Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.12.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 10)

Από την ώρα που ξύπνησε, είχε ξεκινήσει προπόνηση. Είχε χάσει πολύτιμο χρόνο και δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να αποτύχει. Όταν έφτανε επιτέλους η ώρα για τους αγώνες, θα αποδείκνυε σε όλους τη δύναμή της.

Ο Κάρυστος τους είχε χωρίσει σε ομάδες των τεσσάρων ατόμων και τους είχε πάει στο δάσος, τέλειο μέρος για μάχη. Η ομάδα της αποτελούνταν από τον Φιν, τον Κέσαγκ και μια καινούρια κοπέλα που η Ροξάν δε θυμόταν καν το όνομά της και ήξερε πως θα τους ήταν βάρος.

Τα αγόρια, ως γιοι του Άρη και της Αθηνάς αντίστοιχα, είχαν και τον όγκο και τη σωματική διάπλαση για να κατατροπώσουν την αντίπαλη ομάδα. Η μικρή ήταν κοκαλιάρα και πολύ ψηλή. Η πανοπλία έπλεε πάνω της και κρατούσε το σπαθί της σαν να ήταν σκουπόξυλο. Το φοβισμένο ύφος της το άφηνε ασχολίαστο.

«Ας ασχοληθεί κάποιος από εσάς μαζί της. Σε πραγματική μάχη, εγώ θα τη σκότωνα για να μη με καθυστερεί» είπε χωρίς να τη νοιάζει που η κοπέλα την άκουγε.

«Μην της δίνεις σημασία. Η Ροξάν είναι λίγο…» ο φίλος της την κοίταξε για λίγο προτού γυρίσει πάλι στην κοπέλα. «…βάρβαρη» ολοκλήρωσε τη φράση του με ένα πλατύ χαμόγελο. «Αλλά μη σε τρομάζει, κατά βάθος, πολύ βάθος, είναι καλό παιδί. Πώς σε είπαμε;»

«Αλέγκρα, κόρη της Δήμητρας» απάντησε μαζεμένα.

«Έτσι εξηγείται» έκανε υποτιμητικά η Ροξάν. «Ωραία, να την προσέχεις εσύ που μου το παίζεις και γλυκούλης, τρομάρα σου»

Μπαίνοντας στο δάσος, ο γιος του Χείρωνα τους έδωσε λίγες οδηγίες και έπειτα χωρίστηκαν. Είχαν αποφασίσει να περικυκλώσουν την αντίπαλη ομάδα για να μην έχουν τρόπο διαφυγής και μετά θα επιτίθονταν.

Ένιωθε τέλεια που δεν είχε να προσέχει την καινούρια, αλλά θα προτιμούσε να ήταν μόνη της. Είχε την εντύπωση πως ο Κέσαγκ την κοιτούσε περίεργα, σαν να την εξέταζε και το σιχαινόταν αυτό. Άνοιξε το στόμα της για να κάνει κάποιο πικρόχολο σχόλιο, μα οι κραυγές αγωνίας και πόνου που αντήχησαν ανάμεσα στα δέντρα τη σταμάτησαν. Κοίταξε τον γιο της Αθηνάς τρομαγμένη και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Αυτές οι κραυγές σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με την άσκηση μάχης.

***

Οι πρώτες δύο ομάδες είχαν μπει ήδη στο δάσος για την άσκηση, όταν ο Κάιλ έφτασε δίπλα στον Κάρυστο. Είχε απολογηθεί που είχε καθυστερήσει και είχε συμφωνήσει να φανεί πιο υπεύθυνος στο μέλλον. Με ύφος κοιμισμένο ακόμα, χασμουρήθηκε και πήρε τα χαρτιά από τα χέρια του μικρού Κενταύρου.

«Ποιες ήταν οι πρώτες ομάδες είπαμε;» ρώτησε, προσποιούμενος πως διάβαζε τους κανόνες της άσκησης.

«Σύνθια, Τζέισον, Κέννα και Νικήτα εναντίον Αλέγκρα, Φιν, Κέσαγκ και Ροξάν» απάντησε μα ο Κάιλ στάθηκε σε συγκεκριμένα ονόματα μόνο.

«Είσαι ηλίθιος, παιδάκι μου; Έβαλες τη Ροξάν να παλέψει με την Κέννα; Δε θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά;» φώναξε. «Για να μη θυμηθώ το υπέροχο χαστούκι που έδωσε στον γιο του μπεκρή!» έλαβε ένα βλέμμα επίπληξης. «Έτσι και πιάσει στα χέρια της την ξανθιά, θα τη βρούμε σε μπουκίτσες επιβράβευσης για σκύλους».

«Καλά όλα τα άλλα, αλλά τη Σύνθια γιατί; Συμφωνώ πως η Ροξάν δε συμπαθεί καθόλου τις κόρες της Αφροδίτης, γενικά, αλλά δεν έχει λόγο να τη χτυπήσει. Άσε που τους έδωσα σαφείς οδηγίες να μην-» άρχισε να λέει με σοφιστικέ ύφος.

«Για τη Ροξάν μιλάμε. Να μη σου πω τι θα τις κάνει τις οδηγίες σου».

Προτού προλάβει να πάρει απάντηση, μια τρομακτική κραυγή έκανε και τους δυο, καθώς και τα παιδιά που περίμεναν να έρθει η σειρά τους, να κοιτάξουν προς το δάσος τρομαγμένοι.

«Την επόμενη φορά θα σκεφτώ τους αριθμούς του λαχείου» είπε απογοητευμένα. «Εσύ μείνε να ηρεμήσεις τα πιτσιρίκια. Πάω να μαζέψω τα χάλια σου» είπε και έτρεξε να φτάσει τις δύο ομάδες πριν να ήταν πολύ αργά.

***

Η Ροξάν έτρεχε με τον Κέσαγκ στο κατόπι της. Δεν είχαν ιδέα τι ακριβώς είχε γίνει, αλλά η κραυγή που είχαν ακούσει δεν άφηνε περιθώρια για θετικά σενάρια. Έφτασαν σε ένα σημείο όπου τα δέντρα ήταν λιγότερο πυκνά και μπαίνοντας στον κυκλικό χώρο που δημιουργούταν σάστισαν. Στο κέντρο περίπου έβλεπαν τους άλλους δύο της ομάδας τους μαζί με τη Σύνθια από την άλλη ομάδα. Η τελευταία είχε λιποθυμήσει, ενώ η καινούρια κοπέλα καθόταν αιμόφυρτη στο γρασίδι με τον Φιν να την κρατάει. Η σκηνή της φαινόταν κάπως κωμική.

«Μη! Είναι παγίδα!» φώναξε ο Φιν μόλις τους είδε να μπαίνουν στον κύκλο μα ήταν ήδη αργά.

Άκουσαν ένα σούρσιμο πίσω τους και μόλις γύρισαν να δουν, κάτι έπεσε πάνω τους και τους πέταξε στο έδαφος. Η Ροξάν ένιωσε την πανοπλία της να την πιέζει. Κοίταξε το μέταλλο και εκείνο είχε λυγίσει.

«Βοήθησέ με να βγάλω αυτό το πράγμα από πάνω μου» μούγκρισε στον γιο της Αθηνάς και εκείνος έκανε ότι μπορούσε για να μην την πονέσει πολύ.

«Τι στο καλό ήταν αυτό;»

 «Κάτι δυνατό. Πήγαινε βοήθα τους και θα αναλάβω εγώ εδώ» πρόσταξε. Κοίταξε τριγύρω για να εντοπίσει τι ήταν αυτό που τους είχε επιτεθεί. Το μόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν τα υπόλοιπα μέλη της αντίπαλης ομάδας να κρύβονται μέσα στο δάσος σαν δειλοί. Πού είσαι; Πού είσαι;

«Υπομονή, δεσποινίς μου. Η υπομονή είναι δύναμη».

«Καλώς τον» χαμογέλασε πλάγια όταν άκουσε τον νεκρό φίλο της.

«Παρατήρησε προσεκτικά το περιβάλλον γύρω σου, η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να δουλέψει προς όφελός σου. Μέτρα τη δύναμή σου και μην κάνεις άσκοπες κινήσεις» τη συμβούλεψε.

Πήρε βαθιές ανάσες μέχρι να σταθεροποιήσει την αναπνοή της. Προσπάθησε να αποκλείσει όλους τους περιττούς ήχους, για να συγκεντρωθεί σε εκείνο το σούρσιμο που άκουγε αχνά. Τι θα μπορούσε να σέρνεται και να έχει τόσο πολύ δύναμη που να τους πετάξει κάτω; Το βλέμμα της έτρεχε πίσω από τα δέντρα μήπως έβλεπε κάτι ασυνήθιστο, αλλά τίποτα. Τα παιδιά την κοιτούσαν τρομοκρατημένα. Το σούρσιμο ακούστηκε πιο κοντά της.

«Ήρεμα, όχι απότομες κινήσεις» είπε το φάντασμα και η Ροξάν ένιωθε τυχερή που ήταν εκεί μαζί της. «Ω, όχι».

Η κόρη του Άδη άκουσε ένα σφύριγμα τρομακτικά κοντά της. Σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω και είδε δύο φιδίσια κεφάλια να την κοιτάζουν, με τις διχαλωτές τους γλώσσες μια να χορεύουν στον αέρα, μια να κρύβονται. Την ώρα που το ένα από τα δύο άνοιξε διάπλατα το στόμα δείχνοντάς της τα μυτερά του δόντια, όρμησε να της επιτεθεί. Η Ροξάν με μια κίνηση σήκωσε το σπαθί της και έκοψε τη γλώσσα του. Όσο το φίδι στρίγγλιζε από τον πόνο, εκείνη έκανε βήματα προς τα πίσω και παρατηρούσε τον αντίπαλό της. Τα δύο κεφάλια ενώνονταν σε ένα κοινό σώμα. Όταν εκείνο που είχε χτυπήσει σταμάτησε να φωνάζει, την κοίταξαν και τα δύο μοχθηρά. Της έδειξαν τα δόντια τους και ρίχτηκαν κατά πάνω της.

«Τρέξε!» της φώναξε ο Οδυσσέας. Με το σπαθί της σταθερό στο χέρι της έτρεξε για το δάσος, όπου θα της ήταν πολύ πιο εύκολο να κρυφτεί και να το παγιδέψει.

***

Δεν άρχισε πολύ να φτάσει τις δύο ομάδες, όμως τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα από όσο φανταζόταν. Έφτασε σε ένα ξέφωτο όπου βρήκε τα παιδιά στο έδαφος. Ο γιος της Αθηνάς, που είχε συμπαθήσει ο Κάιλ, προσπαθούσε να συνεφέρει την ξανθιά που τον είχε φιλήσει το προηγούμενο βράδυ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να ηρεμήσουν μια κοπέλα που ο Κάιλ δε θυμόταν και τον γιο του Διονύσου.

Πλησίασε την κοπέλα και κοίταξε το πόδι της. Είχε δυο τεράστιες δαγκωνιές στο δεξί της πόδι, μία στο μπούτι, μία κάτω από το γόνατο. Μια λίμνη αίματος είχε σχηματιστεί εκεί όπου καθόταν.

«Δε θέλω να πεθάνω, δε θέλω να πεθάνω» παραληρούσε καθώς έκλαιγε γοερά. Ο Κάιλ γονάτισε και μύρισε το αίμα που ανέβλυζε από το πόδι της.

«Τι τη δάγκωσε;»

«Φίδι. Δικέφαλο, τεράστιο φίδι» απάντησε λακωνικά ο Κέσαγκ και ο Κάιλ έδειξε την κόρη της Αφροδίτης που είχε σωριαστεί στο έδαφος. «Όχι, αυτή απλά λιποθύμησε» γύρισε τα μάτια του προς τα πίσω χλευαστικά.

«Δε θα πεθάνεις. Θα παραλύσεις για μερικές ώρες αν όχι μέρες και θα είσαι μια χαρά. Έλα μην κάνεις έτσι! Αίμα είναι όχι πυρηνικά απόβλητα. Και εσύ, ξανθούλη;» ρώτησε τον Τζέισον και ο ημίθεος, που πίεζε μια πληγή στα πλευρά του και στηριζόταν από την κόρη του Άρη, μούγκρισε σφίγγοντας τα δόντια.

«Τον δάγκωσε το φίδι και κόλλησαν τα δόντια στην πανοπλία οπότε τον πέταξε με δύναμη κάτω. Ένα δόντι είναι ακόμα σφηνωμένο πάνω του» απάντησε η Κέννα.

Ο γιος της Κητούς κοίταξε τριγύρω του και όλο και θύμωνε. Όταν είδε την πανοπλία της πεταμένη στο γρασίδι και παραμορφωμένη, λογικά από κάποια επίθεση του φιδιού, δεν κράτησε το στόμα του κλειστό.

«Πού είναι η Ροξάν;» ρώτησε και όλοι έσκυψαν τα κεφάλια τους. «Δε θα ρωτήσω δεύτερη φορά» γρύλισε.

«Πήγε να παλέψει με το-»

«Μόνη της;» σταμάτησε τον Κέσαγκ έξαλλος. «Την αφήσατε να πάει μόνη της; Χωρίς πανοπλία; Ε, εσείς δεν τρώγεστε πια! Περιτριγυρίζομαι από ηλίθιους, ανεγκέφαλους, βλάκες…» συνέχισε να παραθέτει κοσμητικά επίθετα καθώς έτρεχε προς τα δέντρα. «Πηγαίνετέ τους στο ιατρείο! Και σβέλτα!» φώναξε προτού εξαφανιστεί μέσα στο δάσος.

***

Μπέρδεψε το φίδι αρκετά ώστε να κερδίσει λίγο χρόνο και να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο. Στεκόταν πάνω σε ένα χοντρό κλαδί και κοιτούσε διαρκώς κάτω. Το δικέφαλο κτήνος έκανε βόλτες γύρω από το δέντρο, λες και τη μύριζε, αλλά δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ήταν πάνω και όχι κάπου γύρω από αυτό. Κάτι έπρεπε να κάνει, δε γινόταν να μείνει εκεί πάνω για πάντα.

Μάζεψε τις δυνάμεις της και περίμενε το φίδι να βρεθεί ακριβώς από κάτω της. Αντ’ αυτού είδε ένα άλλο «τέρας» να πλησιάζει. Τι θέλει αυτός εδώ;

«Πού διάολο έχει πάει αυτή η γυναίκα;» τον άκουγε να μονολογεί. «Τι μανία και αυτή, όπου βλέπει κίνδυνο, τσουπ, να χώσει τον κώλο της. Αλλά όχι, δε θα μου σπάσει εμένα τα νεύρα, όχι. Έτσι και τη γλυτώσουμε, θα τη βάλω κάτω και θα-» τα βήματά του κόπηκαν απότομα, όταν ο Κάιλ ήρθε αντιμέτωπος με το πλάσμα που είχε επιτεθεί στα παιδιά. Στεκόταν μπροστά στα δύο κεφάλια του φιδιού και το ηλιοκαμένο χρώμα του δέρματός του είχε σχεδόν ξεπλυθεί από πάνω του.

«Καλό φιδάκι» έκανε και το κοίταξε απευθείας στα μάτια, σαν να προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Μα τι έκανε; «Τώρα, τα φίδια δε δαγκώνουν το φαΐ τους, το καταπίνουν» συνέχισε. «Άρα, ίου, η πριγκίπισσα είναι…» έδειξε το σώμα του ερπετού, «…εκεί μέσα;» κατέληξε αηδιασμένος και ένοιωσε ένα πικρό κάψιμο στην αρχή του οισοφάγου του. Το φίδι κούνησε τα κεφάλια του πέρα δώθε, σαν να ξύπνησε από την ύπνωση και ένα από τα δύο άνοιξε το στόμα, με τη διχαλωτή του γλώσσα να χορεύει στον αέρα, έτοιμο να επιτεθεί.

«Τι άλλο θα κάνω πια;» μουρμούρισε και περίμενε χωρίς να κινείται.

Όταν πλησίασε αρκετά, ο Κάιλ έκλεισε τα μάτια προετοιμάζοντας τον εαυτό του να γίνει μεζεδάκι, παίρνοντας μια περίεργη έκφραση αποστροφής. Όμως αντί γι’ αυτό, άκουσε το φίδι να τσιρίζει φριχτά. Άνοιξε τα μάτια του και την είδε, γονατισμένη πάνω στο ένα από τα δύο κεφάλια, το σπαθί της καρφωμένο πάνω του, σφραγίζοντας το στόμα του μια και καλή.

«Είσαι ηλίθιος παιδάκι μου;» γρύλισε κοιτάζοντάς τον με τα μάτια γουρλωμένα. Όσο το δεύτερο κεφάλι… Θρηνούσε το πρώτο; Η Ροξάν τράβηξε από τη ζώνη της ένα ξύλο που είχε ξύσει στην άκρη για να είναι μυτερό και το κάρφωσε με δύναμη στο μάτι του. Εκείνο ούρλιαξε, τινάχτηκε και με μια κίνηση, την έκλεισε στο στόμα του. Τα επόμενα δευτερόλεπτα το σπαθί της Ροξάν, που είχε προλάβει να το τραβήξει από το άλλο κεφάλι, χώρισε τα σαγόνια του και πετάχτηκε από μέσα του βαμμένη στο αίμα του αντιπάλου της. Προτού ο Κάιλ προλάβει να πει κάτι, η άκρη του σπαθιού της σημάδευε το πιγούνι του.

«Τι σκατά έχεις σε αυτό το κεφάλι εκτός από άχυρο, μου λες;» έκανε θυμωμένα. Ένας έντονος πόνος στα πλευρά την έκανε να διπλωθεί στα δύο καθώς άφησε το σπαθί της να πέσει στο γρασίδι. Το φίδι είχε προλάβει να τη δαγκώσει προτού πέσει νεκρό.

«Ουόου» την έπιασε πριν πέσει κάτω. «Πονάς;»

«Όχι, είναι το φυσιολογικό μου να τρέχει αίμα από τα πλευρά μου» μούγκρισε ειρωνικά στραβομουτσουνιάζοντας. Ο γιος της Κητούς, αγνοώντας την γκρίνια της, πήρε το τρεμάμενο χέρι της στην άκρη για να μπορέσει να δει την πληγή.

«Τι πήγες να κάνεις; Θα το άφηνες να σε καταπιεί;» συνέχισε θυμωμένη. «Σου μιλάω! Βασικά ξέρεις κάτι, άστο. Χεσ’ το, μην απαντήσεις» τον έσπρωξε και έκανε να περπατήσει προς την κατασκήνωση, μα κάθε βήμα ήταν όλο και πιο επώδυνο.

«Θες ένα χεράκι;» τη ρώτησε γελώντας.

«Σου φαίνεται να χρειάζομαι βοήθεια;» μούγκρισε.

«Θέλεις να σου απαντήσω ειλικρινά ή να σε αφήσω με τις αυταπάτες σου; Άλλο ένα βήμα και θα πέσεις κάτω. Βάλε την περηφάνια σου στην άκρη για μια φορά και άσε με να σε βοηθήσω» είπε θυμωμένος αλλά χωρίς να φωνάζει. Πήγε κοντά της και με νευρικές κινήσεις τη σήκωσε στα χέρια του. «Σου… σου πάει όλο αυτό το αίμα. Ταιριάζει με τα μάτια σου» είπε για να διώξει την αμηχανία της στιγμής, νιώθοντας ένα κόμπο στον λαιμό του, μετά από μια εκτεταμένη σιωπή.

«Απλά σκάσε μέχρι να πάμε στο ιατρείο» του απάντησε ξεψυχισμένα και εκείνος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. Ήταν ζωντανή.

    Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν