Παρουσίαση: Everything Under

Η Ντέιζι Τζόνσον εμπλουτίζει την λογοτεχνία του μαγικού ρεαλισμού με ένα πραγματικά ιδιαίτερο μυθιστόρημα. Το Κάτω από την επιφάνεια ανήκει και δεν ανήκει στο είδος, με τα μεταφυσικά στοιχεία να εμφανίζονται τόσο αδιόρατα ώστε κατά την ανάγνωση πολλές φορές να τα ξεχνάς. Πρόκειται για μια ιστορία μελαγχολική, βαθύτατα συναισθηματική μ' έναν τρόπο που προβληματίζει και ανησυχεί και γεμάτη συμβολισμούς, που από την στιγμή που θα τους αποκωδικοποιήσεις ξεκλειδώνεις την ουσία της.

Το κείμενο ξεδιπλώνεται μέσα από τρεις διαφορετικές οπτικές: το Αγροτόσπιτο, το Κυνήγι και το Ποτάμι. Στο Κυνήγι η Γκρέτελ, μια λεξικογράφος με συγκεχυμένο παρελθόν, αφηγείται την αγωνιώδη της προσπάθεια να εντοπίσει την μητέρα της, την Σάρα, που την άφησε όταν ήταν έφηβη μα τώρα φαίνεται ότι κι εκείνη την έχει ανάγκη. Στο Αγροτόσπιτο ξανά η Γκρέτελ περιγράφει την καθημερινότητά της με την Σάρα που υποφέρει από άνοια, με το μυαλό της να επιστρέφει στο κοινό τους παρελθόν, στα παιδικά της χρόνια, όταν ζούσαν μόνες σε μια φορτηγίδα στο ποτάμι Ίσις. Στο Ποτάμι μία έφηβη, η Μάργκο, ξετυλίγει τον αγώνα της να επιβιώσει στις όχθες του ίδιου ποταμού έχοντας πρόσφατα φύγει από το σπίτι της, επειδή μια γυναίκα με το χάρισμα να μαντεύει αποσπάσματα από το μέλλον την προειδοποίησε πως, αν δεν το έκανε, θα έβλαπτε σοβαρά τους γονείς της. Κοινό σημείο των τριών οπτικών είναι η φιγούρα ενός άντρα, του Μάρκους, που τα ίχνη του χάθηκαν με τον χρόνο.
 
Η αφήγηση είναι μια συνεχής αποστροφή· η Γκρέτελ απευθύνεται στην μητέρας της και η Μάργκο στον εαυτό της. Το κείμενο ρέει και οι εικόνες ζωντανεύουν, και η γλώσσα, που είναι λιτή και μοιάζει έμμετρη στην ανάγνωση, προκαλεί, ταξιδεύει και χειραγωγεί. Ανακατεύονται μέσα της με όμορφη φυσικότητα λέξεις που η Γκρέτελ και η Σάρα επινόησαν οι ίδιες για να αποκοπούν περισσότερο από το ξένο στοιχείο, όπως ξεβραστάρια, όσα ξερνούσε στις όχθες το ποτάμι, και Μπόνακ, ένα θηρίο που κατασπάραζε ανθρώπους και ζωντανά και που παίζει μεγάλο ρόλο, κυριολεκτικό και μεταφορικό, στην ιστορία της Γκρέτελ, του Μάρκους και της Σάρα.
Αυτό το μελαγχολικό, θλιμμένο μυθιστόρημα και οι συμβολισμοί του έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο να χειραγωγούν συναισθηματικά, να στενοχωρούν και να ανησυχούν, και πρωτίστως προβληματίζουν σχετικά με την αποδοχή μας από την οικογένεια, την αγάπη μας για τους πιο κοντινούς συγγενείς μας και την διαχείριση του χαμού τους, και το πώς ο φόβος καθορίζει την ζωή μας και την κατευθύνει εάν του το επιτρέψουμε.
 
Πρόκειται, γενικώς, για μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία, μια κάπως αφηρημένη μεταφορά της τραγωδίας του Οιδίποδα, που ακριβώς λόγω αυτής της της ιδιαιτερότητας ενδεχομένως να δυσκολέψει τους αναγνώστες που προτιμούν κάτι ελαφρύτερο, κάτι λιγότερο φορτισμένο, κάτι λιγότερο συμβολιστικό. Για εμένα ήταν από τα καλύτερα μυθιστορήματα που διάβασα τα τελευταία τρία χρόνια.
 
 
Έρση Λάβαρη