Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.20

Η πριγκίπισσα του Θανάτου (Πρόλογος)

Μια γυναικεία κραυγή έσπασε την απόλυτη σιγή της νύχτας και ο νεαρός, που κοιμόταν στο πλάι της νεαρής κοπέλας σα να μη συνέβαινε τίποτα, τινάχτηκε όρθιος και άρχισε να τρέχει, ενώ προσπαθούσε ταυτόχρονα να φορέσει το παντελόνι του. Προτού προλάβει να απομακρυνθεί από το δωμάτιο, άκουσε το χέρι της μεγαλύτερης γυναίκας που προσγειώθηκε στο πρόσωπο της άλλης. Ακολούθησε το γοερό της κλάμα, μα ο Κάιλ είχε απομακρυνθεί αρκετά, ώστε να μην τον νοιάζει. Εκείνο που προείχε τώρα ήταν να βγει από το κτίριο και να κρυφτεί με ασφάλεια.

Καθώς έτρεχε στον διάδρομο, οι πόρτες δεξιά και αριστερά άνοιγαν η μια μετά την άλλη και διάφορες θελκτικές γυναικείες μορφές τον κοιτούσαν να τρέχει χωρίς να καταλαβαίνουν τι γίνεται. Μακάρι να είχε τον χρόνο να καθίσει να τους εξηγήσει. Αχ, αν μπορούσε θα έκανε σε όλες τους ό,τι και στην άλλη κοπέλα. Πώς την έλεγαν; Λίλα; Νίνα; Ούτε που θυμόταν.

Ξαφνικά είδε τον διάδρομο μπροστά του να τελειώνει και πανικοβλήθηκε στιγμιαία. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Τα σύννεφα παρασύρθηκαν από το νυχτερινό αεράκι και το φως της σελήνης έλουσε τον χώρο. Το παράθυρο. Μα φυσικά!  Σφίγγοντας τα δόντια, έτρεξε πιο γρήγορα και με ένα σάλτο πήδηξε σπάζοντας το τζάμι και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο. Σηκώθηκε με απίστευτη ευκολία, λες και δεν είχε μόλις πέσει από τον τρίτο, και άρχισε πάλι να τρέχει τινάζοντας από πάνω του τα γυαλιά.

Σταμάτησε μόνο όταν τα πνευμόνια του δεν άντεχαν άλλο. Στηρίχτηκε στα γόνατά του και, όταν ανέκτησε τον συνηθισμένο ρυθμό στην ανάσα του, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα. Η μικρή είχε κάνει καλή μπάζα, το είχε καταλάβει πολύ πριν ξαλαφρώσει το συρτάρι του κομοδίνου της. Το σώμα της τράβαγε τους άνδρες, και το πρόσωπο βέβαια, αλλά στη δουλειά που έκανε, το σώμα μετρούσε περισσότερο. Αυτός ήταν και ο λόγος που την είχε πλησιάσει άλλωστε. Τώρα την είχε εκμεταλλευτεί διπλά, και το σώμα και την τσέπη της. Μακάρι να είχε καταφέρει να φύγει από εκεί χωρίς να τον καταλάβουν. Τώρα η κοπέλα θα είχε μπελάδες με την πατρόνα της. Δε βαριέσαι. Εμείς τη βγάλαμε καθαρή πάλι. Μόνο αυτό έχει σημασία.

Έβαλε τα χαρτονομίσματα πίσω στην τσέπη του και έριξε το βλέμμα του στα φώτα της πόλης που μέσα στο σκοτάδι έδιναν υπόσταση στα κτίρια. Με τα λεφτά που είχε κλέψει μπορούσε να βρει ένα άνετο δωμάτιο. Φυσικά, δεν εννοούσε κανένα παλάτι, αλλά οποιοδήποτε δωμάτιο με κρεβάτι και στρώμα αρκετά μαλακό για να μην ξυπνήσει πιασμένος το επόμενο πρωί ήταν καλύτερο από κάποιο παγκάκι ή το πεζοδρόμιο.

«Κάιλ Φέρελ» άκουσε το όνομά του και γύρισε απότομα να δει ποιος τον είχε βρει. Τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον έχει προετοιμάσει για το θέαμα που θα αντίκριζε. Μπροστά του στέκονταν δύο πανύψηλοι άνδρες με σχεδόν σγουρά μαλλιά. Γέλασε αμήχανα για μια μόνο στιγμή. Τι αστείο ήταν αυτό; Μήπως είχε χτυπήσει στο κεφάλι όταν έπεσε από το παράθυρο και τώρα είχε παραισθήσεις; Αυτοί οι δύο τύποι δε θα μπορούσαν να ήταν αληθινοί. Ακόμα και αν έκανε τα στραβά μάτια στην παράταιρη ενδυμασία τους, οι τύποι αιωρούνταν! Εκεί, στη μέση του δρόμου, δύο μέτρα πάνω από το έδαφος.

«Έχεις κριθεί ένοχος των πράξεων των προγόνων σου που βρήκαν τρόπο να αψηφήσουν τους νόμους της μητέρας Γαίας και να φτάσουν στη δημιουργία σου. Είσαι ένα λάθος της φύσης και για αυτό καταδικάζεσαι σε ισόβια φυλάκιση στις φυλακές των Ταρτάρων» μίλησαν ταυτόχρονα, αφύσικα συγχρονισμένοι, και ο Κάιλ ένιωσε κρύο ιδρώτα να βρέχει τον αυχένα του. Ο λαιμός του είχε στεγνώσει και δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικό ή όχι.

Προτού προλάβει να βγάλει άχνα, οι δύο άνδρες έτειναν τα χέρια τους προς το μέρος του, ο ένας το δεξί, ο άλλος το αριστερό, και ένιωσε να βαραίνει τους καρπούς του ένα ζευγάρι χειροπέδες. Αμέσως τα χέρια του τραβήχτηκαν προς το έδαφος και εκείνος δεν είχε τη δύναμη να τα ελευθερώσει. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, όταν το μέταλλο άρχισε να πυρακτώνεται και να σημαδεύει το δέρμα του. Το κάψιμο άρχισε σύντομα να εξαπλώνεται σε όλο το μήκος των χεριών του μέχρι τις ωμοπλάτες και εν τέλει στο πίσω μέρος του λαιμού του, όπου ο πόνος ενώθηκε με περισσότερη ένταση πριν εξαφανιστεί. Θα ορκιζόταν όλο αυτό ήταν ένα παιχνίδι που του έπαιζε το μυαλό του, αν δεν έβλεπε το αποτέλεσμα στα προηγουμένως γυμνά του χέρια. Ένα σχέδιο διέτρεχε το μήκος τους, μα δεν μπορούσε να το δει καθαρά, ακόμα γιατί φωσφόριζε γαλάζιο.

Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ξυπνήσει ιδρωμένος σε κάποιο σκοτεινό στενό, συνειδητοποιώντας ότι έβλεπε ένα διεστραμμένο εφιάλτη, παρενέργεια από το πολύ ποτό ίσως. Αντί αυτού όμως, όλα γύρω του σκοτείνιασαν και το τελευταίο που θυμόταν ήταν οι φωνές των δύο ανδρών.

«Κανείς δε γλιτώνει από την κρίση των Θεών».

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν