Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 25)


Βιολέτα
Μετά το όραμα, ήμουν τόσο εξαντλημένη που ο Απόλλωνας χρειάστηκε να με κουβαλήσει μέχρι το κρεβάτι. Τα μάτια μου έτσουζαν ακόμη από το αίμα και όλα ήταν θολά. Η γεύση του χαλκού μου προκαλούσε αηδία και το κεφάλι μου με πέθαινε από τον πόνο.
 «Το ήξερες πως θα συνέβαινε, έτσι;» ρώτησα με κόπο τη Βιολέτα.

«Τα οράματα είναι ύπουλα, έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις, αλλά υπάρχει τρόπος να τα ελέγχεις. Όσο περισσότερα πράγματα κάνεις ταυτόχρονα, τόσο μεγαλύτερα ποσά ενέργειας και δύναμης συγκεντρώνεις στο σώμα σου. Έτσι, οράματα μεγάλης σημασίας και πιο μακρινά από τα ανώδυνα που βλέπεις συνήθως έρχονται. Αν λοιπόν εννοούσες ότι ήξερα πως θα δεις όραμα και μάλιστα το προκάλεσα εγώ η ίδια, έχεις απόλυτο δίκιο. Αν εννοείς ότι ήξερα τι θα δεις, σου λέω με απόλυτη ειλικρίνεια πως δεν είχα ιδέα».
«Γιατί της το έκανες; Δε βλέπεις σε τι κατάσταση την έφερες; Υποτίθεται θα τη βοηθούσες. Πώς βοηθάει αυτό να νικήσουμε τους άρχοντες; Απλώς ξόδεψες τον χρόνο χωρίς να μάθουμε τίποτα και μάλιστα την έστειλες κατευθείαν στο κρεβάτι με πονοκέφαλο και το πρόσωπό της καλυμμένο ακόμη με το αίμα της» ξέσπασε ο Απόλλωνας. Δεν είχα ξανακούσει τη φωνή του τόσο δυνατά. Καταραμένος πονοκέφαλος. Όμως παρά το γεγονός ότι φώναζε, το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα ηρεμίας και αυτοσυγκράτησης. Εγώ όταν φώναζα, έχανα τα λόγια μου από την ταραχή, έκλαιγα, καμιά φορά κιόλας έφτυνα λιγάκι. Εκείνος όμως ήταν ατάραχος και το μόνο που πρόδιδε τον εκνευρισμό του ήταν η δυνατή του φωνή και οι σφιγμένες γροθιές. Προσπαθούσε πολύ, φαινόταν.
«Σταματήστε, σας παρακαλώ». Η ξεψυχισμένη μου φωνή τους έκανε να γυρίσουν προς το μέρος μου. Ο Απόλλωνας με κοίταξε ανήσυχος, ενώ ο μελλοντικός μου εαυτός δεν πρόδωσε κανένα συναίσθημα. Ήμουν σίγουρη πλέον πως δεν ένιωθε τίποτε πια εκτός από μίσος για όσα της έκαναν. Τέτοιο μίσος που δεν αφήνει κανένα άλλο συναίσθημα να φανεί.
«Σταμάτα τις κλάψες. Ξέρω πώς νιώθεις. Το έχω πάθει αμέτρητες φορές και δεν πρόκειται να σε λυπηθώ ούτε στο ελάχιστο. Πες μας τι είδες που να πάρει». Προσπάθησα να αρθρώσω τις λέξεις, μα εκείνες κόλλησαν στον λαιμό μου. Έκαναν την επανάστασή τους και αρνήθηκαν να βγουν. Έκανα άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια πριν τα παρατήσω εντελώς. Συγκεντρώθηκα και με τα τελευταία ψήγματα ενέργειας έστειλα και στους δύο τις εικόνες που είχα δει στο όραμα και έπειτα αφέθηκα. Τα βλέφαρά μου βάρυναν και ένας γλυκός ύπνος με τύλιξε.
Απόλλωνας
Έντρομος παρακολούθησα και εγώ το όραμα που είδε. Μόλις τελείωσε, κοιταχτήκαμε με τη μελλοντική Βιολέτα με τον τρόμο να καθρεφτίζεται στα μάτια μας. Πρώτη φορά έβλεπα άλλο συναίσθημα εκτός από μίσος στο βλέμμα της. Δε νομίζω πάντως ότι ο τρόμος ήταν μια ευχάριστη αλλαγή για εκείνη. Δεν είχε σκοπό να προκαλέσει τόσο μακρινό όραμα, το καταλάβαινα τώρα. Ίσως ήθελε να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τη μάχη, πράγματα που θα μας βοηθούσαν να είμαστε πιο έτοιμοι, πιο δυνατοί, αλλά τα οράματα ενεργούσαν από μόνα τους και εκείνη έπρεπε να το ξέρει αυτό… Καλύτερα από τον καθένα!
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησα σπάζοντας πρώτος την αμήχανη σιωπή.
«Ευτυχώς για εμένα, δε θα είμαι εκεί για να ζήσω τίποτα από όλα όσα είδα. Δυστυχώς γι’ εσάς, δεν έχω ιδέα τι πρέπει να κάνετε. Το όραμά της είναι μεγαλύτερο από ό,τι έχω δει, ό,τι και αν έχω ζήσει. Δεν ξέρω πώς να το αντιμετωπίσω» απάντησε με ειλικρίνεια.
«Όσα είδε στο όραμα δεν πρέπει να πραγματοποιηθούν. Δεν μπορούμε να πάμε σε πόλεμο. Όχι τη στιγμή που ολοένα και περισσότερες δυνάμεις χάνονται. Πολλοί είναι εκείνοι που τις εγκαταλείπουν και φεύγουν από την Άλλη Γη. Αν συνεχίσουμε έτσι, ο πληθυσμός μας όχι μόνο θα μειωθεί δραματικά, αλλά θα χάσουμε όλους τους ανθρώπους με πολύτιμες δυνάμεις που έχουν μείνει. Θα πεθάνουν τόσοι άνθρωποι και δε νομίζω πως τα οικονομικά του βασιλείου το αντέχουν».
«Ηρέμησε. Πρέπει απλώς να μεταβάλλουμε τα δεδομένα. Να αλλάξουμε όσα περισσότερα μπορούμε ώστε να μην πραγματοποιηθεί τίποτα από όσα είδαμε. Σκέψου λοιπόν, τι προκάλεσε τον πόλεμο;»
«Όλα αυτά γίνονται Φεβρουάριο. Εμείς τώρα έχουμε μπει στον Ιανουάριο, έτσι δεν είναι;»
«Στα αλήθεια δεν καταλαβαίνεις τον χρόνο εδώ;»
«Όχι» παραδέχτηκα.
«Σήμερα έχουμε πρώτη Ιανουαρίου».
«Χάσαμε την Πρωτοχρονιά; Δεν το πιστεύω» είπα πικραμένα. Η Πρωτοχρονιά δεν ήταν απλώς μια γιορτή. Είχε παραμύθια, δώρα, κουλουράκια, Άγιο Βασίλη, σαμπάνια, ευχές για ένα νέο έτος, καλύτερο από το προηγούμενο. Η Πρωτοχρονιά ήταν ευκαιρία για νέες αποφάσεις, αλλαγές, καιρός για αγάπη και χαρά. Θα ζούσα άραγε άλλη μια χρονιά για να γιορτάσω ή μόλις είχα σπαταλήσει την τελευταία μου ευκαιρία να γιορτάσω τον ερχομό του χρόνου;
 «Έχουμε ακόμη ενάμιση μήνα μέχρι να συμβούν αυτά. Μέσα στη συγκεκριμένη περίοδο, τι πρόκειται να αλλάξει;» ολοκλήρωσα τη σκέψη μου φωναχτά.
«Θα εξολοθρεύσει τους άρχοντες, θα ανέβει στον θρόνο».
«Άρα, αυτό το γεγονός θα προκαλέσει έναν τεράστιο πόλεμο. Όμως, τι τους νοιάζει ότι άλλαξε ο βασιλιάς; Συνταξιοδοτήθηκε ο άνθρωπος, και λοιπόν;»
 «Υπάρχουν δύο εκδοχές, όπως το βλέπω εγώ. Ή σκέφτηκαν να εκμεταλλευτούν την απειρία της ή φοβήθηκαν τη δύναμή της».
«Εγώ θα στοιχημάτιζα στη δύναμη. Δεν έχουν επεκτατικές διαθέσεις. Τουλάχιστον όχι το βασίλειο του λωτού. Είναι φιλήσυχοι και αγαπούν την ειρήνη. Επομένως, δε θέλησαν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις. Για να συμμετέχουν, σημαίνει πως τρόμαξαν. Φοβούνται μήπως τους κυριεύσει. Είναι λογικό να φοβούνται κάποιον πανίσχυρο».
«Και μένα μου ακούγεται πιο λογικό».
«Άρα τι κάνουμε; Στέλνουμε σήμα στο παλάτι να αρχίσουν ετοιμασίες; Σύμφωνα με το όραμα, τους έπιασαν σχεδόν στον ύπνο. Τώρα τους δίνουμε υπεραρκετό χρόνο να προετοιμαστούν σωστά».
«Όχι, διότι έτσι δε θα αποφύγουμε τον πόλεμο, θα τον προκαλέσουμε. Δεν έχει ανέβει στον θρόνο. Αν αρχίσουν προετοιμασίες θα το καταλάβουν και όλα θα γίνουν πιο γρήγορα, αλλά υπεύθυνοι θα είμαστε εμείς».
«Έχεις δίκιο. Ίσως να πρέπει να τους μιλήσουμε. Θα τους δείξει το όραμα και θα τους εξηγήσει πως δε θέλει το κακό τους. Θα υποσχεθεί να χαρίσει όσες δυνάμεις πάρει από τους άρχοντες και ίσως τους πείσουμε έτσι».
«Ίσως μια μπλόφα».
«Τι είδους;»
«Είναι απλό. Θα αφήσουμε να εννοηθεί πως εμείς θα κερδίσουμε. Εκείνοι θα πεθάνουν ή θα χάσουν τα βασίλειά τους. Θα τους τρομάξουμε αρκετά ώστε να ακούν πόλεμο και να ανατριχιάζουν από φόβο. Οι δυνάμεις που θα χαρίσει θα αποτελούν εγγύηση του λόγου της. Μια γραπτή συμφωνία για ειρήνη θα ήταν επίσης καλή».
«Το πρόβλημα είναι πότε θα γίνουν όλα αυτά. Πότε θα προλάβει να πάει και στα δύο βασίλεια;»
«Θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μετά από την εξολόθρευση των αρχόντων».
«Δε γίνεται. Πρέπει να γίνει η στέψη, ο χορός, η περιοδεία για να τη γνωρίσει ο κόσμος».
«Στον χορό τότε. Θα γίνει παρουσία φρουρών από κάθε μεριά και θα υπάρχει πολύς κόσμος. Ιδανικό μέρος για συζήτηση. Θα δείξουμε πως ερχόμαστε ειρηνικά. Πρέπει να φροντίσουμε να δεχτούν».
«Αυτό θα είναι εύκολο. Θα τους δώσουμε ό,τι ζητούν. Οι μεν θέλουν δύναμη. Ένα μέρος όσων αποκτήσει θα πάνε στον διάδοχό τους».
«Το βασίλειο του δράκου θα πέσει εύκολα με δώρα και τεχνάσματα. Όχι όμως του λωτού».
«Το βασίλειο του λωτού θέλει μακροχρόνια και εξασφαλισμένη ειρήνη. Αυτό θέλουν, αυτό θα έχουν. Μπορεί και να πετύχει».
«Τώρα προέχουν άλλα πράγματα. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις οπότε προς το παρόν θέλω να συγκεντρωθείς στους άρχοντες και όχι στον πόλεμο. Πήγαινε κοντά της και κράτησε τη ζεστή. Βοηθάει στον πονοκέφαλο» είπε και ένιωσα πως νοιαζόταν. Για πρώτη φορά είδα μέσα της συναισθήματα αγνά.
…..
Στο τζάκι έκαιγε μια δυνατή φωτιά. Την τροφοδοτούσα με το χέρι μου συνεχώς. Η κίνηση όμως έγινε γρήγορα αέναη και ασυναίσθητη καθώς το μυαλό μου βρισκόταν σε εκείνη. Την κοιτούσα όσο κοιμόταν, τυλιγμένη με μια κουβέρτα, τρέμοντας ακόμη. Λίγο αίμα είχε μείνει ακόμη στο πρόσωπό της και μετά από λίγο έγινε αδύνατο να το αγνοώ πλέον και έτσι, αφού σηκώθηκα από την καρέκλα, την πλησίασα και το σκούπισα στοργικά. Σιχαινόμουν να τη βλέπω έτσι. Τα οράματα έφταιγαν για όλα. Κάθισα μαλακά δίπλα της και την πήρα στα χέρια του χαϊδεύοντας τα δύο της μάγουλα με τους αντίχειρές μου. Πόσο χρόνο να είχα ακόμη μαζί της, αναρωτήθηκα. Στη σκέψη αυτή, η συζήτησή μου με τον μελλοντικό της εαυτό επανήλθε ξανά στο μυαλό μου.
Από την πρώτη στιγμή αμφιταλαντευόμουν. Ήθελα να ρωτήσω τη Βιολέτα τι ένιωσε όταν πέθανα, όμως φοβόμουν όσο τίποτα άλλο την απάντηση. Όταν είδα πως νοιαζόταν, πως κάπου βαθιά μέσα της παρέμενε το ίδιο άτομο, το άτομο που αγάπησα, είχα πάρει την απόφασή μου. Όμως, είχα δίκιο που φοβόμουν την απάντησή της. Η Βιολέτα δεν είχε κρύψει τίποτα, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Είχε αισθανθεί σαν να της ξεριζώνουν την καρδιά. Διαλύθηκε, πόνεσε. Αυτά τα περίμενα. Όμως δεν είχα σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από την ίδια τη στιγμή, τη στιγμή που ο λαιμός μου έσπασε και απλώς πέθανα. Ενώ η ιστορία μου τελείωνε εκεί, η δική της συνέχιζε. Δύο χρόνια περίμενε κλεισμένη σε ένα μπουντρούμι να υποφέρει καθημερινά, σωματικά και ψυχικά. Οι τύψεις, η μοναξιά, η απελπισία, όλα αυτά δε θα μπορούσα να τα σκεφτώ μόνος μου. Τρελαινόμουν που ήξερα έστω και το μικρό κομμάτι του μέλλοντος και έτσι καταλάβαινα λίγο πως θα αισθανόταν εκείνη που γνώριζε τα πάντα και έπρεπε να αφήσει τα πράγματα να ξετυλιχτούν αμέτοχη. Ήταν φοβερή τιμωρία, αυτό ήταν σίγουρο.
Όμως δεν ήταν ίδιες. Πολλά πράγματα είχαν αλλάξει σε αυτά τα δύο χρόνια, πράγματα που έκαναν τη δική μου Βιολέτα πιο δυνατή. Την είχα ακούσει να λέει αντίο στη φίλη της, έπειτα στη μητέρα της, στον πατέρα της, στον νονό της. Ήταν δύσκολοι αποχαιρετισμοί καθώς μόλις τους μάθαινε πάλι όπως ήταν, και όχι όπως έπρεπε να τους βλέπει χωρίς να θυμάται τίποτα. Μάθαινε τον εαυτό της από την αρχή, τις δυνάμεις της, εμένα, τα πάντα. Και όμως τους έχασε για να τους σώσει. Τιμούσε επάξια το όνομα που της χάρισαν, βοηθούσε και προστάτευε. Αυτές οι σκέψεις μόνο μπορούσαν να με ηρεμήσουν και να με κάνουν να ελπίζω πως αν η ιστορία επαναλαμβανόταν, η Βιολέτα θα ήταν καλύτερα. Θα συνέχιζε να ζει και να κάνει χαρούμενους τους ανθρώπους γύρω της.
Η ιστορία θα επαναλαμβανόταν, το ήξερα βαθιά μέσα μου και ας μην το παραδεχόμουν Η Βιολέτα πίστευε πως η θέληση, το πείσμα, η αίσθηση καθήκοντος ήταν αρκετά για να αλλάξουν τον ρου. Όμως εγώ την ήξερα καλύτερα από όλους την Αρετή. Ήξερα πως θα περίμενε κάθε κίνηση. Ήξερα πως θα με σκότωνε και ας με μεγάλωσε σαν γιο της. Η γυναίκα που αποκαλούσα μαμά μου είχε ανάψει τη φλόγα στο κερί της ζωής μου και την άφηνε να λιώνει. Ήταν θέμα χρόνου να κάψει εντελώς το φυτίλι, που σήμαινε πως κόντευε πια το τέλος. Όλα αυτά δεν μπορούσα να τα πω πουθενά, οπότε, ναι, την καταλάβαινα τη Βιολέτα.
Κοίταξα πάλι την κοπέλα στην αγκαλιά μου. Ανάθεμα τον εγωισμό μου, σκέφτηκα με πίκρα. Την αγαπούσα περισσότερο από τη ζωή μου, ήταν αλήθεια. Όμως δεν μπορούσα να ακολουθήσω τη συμβουλή που μου έδωσε ο μελλοντικός της εαυτός. Δεν μπορούσα να μείνω πίσω. Δεν άντεχα τη σκέψη πως θα πήγαινε μόνη της να παλέψει και να εκδικηθεί για εμένα, ενώ εγώ θα έπρεπε να περιμένω. Ήξερα πως θα πέθαινα και ας ήταν μόνο μια μικρή πιθανότητα στο δικό της μυαλό της. Ήξερα πόσο θα πονούσε εκείνη και παρόλα αυτά εξακολουθούσα να μην αλλάζω γνώμη. Την ψυχή μου στο διάβολο θα πουλούσα για τη Βιολέτα, αλλά αδυνατούσα να της κάνω τη χάρη να μείνω πίσω. Ήταν χρέος μου και καθήκον μου να την προστατεύω με κάθε κόστος.
Κοίταξα το χέρι μου και χάιδεψα το κόκκινο τριαντάφυλλο στη θέση που άλλοτε βρισκόταν το μαύρο. Η Βιολέτα με είχε σώσει από τη χειρότερη μοίρα. Τώρα ήταν η σειρά μου να το κάνω. Έκανα το σωστό. Θα πονούσε, αλλά θα ζούσε, θα προχωρούσε. Θα ξεχνούσε, σκέφτηκα και η καρδιά μου σφίχτηκε. Καλύτερα να με ξεχνούσε και να ζούσε ευτυχισμένη. Το μυαλό μου έπλαθε συνεχώς νέα σενάρια. Νέες σκέψεις που με έκαναν όλο και πιο σίγουρο πως η θυσία μου ήταν αναγκαία. Όλες αυτές οι σκέψεις όμως αντί να καθαρίσουν το μυαλό μου, το θόλωσαν ακόμη περισσότερο. Ήθελα τόσο πολύ να είναι όλα αυτά αλήθεια που στο τέλος τα πίστεψα και την καταδίκασα σε μια μοίρα που δε διάλεξε απλώς και μόνο γιατί ένιωθα πως έπρεπε να ξεπληρώσω μια χάρη που δε χρειαζόταν να ξεπληρωθεί. Απλώς και μόνο επειδή ήθελα να γίνω ο ήρωάς της, όπως είχε γίνει η Βιολέτα η δική μου ηρωίδα, ενώ στην πραγματικότητα, χρειαζόταν να της δώσω μόνο χρόνο. Χρόνο μαζί μου και αγάπη.
Καλύτερα να πέθαινα εγώ παρά εκείνη, έλεγα μέσα μου και όμως στην πραγματικότητα ίσως ήταν καλύτερο για εκείνη να γίνονταν όλα αντίθετα, ή να μη γίνονταν καθόλου. Γιατί αν δεν υπήρχαν αυτές οι σκέψεις, όλα θα ήταν αλλιώς. Όμως, στο μυαλό μου υπήρχε μόνο αυτό τελικά, καλύτερα εγώ παρά εκείνη!


Έλενα Παπαδοπούλου