Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20.1.21

Ο γδικιωμός του έρωτα (Επεισόδιο 1, σκηνές 1-9)

 1. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΣΤΑΜΑΤΙΝΑΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ – ΜΕΡΑ

Η ΚΑΙΤΗ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ(25), η πρωταγωνίστρια, παίρνει πρωινό μαζί με τη θεία της, τη ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ(51)και την ξαδέλφη της και μοναχοκόρη της Σταματίνας, τη ΜΑΡΘΑ ΚΟΡΜΑ(24). Η Σταματίνα φοράει ρούχα που ταιριάζουν σε υπάλληλο γραφείου, ενώ τα κορίτσια καλοκαιρινές πυτζάμες. Η Σταματίνα και η Μάρθα πίνουν καφέ και η Καίτη γάλα, και τρώνε τοστ.

ΚΑΙΤΗ

Μμ! Από βδομάδα λέω να κατέβω Μάνη... Μιας και δεν έχω αναλάβει κανένα παιδί για θερινά Πανελληνίων και είμαι ελεύθερη!

ΜΑΡΘΑ

Ώου, τέλεια! Να κατέβεις, Καίτη, δεν το συζητώ! Αφού έχεις ευκαιρία... Άμα μπορούσα, θα 'ρχόμουνα μαζί σου, ειλικρινά... Αλλά για την ώρα, δουλειά! Τι ήθελα κι έμπλεξα!

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Γιατί κλαίγεσαι, παιδί μου; Λεφτά παίρνεις, για όνομα του Θεού! Να πας, Καιτούλα μου, να πας και να δώσεις χαιρετίσματα σε όλους! Μόλις πάρω άδεια απ' το γραφείο τον Αύγουστο, θα κατέβω κι εγώ να τους δω, μου λείψανε αρκετά ομολογώ, κι ας είναι αυτοί που είναι κάποιοι...

ΚΑΙΤΗ

Τι να κάνουμε, βρε θεία Σταματίνα μου! Περιμένεις εσύ ν' αλλάξουνε τώρα στα γεράματα ο πατέρας μου ή η μάνα μου; Πάντα υπερβολικοί και καταπιεστικοί ήτανε... Εδώ την Έλενα πρόπερσι την έπρηξαν να δηλώσει μόνο Νοσηλευτική Σπάρτης στο μηχανογραφικό της, επειδή εκεί είναι η θεία Αγγελική κι ο θείος Ζάχος, κι εδώ στην Αθήνα άμα δεν ήσουν εσύ, δε θα μ' είχαν αφήσει να έρθω, όταν πέρασα στη Φιλολογία, το πιστεύω απόλυτα... Μέχρι την Καλαμάτα μπορεί να μ' άφηναν να πάω!

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Ναι, κοριτσάκι μου, το θυμάμαι κι αυτό με την Ελενίτσα... Τι να πω κι εγώ, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα ζούμε κι ακόμη να το καταλάβουν εκεί κάτω ορισμένοι! Εγώ τουλάχιστον έφυγα κι ησύχασα...

 

 

ΜΑΡΘΑ

Κι από μένα να δώσεις χαιρετίσματα! Θα κατεβώ οπωσδήποτε κάτω μόλις με ελευθερώσει ο θείος απ' το δικηγορικό γραφείο, με το αμάξι φυσικά... Άντε, πάω να ετοιμαστώ τώρα, να μην αργήσω!

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Στο καλό, Μάρθα μου! Κι εγώ φεύγω σε λίγο... Καίτη, εσύ τι θα κάνεις;

ΚΑΙΤΗ

Θα διαβάσω για το μεταπτυχιακό, δίνω αύριο τελευταίο μάθημα...

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Α, μπράβο, κοπέλα μου! Άντε, να το περάσεις κι αυτό να το πάρεις και το δίπλωμα...

ΚΑΙΤΗ

Μακάρι! Ανυπομονώ να κατέβω και στην Αρεόπολη, και φέτος θα κάτσω αρκετά, γιατί πέρυσι με τα capital controls δεν τη χάρηκα όσο ήθελα...

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Να κάτσεις όσο θες! Κι όπως είπαμε, ε, θα έρθουμε κι εμείς αργότερα...

ΚΑΙΤΗ

(χαμογελάει και πίνει μια τελευταία γουλιά από το γάλα της)

Εντάξει! Θα σας περιμένω...

2.ΕΞ., ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΑΜΑΤΙΝΑΣ – ΜΕΡΑ

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016. Η Σταματίνα σταματάει με το αυτοκίνητό της έξω από τον σταθμό των ΚΤΕΛ στον Κηφισό, για να αφήσει την Καίτη.

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Φτάσαμε! Καιτούλα μου, καλό ταξίδι, έλα να σε φιλήσω...

ΚΑΙΤΗ

Σ' ευχαριστώ, θεία! Κάτι μου λέει ότι θα περάσω πολύ όμορφα φέτος στα πάτρια εδάφη

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Μακάρι, καρδιά μου! Πού ξέρεις, μπορεί να βρεις και κάνα αγόρι...

ΚΑΙΤΗ

Στην Αρεόπολη; Μπα, δε νομίζω... Τέλος πάντων, φιλιά πολλά! Θα πάρω τη Μάρθα, όταν φτάσω κάτω και βολευτώ...

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Έγινε, κορίτσι μου! Και πάλι καλό ταξίδι...

3.ΕΣ, ΚΤΕΛ ΚΗΦΙΣΟΥ / ΕΚΔΟΤΗΡΙΟ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη μπαίνει μέσα στο εκδοτήριο, φορτωμένη τον σάκο της και τη βαλίτσα της, και στήνεται στην ουρά, κι όταν φτάνει η σειρά της ακουμπάει στον γκισέ και μιλάει στην υπάλληλο πίσω από το τζάμι.

ΚΑΙΤΗ

Καλημέρα!

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Καλημέρα σας.

ΚΑΙΤΗ

Ένα εισιτήριο για Αρεόπολη, παρακαλώ

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Μετ' επιστροφής;

ΚΑΙΤΗ

Όχι, το απλό.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Εντάξει. Μισό λεπτό, σας το εκτυπώνω.

ΚΑΙΤΗ

(βγάζοντας το πορτοφόλι της)

Ωραία.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

(σέρνοντας το χαρτί του εισιτηρίου προς το μέρος της)

Ορίστε. Είκοσι τόσα ευρώ

ΚΑΙΤΗ

(ακουμπάει τα χρήματα στον γκισέ και παίρνει το εισιτήριο μαζί με τα ρέστα της)

Τέλεια, ευχαριστώ πολύ! Το λεωφορείο εδώ μπροστά είναι που φεύγει για κάτω;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Ναι, ναι

ΚΑΙΤΗ

Έγινε! Καλή συνέχεια να έχετε!

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Επίσης, καλό ταξίδι!

4.ΕΞ, ΚΤΕΛ ΚΗΦΙΣΟΥ - ΜΕΡΑ

Η Καίτη βγαίνει από το εκδοτήριο και περιμένοντας όρθια το λεωφορείο να ξεκινήσει, βγάζει το κινητό της και τραβάει μια φωτογραφία του εαυτού της, την οποία υποτίθεται ότι ανεβάζει κατόπιν στο facebook. Μερικοί νεαροί την κοιτάζουν και σφυρίζουν πονηρά, κι εκείνη τους ρίχνει ένα βλέμμα αποδοκιμασίας με την άκρη του ματιού της. Έρχεται ο οδηγός και ανοίγει το πορτ μπαγκάζ του λεωφορείου, η Καίτη κλείνει τα δεδομένα του κινητού της, τακτοποιεί εκεί τη βαλίτσα και τον σάκο της, έπειτα ανεβαίνει στο όχημα και κάθεται στη θέση που της δείχνει το εισιτήριό της. «Μάνη, σου 'ρχομαι!» μονολογεί, στυλώνοντας το βλέμμα της έξω από το παράθυρο, καθώς το λεωφορείο ξεκινάει.

5.ΕΣ., ΚΤΕΛ ΛΑΚΩΝΙΑΣ – ΜΕΡΑ

Μια κυρία δίπλα από την Καίτη τής πιάνει την κουβέντα. Το λεωφορείο περνάει μέσα από τη Σπάρτη, έπειτα κάνει στάση στο Γύθειο και η κυρία αποχαιρετά την Καίτη και κατεβαίνει. Καθώς το ΚΤΕΛ φθάνει στην Αρεόπολη, η κοπέλα ατενίζει από την αριστερή μεριά τον Σαγγιά και χαμογελάει αμυδρά. «Ακραιφνές τέκνο της Αποσκιερής, τρομάρα μου! Ευτυχώς ο Θεός μου 'δωσε μόνο το DNA Μανιάτικο κι όχι και τη δομή του εγκεφάλου...» μονολογεί, και έπειτα ανοίγει την οθόνη του κινητού της και παρατηρεί μια φωτογραφία, που απεικονίζει την ίδια με τη μικρή αδελφή της.

6.ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ - ΜΕΡΑ

Το ΚΤΕΛ σταματά, η Καίτη κατεβαίνει, και προχωράει προς την πλατεία 17ης Μαρτίου έξω από τον ναό των Ταξιαρχών, κρατώντας τη βαλίτσα της από το χερούλι και στον ώμο της τον σάκο της. Μόλις φτάνει εκεί, βγάζει τα γυαλιά ηλίου της και τα στερεώνει στο κεφάλι, σηκώνει το βλέμμα της και βλέπει μια ταμπέλα που γράφει «Ταβέρνα Η Ωραία Τσίμοβα Λεωνίδας Ν. Μπεζαντάκος». Στέκεται μια στιγμή και χαμογελάει, και έπειτα διασχίζει το κατώφλι του μαγαζιού.

7.ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΜΕΡΑ

Ο πατέρας της Καίτης ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΣ(56) και η μητέρα της η ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΜΑΝΩΛΑΡΑΚΟΥ(48)βρίσκονται στην ταβέρνα τους την Ωραία Τσίμοβα, εκείνη πίσω από τον πάγκο του μαγειρείου κι εκείνος κάθεται σ' ένα τραπέζι. Από την πόρτα, η οποία είναι ανοιχτή, μπαίνει μέσα ο μικρός αδελφός του Λεωνίδα, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΣ(49), φορώντας ένα φθαρμένο τζιν και ένα πρόχειρο τζιν πουκάμισο με άσπρη κοντομάνικη φανέλα από μέσα, κι απευθύνεται στον αδελφό του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Λεωνίδα! Καλημέρα, αδέρφι!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Καλώς τον Δημητρό! Τι κάνεις, ρε μικρέ; Πώς και δεν είσαι στις ελιές σήμερα;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(κάθεται σε μια καρέκλα)

Τώρα από κει γυρνάω... Πωπω, η μέση μου, ρε παιδιά, με πέθανε, και δεν κάθισα ούτε μιαν ώρα όρθιος! Γεράματα... Χρυσούλα, πιάσε μου ένα νερό, αν έχεις την καλοσύνη!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Αμέσως, κουνιάδε μου!

Η Χρυσούλα ανοίγει τη βρύση της κουζίνας, γεμίζει ένα γυάλινο ποτήρι με νερό και το φέρνει στον Δημήτρη. Εκείνος λέει «ευχαριστώ» και το πίνει σχεδόν μονορούφι.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Αχ! Σ' ευχαριστώ, μωρέ νύφη! Τι νέα, για πείτε τίποτα; Σήμερα δεν έρχεται η Καίτη από Αθήνα; Άκουγα που το λέγανε οι δικές μου οι τσούπρες, μιλήσαν λέει στο facebook...

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Ναι, ναι, σήμερα μας έρχεται η μεγάλη. Άιντε να δούμε τι θα γίνει και μ' αυτή... Η πολλή η μόρφωση θα τη φάει στο τέλος! Εικοσιπέντε χρονών μουλάρα είναι πια, καιρός να της βρω κάναν γαμπρό επειγόντως...

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(γελώντας)

Κάτσε ρε Χρυσούλα, αμάν κι εσύ, που κάνεις λες κι έμεινε στο ράφι η κόρη σου! Σήμερα οι κοπέλες σπουδάζουν, προοδεύουν, δεν έχουν στο μυαλό τους μόνο πώς θα παντρευτούν και θα κάνουνε παιδιά!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Ναι, την είδαμε την πρόοδο... Να φεύγουν από δω και να μας γίνονται ξετσίπωτες, να κυκλοφορούν με τα μίνι μέχρι τον κώλο, να χαμουρεύονται με τον καθένα και μετά να μας κουβαλούν τους γκόμενους... Κι εμάς μας βγήκαν όλα θηλυκά, πανάθεμά τα, με τον σαρμά στο χέρι θα 'μαστε μου φαίνεται!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Σιγά τα αίματα, ρε Λεωνίδα! Σε λίγο θα μου πεις πως θα τις κάνεις και καλόγριες... Κορίτσια μας έδωσε ο Θεός, μ' αυτά θα πορευτούμε, και ευτυχώς είναι όλα τους συνετά και μετρημένα! Γλυτώνουμε και τα έξοδα του στρατού, αν το καλοσκεφτείς...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Ρε, θα σβηστεί το όνομα, το καταλαβαίνεις; Πάνε οι Μπεζαντιάνοι, καπούτ!

(χτυπάει σταυρωτά τα χέρια του, για να δώσει επίταση στα λεγόμενά του)

Σβησμένο μερδικό θα γίνουμε... Χάθηκε να 'χει ο συγχωρεμένος ο πατέρας έναν αδερφό, να κάνει κι αυτός τουφέκια να 'μαστε εξασφαλισμένοι; Μόνο ο παπάς έχει τώρα σερνικά, αλλά αυτός δε μετράει γιατί είναι Δαμιανάκος στο επίθετο!.. Ενώ οι άισκιοι οι Τζαννετιάνοι από κει, αγορομάνι!

8. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΜΕΡΑ

Τον μονόλογο του Λεωνίδα διακόπτει η είσοδος της Καίτης στην ταβέρνα. Tα βλέμματα και των τριών στρέφονται απάνω της.

KAITH

Γειά σας!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Καλώς τηνε την πέρδικα! Τι κάνεις, ανιψούλα; Σχώρα με που δε σηκώνομαι να σ' αγκαλιάσω, αλλά βλέπεις ο γεροθείος σου εδώ κόντεψε να πάθει λουμπάγκο...

ΚΑΙΤΗ

Χαχα! Εντάξει, θείε μου, θα σκύψω γω που 'μαι το νιάτο!

Η Καίτη αφήνει τον σάκο της στο πάτωμα, σκύβει και αγκαλιάζοντας με το ένα της χέρι την πλάτη του Δημήτρη τον φιλάει σταυρωτά. Το ίδιο κάνει κι εκείνος, καθιστός πάντα.

ΔΗΜΗΤΡΗς

Κούκλα μου! Μανιάτισσα με τα όλα της! Κάτσε, να πιεις και κάτι! Τι θέλεις, νεράκι, πορτοκαλάδα, λεμονάδα;

ΚΑΙΤΗ

Αχ, μια πορτοκαλάδα θα την έπινα τώρα, θείε μου! Χωρίς ανθρακικό...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ο τι θέλει η νεράιδα μας! Χρυσούλα, άκουσες...

ΚΑΙΤΗ

Άσε, θείε, θα πάω να την πάρω εγώ

Η Καίτη πάει στο ψυγείο της ταβέρνας με τα αναψυκτικά, ανοίγει τη συρόμενη πόρτα και παίρνει μια πορτοκαλάδα Ήβη μπλε. Κατόπιν, επιστρέφει στο τραπέζι, κάθεται σε μια καρέκλα, ανοίγει το κουτάκι και ταλαντεύει μπρος – πίσω το αλουμινένιο πώμα μέχρι να κοπεί, λέγοντας την αλφαβήτα.

ΚΑΙΤΗ

Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα... Πι! Πέτρος...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(πειρακτικά)

Πέτρος θα 'ν' ο γαμπρός! Ακούτε, Λεωνίδα και Χρυσούλα;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Μανιάτης να 'ναι κι ας τον λένε όπως θέλει! Παπούτσι από τον τόπο σου...

ΚΑΙΤΗ

Μαμά, έλεος! Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον είπαμε... Ή μάλλον όχι, Τζανέτο!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Καλά, καλά... Θα τη θυμηθείς τη μάνα σου μια μέρα, όταν θα σε καμαρώνουμε νύφη δίπλα στο καλύτερο παλικάρι της Μέσα Μάνης!

ΚΑΙΤΗ

Α θα 'ναι και αυτόχθων; Σώθηκα! Μέχρι τότε θα πιω την πορτοκαλάδα μου... Γειά μας!

Λέει, υψώνοντας λίγο το κουτάκι, το φέρνει στο στόμα της και πίνει δυο τρεις γερές γουλιές.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Στην υγειά σου, Καιτούλα μας! Καλώς ήρθες! Έχουν φαγωθεί κι οι δικές μου να σε δούνε...

ΚΑΙΤΗ

Εγώ να δεις! Μου λείψανε τρελά... Και φέτος μπορεί να μείνω και όλο το καλοκαίρι! Οψόμεθα...

Η κοπέλα τελειώνει την πορτοκαλάδα της, τσαλακώνει το αλουμινένιο κουτάκι και σηκώνεται για να το πετάξει σ' έναν σκουπιδοτενεκέ.

ΚΑΙΤΗ

Να πηγαίνω τώρα, πρέπει να βολέψω και τα μπαγκάζια μου! Θείε Δημήτρη, χάρηκα πολύ που σ' είδα!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Στο καλό, ανιψούλα μου, κι εγώ χάρηκα!

9. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη βγαίνει από την ταβέρνα του πατέρα της, παίρνοντας τη βαλίτσα της και τον σάκο της, και μόλις απομακρύνεται, ο Δημήτρης στρέφεται προς τον αδελφό του και τη νύφη του και τους μιλάει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Λεωνίδα και Χρυσούλα, τέτοια νεράιδα που έχετε, δεν πρέπει να τη χαραμίσετε! Τον καλύτερο πρέπει να την αφήσετε να διαλέξει, με τα δικά της όμως τα κριτήρια...

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Μμ ναι, κουνιάδε, το θέμα είναι ότι δεν τα πολυεμπιστεύομαι τα κριτήρια των σημερινών παιδιών... Παλιές μέθοδοι και δοκιμασμένες μόνο λέω γω, που έχω και την εμπειρία της προξενήτρας!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Σωστά τα λέει η γυναίκα! Και πάνω απ' όλα ο γαμπρός μου να είναι πρόθυμος να συνεχίσει τη δουλειά, μιας και δεν έχω γιους!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(μουρμουρά, κουνώντας το κεφάλι)

Μωρέ, δεν τρώγεστε εσείς...

Μαρία Παπαθεοδώρου