Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.11.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 5)

Όταν οι ακτίνες του θεού Ήλιου εισέβαλλαν στο δωμάτιο και ξάπλωσαν στο πρόσωπό του, ο Κάιλ σηκώθηκε από το κρεβάτι χωρίς να το πολύ σκεφτεί. Ήθελε να φύγει από εκεί μέσα και θα το έκανε εκείνη τη στιγμή! Αν ήταν να θυσιάσει μια ώρα παραπάνω από τον ύπνο του σε εκείνο το άνετο κρεβάτι, ας ήταν.

Για να λέμε και την αλήθεια, το καινούριο του «κελί» δεν ήταν και τόσο κακό. Ήταν καθαρό, με το απαλό αεράκι της θάλασσας να μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο γιος της Κητούς ένιωθε λίγη ασφάλεια και κατάφερνε να κοιμηθεί κανονικά τα βράδια, με το που ακουμπούσε το κεφάλι του στο μαξιλάρι, και όχι με το ένα μάτι ανοιχτό, μη τυχόν και του ετοίμαζαν κάτι οι φύλακες.

Ακόμα και έτσι δεν ήταν εντελώς χαρούμενος που τον είχαν βάλει σε εκείνο το δωμάτιο. Έπρεπε να τον είχαν βάλει μόνο του. Καταλάβαινε πως ήταν ένα μέτρο προστασίας, για να τον ελέγχουν, αλλά και πάλι, άφηναν τον γιο του Χείρωνα να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον γιο της μητέρας των θαλάσσιων τεράτων; Γιατί δεν έβλεπαν πόσο λάθος μπορούσαν να πάνε τα πράγματα; Και η χαλαρότητα που έδειχνε ο συγκάτοικός του τον εκνεύριζε. Ο Κάρυστος είχε κοιμηθεί σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Σαν να μην κινδύνευε να βρεθεί το επόμενο πρωί μπριζόλες έτοιμες για σχάρα. Λες και το να κοιμάται δίπλα σε ένα τέρας ήταν φυσιολογικό.

«Δε ροχαλίζεις» μια βραχνή φωνή τον έκανε να παγώσει, καθώς ανέβαζε το παντελόνι του. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του και είδε τον συγκάτοικό του να βλεφαρίζει για να συνηθίσει στο φως, μην κάνοντας την παραμικρή προσπάθεια να σηκωθεί. Ο Κάιλ ρουθούνισε μισοθυμωμένα.

«Έφαγα ξύλο γι’ αυτό στα Τάρταρα, οπότε όχι. Προσάρμοσα το σώμα μου να είναι… ήσυχο όσο ξεκουράζεται» εξήγησε λακωνικά και αμέσως άλλαξε ύφος. «Μα καλά γιατί περίμενες να ροχαλίζω;» συνέχισε προσβεβλημένος.

«Ροχαλίζει η αδελφή μου κάθε φορά που έρχεται και με τρελαίνει, αλλά με νανουρίζει παράλληλα. Ναι, το ξέρω, δε βγάζει πολύ νόημα αλλά…» ανασηκώθηκε και βάλθηκε να τρίβει τα μάτια του με την ανάστροφη της παλάμης.

«Η Ίππη;» τον διέκοψε προτού συνεχίσει την υπερανάλυση.

«Όχι, η Ενδηίδα. Δεν έρχεται συχνά βέβαια, μα…»

Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, που στα αυτιά του Καρύστου έφτασε πιο πολύ σαν βρυχηθμός, ολοκλήρωσε το ντύσιμό του και αποφάσισε να ανακατέψει λίγο τα πράγματα. Κάτι σαν πρωινό δώρο. «Επί της ευκαιρίας, μιας και θα είμαστε… συγκάτοικοι, σου προτείνω να μην κοιμηθείς εδώ για ένα βράδυ. Όποιο βράδυ θες, δε με πειράζει. Όλο αυτό το ξύλο που έπρεπε να υποστώ από την πριγκίπισσα του θανάτου με άφησε, πώς να το πω… στα κρύα του λουτρού και θα το εκτιμούσα αν μπορούσα να αυτό ευχαριστηθώ χωρίς θεατές» του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Όχι πως με νοιάζει αν καθίσεις να βλέπεις, αλλά έχω την εντύπωση πως δε θα συμφωνούσες με το θέαμα» πρόσθεσε ρίχνοντάς του ένα δήθεν λάγνο βλέμμα.

Ο μικρός κένταυρος τον κοιτούσε, χωρίς να έχει ξυπνήσει εντελώς ακόμα και τινάχτηκε, όταν επιτέλους συνειδητοποίησε τι εννοούσε ο Κάιλ. Γύρισε πλευρό, κοκκινισμένος μέχρι τα αυτιά, μουρμουρώντας κάτι για συγκατοίκους, ιδιωτική ζωή και σεβασμό, ενώ παράλληλα έκρυψε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι.

Ο Κάιλ γέλασε ανακαλώντας την αμηχανία του κατά τη διάρκεια του σόου της πριγκίπισσας το προηγούμενο βράδυ. Τουλάχιστον πλέον ήξερε πώς να πειράζει το πουλαράκι του Χείρωνα, που τώρα του έδειχνε πως μπορούσε να μεταμορφωθεί σε έναν εξαίρετο στρουθοκάμηλο. Το είχε ήδη σημειώσει στο φανταστικό του μπλοκάκι για μελλοντικά πειράγματα.

«Υποθέτω πως με το «πριγκίπισσα του θανάτου» αναφέρεσαι στη Ροξάν Χέιτζ». Μια διακριτική φωνή ακούστηκε από την πόρτα τους και οι δύο άνδρες κοίταξαν τον θηλυκό εισβολέα.

Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια περίτεχνη κοτσίδα και τα μάτια της γυάλιζαν από την αποστροφή. Ήταν έτοιμος να στραβώσει το στόμα του ως απάντηση, σίγουρος πως το συναίσθημα απευθυνόταν σε εκείνον, μα εκείνη μπήκε μέσα και ξεκίνησε τη μουρμούρα. Αχ, γυναίκες!

 «Άνδρες. Είστε όλοι σας γουρούνια. Σήκω επιτέλους από το κρεβάτι τεμπέλη. Ω, όχι, μη με κοιτάζεις με αυτό το ύφος εμένα. Ξέρω ότι και εσύ τα σκέφτεσαι αυτά. Απαράβατος αυτός ο κανόνας».

Μένοντας άναυδος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα, ο Κάιλ παρακολούθησε την Κασσάνδρα να σπρώχνει το αγόρι της και να του τραβάει το σεντόνι μέχρι να σηκωθεί από το κρεβάτι. Καθώς το πουλάρι μούγκρισε και σηκώθηκε αργά για να ξεκινήσει την πρωινή του ρουτίνα, το βλέμμα της, πολύ σοφό για την ηλικία που φαινόταν να έχει, κάρφωσε τον Κάιλ εκεί που στεκόταν.

«Περιμένω να συμπεριφέρεστε με ευγένεια στους κατασκηνωτές μας, κύριε Φέρελ. Βρισκόμαστε σε ένα σεβαστό και ιερό μέρος, παρά τις κατά καιρούς διαμάχες μας. Και αν ξέρεις τι είναι καλύτερο για εσένα, θα κρατήσεις τον εαυτό σου μακριά από τη Ροξάν. Σηκώνει αρκετό βάρος στους ώμους της ως έχει, δε χρειάζεται τον περισπασμό που έχεις να της προσφέρεις, ούτε και τις συνέπειες που θα ακολουθήσουν αν τελικά ενδώσει στο φλερτ σου. Είναι εξαιρετική πολεμίστρια, με φοβερές προοπτικές να- Πού στο καλό κοιτάζεις;» του φώναξε.

«Τα βυζιά σου» απάντησε χαλαρά, κοιτώντας επίμονα το προαναφερθέν μέρος του σώματός της. Η κοπέλα σταύρωσε τα χέρια της σε μια άτσαλη προσπάθεια να καλυφθεί από το αδιάκριτο βλέμμα του Κάιλ, ενώ είχε κοκκινίσει από ντροπή, αλλά και θυμό. Εκείνος έξυσε το πιγούνι του και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του.

«Ξέρεις, θα μπορούσε να δουλέψει. Δηλαδή εκείνη έχει πλούσια τα ελέη, μα έχει μια τάση προς την κυριαρχία. Βέβαια και εσύ μου φαίνεσαι να θέλεις να κυριαρχείς οπότε, ίσως να παλεύατε για το ποια θα έχει το πάνω χέρι. Ω, δε θα με πείραζε με τίποτα να παρακολουθώ» κατέληξε τρίβοντας τα χέρια του, χαμογελώντας πονηρά.

Η Κάσι ανοιγόκλεισε τα μάτια εντελώς χαμένη. «Να παρακολουθείς τι; Να παλέψουμε για ποιο πράγμα, είπες; Κάρυστε, για ποιο πράγμα μιλάει;»

Η απάντηση του γιου του Χείρωνα ήταν να πετάξει ένα μαξιλάρι στη μούρη του Κάιλ. Το κατακόκκινο πρόσωπό του τα έλεγε όλα. Θυμόταν πεντακάθαρα το σχόλιο της Ροξάν το προηγούμενο βράδυ. Ο Φέρελ απέφυγε εύκολα τον απαλό όγκο και έσπευσε να εξηγήσει.

«Η πριγκίπισσα προσφέρθηκε να σε διδάξει πως γίνεται η σωστή ανταλλαγή σάλιου και δεν μπορώ να πω πως θα με ενοχλούσε το θέαμα. Αν θελήσετε να το προχωρήσετε το θέμα και χρειαστείτε κοινό να σας… καθοδηγήσει, ενημερώστε με. Με μεγάλη μου χαρά» ανασήκωσε τα φρύδια του χαμογελώντας και την άφησε να ερμηνεύσει μόνη της τα λόγια του.

Μάντισσα ήταν, πόσο δύσκολο μπορεί να της φαινόταν πια; Ένας περίεργος ήχος ξέφυγε από το λαιμό της και εκείνος βιάστηκε να βγει από το δωμάτιο, πριν αρχίσει πάλι να μονολογεί.

«Και δε θα έκανα τον κόπο να προσπαθήσω να την προστατέψω αν ήμουν στη θέση σας. Η μικρή είναι πολύ πιο ζόρικη από όσο νομίζετε όλοι σας!» φώναξε πάνω από τον ώμο του.

Γελώντας καθώς απομακρυνόταν, αποφάσισε πως είχε πλάκα να πειράζει αυτούς τους δύο. Μπορεί να του έριχναν μερικούς αιώνες ο καθένας, μα δεν έπαυαν να φαίνονται σαν μωρά στα μάτια του. Και στην τελική, η βιολογική ηλικία δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Τι είχαν ζήσει αυτοί που τους έκανε να μεγαλώσουν, να ωριμάσουν, να μάθουν να επιβιώνουν; Τίποτα! Όλη τους η ζωή ήταν στρωμένη με πούπουλα, για να μην πάθουν κανένα τράβηγμα κάνοντας τις διατάσεις τους. Ναι, μπορεί ο Κάιλ να ήταν μόλις είκοσι εννιά, μα δε θα έπαυε ποτέ να νιώθει αρχαιότερος και από τον Χείρωνα, που ζούσε σχεδόν από την αρχή της ιστορίας.

Φτάνοντας στην υπαίθρια τραπεζαρία, όπου όλοι σχεδόν είχαν μαζευτεί για πρωινό, με εξαίρεση μερικές λοξές ματιές, παρατήρησε με δυσαρέσκεια πως τα μπάσταρδα των Θεών είχαν επιστρέψει στους ευδιάθετους ρυθμούς τους, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε το προηγούμενο βράδυ. Με την άκρη του ματιού του, είδε τον Χείρωνα να γράφει κάτι και τον πλησίασε. Ήταν σίγουρος ότι εκείνος ευθυνόταν για την ευημερία που βασίλευε παρά τον κίνδυνο που πλέον ήξεραν πως έρχεται.

«Τι φτιάχνεις εκεί;» ρώτησε με αυθεντική περιέργεια.

«Απλά μια λίστα με κάποιους κανόνες για τους αγώνες» απάντησε χαλαρός. «Θα πρέπει να την αποδεχθούν όλοι οι διδάσκοντες και οι Θεοί πρώτα, μα τουλάχιστον θα έχουμε μια πρώτη εικόνα. Δεν έχω παλέψει εγώ τόσους αιώνες για την ειρήνη ανάμεσα στους ημίθεους για το τίποτα» ολοκλήρωσε τη σκέψη του και ο Κάιλ ήταν σίγουρος πως το τελευταίο το είχε πει για να τον βάλει στη θέση του.

Ξερόβηξε. Και εκείνος που νόμιζε πως θα πέσουν ο ένας να βγάλει το μάτι του άλλου. Μα γιατί έπρεπε ο Χείρωνας να είναι ένας τόσο οργανωτικός και στρατηγικός γάιδαρος; Δεν μπορούσε κανένας να διασκεδάσει πια σε αυτό το μέρος; Θα σιχαινόταν τον εαυτό του αν το παραδεχόταν φωναχτά, όμως δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως ο Διόνυσος είχε δίκιο που τον αποκαλούσε βαρετό.

Το ζεστό άρωμα του γάλακτος σε συνδυασμό με τη θαλπωρή του μελιού εισέβαλε στα ρουθούνια του και έριξε μια κλεφτή ματιά στην πιο πρόσφατη εμμονή του. Σε αντίθεση με το προηγούμενο βράδυ, εκείνο το πρωί είχε αθλητική ενδυμασία, ένα κάπρι κολάν και ένα φαρδύ, καφέ, κοντομάνικο μπλουζάκι.

Ε, γάμησέ με! Υπάρχει κάτι που να φορέσει αυτή η γυναίκα και να την κάνει να δείχνει γελοία; Αυτό το σώμα έπρεπε να είναι παράνομο!

Ρουθούνισε θυμωμένος και γύρισε νευρικά αρπάζοντας ένα μήλο από την κορυφή της στοίβας που υπήρχε στο μπουφέ, μουρμουρίζοντας στον εαυτό του πράγματα που μόνο ο ίδιος καταλάβαινε.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν