σου από εδώ και έτσι φορτώθηκες εσύ τις δυνάμεις των υπολοίπων και μαζί τους όλο το χρέος και το βάρος στην πλάτη σου. Είσαι το πιο ισχυρό άτομο στην ιστορία, διότι η εξουσία τους ήταν τυραννική και οδήγησαν τους προκάτοχους των δυνάμεων σε φυγή. Δεν άντεξαν, παρέδωσαν τα όπλα τους και τράπηκαν σε φυγή, κάτι που εσύ δε θα μπορέσεις ποτέ να κάνεις.
Τα δώρα δεν επιστρέφονται. Μια ζωή θα βάζεις πάνω από όλα το καθήκον. Σου πήραν τη ζωή σου στην πατρίδα σου, οι γονείς σου μέχρι και ονόματα άλλαξαν τάχα για να ταιριάξουν, ύστερα σου πήραν στο μπαμπά, τις μνήμες και κάθε ευκαιρία για φυσιολογική ζωή. Οι σχέσεις σου με τη μητέρα σου άλλαξαν, έτσι δεν είναι; Δε σε κοιτούσε στα μάτια. Ήταν μπλε βλέπεις σαν του μπαμπά σου. Πόνεσαν οι γονείς σου και εσύ. Μα δεν τελειώνει εκεί. Πόνεσε ο φίλος σου, διότι μην εξαπατάς τον εαυτό σου πως δε φταίνε εκείνοι για τα μπλεξίματά του. Πόνεσε, επειδή του πήραν τη μητέρα και δε γνώρισε πατέρα. Ο νονός σου πόνεσε φυλακισμένος σε ένα κελί. Του σκότωσαν την οικογένεια. Με βλέπεις εμένα πώς είμαι τώρα, έτσι; Κλεισμένη δύο χρόνια σε ένα κελί μόνη μου με μόνη συντροφιά τα ποντίκια και τον νονό μου δίπλα μου να υποφέρει και εγώ να μην μπορώ να κάνω τίποτα απολύτως για να τον βοηθήσω. Έχασα τους πάντες και τα πάντα. Με κακοποίησαν, με χτύπησαν, μα δε με άγγιζε τίποτα πια. Οι τύψεις μου έφαγαν την ψυχή. Δε θέλεις να καταλήξεις σαν και εμένα, έτσι δεν είναι; Μήπως εσύ, μορφονιέ, θέλεις να πεθάνεις και η Βιολέτα να βρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση;» Το ύφος της πετούσε φωτιές και μαρτυρούσε πως δε θα έπαιρνε το όχι για απάντηση.
«Τίποτα δεν αλλάζει το πόσο λάθος είναι» είπε μένοντας σταθερός στις απόψεις του. Εγώ πάλι είχα αρχίσει να αμφιβάλλω. Από τη μια ήταν η αγάπη μου για τον Απόλλωνα και ο σεβασμός που έτρεφα για εκείνον. Όμως από την άλλη, ήξερα με ποιον είχα να κάνω και ούτε εκείνοι θα έπαιζαν τίμια και καθαρά. Ίσως να μάθαινα να τις ελέγχω και να τις χρησιμοποιούσα μόνο σε μια ύστατη ανάγκη.
«Έχει δίκιο. Δε θα το κάνω» είπα με όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη πειστικότητα. Όταν με κοίταξε η Βιολέτα τις είπα τηλεπαθητικά πως θα το έκανα, αλλά κρυφά από εκείνον. Καλύτερα απογοητευμένος παρά νεκρός, σκέφτηκα. Ξεφύσησε αγανακτισμένη, παίζοντας και εκείνη στο θέατρο του παραλόγου και με κοίταξε.
«Πολύ καλά. Πρέπει να αριστεύσεις σε όλα τα υπόλοιπα για να προστατευτείς από την αδυναμία σου. Θέλω να μου δείξεις πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις ταυτόχρονα».
Ανασκουμπώθηκα και πήρα μια βαθιά ανάσα. Στην αρχή ξεκίνησα με μια ριπή ανέμου η οποία όλο και δυνάμωνε. Σταδιακά η γη ξεκίνησε να δονείται ανεπαίσθητα και μετά πιο ισχυρά. Μαζί με τον αέρα, άρχισα να στροβιλίζω και σταγόνες νερού που μάζεψα από φυτά και δέντρα που υπήρχαν σε αφθονία γύρω μου. Με ευκολία χειριζόμουν πλέον τα στοιχεία και διστακτικά δοκίμασα να εμφανίσω μια μικρή φλόγα στο χέρι. Κράτησα τα συναισθήματά μου επίπεδα ξέροντας πόσο ευάλωτος ήταν ο χειρισμός της φωτιάς σε εναλλαγές της διάθεσης. Πράγματι, η φλόγα παρέμεινε υπάκουη μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία. Με μια κίνηση έπαυσαν όλα. Ο αέρας σταμάτησε να φυσά, το νερό επέστρεψε στους ιδιοκτήτες του, η φωτιά εξαφανίστηκε και η γη ησύχασε και επέστρεψε στον βαθύ ύπνο της. Χαμογέλασα ευχαριστημένη. Μα πάγωσα όταν κοίταξα τα δύο άτομα απέναντι μου. Ο Απόλλωνας ήταν περήφανος, το έβλεπα στο βλέμμα του, μα ο άλλος μου εαυτός με κοιτούσε πολύ περίεργα, σαν να επρόκειτο να συμβεί κάτι τα επόμενα δευτερόλεπτα και το ήξερε μονάχα εκείνη.
«Τι έγινε; Έκανα κάτι λάθος;» ρώτησα ανήσυχη.
«Όχι. Όλα τα έκανες μια χαρά και με περίσσεια άνεση μπορώ να πω. Σε δίδαξαν καλά».
«Τότε γιατί με κοιτάς με τέτοιο τρόπο;»
«Γι’ αυτό». Μόλις το είπε ένας οξύς πόνος στο κεφάλι με έριξε στα γόνατα. Τα αυτιά μου βούιζαν και σταδιακά κάθε ήχος εξαφανίστηκε. Άλλος ένας διαπεραστικός πόνος με έκανε να ουρλιάξω και έχασα κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Δεν ένιωθα απολύτως τίποτα. Δεν έβλεπα, δεν άκουγα. Δεν ήταν συνηθισμένο όραμα. Δεν ξεκινούσε απαλά ούτε είδα κάτι αμέσως. Αντίθετα ήταν ιδιαίτερα επίπονο και έμεινα ακίνητη ανήμπορη να νιώσω οτιδήποτε για τόση ώρα που μου φάνηκε αιώνας. Μια εικόνα άρχισε να σχηματίζεται σταδιακά μετά από λίγο και ένιωσα μια πρωτόγνωρη ανακούφιση. Ένα δυνατό όραμα είναι μόνο, προσπάθησα να καθησυχάσω τα τεντωμένα νεύρα μου. Η εικόνα επιτέλους ξεκαθάρισε. Το όραμά μου έδειχνε μάλλον το μέλλον σε αντίθεση με τα προηγούμενα που έδειχναν παρά μόνο σκηνές από το παρελθόν μου, γεγονότα που δεν ήμουν πια σε θέση να θυμηθώ.
Βρισκόμουν στο παλάτι, στα διαμερίσματα του βασιλιά και συγκεκριμένα στο δωμάτιο με τους χάρτες, περιτριγυρισμένη από μια χούφτα άντρες. Από την ενδυμασία θα μάντευα πως ήταν στρατιωτικοί. Εγώ η ίδια φορούσα μια ασημένια πανοπλία οπότε μάλλον η υπόθεσή μου έστεκε. Στο τραπέζι μπροστά μας υπήρχαν απλωμένοι ένα σωρό χάρτες από τα υπόλοιπα βασίλεια, του λωτού και του δράκου.
«Βασίλισσά μου, ό,τι φοβόμασταν συνέβη. Τα δύο βασίλεια ενώθηκαν εναντίον μας. Οι δυνάμεις μας είναι ανεπαρκείς μπροστά στον τεράστιο στρατό τους. Πρέπει να προετοιμάζονταν χρόνια για μια ανάλογη στιγμή κάτω από τη μύτη μας».
«Στρατηγέ Αλέξανδρε, θέλω να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου. Σε επέλεξα για τη θέση σου με βάση τις ικανότητές σου και θέλω να σταθείς στο ύψος σου».
«Με συγχωρείτε, μεγαλειοτάτη».
«Μην ξαναγίνει. Θέλω να κινηθείτε γρήγορα και με μεγάλη μυστικότητα. Πρέπει να επιστρέψουν όσοι βρίσκονται στη Γη εδώ. Αύριο κιόλας θα μιλήσω στους υπηκόους μου και θα μαζέψω εθελοντές. Δε θα πέσουμε αμαχητί».
«Δεν υπάρχουν πιθανότητες να κερδίσουμε. Ο στρατός τους είναι δεκαπλάσιος από τον δικό μας. Όσους και αν μαζέψουμε, δε θα τους φτάσουμε ποτέ».
«Τι προτείνεις λοιπόν, συνταγματάρχη;» ρώτησα με βαριά φωνή. Αν δεν ήξερα πως ήμουν εγώ, θα φοβόμουν και μόνο στο άκουσμα μιας τέτοιας φωνής.
«Προτείνω να τους αιφνιδιάσουμε. Εσείς η ίδια είπατε πως θα επιτεθούν σε τρεις μέρες. Θα πάμε εκεί πρώτοι. Θα στείλουμε δύο επίλεκτες ομάδες, μια σε κάθε παλάτι, και θα σκοτώσουμε τους πάντες. Τα βασίλεια θα πέσουν στα χέρια μας σαν ώριμα φρούτα».
«Να λείπουν οι παρομοιώσεις, συνταγματάρχη. Ομολογώ πως η ιδέα σου δεν είναι κακή. Θα ενώσουμε όλη τη χώρα υπό τη διοίκησή μου με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες. Ας γίνει έτσι λοιπόν». Χτύπησα με δύναμη το χέρι μου στο τραπέζι και όλα επέστρεψαν στο κανονικό.
Σωριάστηκα στο έδαφος και παρέμεινα εκεί. Αίμα έτρεχε από τα μάτια και τη μύτη μου. Το αισθανόμουν καυτό να γεμίζει τα ρουθούνια και να καίει τα μάτια μου.
«Θεραπεύσου, τι περιμένεις;» άκουσα τη θυμωμένη φωνή της Βιολέτας. Με δυσκολία κατάφερα να συγκεντρωθώ ώστε να κλείσω τα τραύματα. Κάποιος μου σκούπισε τα μάτια και επιτέλους κατάφερα να τα ανοίξω, χωρίς να μπορώ να δω τίποτα, καθώς τα πάντα γύρω μου ήταν κόκκινα. Ο Απόλλωνας με αγκάλιασε σφιχτά, μα εκείνη τον απομάκρυνε σχεδόν αμέσως.
«Τι είδες;» ρώτησε επιτακτικά.
«Απ’ ό,τι φαίνεται, έχουμε και άλλους, μεγαλύτερους μπελάδες από τους άρχοντες».


Έλενα Παπαδοπούλου