Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.10.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 2)

            «Εδώ είναι κόλαση. Χειρότερα και από κόλαση! Εντάξει, άλλαξα γνώμη, πηγαίνετέ με πίσω στο κελί μου. Θα είμαι καλό αγόρι, υπόσχο-»

            «Θα σκάσεις επιτέλους;» μια ενοχλημένη φωνή έκανε τον Κάιλ να σταματήσει στη μέση του εγωκεντρικού μονολόγου του. Με την άκρη του ματιού του είδε τον ξανθό άνδρα, που με τόση αγένεια τον είχε διακόψει, να τον αγριοκοιτάζει. Βασικά, το αγόρι ήταν κένταυρος και τα μαλλιά του ήταν περισσότερο καστανά από ότι ξανθά, αλλά οι ακτίνες του ήλιου τους έδιναν μια παράδοξα χρυσή λάμψη.

            «Εγώ θα πρέπει να ανέχομαι αυτά τα… άθλια πλάσματα, όχι εσύ» είπε λακωνικά.

            «Είναι απλά παιδιά» απάντησε ο άλλος. «Καμία σχέση με πλάσματα σαν εσένα, πάω στοίχημα. Και όσο για το ότι δε θα χρειάζεται να τα ανέχομαι όπως λες, χελλόου… γιός του Χείρωνα, επίσης εκπαιδευτής!»

            «Σε διαβεβαιώ, τα θαλάσσια τέρατα είναι πολύ καλύτερα στο να τα χειρίζεσαι σε σχέση με αυτά τα νιάνιαρα. Λιγότερο… ζωηρά. Ναι, πες το έτσι».

            «Μόνο επειδή μπορείς να τα ελέγχεις» τον άκουσε να μουρμουρίζει, ενώ γύρισε να κοιτάξει μια ομάδα κοριτσιών που χαχάνιζαν. Ίσως αυτό να ήταν και το μοναδικό καλό που είχε κάνει η μάνα του, αν και δεν «έλεγχε» ακριβώς τα θαλάσσια τέρατα. Για κάποιον λόγο, εκείνα τα πλάσματα τον… σέβονταν; Κάτι τέτοιο.

«Κοίτα, γιατί απλά δεν τα βρίσκουμε; Τουλάχιστον για λίγο; Μιας και θα δουλεύεις με τον πατέρα μου για κάτι που αφορά τους ημίθεους, πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε, εξάλλου…»

            Ο Κάιλ έστρεψε όλη του την προσοχή στον γιό του Χείρωνα. Ένιωσε την ανάγκη να ξεράσει. Πώς γινόταν αυτό το πλάσμα να τα είχε όλα; Ο Χείρωνας ήταν ο πατέρας του, το μέλλον του ήταν εξασφαλισμένο ως διευθυντής της κατασκήνωσης, όταν ο πατέρας του αποφάσιζε να… βγει στη σύνταξη; Είχε κατασταλάξει με ένα χαριτωμένο κορίτσι, ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση του έδωσε η μικρή καστανόξανθη κοπέλα που είχε δει μαζί του πιο πριν, και δεν είχε καν πλήρως ανθρώπινη μορφή. Σε εκείνον είχαν προσφέρει απλά ένα αναβαθμισμένο κελί, μια λιγότερο ασφυκτική φυλάκιση, ενώ συνέχιζαν να του συμπεριφέρονται σαν να ήταν σκουπίδι.

Βασικά, όχι ακριβώς σκέφτηκε με πικρία. Φαινόταν πως οι κόρες των θεών ήταν τόσο ρηχές όσο οι γονείς τους. Τον κοιτούσαν λες και ήταν κρέας, και όχι από εκείνα που τρώγονται, τουλάχιστον όχι κυριολεκτικά, και σίγουρα όχι με τη στρατολογική έννοια.

            Ο Κένταυρος έστρεψε το βλέμμα του προς τα εκεί που κοιτούσε ο νέος του συνάδελφος και κούνησε υποτιμητικά το κεφάλι.

«Μην τους δίνεις σημασία. Οι κόρες της Αφροδίτης είναι συχνά έτσι, όχι όλες μα οι περισσότερες σίγουρα. Και εσύ εκπέμπεις αυτή την αύρα του «κακού παιδιού» που δεν είναι συνηθισμένη εδώ. Και πάλι, κάποια από τα παιδιά την έχουν, μα οι περισσότεροι όχι». Αν συνέχιζε να αναλύει κάθε λεπτομέρεια, μα τους θεούς, θα του έριχνε μπουνιά.

            «Κακό παιδί και μυρωδιά τέρατος» πρόσθεσε μια φωνή από πίσω τους. «Ακόμα να καταλάβω τι είδε ο Ποσειδώνας σε αυτό το πράγμα».

            «Ντίακ!» αναφώνησε ο Κάρυστος και χαιρέτισε τον σάτυρο με μια φιλική μπουνιά στο μπράτσο, ενώ ο πρώτος δε σταματούσε να μυρίζει τον Κάιλ, χωρίς ίχνος ντροπής. «Μόλις έδινα στον καινούριο μας εκπαιδευτή μια γρήγορη ξενάγηση».

            «Γιατί δεν αφήνεις αυτή τη δουλειά για τον πατέρα σου μετά το βραδινό;» πρότεινε ο σάτυρος, αγνοώντας το σκοτεινό βλέμμα που του έριχνε ο Κάιλ για την προσβολή που είπε. Μετά πήρε μια βαθιά ανάσα και του χαμογέλασε διαβολικά.

            «Βραδινό ε; Και τι έχει το μενού; Κατσίκα στα κάρβουνα;»

            Μόλις και μετά βίας κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του, φουσκώνοντας τα μάγουλα, όταν είδε τον Ντίακ να αλλάζει εκατό χρώματα από το κακό του. Καλά να πάθει αυτό το ασεβές ανθρωπόμορφο φρικιό. Πώς μπορούσαν να λένε εκείνον τέρας και όχι αυτή την κοντή, σαχλή κατσίκα;

            «Αρχίσαμε…» άκουσε τον Κάρυστο να μουρμουράει, μα δε βρήκε τον λόγο να απαντήσει και έτσι τους γύρισε την πλάτη και πήγε να βρει τον Χείρωνα. Αν έμοιαζε έστω και λίγο με την περιγραφή του στα βιβλία που είχε διαβάσει, θα ήταν ο μόνος μη προκατειλημμένος σε αυτό το μέρος.

            Μια γρήγορη βόλτα τριγύρω ήταν αρκετή για να καθαρίσει το μυαλό του και να σχηματίσει μια πρόχειρη ιδέα του τι θα έκανε. Ναι, μισούσε τον Ποσειδώνα και το είδος του. Ίσως αν δεν υπήρχε εκείνος, η Κητώ να είχε κρατήσει τη θέση της ως θεότητα της θάλασσας και εκείνος να μην ήταν αναγκασμένος να ζει στο περιθώριο. Όμως επίσης αναγνώριζε την αλήθεια στα λόγια του γιου του Χείρωνα. Ο Κάιλ ήταν εκεί για να μείνει, είτε του άρεσε, είτε όχι, οπότε γιατί να μην το εκμεταλλευόταν προς όφελός του; Δεν ήταν ο τύπος που θα αναλάμβανε εθελοντικά τη διδασκαλία ή την προπόνηση παιδιών, αλλά πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν; Δεν έχανε κάτι με το να δοκιμάσει.

«Πρόσεχε!»

Γύρισε το κεφάλι του προς τη γυναικεία φωνή, για να δει δύο κοπέλες, η μία από τις οποίες έπεφτε στο έδαφος. Η άλλη κοπέλα, μία με ξανθά, σχεδόν λευκά μαλλιά, στεκόταν πάνω από το σώμα της φίλης της πανικοβλημένη, μα δεν κατέβαλε την παραμικρή προσπάθεια να την κρατήσει. Μια περίεργη αίσθηση κατέκλεισε τον Κάιλ. Η τερατώδης του πλευρά του χάριζε μια ιδιαίτερη ιδιότητα που οι άλλοι δεν είχαν. Όπως οι σάτυροι μπορούσαν να οσμιστούν τα τέρατα, έτσι και εκείνος μπορούσε να αισθάνεται τους ημίθεους και τους θεούς. Όλα τα τέρατα μπορούσαν.

Όμως η αίσθηση, που εξέπεμπε αυτή η κοπέλα ήταν τελείως διαφορετική. Έμοιαζε με κάλεσμα, όμως όχι αποκλειστικά σε εκείνον. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος συνδυασμός αρωμάτων που ερχόταν από την κατεύθυνση των κοριτσιών. Ένα λουλουδένιο άρωμα σαν λεβάντα και διάφορες άλλες μυρωδιές με τις οποίες δεν ασχολήθηκε. Όμως όλες φαινόταν να συνδέονται με την πεσμένη κοπέλα, σαν αόρατες τροχιές βελών προς ένα και μόνο στόχο. Μέσα στη σύγχυση των διάφορων αρωμάτων, στα ρουθούνια του εισέβαλε μια μυρωδιά που τον ηρέμησε και τον τύλιξε μέχρι τα κόκκαλα με μια θέρμη σαν καμία άλλη, ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα για εκείνον. Μέλι και γάλα. Ήταν η αίσθηση που ανέδυαν τα άλλα παιδιά, εκείνα που είχαν εισπράξει αυτού του είδους τη ζέστη από τους γονείς τους, κυρίως από τις μητέρες τους. Εκείνος δεν το είχε νιώσει ποτέ.

Βρήκε τον εαυτό του να πλησιάζει την πεσμένη κοπέλα, η αύρα της οποίας τον τραβούσε σαν μαγνήτης. Ήταν ένα νέο, μικρό, γλυκό πλάσμα, με καστανόξανθα μαλλιά, χαριτωμένα χαρακτηριστικά και σκούρες βλεφαρίδες που σκίαζαν τα ηλιοκαμένα της μάγουλα. Η εικόνα της φώναζε χάρη και ευγένεια. Αν είχε και μεγαλύτερο στήθος σκέφτηκε, ενώ παράλληλα συνειδητοποίησε πως το κορίτσι που κοιτούσε ήταν η κοπέλα του Καρύστου.

Έσκυψε από πάνω της και έλεγξε το άρωμα που ανέδυε. Όχι. Καθόλου μέλι και γάλα. Αλλά το άρωμα λεβάντας ερχόταν σίγουρα από το δέρμα της. Ήταν έτοιμος να γυρίσει και να φύγει, όταν ένα πλούσιο μπούστο αγκάλιασε το μπράτσο του.

«Γεια σου, κούκλε» νιαούρισε η ξανθιά με τα γκριζογάλανα μάτια της να μην προσπαθούν καν να κρύψουν τον θαυμασμό της. Το λευκό δέρμα του στέρνου της είχε την πλήρη αφοσίωσή του καθώς χαμογελούσε πονηρά. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως η διαμονή του εκεί δε θα ήταν και τόσο χάλια τελικά.

«Γεια και σε εσένα» είπε γλύφοντας τα χείλη του και ασυναίσθητα προσπάθησε να απεγκλωβίσει το χέρι του από το κράτημά της. Το σιχαινόταν όταν οι γυναίκες κρέμονταν με τέτοιο τρόπο από πάνω του, ακόμη και αν ήταν πανέμορφα πιθανά θύματα του πόθου του, όπως αυτή εδώ. «Πώς σε λένε όμορφη;»

«Σύνθια, κόρη της Αφροδίτης» χασκογέλασε εκείνη. «Πρέπει να είσαι ο καινούριος εκπαιδευτής για τον οποίο μιλούν όλοι. Κάιλ, σωστά; Ή προτιμάς να σε φωνάζω καθηγητή Φέρελ;» νιαούρισε.

Δεν μπορούσε να μην πιάσει τον υπαινιγμό της. Φετίχ με καθηγητές ε; Ποιος να το περίμενε… Μετά ξανασκέφτηκε τα λόγια της. Κόρη της Αφροδίτης. Έπρεπε να το περιμένει πως τα παιδιά της θα ήταν τόσο πρόστυχα όσο ήταν και η μητέρα τους. Ήταν μεγαλύτερη ιερόδουλη και από τη γυναίκα που τον μεγάλωσε. Τουλάχιστον εκείνη το έκανε αναγκαστικά ως δουλειά, όχι επειδή γούσταρε να ανοίγει τα πόδια της από εδώ και από εκεί.

«Σύνθια, αρκετά, θα του βγάλεις το χέρι» μια άλλη γυναικεία φωνή μάλωσε την κοπέλα και το μπράτσο του ελευθερώθηκε επιτέλους από το κράτημά της. Σχεδόν είπε στη σωτήρα του ότι μπορούσε να χειριστεί μια χαρά ένα αδύναμο πλάσμα σαν και τη Σύνθια, όμως μετά σκέφτηκε πως μπορεί να τον γράπωνε και πάλι αν το έκανε, οπότε αποφάσισε να κρατήσει το στόμα του κλειστό για την ώρα.

Η γυναίκα που τον έσωσε ήταν άλλος ένας ψηλός Κένταυρος, μια ηλιοκαμένη όμορφη φιγούρα με λιγνό μα μυώδες σώμα. Στα σχεδόν καστανά και ατημέλητα μαλλιά της είχε μπλεχτεί ένα λουλουδένιο στεφάνι, επιμελώς ατημέλητο και αυτό, ενώ τον γυμνό κορμό της κάλυπταν μόνο τα μακριά της μαλλιά, που έφταναν περίπου στις αρχές του αλογίσιου σώματός της. Κανένας Κένταυρος δεν κάλυπτε το ανθρωπόμορφο κομμάτι του, κάπου το είχε διαβάσει κι αυτό.

«Κόρη του Χείρωνα;» μάντεψε φωναχτά. Η γυναίκα του έδωσε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, που θα έκανε τους περισσότερους άνδρες να λιώσουν, καθώς έτεινε το χέρι της σε χειραψία.

«Πράγματι. Είμαι η Ίππη. Χαίρομαι που επιτέλους έχω την ευκαιρία να σας γνωρίζω, κύριε Φέρελ. Λυπάμαι για τη Σύνθια, μα βλέπετε- Ω, Θεοί! Κάσι!»

Έχοντας δει την αναίσθητη κοπέλα, έπεσε δίπλα της και την ανασήκωσε ελάχιστα κρατώντας τη στα χέρια της, ταρακουνώντας τη σε μια μάταιη προσπάθεια να την ξυπνήσει. Τα ζεστά καστανά της μάτια άλλαξαν αμέσως σε ένα ελαφρά αγριεμένο πράσινο, καθώς έστρεψε το βλέμμα της στη Σύνθια.

«Γιατί στο όνομα των Θεών την άφησες εδώ κάτω και δε φώναξες αμέσως για βοήθεια; Τι κι αν είχε άλλο ένα όραμα; Θα μπορούσε να έχει χτυπήσει άσχημα, Σύνθια!»

«Μ-μα, θα λέρωνα τα νύχια μου με χώμα!» ξεφώνισε κλαψουρίζοντας, όμως η Ίππη δε σήκωνε κουβέντα. Μα καλά τι δικαιολογία ήταν αυτή;

«Πήγαινε να φωνάξεις τον Κάρυστο! Ή τον Χείρωνα! Γρήγορα!» διέταξε και η ξανθιά δε βιάστηκε καθόλου για να υπακούσει. Ήταν λες και φοβόταν μήπως και λιώσει τους πάτους των ακριβών παπουτσιών της.

Ο Κάιλ μειδίασε. Ναι, καυτή όσο δεν πάει, αλλά όταν έβρεχε μυαλό κρατούσε ομπρέλα…

«Ποιος της δένει τα κορδόνια;» αναρωτήθηκε, αμφισβητώντας σοβαρά την ικανότητά της να σκέφτεται σαν κανονικός άνθρωπος.

«Τι αγενής! Φοράω μόνο τακούνια από την πιο ακριβή ποιότητα, δε χρειάζομαι… κορδόνια!» η απάντηση ήρθε από την κοπέλα που τον είχε ακούσει, κάνοντάς τον να κουνήσει αποδοκιμαστικά το κεφάλι. Μα η διασκέδασή του δεν κράτησε πολύ. Τα μάτια της Ίππη έπεσαν πάνω του, με το χρώμα τους ήταν τώρα παγωμένο μπλε, καθώς τον κοιτούσε νευριασμένα.

«Άνοιξες ψιλή κουβεντούλα με τη Σύνθια, ενώ η καημένη η Κασσάνδρα ήταν πεσμένη στο χώμα κυριολεκτικά στα πόδια σου; Τι είδους άκαρδο, αναίσθητο, απάνθρωπο-» δάγκωσε τα χείλη της για να σταματήσει να παραθέτει κοσμητικά επίθετα, ενώ το σώμα της σχεδόν έτρεμε από θυμό.

«Τέρας» τη βοήθησε να συνεχίσει. «Εμπρός. Πες το. Άκαρδο, αναίσθητο, απάνθρωπο τέρας. Και πρέπει να πω ότι μου αρέσει που είμαι ένα, ευχαριστώ πολύ. Τώρα, μιας και έδιωξες την πιθανή απογευματινή μου διασκέδαση, τι θα έλεγες να τακτοποιούσαμε το θέμα με το κορίτσι;» Ο Κάιλ έσκυψε και δίχως προσπάθεια σήκωσε το λιγνό σώμα του κοριτσιού στα χέρια του.

«Κασσάνδρα, τη λένε Κασσάνδρα» είπε θυμωμένα η Ίππη, μα τον ακολούθησε όπως και να έχει. Μετά ούρλιαξε και βούτηξε να σώσει τη φίλη της, καθώς ο Κάιλ σταμάτησε απότομα, αφήνοντας το σώμα της Κασσάνδρα να πέσει ξανά στο έδαφος. Μόνο που αυτή τη φορά δεν έφταιγε εκείνος. Έστρεψε το αγριεμένο βλέμμα του προς τον ένοχο, εκείνον που τόσο απρόσεκτα είχε πέσει πάνω του. Το βλέμμα του μονομιάς μετατράπηκε σε λαγνεία.

            Περπατούσε βιαστικά προς το μέρος όπου θα την πήγαινε στην κατασκήνωση. Για ακόμα μία φορά, ο πατριός της την είχε φέρει ένα βήμα πριν να χάσει τον έλεγχο με την υπεράνθρωπη προσπάθειά του να τη φέρει με το μέρος του.

            «Είσαι σίγουρη πως θα είσαι εντάξει με το να μένεις μόνη; Ξέρω πως θέλεις να ανεξαρτητοποιηθείς, όμως, Ροξάν, θέλω να ξέρεις πως για οτιδήποτε χρειαστείς-»

            «Δε θα χρειαστώ τίποτα. Είμαι απόλυτα ικανή να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Δεν είμαι παιδάκι» ξεφύσησε ανοίγοντας την πόρτα για να βγει έξω.

«Στείλε μας ένα μήνυμα μόλις τακτοποιηθείς. Δε θέλουμε να σε ζαλίζουμε» ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσε να βγαίνουν από το στόμα του, προτού κοπανήσει το πορτμπαγκάζ του ερειπίου που αποκαλούσε αυτοκίνητο για να κλείσει. Μια μέρα θα του βγάλω τη γλώσσα και θα του τη δώσω να τη φάει. Δεν του έχουν μάθει πότε να σταματάει πια; μονολογούσε από μέσα της. Αν ήταν καρτούν, σίγουρα καπνός θα έβγαινε από τα αυτιά της.

Φτάνοντας στο γνωστό σημείο, έκλεισε τα μάτια και γύρισε με μια κίνηση τον καρπό της. Έκανε ένα βήμα μπροστά, άνοιξε τα μάτια και γύρισε, ώστε να κοιτάζει την κατεύθυνση από όπου είχε έρθει. Μπροστά της είχε μια φαντασματώδη μορφή του ειδώλου της. Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε εκείνη και το αντίγραφό της ήταν το μωβ αποτύπωμα. Το μωβ ήταν κατά κάποιο τρόπο το χαρακτηριστικό χρώμα της Ροξάν. Ήταν το χρώμα της φλόγας της, ακόμα και τα μάτια της είχαν από έναν μικρό μωβ δακτύλιο γύρω από τις, κατά τα άλλα μαύρες, ίριδές της

Σήκωσε το βλέμμα προς τα πάνω και, κλείνοντας πάλι τα βλέφαρα, ένιωσε το σώμα της να ανασηκώνεται. Την επόμενη φορά που άνοιξε τα μάτια βρισκόταν στην είσοδο της κατασκήνωσης. Ήταν αυτό που έκανε κάθε φορά, όπως και όλοι οι ημίθεοι. Ο Χείρωνας είχε αποφασίσει ότι θα ήταν ασφαλέστερο για όλους τους, αν η κατασκήνωση ήταν κάπου μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των θνητών. Οπότε με τη βοήθεια των Θεών, δημιούργησαν ένα μέρος ανάμεσα στους κόσμους των Θεών και των ανθρώπων, ένα μέρος που έμοιαζε με απέραντο παράδεισο, όπου συνδυάζονταν τα θετικά των δύο φύσεων των κατασκηνωτών. Και φυσικά κανείς δεν μπορούσε να βρεθεί εκεί, αν δεν ήξερε πού να βρει τις πύλες ή αν δεν είχε την άδεια του Χείρωνα ή των Θεών.

Έχοντας αφήσει την αντανάκλασή της να εγκατασταθεί στη μικρή πόλη δίπλα στη θάλασσα και να δουλεύει σε ένα καφέ αντί για εκείνη, έσφιξε τα λουριά του σάκου στο χέρι της και προχώρησε με προορισμό την καμπίνα της. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν έδινε σημασία σε τίποτα και κανέναν γύρω της. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπει στο δωμάτιό της, να πετάξει τα πράγματά της σε μια γωνία και να κάνει ένα κρύο μπάνιο. Όπως περπατούσε, έπεσε πάνω σε κάτι. Ή μάλλον σε κάποιον.

«Πρόσεχε που πατάς!» Ένας νέος άνδρας ήταν αρκετά άτυχος για να βρίσκεται στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. Στεκόταν στον δρόμο της.

«Μμμ, κατάλαβα» είπε κοφτά όσο τα μάτια της έτρεξαν πάνω του, τσεκάροντάς τον από την κορυφή ως τα νύχια. «Καινούριος, μορφονιός και σίγουρα υπερόπτης. Λοιπόν μάντεψε, αγοράκι μου, αυτό το μέρος δε σου ανήκει, δεν μπορείς να στέκεσαι όπου σου καπνίσει και μόλις μπήκες στη μαύρη λίστα μου. Θα κάνω τη διαμονή σου εδώ ζωντανή κόλαση!» Το δάκτυλό της χτυπούσε πάνω στο στήθος του κατά τη διάρκεια του μονολόγου της και ο λιλά δακτύλιος των ματιών της άρχισε να φωσφορίζει γύρω από τη μαύρη άβυσσο από τον θυμό της.

Ακόμα και αν κατέβαινε ο ίδιος ο Δίας από τον Όλυμπο, μαζί με όλη την παλιοπαρέα του, η Ροξάν θα συνέχιζε να κοιτάζει επίμονα τον καινούριο στα μάτια, μέχρι που το βλέμμα του να έπεφτε στο χώμα. Υπό άλλες συνθήκες, δε θα του έδινε καν σημασία, όμως τώρα είχε τα νεύρα της και ξεσπούσε χωρίς να το ελέγχει.

Ο τύπος με το άγριο παρουσιαστικό σήκωσε το φρύδι του και τίναξε πίσω τα μακριά μαύρα μαλλιά του. Το βλέμμα του αναμετριόταν με το δικό της, σαν να ήθελε να γευτεί το αίμα της, μα παράλληλα σαν να τη θαύμαζε για κάποιον ανεξήγητο λόγο, για να σταθεί τελικά στο ανοιχτό της ντεκολτέ.

«Καθόλου άσχημα» είπε και ένα πονηρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Έσκυψε λίγο πιο κοντά, εισβάλλοντας στον προσωπικό της χώρο. Λάθος κίνηση. «Επικίνδυνη και σέξι. Ακριβώς όπως μου αρέσει. Θέλεις να με δέσεις, γλύκα;»

«Σου αρέσουν τα άγρια; Θα σου δείξω εγώ άγρια». Τα μάτια της συνοφρυώθηκαν σε δύο λεπτές σχισμές και με μια απότομη κίνηση γράπωσε και έσφιξε το ευαίσθητο σημείο του. «Τώρα άκουσε καλά. Δε θα μπλέξεις μαζί μου αν θέλεις τη ζωή σου, κατανοητό;» Πίεσε το χέρι της προς τα πάνω και έσφιγγε με περισσότερη πίεση καθώς μιλούσε.

Μια ελαφριά κίνηση μέσα στην παλάμη της και το γελάκι του την έκαναν να καταλάβει πως ο νέος, αντίθετα με αυτό που ήθελε να πετύχει, είχε… ενθουσιαστεί. Την κοίταξε παράτολμα, καθώς έγλειψε τα χείλη του και έσπρωξε το σώμα του πιο κοντά στο δικό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ήταν έτοιμος να απαντήσει στις απειλές της, μα σταμάτησε για λίγο προτού μιλήσει. Τα μάτια του γούρλωσαν και ξανά εστίασαν πάνω της, φεύγοντας επιτέλους από τη θέα του στήθους της. «Μέλι και γάλα…» μουρμούρισε χαμηλόφωνα και μετά γρύλισε σαν προσβεβλημένο ζώο. «Και… θάνατος. Άδης!»

«Αρκετά δεσποινίς μου, δε νομίζεις;» Ο νεκρός της φίλος διάλεξε τη χειρότερη στιγμή για να έρθει, όπως συνήθως. Τώρα βρήκες; σκέφτηκε.

«Αργκ» γρύλισε με τη σειρά της και κουτούλησε με δύναμη τον καινούριο. «Μην τολμήσεις να ξανά προφέρεις το όνομά του μπροστά μου». Ενοχλημένη γύρισε να φύγει και είδε το φάντασμα να την κοιτάζει απογοητευμένα. «Γιατί δε με αφήνεις ήσυχη επιτέλους;» μουρμούρισε ξεκινώντας να περπατάει.

Εκείνη τη στιγμή στα αυτιά της έφτασε ένα χαμηλό γρύλισμα ερχόμενο από την κατεύθυνσή του, σαν και εκείνο που κάθε ήρωας, ημίθεος και μη, έτρεμε κάθε φορά που το άκουγε. Αυτή ήταν και η μόνη προειδοποίηση που έλαβε λίγο πριν ο καινούριος ορμήσει πάνω της, ρίχνοντάς τη με το πρόσωπο στο έδαφος και κρατώντας την εκεί, πεσμένος στα τέσσερα από πάνω της, λες και ήταν κάποιο άγριο θηρίο. Τα χέρια του έσφιγγαν τα μπράτσα της όλο και πιο μέσα στο χώμα, τα νύχια του σχεδόν μάτωσαν το λευκό της δέρμα.

«Κύριε Φέρελ, σταματήστε!» η Ίππη προσπάθησε να τον κάνει να αφήσει τη Ροξάν, όμως φαινόταν να κρατάει κάποιον στα χέρια της και δεν ήταν πολλά αυτά που μπορούσε να κάνει. «Βοήθεια κάποιος!» φώναξε.

«Όχι» ούρλιαξε η Ροξάν. «Όποιος τολμήσει να πλησιάσει, τον σκότωσα» κοίταξε πάνω από τον ώμο της εστιάζοντας το βλέμμα της στο γέλιο νίκης που είχε σχηματιστεί στα χείλη του.

Το να έχει αυτόν τον άνδρα πάνω της, έναν αρκετά σέξι άνδρα, όφειλε να παραδεχτεί πως έκανε το αίμα στις φλέβες της να βράζει. Το δέρμα της έκαιγε και οι παλμοί της είχαν αυξηθεί, λες και βρισκόταν λίγο πριν τον τερματισμό ενός μαραθωνίου και κινδύνευε να βγει δεύτερη. Ανασήκωσε τη λεκάνη της και βρίσκοντας σκληρή αντίσταση κατέβηκε πάλι κάτω. Συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και κάλεσε τους νεκρούς. Την ίδια στιγμή, τον τράβηξαν από πάνω της και τον πέταξαν με την πλάτη στο χώμα δίπλα της, δίνοντάς της την ευκαιρία να ανέβει εκείνη πάνω του.

Χωρίς πολλή σκέψη, η Ροξάν επιτέθηκε στα σκασμένα χείλη του και εκείνος ανταποκρίθηκε χωρίς ενδοιασμούς. Γαμώτο, ήξερε πώς να χρησιμοποιεί αυτούς τους μύες για να ευχαριστήσει μια γυναίκα. Τι διάολο κάνεις, Ροξάν ούρλιαξε μέσα στο κεφάλι της. Υποτίθεται πως θα του έσκαγες μπουνιά, όχι γλωσσόφιλο!

«Ροξάν!» το φάντασμα που της φώναξε την επανέφερε στη λογική της. Το ότι δεν μπορούσε να το ελέγχει την τρέλαινε.

Έτριψε το γόνατό της στους μηρούς ανάμεσα από τα πόδια του κάνοντάς τον να μουγκρίσει από ενθουσιασμό. Και τότε η Ροξάν δάγκωσε με δύναμη το κάτω χείλος του. Ένα ζευγάρι δυνατά, μυώδη χέρια την τράβηξε, χωρίζοντας τα σώματά τους τη στιγμή που η Ροξάν γεύτηκε το αίμα του.

«Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, Τζέισον!» ταρακουνήθηκε μέσα στο γερό του κράτημα, μα η δύναμή της δεν μπορούσε με τίποτα να συγκριθεί με τη δική του.

«Έι φίλε. Πρέπει να είσαι ο νέος εκπαιδευτής. Ο Χείρωνας θέλει να σου μιλήσει. Πήγαινε και θα κανονίσω εγώ μαζί της» είπε κάπως θυμωμένα στον άνδρα που κειτόταν στο έδαφος, ενώ έκλεισε το στόμα της Ροξάν, κρατώντας την όσο πιο ήρεμη γινόταν στα χέρια του. Δε σταματούσε να προσπαθεί να ελευθερωθεί από το κράτημά του.

Ο νεοφερμένος πέρασε τον αντίχειρα πάνω από τα χείλη του και κοίταξε σκεπτικός το αίμα στο χέρι του. Και μετά κάτι παράξενο συνέβη. Τα μάτια του απέκτησαν μια πεινασμένη γαλάζια λάμψη και έστειλε στην κόρη του Άδη ένα μειδίαμα χαμόγελου, με τη δίψα του να αποτυπώνεται ολοφάνερα στα χείλη του, άγνωστο το αν ήταν για να δηλώσει την κυριαρχία του πάνω της ή τη θέληση να τη σκοτώσει. Σηκώθηκε αργά, σαν να είχε όλο τον χρόνο του κόσμου, χωρίς να τον νοιάξει να τινάξει το χώμα από πάνω του και μύρισε εξεταστικά τον άλλο άνδρα. Με ένα τελευταίο, μπερδεμένο, μα ταυτόχρονα ικανοποιημένο βλέμμα, γύρισε να πάει να βρει τον Χείρωνα.

«Δε βαρέθηκες να αντιστέκεσαι ακόμα;» είπε ο Τζέισον με βαριεστημένο τόνο στη φωνή του καθώς την πέταξε στον ώμο του, σχεδόν χωρίς προσπάθεια. Η Ροξάν ήταν άγρια γυναίκα, μα συνήθως δεν κατέφευγε στη βία για να επιβληθεί σε κάποιον, εκτός αν εκπαιδευόταν στην αρένα. Είχε και το μυαλό και το κατάλληλο ύφος για να το κάνει αυτό.

Φτάνοντας στις καμπίνες των κατασκηνωτών, ένα συγκρότημα ξύλινων σπιτιών, με ενιαίο χώρο και προσωπικό μπάνιο το κάθε ένα, μπήκε στο δωμάτιο της κοπέλας, την πέταξε πάνω στο κρεβάτι και στάθηκε μπροστά της με τα χέρια σταυρωμένα αφήνοντας κάτω τον σάκο της.

«Λοιπόν, θα μου πεις τι έγινε εκεί πέρα ή χάνω τον χρόνο μου;» τη ρώτησε κάπως ειρωνικά, γιατί ήξερε από πριν ότι η Ροξάν δε μιλούσε ποτέ, σε κανέναν για κάτι δικό της. Αυτός ήταν ο λόγος που αρκετοί ημίθεοι τη φώναζαν στρείδι μέσα στα διάφορα άλλα προσωνύμια που της είχαν βγάλει, γελώντας πίσω από την πλάτη της, κι ας τους κοβόταν το γέλιο όταν τους κοιτούσε κατάματα.

«Αφού την ξέρεις την απάντηση, τι με ρωτάς;» έκανε το ίδιο ειρωνικά, ενώ τώρα είχε πιάσει πάλι τη λίμα στα χέρια της και προσπαθούσε να καλμάρει κάπως τα νεύρα της.

«Ναι… Καλά το κατάλαβα» αναστέναξε ο γιός του Διονύσου.

«Γιατί δεν πας να πιείς τίποτα και να μπεκρουλιάσεις σαν τον μεθύστακα τον γέρο σου και να με αφήσεις στην ησυχία μου; Απλά χάσου από τα μάτια μου, εντάξει;» Το υφάκι της είχε επιστρέψει και αυτό σήμαινε ότι ο Τζέισον καλό θα ήταν να φύγει και να μην την πιέσει. Έφυγε βεβαιώνοντάς την πως θα ήταν εκεί για εκείνη αν τον χρειαζόταν.

Όταν έμεινε μόνη, έφερε ξανά στη μνήμη της τον καινούριο. Ο Τζέισον είχε πει ότι ήταν ο καινούριος εκπαιδευτής, άρα θα έπρεπε να τον ανέχεται για πολλές ώρες κάθε μέρα. Πιθανόν να έβρισκε τον μπελά της τώρα που πιάστηκε στα χέρια με έναν καθηγητή. Θυμήθηκε τα μάτια του και στάθηκε λίγο εκεί. Ήταν… διαφορετικά. Και δεν εννοούσε τον τρόπο που την κοίταζε, ούτε την ξαφνική γαλάζια λάμψη τους ή κάτι τέτοιο σαχλό που θα σκεφτόταν σχεδόν οποιαδήποτε άλλη κοπέλα στη θέση της. Ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Το ένα μαύρο με ένα γαλάζιο δακτύλιο και το άλλο το ακριβώς ανάποδο. Περίεργο σκέφτηκε.

Τώρα που είχε χαλαρώσει κάπως, σκεφτόταν μονάχα ένα πράγμα. Αυτό το καλοκαίρι θα το θυμόταν για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Δεν ήξερε το γιατί, μα είχε αυτό το προαίσθημα ότι κάτι θα άλλαζε και δεν μπορούσε να καταλάβει αν θα ήταν για καλό ή για κακό. Ό,τι και αν γινόταν, εκείνη θα έκανε αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα. Θα πάλευε.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν