Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18.12.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 11)

Όταν έφτασαν στο ιατρείο είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η Ροξάν είχε χάσει σχεδόν τις αισθήσεις της. Ο Κάιλ την έβαλε να ξαπλώσει σε ένα άδειο κρεβάτι, όσο εκείνη μαχόταν να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά και η ξανθούλα που είχε περιποιηθεί το δικό του τραύμα ήρθε αμέσως να καθαρίσει την πληγή της. Της έδωσε κάτι να πιει για τον πόνο που θα τη βοηθούσε και να κοιμηθεί και έφυγε. Οι άλλοι δύο που είχαν δαγκωθεί ήδη κοιμόντουσαν από την επίδραση του δηλητηρίου και του παυσίπονου, αλλά εκείνη όχι. Προσπαθούσε με όλο της το είναι να μη λυγίσει.

«Σταμάτα να ζορίσεις τον εαυτό σου» ξεκίνησε να της λέει αγανακτισμένος με το πείσμα της. «Αν το αφήσεις να δράσει θα-»

«Όχι» μούγκρισε με όση δύναμη μπορούσε να χρησιμοποιήσει. «Δεν καταλαβαίνεις» έκανε να βάλει δύναμη για να σηκώσει τον κορμό της.

«Κάτσε να σε βοηθήσω»

«Άσε με. Μπορώ μόνη μου» τινάχτηκε μόλις ένιωσε το χέρι του στον ώμο της. «Πού είναι η-» πριν ολοκληρώσει την πρότασή της ένας οξύς πόνος διαπέρασε το σώμα της ξεκινώντας από το δάγκωμα και εκείνη διπλώθηκε στα δύο ξανά.

«Δε βλέπεις ότι το κάνεις χειρότερο;» τη μάλωσε. Ειλικρινά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν καθόταν ήρεμη για μερικές μόνο ώρες. Όμως όταν είδε πως ο πόνος δεν υποχωρούσε, παρά το ισχυρό παυσίπονο που της είχαν δώσει, κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έσπρωξε τους ώμους της προς τα πίσω και έκανε να σηκώσει την μπλούζα της, μα τον σταμάτησε μπήγοντας τα νύχια της στο χέρι του.

«Τι κάνεις;» κατάφερε να αρθρώσει με δυσκολία.

«Μη φοβάσαι, δεν είμαι τόσο ανώμαλος. Άσε με να δω» τράβηξε το ύφασμα από πάνω της και προσπάθησε να φαίνεται χαλαρός για να μην την τρομάξει. Γιατί εκείνος τα είχε κάνει πάνω του!

Οι γάζες της είχαν ποτίσει και δεν μπορούσαν να μαζέψουν άλλο αίμα λες και η πληγή δεν είχε κλείσει. Όμως ο Κάιλ θυμόταν ξεκάθαρα την ξανθούλα να ράβει το βαθύ τραύμα. Μουρμούρισε μια βρισιά, μην μπορώντας να συγκρατήσει τον εαυτό του και έκανε να φύγει για να βρει την κόρη του Ερμή.

Η Ροξάν τον άρπαξε από το χέρι.

«Πονάει» μούγκρισε μέσα από τα δόντια της όσο έσφιγγε το χέρι του. Αυτή η κοπέλα δεν έδειχνε τις αδυναμίες τις ούτε στους Θεούς. Για να παραδεχτεί τον πόνο της μπροστά του, κάτι πήγαινε πολύ, πάρα πολύ, λάθος και το ήξεραν και οι δύο. Μια κραυγή απελπισίας βγήκε από τον λαιμό της, τόσο άγρια που οι άλλοι δύο που είχαν δαγκωθεί ξύπνησαν άγαρμπα.

«Λούνα!» φώναξε εκείνος γυρίζοντας κατατρομαγμένος να κοιτάξει προς την πόρτα του δωματίου του προσωπικού του ιατρείου. Η Ροξάν κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατηθεί και να σταματήσει να φωνάζει από τον πόνο.

«Τι έκανες πάλι, Κάιλ, και πόσες φορές θα σου πως ότι με λένε Λουίσ- Α!» η κοπέλα αναφώνησε τρομαγμένη κι έτρεξε δίπλα την κόρη του Άδη. «Ήρεμα, κορίτσι μου, όλα θα πάνε καλά»

«Δεν είναι φοράδα που γεννάει» σχολίασε αγχωμένος εκείνος.

«Σκάσε και τράβα να φέρεις τον Χείρωνα. Κουνήσου!» του αντιγύρισε.

«Κρατήσου, πριγκίπισσα» σχολίασε καθώς έτρεχε να ειδοποιήσει τον Κένταυρο. Τι σκατά γίνεται εδώ πέρα;

***

Η Ροξάν είχε καταφέρει επιτέλους να κοιμηθεί μετά τη βοήθεια του Χείρωνα, όπως και οι άλλοι δύο τραυματίες. Ο Κένταυρος είχε πει πως ο οργανισμός της είχε αντιδράσει έτσι επειδή ήταν αδύναμη, μιας και είχε δύο μέρες να βγει από το δωμάτιό της πριν το δάγκωμα. Στον Κάιλ δεν αρκούσε αυτή η δικαιολογία. Είχε δει το τρομοκρατημένο ύφος του και δεν τον πίστεψε ούτε στιγμή. Κάτι άλλο συνέβαινε εκεί. Δεν είχε πει τίποτα για να μην την ανησυχήσει, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Και κάτι του έλεγε πως είχε βάλει το χεράκι του κάποιος Θεός.

Καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι της. Έφερνε στον νου του μια το φοβισμένο βλέμμα της, μια την ανησυχία του Χείρωνα. Την κοίταζε τώρα που κοιμόταν και χάθηκε στις σκέψεις του. Ήταν τόσο ήρεμη όταν κοιμόταν, το αντίθετο με το πώς ήταν όταν είχε ανοιχτά τα μάτια. Τι σου συνέβη, πριγκίπισσα; σναρωτήθηκε και συγκράτησε το χέρι του που πήγε να διώξει μια τούφα από το πρόσωπό της.

Όχι, δε θα το άφηνε έτσι. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα απαλά για να μην ξυπνήσει κανέναν και βγήκε από το κτίριο. Έπρεπε να μάθει τι συνέβαινε και δεν είχε πολλές εναλλακτικές. Πρώτα τον βάζουν να διδάξει τα παιδιά των Θεών, μετά μαθαίνει πως είναι και ο ίδιος ημίθεος και τώρα αυτό. Αν το δηλητήριο ήταν τόσο δυνατό, γιατί επηρέασε μόνο τη Ροξάν και όχι τους άλλους δύο; Αν ήταν όντως τόσο αδύναμη, όπως είχε πει ο Χείρωνας, δε θα είχε παλέψει με τα φίδια με τέτοιο τρόπο, θα είχε δαγκωθεί αμέσως και τώρα θα ήταν νεκρή.

Φτάνοντας στα δωμάτια των καθηγητών, μπορούσε να ξεχωρίσει δύο φωνές στο βάθος. Έβγαλε τα παπούτσια του για να μην ακούγεται και εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι για κάλυψη, προτού προχωρήσει μέσα στις σκιές. Όσο πλησίαζε, τόσο καταλάβαινε ποιοι μιλούσαν, μα δεν ήταν σίγουρος πως έβγαζε νόημα από όσα άκουγε.

«… σου είπε; Πώς είναι τώρα;»

«Ξεκουράζεται. Είδε πολλά και το σώμα της την πρόδωσε».

«Τι εννοείς;» σιωπή απλώθηκε για λίγο στον χώρο. «Πατέρα, σου μιλάω!»

Τώρα ο Κάιλ μπορούσε να δει καθαρά μπροστά του τους δύο Κένταυρους. Το βλέμμα του Χείρωνα έκρυβε τον ίδιο φόβο που είχε δει νωρίτερα.

«Οι Θεοί παίζουν παιχνίδια, όμως ξεχνούν πως δεν είναι παντοδύναμοι, όπως θέλουν να νομίζουν. Και αν η προφητεία βγει αληθινή, τότε οι διάδοχοί τους κινδυνεύουν».

«Δεν καταλαβαίνω…»

«Οι Θεοί δεν είναι αθάνατοι, Κάρυστε. Και η στιγμή που θα πρέπει να παραδώσουν τους θρόνους τους πλησιάζει. Και μόλις είδα την πρώτη από τη νέα γενιά θεών» εξήγησε με σοβαρότητα.

«Η Ροξάν;» διαπίστωσε ξαφνιασμένος και ο πατέρας του κούνησε θετικά το κεφάλι.

«Οι φετινοί αγώνες δε θα γίνουν για να διασκεδάσουν οι Θεοί, αλλά για να ανακαλύψουν ποιοι θα τους διαδεχθούν και να το αποτρέψουν».

«Μα αυτό σημαίνει…»

«Ναι, Κάρυστε. Το ξέρω, μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό».

***

Τέρατα. Εκείνοι ήταν τα πραγματικά τέρατα, όχι εκείνος, ούτε ο σκορπιός που τους είχε επιτεθεί, ούτε καν το φίδι που την είχε δαγκώσει. Ήταν όλοι τους δειλοί, υποκριτές, ψεύτες. Ο Κάιλ θα μπορούσε να συνεχίσει να τους «στολίζει» μέχρι την τελευταία του πνοή. Γι’ αυτό τον είχαν φέρει εκεί. Για να τους μάθει πώς να σκοτωθούν μεταξύ τους και να μη λερώσουν τα δικά τους χέρια με το αίμα των ίδιων τους των παιδιών. Ήταν γελοίοι!

Όλοι κοιμόντουσαν και ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν όλα αυτά τα ανίδεα παιδιά να τον τρελάνουν με τις φωνές τους. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν κάποιον να χτυπήσει, κάτι να κάνει για να ηρεμήσει. Φτάνοντας στην παραλία, πέταξε τα παπούτσια και το μπουφάν του στην άμμο και βούτηξε στη θάλασσα. Λες και μετέφερε την καταιγίδα που μαινόταν μέσα του στο νερό, όταν αναδύθηκε για να πάρει ανάσα, είδε το κύμα να υψώνεται και τη βροχή να πέφτει με μανία. Γέμισε τα πνευμόνια του και βούτηξε και πάλι.

Τα χέρια του κινούνταν γρήγορα, λες και η αντίσταση του νερού σχεδόν δεν υπήρχε. Το μυαλό του κατακλυζόταν από σκέψεις. Και σε όλες πρωταγωνιστούσε εκείνη. Ούτε που την ήξερε κι όμως… Κι όμως τι; Γιατί ένιωθε τόσο έντονα πως ήθελε να την κρατήσει ζωντανή και κοντά του;

Κοίταξε επάνω. Η επιφάνεια ήταν πολύ μακριά και ένιωθε το στήθος του να σφίγγεται από την έλλειψη αέρα. Δεν το ήθελε, όμως έπρεπε να επιστρέψει. Κάπου στα μισά της απόστασης, η δύναμή του άρχισε να τον εγκαταλείπει. Πάλευε με τον εαυτό του. Δε θα επέτρεπε να δεχθεί πως δε θα κατάφερνε να φτάσει στην επιφάνεια.

Ανάπνευσε, Κάιλ. Το νερό είναι κομμάτι σου.

Δεν είχε ιδέα από πού ακούστηκε αυτή η φωνή, ούτε και σε ποιον ανήκε, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, άνοιξε το στόμα του και εισέπνευσε βαθιά. Και αντί να πνιγεί, όπως περίμενε, εκείνος ανέπνευσε.

Κολύμπησε μέχρι την παραλία. Τα ρούχα είχαν κολλήσει στο σώμα του, γεμάτα άμμο και ξερά φύκια. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και τράβηξε το πακέτο με τα τσιγάρα του από την τσέπη του μπουφάν. Δε θα περνούσε το δικό τους. Δεν είχε ιδέα τι θα έκανε, αλλά δε θα την άφηνε στο έλεος των Θεών.

Είχε σχεδόν ξημερώσει όταν επέστρεψε δίπλα της, όμως η Ροξάν δεν είχε ανοίξει ακόμα τα μάτια της. Έχοντας αλλάξει ρούχα, αλλά με σώμα ακόμα νοτισμένο από την αλμύρα, τράβηξε την καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Ήλπιζε η μυρωδιά της θάλασσας να την ξυπνήσει. Να της δώσει λίγη δύναμη.

«Τι κάνεις εδώ τόσο πρωί;» άκουσε μια γυναικεία φωνή να τον ρωτάει, μα εκείνος δεν απάντησε. Μόνο παρατηρούσε τα τρεμάμενα βλέφαρά της και τις σταγόνες που έβρεχαν το πρόσωπό της. Έβλεπε εφιάλτη; Τι τάραζε τον ύπνο της; Έβαλε την αντίστροφη της παλάμης του στο μέτωπό της. Το δέρμα της έκαιγε.

«Έχει πυρετό» .

«Θα τη φροντίσουμε εμείς. Εσύ δεν πρέπει να είσαι στο μάθημά σου σε λίγα λεπτά;» τον μάλωσε. Και πάλι δεν της έδωσε καμία απάντηση. Παρέμεινε σιωπηλώς και προσπάθησε να τη δροσίσει με τις κομπρέσες που έφερε η κόρη του Ερμή.

***

Ένιωθε να βρίσκεται στα καζάνια της κόλασης που άλλοι είχαν χτίσει για εκείνη. Παντού γύρω της βασίλευε σκοτάδι, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει καμία μορφή. Μόνο άκουγε. Χιλιάδες φωνές, άλλες δυνατές, άλλες πιο αχνές, όμως τις άκουγε όλες. Και όλες τους κάτι είχαν να πουν για το άτομό της. Προσβλητικά παρατσούκλια, κραυγές τρόμου, περιπαιχτικά γέλια. Το κεφάλι της βούιζε έντονα. Νόμιζε πως θα έσπαγε. Έβαλε τα χέρια στους κροτάφους και πίεσε με δύναμη για να σταματήσει τον πόνο. Θα πέθαινε για να σταματήσει τον πόνο.

Αυτοκτόνα επιτέλους!

Κάψτε τη μάγισσα!

Οι φωνές τώρα φώναζαν. Η ζέστη όλο και την έπνιγε. Ήθελε να φωνάξει μα η φωνή της δεν έβγαινε από τον λαιμό της. Ήταν απελπισμένη. Έπρεπε να τις κάνει να σκάσουν. Δοκίμασε να καλέσει τους νεκρούς να τη βοηθήσουν, και ας μισούσε να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις που τις είχε δώσει ο βιολογικός της πατέρας, όμως δεν την υπάκουσαν. Για μια στιγμή μόνο, ο λαιμός της καθάρισε και τότε φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, ενώ τα μάτια της πλημύριζαν με δάκρυα.

«Σκάστε πια!»

Στα ρουθούνια της εισέβαλε η αλμύρα του ανοιχτού ωκεανού και η φωτιά σταδιακά έσβησε. Το σώμα της δροσίστηκε, μπορούσε να αναπνέει κανονικά και όλες οι φωνές σώπασαν. Όλες εκτός από μία καινούρια, που της ψιθύριζε σαν να της εκμυστηρευόταν κάποιο ιερό μυστικό. Μία που προηγουμένως δεν μπορούσε να ακούσει.

Μην τους αφήσεις να σε νικήσουν, πριγκίπισσα. Είσαι πιο δυνατή από αυτούς. Ξύπνα και δείξε τους τι αξίζεις.

Δεν μπορούσε να εξηγήσει την ηρεμία που της προκαλούσαν τα λόγια του. Μπορεί να μην του το έλεγε ποτέ αυτοπροσώπως, μα μέσα της τον ευχαριστούσε γι’ αυτό. Ήταν μια παραίσθηση που δεχόταν με ανοιχτή την αγκαλιά της.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν