Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27.11.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 8)

Κράτησε την ανάσα της για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα εισέπνευσε βαθιά. Το βλέμμα της έπεσε στο έδαφος. Ο Κάιλ είχε αφήσει ένα μονοπάτι από κόκκινες σταγόνες καθώς έφευγε, ανάμεικτες με το γλιτσερό κατάλοιπο του τέρατος που κειτόταν νεκρό μπροστά της. Είναι χτυπημένος συνειδητοποίησε και σήκωσε τα μάτια της στη γυρισμένη του πλάτη, έτοιμη να του φωνάξει να φροντίσει τις πληγές του. Όμως σταμάτησε, με το στόμα ανοιχτό. Τι σε νοιάζει; Ολόκληρος άνδρας είναι, ξέρει τι πρέπει να κάνει. Έκανε ένα βήμα πίσω και κάθισε στο γρασίδι.

«Δε νομίζεις πως είναι επικίνδυνα εδώ, δεσποινίς μου;» Ο Οδυσσέας είχε επιστρέψει για την καθημερινή του επίσκεψη.

«Ναι» απάντησε και σηκώθηκε.

«Τι; Θα συμφωνήσεις έτσι απλά; Χωρίς κανένα καυστικό σχόλιο για τον τρόπο που σου λέω τι να κάνεις;» Αυτό ήταν το τελευταίο που περίμενε. Δεν τον είχε συνηθίσει να είναι υπάκουη.

«Ναι». Τα πόδια της, σαν από μόνα τους, ξεκίνησαν να την πηγαίνουν προς τη θάλασσα. Ένιωθε την ανάγκη να κολυμπήσει και να βγάλει από πάνω της όλη αυτή τη βρωμιά. Η θάλασσα ήταν το μόνο μέρος που μπορούσε να την ηρεμήσει από την ένταση της ημέρας.

«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά; Ποια είσαι και τι έκανες στη Ροξάν;» ρώτησε μα δεν πήρε καμία απάντηση, οπότε συνέχισε σοβαρός και θυμωμένος. «Τι σου έκανε εκείνο το τέρας;»

«Δεν είναι τέρας» τσίριξε καθώς γυρνούσε να τον κοιτάξει, κάνοντας μερικούς κατασκηνωτές να την κοιτάξουν με εκείνο το ύφος που μισούσε, το ίδιο ύφος που αντιμετώπιζε όλη της τη ζωή.

«Τι διάολο κοιτάτε;» γρύλισε ενώ στις άκρες των μαλλιών της φάνηκαν μωβ φλόγες και τα παιδιά το έβαλαν στα πόδια. Κοίταξε πάλι το φάντασμα που ανταπέδιδε το βλέμμα με αγωνία. «Όχι τώρα» του είπε και συνέχισε να περπατάει.

«Δε μου αρέσει αυτό που βλέπω. Συντονίσου, δεσποινίς μου. Σε περιμένουν οι αγώνες. Πρέπει να συγκεντρωθείς αλλιώς-»

Τον απέκοψε. Δεν μπορούσε να τον ελέγξει και να τον εξαφανίσει, αλλά μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της και δε θα άκουγε ούτε κουβέντα παραπάνω από το άυλο στόμα του. Φτάνοντας στην παραλία, σχεδόν τρέχοντας, πέταξε την πανοπλία και τα παπούτσια της στην άμμο και βούτηξε στη θάλασσα με τα ρούχα. Το παγωμένο νερό έκανε το σώμα της να τρέμει και άρχισε να ηρεμεί. Όταν τα πνευμόνια της ζήτησαν οξυγόνο, αναδύθηκε στην επιφάνεια. Είδε τον Οδυσσέα να την κοιτάζει αυστηρά, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Τη στιγμή που τα χείλη του άνοιξαν για να πει κάτι, η Ροξάν βούτηξε και πάλι.

Έμεινε κάτω από το νερό για μερικά λεπτά, μόνη με τις σκέψεις της. Τι διάολο είχε συμβεί εκεί πίσω; Γιατί ένιωθε ακόμα την ανάσα του στο πρόσωπό της και γιατί χτυπούσε τόσο έντονα η καρδιά της όταν τον έβλεπε; Το χειρότερο ήταν πως την κρατούσε σε απόσταση. Δεν έπρεπε ποτέ να νιώσει έτσι. Δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να κάνει το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά. Μα καλά τι περίμενε; Ήταν η ίδια ένα τέρας, ένα φρικιό. Γιατί να θέλει ο οποιοσδήποτε να μείνει δίπλα της; Ακόμα και ο νεκρός φίλος της… Αν ήταν δική του επιλογή, δε θα ήταν πλάι της, ήταν σίγουρη. Οπότε γιατί ένιωθε ξαφνικά αυτό το κενό, ενώ ήξερε από πάντα πώς έχουν τα πράγματα;

Πάνω που ένιωθε να ζαλίζεται και να χάνει τις αισθήσεις της, ένα ζευγάρι δυνατά χέρια την τράβηξαν έξω από το νερό και εκείνη γέμισε λαίμαργα τους πνεύμονές της με τον αέρα που τόση ώρα τους στερούσε. Ο Φιν ήταν εκεί και την τραβούσε στην ακτή.

«Μα τους Θεούς, είσαι τρελή! Είσαι καλά;» ακούστηκε μισοθυμωμένος.

«Ν- ναι» είπε τρέμοντας. «Τι κ-κάνεις εδώ;» Έπρεπε να βρίσκεται στην αρένα με τους υπόλοιπους και να εξασκείται αντί να την ακολουθεί.

«Σε είδα να φωνάζεις και σκέφτηκα πως…»

«Μ-μια χαρά είμαι Φιν. Π-πήγαινε πίσω στους α-άλλους» Για πρώτη φορά από τότε που μπορούσε να θυμηθεί ο γιος του Άρη, η Ροξάν δεν ήταν απότομη.

«Ναι καλά. Ποια είσαι και τι έκανες στη Ροξάν;»

«Τσάντισέ με» Από εκεί που φαινόταν σαν χαμένη, τον τράβηξε από τους ώμους, σαν να είχε ξυπνήσει από ένα μεγάλο σοκ.

«Περίμενε. Πώς θα το κάνω αυτό; Γιατί να το κάνω αυτό;» Η Ροξάν παρέμεινε σιωπηλή αλλά σε ένταση. «Εντάξει, πες μου, τι συμβαίνει;»

«Εμπρός, λοιπόν. Για πες του τι συμβαίνει!» πετάχτηκε το φάντασμα.

«Σταμάτα! Σε παρακαλώ, Φιν, κάνε το να σταματήσει!» φώναξε αγκαλιάζοντας το σώμα της και προσπαθώντας να κλείσει τα αυτιά της. Δεν άντεχε να ακούσει ούτε λέξη παραπάνω από αυτό το πλάσμα. Εξακολουθούσε να την πιέζει, να υποθέτει πράγματα, να νομίζει πως την ξέρει καλύτερα από ότι η ίδια τον εαυτό της, να της μιλάει για τον Κάιλ. Δεν είσαι τίποτα παραπάνω από ένα φρικιό. Οι λέξεις των συμμαθητών της αντήχησαν στο κεφάλι της μαζί με διάφορα άλλα που άκουγε σε καθημερινή βάση στο σχολείο, στο δρόμο, παντού. Φρικιό, μάγισσα, τρελή, άκαρδο τέρας.

«Εγώ δεν έχω καρδιά. Εγώ δεν νιώθω τίποτα» ψιθύρισε.

«Τι;» ο Φιν κούνησε το κεφάλι του μπερδεμένος καθώς δεν την είχε ακούσει. Όμως δε θα έπαιρνε απάντηση, γιατί η Ροξάν σηκώθηκε και περπάτησε βιαστικά μέχρι την καμπίνα της παρά τις φωνές του.

***

«Είναι γιός σου, έτσι» Η φωνή της, ένα μείγμα θυμού και απογοήτευσης, τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι του από αυτό που διάβαζε.

«Δεν έχω ιδέα για πιο πράγμα μιλάς» αποκρίθηκε με απάθεια.

«Ξέρεις πολύ καλά για πιο πράγμα μιλάω, μη μου κάνεις τον χαζό εμένα! Εκείνο το βδέλυγμα, ο γιος της Κητούς, είναι δικό σου παιδί και μην το αρνείσαι!»

«Αρκετά» φώναξε και σείστηκε όλος ο χώρος γύρω του. Δε θα ανεχτώ να μιλάς με αυτόν τον τρόπο για κανένα από τα παιδιά της κατασκήνωσης, έγινα κατανοητός;» Η γυναίκα τον κοιτούσε χωρίς να μιλάει για λίγο.

«Το ήξερα».

«Σταμάτα να πλάθεις σενάρια με το ζηλιάρικο μυαλό σου».

«Αυτό το μπάσταρδο είναι δικό σου!» ούρλιαξε και τότε ο άνδρας, της έπιασε με το ένα χέρι από το σαγόνι και τη σήκωσε ψηλά, πνίγοντάς τη.

«Μη φοβάσαι, είσαι Θεά, δε θα πεθάνεις. Αλλά αν συνεχίσεις να εξαπολύεις προσβολές, δεν το έχω σε τίποτα να σε πετάξω στα Τάρταρα και να σε βασανίζω μέχρι να σε λυπηθούν οι Μοίρες και να σε απαλλάξουν από τη θεία ιδιότητά σου για να μπορέσεις να ψοφήσεις σαν κοινή θνητή. Το κατάλαβες;» Εκείνη δεν του απάντησε και έτσι έσφιξε περισσότερο το χέρι του επαναλαμβάνοντας την ερώτηση.

Την άφησε να πέσει στο πάτωμα και την προσπέρασε βιαστικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη συμπεριφορά του. Οι πράξεις του ήταν αντιφατικές. Όμως θα μάθαινε τι γινόταν πίσω από τη πλάτη της και τότε… Ω, μα τους Θεούς, τίποτα δε θα τον γλίτωνε από τα νύχια της

***

Ο Κάιλ ήθελε να χτυπήσει τόσο πολύ τα παιδιά του Ερμή. Από την πρώτη στιγμή που τον είδαν να μπαίνει στο ιατρείο, έκαναν από ένα φοβισμένο βήμα πίσω. Και τώρα αυτή η μικρή ξανθιά με τις φακίδες χαμογελούσε και τον κοιτούσε απειλητικά, όσο έραβε το χέρι του, κάνοντάς του κήρυγμα για το πόσο απερίσκεπτος ήταν που άργησε τόσο να πάει στο ιατρείο με αποτέλεσμα η πληγή να μολυνθεί. Μα γιατί είχε πάει εκεί πέρα, τέλος πάντων;

«Το κεντρί πρέπει να ήταν δηλητηριώδες» του είχε πει, λες και δεν το είχε καταλάβει από μόνος τους αυτό. Αναστέναξε.

«Κοίτα» έκανε μια παύση προσπαθώντας να θυμηθεί το όνομά της -Λίσα, Λούση, Λίνα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων- μάταιος κόπος. «Λάμια, όλα καταπολεμούνται με ένα παυσίπονο και έναν καλό ύπνο. Οπότε χαλάρωσε και…» Η μικρή τον κοίταξε με ένα ύφος τόσο κενόδοξο που του θύμισε υπερβολικά την άλλη ξερόλα που είχε δει εκείνο το πρωί.

«Εντάξει, πρώτον, είσαι στο δικό μου έδαφος και η τύχη του χεριού σου εξαρτάται από τα δικά μου τα χεράκια, οπότε δεν είσαι σε θέση να μου βγάζεις γλώσσα και δεύτερον, η Λάμια δεν είναι ένα ημίθεο κορίτσι, αλλά μια καταραμένη βασίλισσα που σκορπά τον θάνατο. Θα ήθελα να πιστεύω πως δεν είμαι τόσο κακ-»

Ο γιος της Κητούς καθόταν αποσβολωμένος, τινάζοντας τα χέρια του στον αέρα από την απελπισία. «Έλεος πια! Τι πάει λάθος με όλους σας εδώ πέρα και δεν μπορείτε να ακούσετε μια προσβολή, χωρίς να προσπαθείτε να την εξηγήσετε λογικά; Άου, πρόσεχε!»

Η κοπέλα τον κοίταξε με το χαρακτηριστικό επικριτικό της βλέμμα, σαν να μην είχε μόλις επιτεθεί στο χέρι του με αντισηπτικό. Έτσουζε το μπουρδέλο! Μιλώντας για μπουρδέλα… Κοίταξε την ξανθιά περιφρονητικά και έκατσε πάλι κάτω.

«Και επί τη ευκαιρία, με λένε Λουίσα». Η βασανίστρια τού έκλεισε το μάτι. «Και εσύ, Κάιλ, είσαι υπερβολικά όμορφος για να χώνεις τον κώλο σου στον κίνδυνο και να γκρινιάζεις μετά σαν κακομαθημένο πιτσιρίκι. Οπότε σε παρακαλώ να είσαι πιο προσεκτικός».

Ο Κάιλ χαμογέλασε στραβά και τραβήχτηκε λίγο πίσω. Η μικρή γέλασε. «Μην αγχώνεσαι, όμορφε, είμαι πολύ χαρούμενη με την κοπέλα μου. Όμως αυτό δε σημαίνει πως δεν έχω μάτια ή πως δεν μπορώ να θαυμάσω κάτι ωραίο». Υπέθεσε πως η ξανθούλα το έκανε επίτηδες αυτό, προσπαθούσε να τον φρικάρει για να πατσίσει τις προσβολές του.

«Τέλος πάντων, φαίνεται πως έχεις επισκέψεις, οπότε πάω να συνεχίσω τη δουλειά μου. Και μην ξεχάσεις να έρθεις να αλλάξουμε τη γάζα σου».

Στην πόρτα στεκόταν ένα αγόρι που θυμόταν αμυδρά. Ανέδιδε τη μυρωδιά του λαδιού. Εκτός και αν είχε απαίσιο γούστο σε κολόνιες και αποσμητικά, είχε μπροστά του έναν γιο της Αθηνάς.

«Ψάχνεις για καυγά, μικρέ;» τον ρώτησε αγριεμένα.

«Ήρθα να δω αν είναι όλα καλά. Αν κρίνω από αυτό που βλέπω, βρήκες τρόπο να ξεσπάσεις». Το αγόρι έβγαλε την περικεφαλαία και ανακάτεψε με το ένα χέρι τα πυκνά του μαλλιά. Ο Κάιλ κάλυψε τη γάζα με το άλλο του χέρι και τον κοίταξε λοξά.

«Είμαι μια χαρά. Μέχρι αύριο θα έχει φύγει» είπε πεισμωμένος, μη θέλοντας να παραδεχτεί πως πονούσε.

«Κοίταξε, δεν ήρθα ούτε να σου πουλήσω μούρη, ούτε να χλευάσω την κατάσταση. Απλά πιστεύω πως ο καθένας χρειάζεται έναν φίλο και-»

«Ουόου, μικρέ, για ηρέμησε λίγο» ειρωνεύτηκε. «Πού νομίζεις πως είσαι, στο νηπιαγωγείο; Γεια σου, με λένε… τάδε. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;» Τι σκατά πήγαινε λάθος με αυτά τα παιδιά; «Πώς σε λένε;» ξεφύσησε τελικά κάπως ηττημένος.

«Κέσαγκ Κοστανιάν». Κατευθείαν στο θέμα. Επιτέλους κάποιος που δεν έχανε τον χρόνο του με άσκοπες κουβέντες.

«Έχεις μάθημα, μικρέ;» τον ρώτησε και ο άλλος χαμογέλασε.

«Ναι, έχω. Αλλά ο Χείρωνας μου έδωσε άδεια να έρθω να δω πώς είσαι. Επίσης είπε πως μπορεί να καλύψει τη θέση σου μέχρι να αναρρώσεις, αλλά μάλλον δε θα χρειαστεί, ε;» είπε αδιάφορα. Ω, είναι έξυπνος ο μικρός.

«Τώρα που το σκέφτομαι, σαν να πονάω πολύ». Γέλασε με τη σειρά του. Του άρεσε ο μικρός. Τελικά, μπορεί να τον είχε παρεξηγήσει. Άσε που θα του ήταν πολύ χρήσιμο να έχει μια πηγή πληροφοριών για αυτό το μέρος.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν