Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.10.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 3) Revised

Η εβδομάδα κύλησε χωρίς να το καταλάβω. Ήμουν τόσο αφοσιωμένη στις εργασίες και στα μαθήματα της σχολής, που ακολουθούσα σαν στρατιωτάκι το καθημερινό μου πρόγραμμα, βγαίνοντας από αυτό ανά διαστήματα, για να μιλήσω είτε με τον Τόμας είτε με την Κρις.

Το πρωί της Κυριακής ετοιμάστηκα νωρίς και όδευσα προς το μαγαζάκι του κυρίου Ρίπλεϊ, στο οποίο εργαζόμουν τα τελευταία τρία χρόνια. Ήταν ένα μικρό κατάστημα με αντίκες και είδη δώρων, σε απόσταση λίγων τετραγώνων από το σπίτι μου, που προσπαθούσε να κάνει τη διαφορά σε ένα τόσο τουριστικό μέρος. Ο κύριος Ρίπλεϊ, ένας γλυκός εξηντάρης άντρας, το διατηρούσε μαζί με τη γυναίκα του, όμως καθώς τα δύο παιδιά του είχαν φύγει από τη χώρα, είχε αναγκαστεί να βρει εξωτερική βοήθεια, εφόσον μόνοι τους δεν μπορούσαν να τα φέρουν βόλτα. Ήμουν τακτική πελάτισσά του, μιας και όλα τα πράγματα που έφερνε στο μαγαζί του ήταν τρομερά ενδιαφέροντα, όντας συλλέκτης και ο ίδιος, και μόλις μου είπε πως έψαχνε κάποιον να τον βοηθάει για λίγες ημέρες μέσα στην εβδομάδα δε δίστασα να προσφερθώ για τη θέση. Τα λίγα χρήματα που αποτελούσαν τον μισθό μου ήταν απαραίτητο βοήθημα στα οικονομικά του σπιτιού, ειδικά όταν υπήρχαν τα έξοδα του πανεπιστημίου από την άλλη.

Άνοιξα την ξύλινη πόρτα με τα τζαμάκια στο πάνω μέρος και ο στριγκός ήχος του κουδουνιού γέμισε τον χώρο, ειδοποιώντας τον κύριο Ρίπλεϊ για την άφιξή μου. Άφησα την τσάντα μου στον πάγκο δεξιά μου και σάρωσα το μικρό μακρόστενο δωμάτιο για το αφεντικό μου. Τον άκουσα να φωνάζει από την αποθήκη στο πίσω μέρος και κίνησα προς τα εκεί, για να τον βρω καταχωνιασμένο ανάμεσα σε κούτες και σκονισμένα πράγματα. Έκανα μία νοητή σημείωση να βάλω κάποια στιγμή μια τάξη εκεί μέσα και τον καλημέρισα.

«Πολύ καλημέρα και σε εσένα, κορίτσι μου» μου είπε με τον χαρακτηριστικό γλυκό του τόνο. «Ήρθαν καινούριες παραλαβές και έπρεπε να φτιάξω λίγο χώρο, για να τις τακτοποιήσω» μου εξήγησε.

Μπορούσες πολύ εύκολα να μαντέψεις την ακριβή ημερομηνία παραλαβής της κάθε κούτας από την ποσότητα της σκόνης επάνω της. Ένευσα.

«Με χρειάζεστε κάτι εδώ ή να πάω μπροστά, στο ταμείο;»

«Όχι, όχι, πήγαινε. Τα καταφέρνω μια χαρά και μόνος μου. Μπορεί να έρθει και κανένας πελάτης».

Χαμογελάσαμε και οι δύο με αυτή την πρόταση. Η αλήθεια ήταν πως το μαγαζί δεν είχε ποτέ πολλή κίνηση, όμως κατάφερνε να βγάζει τα απαραίτητα έσοδα, κυρίως εξαιτίας της σπανιότητας των κομματιών, που αύξανε αρκετά την τιμή τους. Μπορεί να μην είχαμε πολλούς πελάτες, όμως όσοι αγόραζαν έδιναν γενναιόδωρα ποσά.

Η βάρδιά μου περιείχε κατά κύριο λόγο καταχώρηση παραλαβών στο σύστημα, έλεγχο των παραγγελιών στο ηλεκτρονικό κατάστημα του μαγαζιού –το οποίο φτιάχτηκε κατόπιν δικής μου παρότρυνσης και μέχρι τώρα αποτελούσε καλή πηγή εσόδων– και πακετάρισμα. Οι λίγοι πελάτες δε με απασχόλησαν ιδιαίτερα και, έτσι, βρήκα χρόνο να οργανώσω κάποια ράφια με βάση τα χρώματα των προϊόντων.

Πλησίαζε η ώρα του σχολάσματος, όταν δονήθηκε το κινητό στην τσέπη του τζιν μου.

Ξέρω πως θα πεις όχι, αλλά κανονίσαμε να πάμε για ποτό το βράδυ με τα παιδιά. Είπα να σε ειδοποιήσω, σε περίπτωση που θέλεις να έρθεις…

Απάντησα το αυτονόητο στην Κρις και πολύ σύντομα ακούστηκε άλλο ένα κουδούνισμα.

Το δέχομαι. Αλλά θα με ανεχτείς μετά. Και εμένα και την πείνα μου.

Χαμογέλασα, όμως κάπου μέσα μου ένιωθα λίγες τύψεις που τους έστηνα ξανά, παρόλο που ήξερα πως όλοι τους θα έδειχναν κατανόηση. Ήταν φίλοι μου και με γνώριζαν πολύ καλά για να με παρεξηγήσουν. Αυτό δεν είναι ο ορισμός της φιλίας άλλωστε; Να αποδέχεσαι τον άλλο όπως είναι…

Επιστρέφοντας στο σπίτι, έπεσα με τα μούτρα στην αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθώ τις τέσσερις ώρες που πέρασαν. Κόντευαν μεσάνυχτα και, λίγο πριν χτυπήσει το ρολόι τοίχου του σαλονιού, συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει να ταΐσω το χρυσόψαρό μου· δεν ήταν η πρώτη φορά. Σηκώθηκα γρήγορα και πήρα το κουτάκι με την ειδική τροφή από το δεύτερο ράφι της βιβλιοθήκης, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στα πράγματα που βρίσκονταν δίπλα σε αυτό: ένα κουρδιστό καρουζέλ που μου είχε κάνει δώρο κάποτε η Κρις, ένα ξύλινο μικρό μπαούλο, στο οποίο κρατούσα διάφορα μικροαντικείμενα, και μια κορνίζα, η οποία είχε χώρο για δύο φωτογραφίες. Στη μία θέση είχα βάλει μία φωτογραφία που απεικόνιζε εμένα και την Κρις σε μία εκδρομή με το σχολείο και στην άλλη μία που βρισκόμουν στην αγκαλιά του Τόμας και ποζάραμε και οι δύο χαρούμενοι στον φακό, στον πρώτο χρόνο της σχέσης μας. Χαμογέλασα και υποσχέθηκα σιωπηλά εκείνην τη στιγμή πως θα περνούσα περισσότερο χρόνο μαζί τους. Μου έλειπαν και οι δύο.

Πήρα την τροφή και πλησίασα το μικρό ενυδρείο στην άλλη άκρη του δωματίου. Ο Μόρις πλησίασε στο τοίχωμα και με κοίταξε ανυπόμονος. Μόλις οι πρώτες νιφάδες ακούμπησαν την επιφάνεια του νερού του, κολύμπησε γρήγορα προς τα επάνω, με μια σβελτάδα που δεν είχε σε καμία άλλη φάση της ημέρας του. Το ψάρι μου ήταν πανέμορφο, αλλά βαριόταν τη ζωή του.

Είχα περισσότερη από μία ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να έρθει η Κρις, οπότε άρχισα να ετοιμάζω κάτι για να φάμε, ενώ κατέβασα τα απαραίτητα στο σαλόνι, για να κοιμηθούμε και οι δύο εκεί, στον γωνιακό τεράστιο καναπέ, μιας και στο δωμάτιό μου δε χωρούσαμε στο μονό κρεβάτι.

Ετοίμασα δύο σάντουιτς με μορταδέλα και κίτρινο τυρί, τα έβαλα σε μια μικρή πιατέλα, πήρα το μπουκάλι με το αναψυκτικό από το ψυγείο και κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα. Έκλεισα τα μάτια μου και έτριψα τους κροτάφους μου. Η ένταση της ημέρας με είχε καταβάλει, οπότε αποφάσισα να εκμεταλλευτώ τον έξτρα χρόνο για να αποσυμφορήσω το άγχος μου. Έγειρα πίσω και έμεινα έτσι για λίγη ώρα.

Το άγχος μου, όμως, αυξανόταν αντί να μειώνεται. Αγχώθηκα παραπάνω εξαιτίας αυτού.

Ω τέλεια!

«Ηρέμησε» είπα στον εαυτό μου ψιθυριστά, ενώ άφηνα μία ανάσα να βγει αργά από το στόμα μου. «Θυμήσου. Απλώς ανάπνευσε. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φρικάρεις».

Οι παλμοί μου έπεσαν κάπως, ενώ ευχαριστούσα ενδόμυχα τα χρόνια ψυχοθεραπείας που είχα κάνει για να ξεπεράσω την αγχώδη διαταραχή. Όμως σήμερα το μυαλό μου δεν έδειχνε διάθεση συνεργασίας. Μέσα σε λίγα λεπτά είχα ήδη απελπιστεί για τη ζωή μου, την επαγγελματική μου πορεία, τις ερωτικές και φιλικές σχέσεις μου, τους ανθρώπους που με αγαπούσαν και που συνεχώς απογοήτευα με το να τους κρατάω έξω από το κλειστό κελί που αποτελούσε τον συναισθηματικό μου κόσμο… Δεν ήταν εύκολο. Όσο και να τους εμπιστευόμουν, δε θα άντεχα να με θεωρήσουν τρελή ή, ακόμη χειρότερα, απειλή.

Η κρίση πανικού ήταν έτοιμη να μου χτυπήσει την πόρτα. Είχε καιρό να μου συμβεί έτσι απότομα και ίσως για αυτό εκδηλώθηκε σε λίγα μόνο λεπτά. Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να ηρεμήσω τον εαυτό μου, όμως όταν αυτό δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, αποφάσισα να σηκωθώ από την πολυθρόνα και να κινηθώ λίγο στον χώρο, για να διώξω την υπερένταση που είχε συσσωρευθεί.

Βημάτιζα πάνω κάτω στο σαλόνι, τη στιγμή που αντίκρυσα τον εαυτό μου να κάθεται στην πολυθρόνα μπροστά μου με κλειστά τα μάτια.

«Σκατά!»

Είχα διαχωριστεί από το σώμα μου ακούσια, δίχως να το καταλάβω καν. Αγχώθηκα περισσότερο, συνειδητοποιώντας πως είχα μόλις αθετήσει την υπόσχεση που είχα δώσει στην Κρις και στον εαυτό μου. Σκέφτηκα αμέσως να επιστρέψω πίσω στο σώμα μου, όμως... Η γνώριμη αίσθηση του αστρικού πεδίου μού άφηνε μια γεύση νοσταλγίας, δημιουργώντας μου ένα αίσθημα ολοκλήρωσης, σαν αυτό που βιώνουμε όταν πίνουμε νερό μετά από μια εξαντλητική άσκηση. Η γαλήνη που ένιωθα είχε ήδη αρχίσει να επιδρά θετικά στη διάθεσή μου. Ηρεμούσα και το μυαλό μου άδειαζε. Πόσο κακό θα ήταν να το εκμεταλλευτώ λίγο ακόμα, εφόσον ήδη συνέβη; Δεν έφταιγα εξάλλου… Η Κρις θα έδειχνε κατανόηση.

Κατέβηκα στον δρόμο μπροστά από την πολυκατοικία μου· άδειος, όλος δικός μου. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μία βαθιά ανάσα. Ένιωθα –επιτέλους– ελεύθερη.

Μόνο μια ενόχληση στην περιοχή της κοιλιάς μου μου χαλούσε την αρμονία. Μια ενόχληση που γρήγορα έγινε πόνος, και αυτός ο πόνος έγινε κάψιμο και όλα ξεκίνησαν να στροβιλίζονται γύρω μου. Ο πόνος εξαπλώθηκε ραγδαία, μουδιάζοντας κάθε εκατοστό του κορμιού μου. Συγκεντρώθηκα προσπαθώντας να επιστρέψω στο σώμα μου, τη στιγμή που τα πόδια μου λύγιζαν. Όλα γύρω μου μαύρισαν, αφήνοντάς μου την αίσθηση μιας σκοτεινής παρουσίας…

 Αγγελίνα Παπαδημητρίου