Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.11.20

Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 1) Revised


Δεν μπορούσα να αποδώσω καμία άλλη αντίδραση, πέρα από το να τον κοιτάζω αποσβολωμένη, έπειτα από τη σοκαριστική αποκάλυψή του. Τι σκατά σήμαινε το ότι ήμουν άυλη; Ήμουν φάντασμα; Θα επανερχόμουν στο φυσιολογικό; Και ποιο ήταν, διάολε, το φυσιολογικό;

Ήμουν συνηθισμένη από τα αστρικά μου ταξίδια να αντιλαμβάνομαι διαφορετικά τις δυνατότητες που είχε το σώμα μου, όμως δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το τι συνέβαινε εκεί που είχα βρεθεί από το πουθενά. Από μία λέξη πιανόμουν μόνο: Είπε πως ήμουν ακόμα άυλη.

Εκείνος πήρε ξανά τον λόγο, ξεφυσώντας:

«Σου υπόσχομαι πως όλα θα βγάλουν περισσότερο νόημα πολύ σύντομα, όμως πρώτα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούμε σε ασφαλές μέρος. Πριν αντιμετωπίσουμε κι άλλους… κινδύνους».

Ήμουν σίγουρη πως επέλεξε την τελευταία λέξη για να μην αναφερθεί άμεσα στο πλάσμα που είχε κοντέψει να με κατασπαράξει λίγη ώρα πριν.

Υπάρχουν και άλλα;

Μα φυσικά υπάρχουν και άλλα!

Είχε δίκιο, έπρεπε να δείξω ψυχραιμία και να τον ακολουθήσω.

Ένευσα θετικά και συνεχίσαμε αμέσως τον δρόμο μας, ενώ προσπάθησα να σταματήσω να σκέφτομαι τον επικείμενο θάνατό μου και να συγκεντρωθώ στην πορεία μας. Δεν υπήρχε και κάτι ιδιαίτερο να παρατηρήσω, πέρα από το ψηλό ανάστημα του άντρα που προχωρούσε μπροστά μου. Ήταν γεροδεμένος, οι μύες του διαγράφονταν κάτω από το μαύρο ύφασμα που κάλυπτε κάθε εκατοστό του κορμιού του. Τα ρούχα του φαίνονταν καινούρια και άνετα, παρόλο που έμοιαζαν κάπως επίσημα· ίσως κατείχε κάποιο αξίωμα σε αυτήν τη λεγόμενη «Ακαδημία». Είχα παρατηρήσει και ένα έμβλημα στο αριστερό μέρος της μπλούζας του, όταν ήταν στραμμένος προς εμένα. Σίγουρα δεν το είχα ξαναδεί και δεν έμοιαζε με λογότυπο κάποιας εταιρείας ρούχων. Έμοιαζε να είναι ραμμένο με χρυσή κλωστή, η οποία ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το μαύρο της μπλούζας, και αποτύπωνε μια κλεψύδρα με στρογγυλεμένες άκρες, η οποία έμοιαζε να γέρνει ελαφρώς.

Ο τρόπος που περπατούσε επιβεβαίωνε τις σκέψεις μου, πως ήταν άνθρωπος με κύρος: δυνατά, σταθερά βήματα, γεμάτα σιγουριά. Και αν σκεφτείς πως πριν από λίγο είχε πολεμήσει –και είχε κατατροπώσει– ένα τέρας της κολάσεως, τότε μάλλον είχα να κάνω με έναν φοβερό τύπο.

«Μην τρομάξεις» μου δήλωσε, την ώρα που στο οπτικό μας πεδίο εμφανίστηκαν δύο αμυδρές λάμψεις.

Όσο πλησιάζαμε, άρχισαν να διαγράφονται μέσα τους δύο φιγούρες. Μία αντρική και μία γυναικεία.

«Είσαι καλά;» του απευθύνθηκε η γυναικεία φιγούρα, ίσως γνωρίζοντας για την προηγούμενη συνάντηση.

Εκείνος ένευσε και, δίχως να ειπωθεί κάποια άλλη κουβέντα, συνεχίσαμε την πορεία μας με εκείνον να πορεύεται μπροστά και τους δύο άλλους να ακολουθούν πίσω μου.

Δύο ακόμη λάμψεις εμφανίστηκαν στο βάθος, ενώ αυτήν τη φορά δε με προειδοποίησε. Δύο άτομα προστέθηκαν στην παρέα μας, εξίσου αμίλητα με τα προηγούμενα. Η όλη κατάσταση είχε αρχίσει να με κάνει να αισθάνομαι άβολα, δίχως να μπορώ να προσδιορίσω τον λόγο. Θα έπρεπε ίσως να νιώθω πιο προστατευμένη ανάμεσα σε όλους αυτούς. Ωστόσο, κάτι μέσα μου δεν μπορούσε να χαλαρώσει. Και σίγουρα με ενοχλούσε που κανείς δε φαινόταν διατεθειμένος να μου δώσει κάποια εξήγηση.

Λίγο αργότερα συναντήσαμε άλλα πέντε άτομα και άλλα πέντε, ώσπου στο τέλος είχαμε σχηματίσει μια ομάδα είκοσι ενός ατόμων.

Εντάξει, αν ήθελαν, θα σε είχαν σκοτώσει πολύ νωρίτερα.

Ύστερα από λίγο σταμάτησε να προχωρά. Άπλωσε το χέρι του μέσα στο παχύ σκοτάδι και έκλεισε τα μάτια του. Από το πουθενά, άρχισε να σχηματίζεται μια κατάλευκη τεράστια σιδερένια πόρτα. Έστεκε ολομόναχη, δίχως να στηρίζεται πουθενά.

Αν αυτή δεν είναι η Πύλη του Παραδείσου, εμένα να μη με λένε Ναντίν, σάρκασε το υποσυνείδητό μου, ενώ ένιωθα το άγχος να αυξάνεται μέσα μου. Με μία κίνηση του χεριού του, έσπρωξε την πόρτα μαλακά, και ένα φως ξέφυγε από το εσωτερικό της που έκανε τα μάτια μου να κλείσουν στιγμιαία. Όταν προσαρμόστηκα στην αλλαγή, αντίκρυσα ένα εντελώς απρόσμενο θέαμα· ένας υπέροχος πολύχρωμος κήπος είχε εμφανιστεί πίσω από την πόρτα. Ψηλά δέντρα και ολοπράσινα φυτά γέμιζαν τον χώρο και χωρίζονταν από ένα πέτρινο στριφογυριστό δρομάκι, το οποίο οδηγούσε σε μια άλλη, βαριά, ξύλινη πόρτα. Η εικόνα έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από επαγγελματική ζωγραφιά και θα έλεγες πως δεν είχε το παραμικρό ψεγάδι.

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και απορροφούσαν λαίμαργα την αλλαγή του σκηνικού. Τα δικαιολογούσα ύστερα από τόσες ώρες –αλήθεια πόσες ώρες να είχαν περάσει;– που το μόνο που έβλεπαν ήταν σκοτάδι ή άπλετο φως· μαύρο ή άσπρο. Αρχίσαμε να διασχίζουμε το δρομάκι, με το πλήθος των ατόμων να μας προσπερνούν, όταν ο άντρας έσπασε τη σιωπή:

«Σου αρέσει» δήλωσε, ενώ διέκρινα ένα ελαφρύ μειδίαμα να διαγράφεται στο πρόσωπό του.

«Από πού το συμπέρανες;» ρώτησα, χωρίς να δώσω απάντηση.

«Επειδή χαμογελάς».

Τα λόγια του ήταν κοφτά, μα ο τόνος του έκρυβε μια υπόνοια πειράγματος. Όμως πάνω από όλα ήταν αληθινά· δεν το είχα συνειδητοποιήσει ως τότε πως χαμογελούσα. Ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν και χαμήλωσα ασυναίσθητα το βλέμμα μου.

Φτάσαμε στην εσωτερική πόρτα. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ήδη χαθεί στο εσωτερικό της. Πριν σηκώσει το χέρι του και την ανοίξει, τον διέκοψα.

«Περίμενε». Γύρισε και με κοίταξε. «Πώς σε λένε;»

Το τυπικό του ύφος είχε επιστρέψει και φοβήθηκα πως και αυτή ήταν μία πληροφορία που θα μου απέκρυπτε. Όμως προς έκπληξή μου απάντησε:

«Σεμπάστιαν Λόκγουντ».

«Ναντίν Βιλνέβ» ανταπάντησα και εκείνος έσπρωξε την πόρτα προς τα μέσα, αποκαλύπτοντας έναν χώρο που ξεπερνούσε κάθε σκέψη που είχα προλάβει να κάνω για το τι μπορεί να βρισκόταν πίσω της.

Μπήκαμε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής της Ακαδημίας και, όταν η πόρτα έκλεισε πίσω μας, αυτόματα ένιωσα ανακούφιση. Με γέμιζε με ασφάλεια το ότι ήμουν πίσω από τέσσερις τοίχους, ακόμη και αν μελλόταν να με βρει μεγαλύτερο κακό εκεί μέσα. Έξω ήμουν υπερβολικά ευάλωτη. Ποτέ δεν ένιωθα ιδιαίτερα άνετα με το σκοτάδι, πόσο μάλλον τώρα, που διαπίστωσα από πρώτο χέρι πως όντως κρύβονταν σατανικά πλάσματα μέσα σε αυτό.

«Πού πήγαν όλοι;» ρώτησα κοιτάζοντας τον τεράστιο χώρο.

«Ε, έχουν και δουλειές» αστειεύτηκε.

«Κύριε Λόκγουντ, επιστρέψατε; Πώς πήγε η ανίχνευση;» μια γλυκιά, τυπική, γυναικεία φωνή μας διέκοψε και στο πεδίο των ματιών μου εισήλθε μια κομψή φιγούρα, αφού σηκώθηκε από ένα γραφείο στη δεξιά πλευρά της αίθουσας.

Η γυναίκα ήταν ντυμένη με σκουρόχρωμα ρούχα, που όμως κολάκευαν κάθε σημείο του σώματός της, φαινόταν λίγο πάνω από τριάντα πέντε χρονών και τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε έναν επιτηδευμένο κότσο. Μου χαμογέλασε και ανταπέδωσα μηχανικά, νιώθοντας άβολα μπροστά της με τα δικά μου τσαλακωμένα ρούχα. Η αλήθεια ήταν πως δε μου είχε δοθεί ο απαραίτητος χώρος και χρόνος να παρατηρήσω τι φορούσα: ένα από τα αγαπημένα μου τζιν παντελόνια και ένα λευκό μπλουζάκι, μάλλον βολικές επιλογές για την περίσταση που θα καλούμουν να αντιμετωπίσω κι εγώ κάποιο τέρας, όμως μάλλον άκομψες μπροστά στις στιλιστικές επιλογές της γυναίκας απέναντί μου. Δεν παρέλειψα να παρατηρήσω το ίδιο σύμβολο να δεσπόζει στην πάνω αριστερή πλευρά της μπλούζας της, στο ύψος του στήθους. Η οπτική που είχα εκείνην τη στιγμή ήταν καλύτερη από την πρώτη μου επαφή με το έμβλημα στην μπλούζα του Σεμπάστιαν, και αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πως τη μία εξωτερική γραμμή αγκάλιαζε ένα κυματιστό ασημένιο νήμα, που τη διαπερνούσε από τα αριστερά προς τα δεξιά.

Ο άντρας δίπλα μου απάντησε στην ερώτησή της τυπικά, δείχνοντάς με όταν ανέφερε πως η ανίχνευση ήταν επιτυχής.

«Ο διευθυντής βρίσκεται στο γραφείο του αυτήν τη στιγμή. Μπορείτε να τον δείτε, κύριε Λόκγουντ».

Ο Σεμπάστιαν δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να αποτρέψει τη συνομιλήτριά του από το να τον αποκαλεί με το επίθετό του, αν και από το ύφος της καταλάβαινα πως δε θα σταματούσε να είναι τυπική απέναντί του. Έδειχνε να τον σέβεται.

Αφού την ευχαρίστησε, κινηθήκαμε προς τη μία από τις τρεις πόρτες που υπήρχαν στον χώρο. Εξέτασα φευγαλέα πλέον το μεγάλο, τετραγωνισμένο δωμάτιο με τους μίνιμαλ πίνακες που στόλιζαν τους τοίχους πάνω στη ζεστή μπορντό ταπετσαρία. Μέτρησα κάπου πέντε, όμως σίγουρα μου ξέφυγαν κάποιοι. Ο χώρος έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από σελίδα περιοδικού· όλα ήταν στην εντέλεια, ταίριαζαν απόλυτα μεταξύ τους και, το κυριότερο, έμοιαζε να είναι ταυτόχρονα φιλόξενος και λειτουργικός.

Τα μάτια μου διέτρεξαν όλο το εύρος του δωματίου και αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως… δεν είχε ταβάνι. Από πάνω μας υπήρχε ένα σύννεφο φωτός, το οποίο ευθυνόταν για τον φωτισμό του χώρου, όμως δεν μπορούσα να διακρίνω τι υπήρχε πίσω του, όσο και αν μισόκλεινα τα μάτια μου.

Ο Σεμπάστιαν χτύπησε διακριτικά την πόρτα του γραφείου του διευθυντή, τραβώντας την προσοχή μου πίσω σε εκείνον, ενώ μια σταθερή αντρική φωνή μάς προσκάλεσε να περάσουμε. Πλέον είχα μπει στον αυτόματο πιλότο και απλώς ακολουθούσα οδηγίες, οπότε αντέγραφα στωικά τις κινήσεις του άντρα μπροστά μου, γιατί διαφορετικά το μόνο που ήθελα ήταν να κουλουριαστώ σε μία γωνία σε εμβρυακή στάση και να κλαίω, μέχρι να έρθει να με σώσει η μητέρα μου από όλο αυτό το χάος που είχα προκαλέσει.

Το γραφείο του διευθυντή ήταν σαφώς μικρότερο από τον προηγούμενο χώρο, όμως δε θα το έλεγες και μικρό. Ακολουθούσε την ίδια διακοσμητική γραμμή, με τα λιτά έπιπλα να το κάνουν μοντέρνο και εξυπηρετικό. Σταθήκαμε και οι δύο μπροστά από την εξωτερική πλευρά του ξύλινου γραφείου και, όταν ο Σεμπάστιαν έτεινε το χέρι του προς την πλευρά του άλλου άνδρα, άφησα τον εαυτό μου να τον κοιτάξει. Ήταν αρκετά μεγαλόσωμος, με τη συνολική του εμφάνιση να μαρτυρά έναν άνθρωπο περίπου σαράντα χρονών, με πυκνά μαύρα μαλλιά και έντονα χαρακτηριστικά προσώπου. Ήταν γοητευτικός και σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητος. Φορούσε και εκείνος τη –μάλλον– επίσημη ενδυμασία της Ακαδημίας.

«Πέρασαν παραπάνω μέρες από την τελευταία σου επίσκεψη και είχα αρχίσει να ανησυχώ. Έχω συνηθίσει πλέον και ας με ψάχνεις μόνο για κακό» πήρε τον λόγο, έχοντας έναν πειρακτικό τόνο στη φωνή του. «Τι συνέβη αυτήν τη φορά;».

Ο Σεμπάστιαν γέλασε ανεπαίσθητα, αφήνοντας μια ριπή αέρα να ξεφύγει από το στόμα του. Στα πρώτα δύο λεπτά είχα καταλήξει πως οι δύο άντρες είχαν αρκετά κοντινή σχέση. Εκείνην τη στιγμή, όμως, συνειδητοποίησα πως η τροπή της συζήτησης, εξαιτίας αυτής της ερώτησης, δε με συνέφερε καθόλου. Εγώ ήμουν ο λόγος που τον έψαχνε.

Ο άντρας δίπλα μου επιβεβαίωσε τις ανήσυχες σκέψεις μου και με έδειξε, αναφέροντας το όνομά μου. Μετά συμπλήρωσε: νεοφερμένη. Ο μεγαλύτερος άνδρας έστρεψε την προσοχή του για πρώτη φορά ολοκληρωτικά πάνω μου και το αίμα στις φλέβες μου πάγωσε. Με κοίταξε εξεταστικά, από την κορυφή ως τα νύχια, έπειτα είπε σκεπτικός:

«Αντιμετωπίσατε κάποιο πρόβλημα;»

Ο Σεμπάστιαν ένευσε θετικά.

«Δυσκολεύτηκα πολύ να την εντοπίσω και το κατάφερα λίγο πριν την αρπάξει ο δαίμονας. Αναγκαστήκαμε να απομακρυνθούμε αρκετά, όμως ήμασταν τυχεροί, γιατί καθυστέρησε να τη σκοτώσει. Δεν ξέρω γιατί…»

Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Καθυστέρησε; Πότε ακριβώς καθυστέρησε; Αφού όλα συνέβησαν σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο διευθυντής χαμογέλασε καθησυχαστικά.

«Δεν πειράζει, Ναντίν. Το θέμα είναι ότι βρίσκεσαι μαζί μας τώρα. Καλώς ήρθες στην Ακαδημία. Μπράντερ Κέιντελ, στις υπηρεσίες σου» έκανε μια μικρή υπόκλιση, αποφεύγοντας να μου δώσει το χέρι του.

Δεν ήξερα πώς να ερμηνεύσω ακριβώς την κίνηση, όμως η έκφραση του προσώπου του μου έδειχνε πως δεν είχα και πολλά να φοβηθώ από αυτό τον άνθρωπο. Φαινόταν καλός.

«Χαίρομαι που σας γνωρίζω» απάντησα με δυσκολία, αφήνοντας αρκετά δευτερόλεπτα να περάσουν, ενισχύοντας την αμηχανία της σκηνής.

«Ας δούμε, λοιπόν» κάθισε στην καρέκλα πίσω από το γραφείο και βούτηξε μία καλοσχηματισμένη πένα σε ένα βάζο με μελάνι. «Πες μου λίγα στοιχεία για εσένα».

Σάστισα προς στιγμή, όμως συνέφερα τον εαυτό μου και άρχισα να λέω όσα θεωρούσα απαραίτητα για εμένα.

«Ονομάζομαι Ναντίν Βιλνέβ και είμαι είκοσι δύο χρονών. Κατοικώ στο Εδιμβούργο και σπουδάζω ψυχολογία».

Σταμάτησα, μην ξέροντας πώς να συνεχίσω. Εκείνος χαμογέλασε, καταλαβαίνοντας την απορία μου.

«Θυμάσαι πότε ξεκίνησες να κάνεις αστρική προβολή;»

«Πολύ μικρή. Περίπου από έξι χρονών».

«Θα ήθελα να μου περιγράψεις ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι, πριν ξυπνήσεις εδώ» με ρώτησε απαλά, γνωρίζοντας πως θα ανακαλούσε μία όχι και τόσο ευχάριστη εμπειρία.

Του περιέγραψα και, αφού συνέλεξε λίγες ακόμη πληροφορίες, άφησε κάτω την πένα του.

«Είναι αρκετά για να ανοίξω τον φάκελό σου. Μην ανησυχείς. Είσαι στα καλύτερα χέρια. Ο Σεμπάστιαν από εδώ θα φροντίσει να εγκλιματιστείς σύντομα» σηκώθηκε, προχώρησε προς το μέρος του και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

Άρα μπορούν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον, κατέγραψε το υποσυνείδητό μου.

Ο Σεμπάστιαν έμεινε εντελώς ανέκφραστος, με αποτέλεσμα να μην μπορέσω να αντιληφθώ τίποτα από όσα ίσως σκεφτόταν. Πώς στο καλό το έκανε αυτό;

«Με λίγη υπομονή θα καταλάβεις τα πάντα για όσα περίεργα σου συνέβησαν. Απλώς δώσε λίγο χρόνο στον Σεμπάστιαν και στους καθηγητές σου, για να μπορέσεις να τα αφομοιώσεις. Όπως και να έχει, χαιρόμαστε που σε έχουμε μαζί μας».

Το τελευταίο χαμόγελο προς τους δυο μας ήταν και το σινιάλο της αποχώρησής μας από το γραφείο. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μας, άφησα μια μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα μου και έκλεισα τα μάτια μου.

«Και τώρα τι;» ψιθύρισα, όμως ο Σεμπάστιαν βρισκόταν αρκετά κοντά μου, ώστε να με ακούσει.

«Και τώρα δουλειά» είπε και άρχισε να βηματίζει ξανά.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου