Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.4.20

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 27)


Βιολέτα
Γύρισα στο πανδοχείο και, αφού μίλησα λίγο με τον Πειρατή και τον υπηρέτη, που φαινόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πριν, ανέβηκα στο δωμάτιό μας και βρήκα τον Απόλλωνα κοιμισμένο, με ελαφρώς ανοιχτό στόμα και γαλήνιο βλέμμα. Τον πλησίασα προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο και τον ξυπνήσω όμως σκόνταψα πάνω σε μια καρέκλα και κατέληξα να προσγειώνομαι με δύναμη στο πάτωμα αγκαλιά με την καρέκλα. Μια κραυγή πόνου μου ξέφυγε και ο Απόλλωνας σηκώθηκε απότομα και άνοιξε το φως. Γελώντας εκμηδένισε την απόστασή μας και με βοήθησε να σηκωθώ κοιτώντας με εξεταστικά για πληγές.

«Συγγνώμη που σε ξύπνησα» απολογήθηκα.
«Έχεις μια μικρή πληγή στο χέρι» είπε αγνοώντας τη συγγνώμη μου και τη φίλησε απαλά. Τη θεράπευσα και τον κοίταξα στα μάτια. Μου χαμογέλασε στραβά και με άγγιξε στο μάγουλο με την ανάστροφη της παλάμης του. Μου χάρισε ένα φιλί στο μέτωπο και εγώ γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι δίνοντάς του πρόσβαση στον λαιμό μου. Με φίλησε σε μερικά διάσπαρτα σημεία και ρίγη διέτρεξαν τη ραχοκοκαλιά μου.
«Όλα καλά;» με ρώτησε και πιπίλισε ένα σημείο κοντά στη βάση του λαιμού μου. Μια βαριά ανάσα και ένας αναστεναγμός μου ξέφυγαν και ο ίδιος επανέλαβε ό,τι έκανε σε νέο σημείο.
 «Όλα είναι υπέροχα» είπα με δυσκολία, ενώ η φωνή μου ήταν λίγο πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως. Τι συνέβαινε στο σώμα μου; Ένιωθα τα μάγουλά μου κόκκινα και το δωμάτιο ξαφνικά ήταν αποπνικτικά ζεστό.
«Τι έγινε εκεί έξω;» Η φωνή του ήταν ακόμη σταθερή και έτσι δεν ήξερα αν είχε επηρεαστεί από όσα συνέβαιναν μεταξύ μας.
«Μη μιλάς» τον διέκοψα και του χάρισα ένα βαθύ γεμάτο ένταση φιλί. Του τράβηξα τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού και δάγκωσα το κάτω χείλος του. Ύστερα το φίλησα απαλά και συνέχισα να τον φιλάω. Ξαφνικά σταμάτησε να με φιλάει και απομακρύνθηκε απότομα.
«Αν συνεχίσεις, δε θα μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου».
«Σήμερα θέλω να μην μπορείς να συγκρατήσεις τον εαυτό σου».
«Είσαι σίγουρη; Σε περίμενα πολύ καιρό. Λίγος ακόμη δε θα με πειράξει. Δε θέλω να σε πιέσω και μετά να το μετανιώσεις, γιατί τότε δε θα μπορώ να με συγχωρήσω».
«Το θέλω όσο τίποτε άλλο» απάντησα και το εννοούσα.
«Αν κάνω κάτι που δε σου αρέσει σταμάτησέ με, εντάξει;» Αντί για απάντηση, τον φίλησα ξανά στα χείλη και του χάιδεψα την πλάτη. Ο Απόλλωνας συνέχισε να με φιλάει και με έσπρωξε προς τα πίσω μέχρι που το σώμα μου συγκρούστηκε απαλά με το στρώμα και εκείνος βρέθηκε από πάνω μου. Ανασηκώθηκα λίγο ώστε να μπορέσει να βγάλει τα ρούχα μου και μόλις έμεινα με τα εσώρουχα, έπιασα την μπλούζα του όμως εκείνος απομακρύνθηκε. Με κοίταξε γεμάτος πόθο και αφαίρεσε μόνος του τα ρούχα του.
«Σήμερα είναι για εσένα» είπε και ήρθε ξανά κοντά μου φιλώντας τα χείλη μου. Η αγωνία μου μεγάλωνε άθελά μου, μα με κάθε χάδι και κάθε άγγιγμα ένιωθα πως είχα κάνει τη σωστή επιλογή. Με κοίταξε τελευταία φορά σαν να ζητούσε την άδεια μου και, αφού κούνησα καταφατικά το κεφάλι, κάθε ενδοιασμός εξαφανίστηκε. Το σώμα μου πήρε φωτιά και συναισθήματα που δεν είχα ξανανιώσει ήρθαν στην επιφάνεια. Περίμενα το κάθε του χάδι, το κάθε του άγγιγμα με αγωνία σχεδόν. Το φως του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο έκανε τον ιδρώτα στο μέτωπό μου να γυαλίζει. Η αναπνοή μου έβγαινε λαχανιασμένη και ακανόνιστη, μα όλα αυτά τα νέα συναισθήματα με έκαναν να παρακαλάω η στιγμή να μην τελείωνε ποτέ.
Βρισκόμασταν αγκαλιά στο κρεβάτι κουλουριασμένοι ο ένας δίπλα από τον άλλο, εξαντλημένοι.
 «Σε πόνεσα;» ρώτησε φανερά αγχωμένος μετά από λίγη ώρα που επικρατούσε απόλυτη σιγή στο δωμάτιο.
«Καθόλου. Άξιζε η αναμονή;» ρώτησα με τη σειρά μου χαρίζοντάς του ένα τρυφερό χάδι στο στέρνο.
«Κάθε της δευτερόλεπτο» είπε χαμογελώντας στραβά. Τα λακκάκια του εμφανίστηκαν και με το χέρι μου χάιδεψα απαλά το πρόσωπό του. Τον πλησίασα ακόμη περισσότερο και αποκοιμήθηκα με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στο στήθος του, ακούγοντας τον ρυθμικό χτύπο της καρδιάς του.
Απόλλωνας
Τύλιξα προσεκτικά για να μην την ξυπνήσω τα χέρια μου γύρω της και άρχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά κοιτάζοντας το γαλήνιο πρόσωπό της. Δεν ήθελα να κοιμηθώ. Ήθελα να τη χορτάσω, να την κοιτάξω τόσο πολύ που να είμαι σίγουρος πως τα χαρακτηριστικά της θα εντυπωθούν στη μνήμη μου και θα με συντροφεύουν στις δύσκολες στιγμές που θα έρθουν. Μας έμεναν λίγες μέρες ακόμη μαζί, είχα αποδεχτεί πλέον το μέλλον μου. Όμως, ήθελα να είναι τουλάχιστον όμορφες οι στιγμές που είχαμε. Οι όμορφες αναμνήσεις που θα της άφηνα σήμαιναν πολλά για εμένα. Μου έδιναν ελπίδα πως θα τα κατάφερνε και θα έμενε δυνατή. Ήμουν μόνο ένα κεφάλαιο στη ζωή της και ας ήταν η Βιολέτα όλο μου το βιβλίο. Ας είχε όμορφο επίλογο.
Γύρισα προσεκτικά για να μη διακόψω τον ύπνο της και κοίταξα το ταβάνι. Παρά την κατάσταση του πανδοχείου, ο Πειρατής είχε φτιάξει σε όλα τα δωμάτια ένα αντίγραφο του έναστρου ουρανού. Η φύση πίστευε πως είχε θεραπευτικές ικανότητες· πίστευε πως γαλήνευε την ψυχή και όντως, εκείνο το βράδυ, κοιτώντας τα αστέρια στο μπλε ταβάνι του δωματίου μας, γαλήνεψα και απελευθερώθηκα. Με το χέρι μου, ενίσχυσα τα στοιχεία της φύσης στο δωμάτιο κάνοντας το πάτωμα να μοιάζει με γρασίδι και απλώνοντας με ένα απαλό ρεύμα αέρα τις μυρωδιές της φύσης σε κάθε γωνιά. Υγρασία και χορτάρι, ξύλο και γαρδένια έφτασαν στα ρουθούνια μου και ένιωσα πως όλα ήταν όπως θα έπρεπε να είναι.
 Πέρασαν ώρες ατέλειωτες που εγώ απλώς τη χάζευα. Ήταν τόσο όμορφη που δεν μπορούσα ακόμη να το χωνέψω. Τα μαύρα της πυκνά μαλλιά έπεφταν στο πρόσωπό της σε μικρές τούφες και έτσι τα έσπρωξα στο πλάι για να βλέπω ολόκληρο το πρόσωπό της. Τα μάτια της τρεμόπαιζαν γεγονός που αποδείκνυε πως έβλεπε όνειρο. Τα χείλη της, κόκκινα και πρησμένα, ήταν σουφρωμένα, όπως κάθε φορά που σκεφτόταν κάτι με προσήλωση. Είχε μια ελιά δίπλα από το φρύδι της και δύο κοντά στον λαιμό της. Ακόμη μια πίσω από το αυτί. Μικρές και χαριτωμένες. Οι σκέψεις μου, κουρασμένες από την αϋπνία και την τρέλα του θανάτου, άρχισαν να μπερδεύονται. Ο ήλιος που άρχισε να κάνει την εμφάνισή του σε ένα φανταστικό μείγμα χρωμάτων με αποχρώσεις του κίτρινου πάνω στο απέραντο γαλανό τις διέκοψε. Ήταν ώρα να αφήσω τις κουρασμένες μου σκέψεις και να παραδοθώ σε έναν ανήσυχο ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα, φωτεινές λάμψεις και θρήνο. Μόνο τον θρήνο μπόρεσα να θυμηθώ πολύ αργότερα.
Βιολέτα
Ξύπνησα απαλά, νιώθοντας ανάλαφρη, κάπου ενδιάμεσα στον κόσμο του ξύπνιου και στον κόσμο των ονείρων. Οι ακτίνες του ηλίου χόρευαν χαρούμενες μέσα στο δωμάτιο. Ένα απαλό αεράκι μου ανακάτευε τα μαλλιά και έφερνε στα ρουθούνια μυρωδιές από την εξοχή. Το σώμα μου ήταν ακόμη τυλιγμένο ανάμεσα στα χέρια του Απόλλωνα – ήταν υπερβολικά ζεστά. Όμως κοιμόταν τόσο ήσυχα και βαθιά που δεν ήθελα να τον ξυπνήσω. Έτσι, έκλεισα και πάλι τα μάτια και περιπλανήθηκα στα βουνά των σκέψεων και στις πεδιάδες των συναισθημάτων. Το μυαλό μου ξεκίνησε την περιήγησή του στην κοιλάδα του Απόλλωνα, εκεί που βρίσκονταν όλα μου τα συναισθήματα. Εκεί βρισκόταν ο θαυμασμός και η ευγνωμοσύνη. Ήταν πάντα κοντά μου, για να με προσέχει και να με αγαπάει, να με κρατάει προσγειωμένη, να μου δίνει δύναμη και κίνητρο.
Ήταν όμως και το τελευταίο άτομο στη ζωή μου, ήρθε η επόμενη σκέψη και τότε άρχισα να περιπλανιέμαι σε απάτητα και επικίνδυνα μονοπάτια. Στα μονοπάτια της ντροπής και της ενοχής, επειδή είχα μια υπέροχη κολλητή κάπου στη Γη, να φοβάται και να της λείπω. Θα έκανα τα πάντα για να την ξαναδώ, όχι τώρα που υπήρχε κίνδυνος όμως. Έπρεπε να περιμένω. Και τότε, η Ηλέκτρα θα έπρεπε να αποφασίσει αν θα μου μιλούσε ποτέ ξανά. Σίγουρα θα φοβάται για εμένα, σκέφτηκα και τότε αποφάσισα τι έπρεπε να κάνω. Θα πειραματιζόμουν λίγο με τις δυνάμεις μου.
Πρώτα, χρησιμοποίησα τις θεραπευτικές ικανότητες του νερού ώστε να καθαρίσω το μυαλό μου από προβληματισμούς και αρνητικές σκέψεις. Όσο πιο καθαρά σκεφτόμουν, τόσο πιο εύκολο θα ήταν να προσεγγίσω την Ηλέκτρα, χωρίς να κάνω ζημιά. Αφού τελείωσα με τον εξαγνισμό, έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της όσο πιο έντονα γινόταν. Χρησιμοποίησα την πιο πρόσφατη εικόνα, αυτή των γενεθλίων της. Θυμήθηκα τα ρούχα, τα κοσμήματα, αλλά κυρίως τη μυρωδιά της και το χαμόγελό της. Εμφάνισα την κλειδαριά και το λουκέτο και διακριτικά εισέβαλλα στο μυαλό της. Έπρεπε να μάθω πώς ήταν και μετά με έναν τρόπο να τη διαβεβαιώσω πως θα ζήσω και ότι θα είμαι καλά. Δεν ήθελα να τη στεναχωρώ παραπάνω.
Συγκεντρώθηκα όσο πιο πολύ γινόταν, τόσο που ένιωσα το κεφάλι μου να πονάει και τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπό μου. Λίγο αργότερα, άρχισα να ακούω τις πρώτες σκέψεις. Δεν καταλάβαινα καλά στην αρχή, όλα ήταν μια αντίφαση. Αισθανόταν υπέροχα για κάτι, άσχημα για κάτι άλλο. Ήξερα ήδη για ποιο λόγο δεν ήταν καλά, εγώ έφταιγα εξάλλου. Για ποιο λόγο αισθανόταν όμως καλά; Έπρεπε να τον βρω και να τον ενισχύσω για να αντισταθμίσω κάπως τη ζημιά που προκαλούσα. Ο Φίλιππος! Εκείνος ήταν η αιτία που χαμογελούσε, που άντεχε όλα όσα γίνονταν. Ήταν το αγόρι της από τότε που φιλήθηκαν στο πάρτι. Αμέσως ένιωσα ακόμη χειρότερα. Δεν ήμουν εκεί για να μιλάει σε κάποιον για τα πρώτα βήματα στη σχέση της, δεν ήμουν εκεί να εκφράζει τα συναισθήματά της και να γελάει, να τσιρίζει και να χοροπηδάει, επειδή της έστειλε ένα όμορφο μήνυμα. Έπρεπε να διορθώσω την κατάσταση. Κάλεσα το θεραπευτικό νερό κοντά μου να διώξει τον πόνο και έπειτα διέταξα τον αέρα να μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα· θα την έβλεπα ξανά, δυνατή και ζωντανή. Διέκοψα τη σύνδεση και εξαφανίστηκα από το μυαλό της.
Μια σκέψη ξεπήδησε τότε. Τι και αν επισκεπτόμουν άλλο ένα άτομο; Δε θα έκανα τίποτα, απλώς θα κοιτούσα λιγάκι τριγύρω. Έπρεπε να βεβαιωθώ ότι δε θα την πλήγωνε. Μπήκα αθόρυβα στο κεφάλι του, παρόλο που ήταν πιο δύσκολο να μεταφερθώ σε εκείνον, έστω και μέσω των μονοπατιών του μυαλού και των σκέψεων. Αφού βεβαιώθηκα ότι πραγματικά τη νοιαζόταν και ίσως μετέφερα κάποιες πολύτιμες γνώσεις για την Ηλέκτρα, εγκατέλειψα και το δικό του καταφύγιο σκέψεων και επέστρεψα στο δωμάτιο ευχαριστημένη με τον εαυτό μου, ενώ η σκέψη πως μόλις είχα παραβιάσει τα μυαλό δύο ανθρώπων δε μου πέρασε καν από τον νου.
Έπειτα, μεταφέρθηκα στη μαμά μου. Ήθελα να απαλύνω και τον δικό της πόνο και τους δικούς της φόβους. Δε θα τους έσβηνα. Μια μάνα πάντα θα ανησυχούσε, από το πρώτο καρδιοχτύπι του μωρού της μέχρι το τελευταίο. Ήλπιζα όμως πως θα ήταν πιο υποφερτό από εδώ και πέρα να συνηθίσει την απουσία μου. Τελευταίος στη λίστα ήταν ο μπαμπάς. Ήθελα να προσπαθήσω να λύσω την κατάρα για να του δώσω χρόνο να προετοιμαστεί. Είχα ήδη μια τρίχα του και τα στοιχεία στο πλευρό μου. Φωτιά και νερό σφυρηλάτησαν το ξόρκι μου, ενώ ο αέρας φρόντισε να μεταφέρει τις κατάλληλες οδηγίες. Η γη τελευταία βοήθησε να ξαναχτιστούν όσα γκρεμίστηκαν. Τα στοιχεία μπορούσαν να καταστρέψουν, αλλά και να επανορθώσουν για τις ζημιές και, αφού επιστράτευσα κάθε ψήγμα δύναμης μέσα μου και έστειλα μια προσευχή στο άγνωστο να πετύχει, βγήκα από το μυαλό του και άφησα τον εαυτό μου να χαρεί λίγο ύπνο ακόμη.


Έλενα Παπαδοπούλου