Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13.11.20

Η Πργικίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 6)

Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ροξάν όντως νοιαζόταν για το πρόγραμμα της κατασκήνωσης. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ετοιμάστηκε, έκανε τις διατάσσεις της για να ξεπιαστεί και ξεκίνησε να πάει για πρωινό. Όλα αυτά για να μην καθυστερήσει στις υπόλοιπες δραστηριότητες, ειδικά στην εκπαίδευση για μάχη. Ο Φιν είχε μείνει έκπληκτος που την έβλεπε να ενσωματώνεται, ή τουλάχιστον να προσπαθεί.

«Κάποια κοιμήθηκε καλά το βράδυ βλέπω» είπε και κάθισε δίπλα της. «Είσαι καλά;» ρώτησε μα εκείνη δεν έκανε καν τον κόπο να γυρίσει το κεφάλι. Έστρεψε μόνο τα μάτια της να τον κοιτάξει και αυτό για μερικά δευτερόλεπτα μόνο.

«Και γιατί να μην είμαι;» ρώτησε αυστηρά.

«Ε- εννοώ… Μετά από αυτό που σου έκανε χτες το βράδυ ο Τζέισον… Μετά ο Φέρελ που ανακοίνωσε αυτό το απαίσιο τουρνουά, νόμιζα…» Ο γιος του Άρη ένιωσε πολύ βλάκας που πίστεψε πως η Ροξάν είχε αλλάξει μέσα σε μια μόνο νύχτα.

«Κοίτα, θέλω να σου ξεκαθαρίσω κάτι». Γύρισε όλο της το σώμα προς τον ημίθεο. «Δε σε χρειάζομαι να με προστατεύεις. Ούτε εσένα, ούτε κανέναν. Μπορώ και με το παραπάνω να φροντίσω μόνη μου τον εαυτό μου και ο Τζέισον ήταν απλά ο συνηθισμένος μπάσταρδος εαυτός του». Πίσω από τον μυώδη μελαχρινό συνομιλητή της έπιασε την ξανθιά φιγούρα του γιου του Διονύσου να περπατάει χέρι χέρι με μια εξίσου ξανθιά κόρη της Αφροδίτης και ένα ειρωνικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της.

«Εξάλλου, βρήκε ήδη το καινούριο του παιχνίδι» είπε δείχνοντας προς το μέρος του ζευγαριού.

Καμιά φορά, η Ροξάν πίστευε πως ο Άρης είχε μετανιώσει που είχε αναγνωρίσει τον Φιν Ρέναρντ ως γιό του. Ήταν πρωτάκουστο άλλωστε, ο γιος του Άρη να αποφεύγει τους καθιερωμένους αγώνες. Τώρα που ήταν υποχρεωτική δραστηριότητα, ο φόβος ήταν ξεκάθαρος πάνω του, από τον τρόπο που μιλούσε μέχρι το πώς περπατούσε ή στεκόταν. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Φιν ήταν μια πιο ντελικάτη ύπαρξη σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά του πατέρα του. Παρά τον όγκο του, κανένας δε θα μπορούσε να κοιτάξει τον Φιν και να τρομάξει.

Σηκώθηκε, αρπάζοντας ένα ροδάκινο από το τραπέζι και μασουλώντας πήγε να φορέσει την πανοπλία της, παρακινώντας τον να την ακολουθήσει στην αρένα. Η Ροξάν ήταν σίγουρη πως δεν τον είχε δει ποτέ της να παλεύει ή έστω να εξασκείται και αυτό έπρεπε να αλλάξει σύντομα, αν ήθελε να έχει ελπίδες. Εκείνη από την άλλη είχε τελειοποιήσει την τέχνη της μάχης και το ξίφος είχε γίνει φυσική προέκταση του χεριού της. Το βάρος της λεπίδας ισορροπούσε τέλεια με εκείνο της λαβής, καθιστώντας το όπλο ελαφρύ σαν φτερό. Πέταξε ότι απέμεινε από το φρούτο της και προκάλεσε τη μεγαλύτερη αδελφή του Φιν, την Κέννα, φωνάζοντας.

«Θες να χορέψουμε, πουτανάκι; Ας χορέψουμε» απάντησε εκείνη, φτύνοντας μπροστά στα πόδια της κόρης του Άδη και έτρεξε κατά πάνω της. Τα σπαθιά τους σχημάτισαν ένα χι ανάμεσα στα σώματά τους, καθώς η Ροξάν σήκωσε το δικό της για να αποκρούσει την επίθεση της Κέννα.

«Όχι αυτή τη φορά, Χέιτζ»

«Πολύ θα ήθελα να σε δω να προσπαθείς» τη χλεύασε μπροστά σε όλους χαμογελώντας και έσπρωξε πίσω το σπαθί της αντιπάλου της. «Έλα επιτέλους, που μας το παίζεις και θηρίο! Εμπρός, χτύπα με!» ούρλιαξε και η φωνή της αντήχησε σε όλη την αρένα.

Όλοι πάγωσαν στις θέσεις τους και γύρισαν να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο να βλέπει κανείς αυτές τις δύο να παλεύουν μεταξύ τους. Επρόκειτο για έναν επικίνδυνο συνδυασμό, μια αιμοδιψή πολεμίστρια με έμφυτο το μικρόβιο της μάχης εναντίον ενός άκαρδου τέρατος, μαιτρ στην ξιφομαχία. Ναι, σε ένα ακραίο σενάριο και αν δεν υπήρχε κανείς να ελέγξει την κατάσταση, ο συνδυασμός αυτός θα μπορούσε να γίνει φονικός.

Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω τους. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη φορά που η Ροξάν προκαλούσε σκηνή στην αρένα, αλλά ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τα μάτια τους να γδέρνουν τη ράχη της. Κινούσε το σώμα και το σπαθί της σε τέλεια ισορροπία ενάντια στην Κέννα. Το ένα βήμα μετά το άλλο, η μία επίθεση μετά την προηγούμενη, η Ροξάν ήξερε ακριβώς πώς να κινηθεί και πού να χτυπήσει. Η Κέννα, και κάθε άλλος που τύχαινε να είναι αντίπαλος της κόρης του Άδη, ήταν τυχερή που στην εκπαίδευση χρησιμοποιούσαν όπλα ειδικά σφυρηλατημένα από τον ίδιο τον Ήφαιστο, φτιαγμένα να μην πληγώνουν τους ημίθεους, αλλά να είναι φονικά απέναντι σε τέρατα και κτήνη. Ο Χείρωνας κάποτε τους είχε πει πως ήταν φτιαγμένα από κράμα μετάλλων με τα δάκρυα της Αφροδίτης και το αίμα του Άρη, εξ’ ου και το κοκκινωπό χρώμα της λεπίδας.

Ο θυμός της Κέννα άρχισε να περνάει τα εύθραυστα όριά της και η οργή της την τύφλωσε. Πώς γινόταν εκείνη, μια κόρη του Άρη, την αυθεντία του πολέμου, να χάσει σε μάχη σώμα με σώμα; Πόσο μάλλον μπροστά σε όλη την κατασκήνωση. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξευτελιστικό! Κι όμως, αντί να συγκεντρωθεί, συνέχισε να χάνει τον έλεγχο των επιθέσεών της. Η Ροξάν το παρατήρησε αμέσως και σχεδίασε την τελευταία της κίνηση. Άφησε την Κέννα να της επιτεθεί, απευθείας στην καρδιά, μα πρόλαβε να κινηθεί αρκετά γρήγορα, ώστε να παγιδεύσει το χέρι της αντιπάλου της κάτω από τη μασχάλη. Με μια ακόμα κίνηση του ποδιού της, η κοπέλα με το ανδρικό σώμα έπεσε κάτω, με την πλάτη στο χώμα.

Η άκρη του σπαθιού της Ροξάν σημάδευε το πρόσωπό της, αποτρέποντάς την από το να σηκωθεί. Ανάσαινε γρήγορα, ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπο και τα χέρια της, κάνοντάς τη να λάμπει κάτω από τα φιλιά του ήλιου. Είχε λερωθεί με χώμα και σκόνη από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ήταν κουρασμένη, μα δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να δείξει καμία αδυναμία. Ο ήχος χειροκροτήματος την έκανε να γυρίσει το κεφάλι. Μέγα λάθος. Αν βρισκόταν σε πραγματική μάχη, αυτό θα μπορούσε να της είχε κοστίσει τη ζωή. Ήταν ο Φέρελ που της είχε αποσπάσει την προσοχή, με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη.

***

Οι ζόρικες γυναίκες δεν ήταν ακριβώς το φετίχ του γιου της Κητούς. Του άρεσε να πιστεύει πως προτιμούσε της ευκολόπιστες τσουλίτσες. Ήταν πιο απλό να κάνει τη δουλειά του και μετά να ξεμπερδεύει μαζί τους. Ίσως έφταιγε που η θετή του μάνα ήταν και η ίδια ιερόδουλη και αυτή ήταν η εικόνα που είχε σχηματίσει για το αντίθετο φύλλο κατά το μεγαλύτερο, αν όχι και όλο, μέρος της παιδικής του ηλικίας. Επίσης συνέβαλε το γεγονός ότι μπορούσε να τις χειραγωγεί και να κάνει οτιδήποτε θέλει μαζί τους, χωρίς να βάζει μπελά στο κεφάλι του. Είχε άλλωστε μάθει με τον δύσκολο τρόπο πως μερικές φορές ήταν προτιμότερο να κλέβει εκείνο που ήθελε από το να μάχεται γι’ αυτό.

Ακόμα και έτσι, δε γινόταν να αρνηθεί τον σεβασμό που του δημιουργούσαν οι δυνατές γυναίκες. Μισούσε το πώς μπορούσαν να του πάνε κόντρα, μα κρυφά τις θαύμαζε. Ήταν σαν να έβλεπε έναν άνδρα όμοιό του, έναν καλό παρτενέρ για εξάσκηση στην πάλη. Και πάλι όμως, ποτέ δεν είχε σκεφτεί να κρεβατώσει μια τέτοια γυναίκα.

Μέχρι τώρα.

Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του σε εκείνο το μέρος και έριξε τα μάτια του στην κόρη του Άδη, τα σεξουαλικά του στάνταρ είχαν με κάποιο τρόπο μετατραπεί. Όχι, είχαν εξελιχθεί. Δε σταματούσε να του εναντιώνεται, να τον πολεμάει και να κάνει το αίμα του να τρέχει από ανοιχτές πληγές και δε θα έκανε πίσω ο κόσμος να χαλούσε. Ήταν παράλογο το πόσο πολύ τον διέγειρε και τον έκανε να λαχταράει να την κυνηγήσει.

Ρουθούνισε έντονα. Ίσως να ήταν ο κρυμμένος του εαυτός που αναδυόταν στην επιφάνεια στην προοπτική ενός θηράματος για το οποίο άξιζε να μπλέξει κανείς. Όπως και αν είχε, όφειλε να παραδεχτεί αυτή τη γυναίκα. Η αιμοδιψία που μόλις είχε δείξει μίλησε στον ανδρισμό του σε άλλο επίπεδο, εντελώς εξωπραγματικό!

Χειροκροτώντας αργά, άφησε τα μάτια του να κρεμαστούν από τα δικά της για λίγο. Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, δεν την είχε κοιτάξει ποτέ για περισσότερο από μια στιγμή στα μάτια. Χμμ… Τι παράξενο χρώμα που είχαν οι ίριδές της… Δε βλέπεις κάθε μέρα μάτια με μωβ δακτυλίους. Ήταν… τουλάχιστον ιδιαίτερα.

Αποφασίζοντας να αγνοήσει την περιέργειά του για τη λιλά λάμψη τους, για την ώρα, έριξε το βλέμμα του στην κοπέλα με τα καστανά μαλλιά που ήταν ακόμα πεσμένη στο χώμα. Μπορούσε να μυρίσει πάνω της τον ιδρώτα και το αίμα, αν και δεν αιμορραγούσε, ανάμεικτη με εκείνη του μπαρουτιού.

«Παιδί του Άρη, λοιπόν» μειδίασε, πειράζοντας την κοπέλα. Προχωρώντας προς τις δυο τους, άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να σταθεί, έχοντας πλήρη επίγνωση πως έτσι θα την εξευτέλιζε περισσότερο. «Μη θυμώνεις που έχασες. Η πριγκίπισσα από εδώ είναι εκπληκτική πολεμίστρια. Είναι φυσικό για κάποιον πρωτάρη σαν εσένα-»

«Σου φαίνομαι για πρωτάρα, παλιομαλάκα;» γρύλισε, σπρώχνοντας το χέρι του επιθετικά και σηκώθηκε μόνη της, αφού η αντίπαλός της είχε επιτέλους απομακρύνει το ξίφος από το λαιμό της. Τίναξε τη σκόνη από πάνω της και τον κοίταξε απειλητικά, καθώς έσκυψε να πιάσει το όπλο της. «Είμαι η Κέννα Στόουν, κόρη του Άρη και έμπειρη πολεμίστρια στο πλευρό των Θεών».

Τα χείλη του Κάιλ σχημάτισαν ένα έκπληκτο «ω» και μετά άρχισε να τραντάζεται στην προσπάθεια να συγκρατήσει τον εαυτό του. «Έμπειρη; Εσύ; Σοβαρά τώρα; Δηλαδή κάτσε, είσαι μεγαλύτερή της και… τι έπαθες; Γλίστρησες και έπεσες;» τη χλεύασε και μην μπορώντας να κρατηθεί άλλο, ξέσπασε σε νευρικά γέλια.

«Βούλωσε το στόμα σου! Μπορεί να μην είμαι στην κατασκήνωση όλο τον χρόνο με τις περιπολίες τεράτων, αλλά εγώ διδάσκω σε αυτά τα σκασμένα πώς να παλεύουν!» βρυχήθηκε η Κέννα και το χέρι της άλλαξε πορεία τόσο γρήγορα που ο γιος της Κητούς δεν είχε τον χρόνο να αντιδράσει.

Τη μια στιγμή έβαζε το σπαθί της πίσω στη θήκη του και την επόμενη έσχιζε με τη λεπίδα της το στομάχι του. Το γέλιο του Κάιλ κόπηκε μαχαίρι. Δεν το περίμενε αυτό. Παραδεχόταν πως ήταν σκουριασμένος από τον μακροχρόνιο εγκλεισμό του στα Τάρταρα, για να προλάβει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Τα μάτια του άνοιξαν λίγο παραπάνω και ετοίμασε τον εαυτό του για τον πόνο που ήξερε πως ερχόταν, καθώς τα αυτιά του βούιζαν από τον γρήγορο ήχο της καρδιάς του και τις φωνές των ημιθέων.

Μόλις η λαβή του ξίφους άγγιξε το στομάχι του, τα μάτια της κατόχου του γούρλωσαν καθώς κατάλαβε και εκείνη τι είχε κάνει και σχεδόν έπεσε κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Ω σκατά» μουρμούρισε και ξεκίνησε να απολογείται μόνο για να σταματήσει ξανά. Τα καστανά της μάτια έπεσαν στο σημείο όπου έστεκε η λαβή και το σαγόνι της κρέμασε. «Τι στο-»

Ο Κάιλ συνοφρυώθηκε με την έκφρασή της και ήταν έτοιμος να της πει να σταματήσει να κοιτάζει σαν χαζή τη ματωμένη του πληγή. Και τότε οι αισθήσεις του επανήλθαν από το σοκ και ένιωσε… τίποτα. Τέντωσε τους κοιλιακούς του για να προσδιορίσει τον πόνο, μα δεν υπήρχε πόνος. Μπερδεμένος μέχρι θανάτου, σήκωσε το χέρι του μπροστά από τα μάτια του και ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα του στην κοιλιά του.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν