Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 7 - Μέρος Ι) Revised

 

Ευτυχώς το «πάρτι» μετά την παράσταση κράτησε λίγο. Περιορίστηκε περισσότερο σε συγχαρητήρια προς τους δύο ηθοποιούς και ύστερα κίνησε ο καθένας για το δωμάτιό του, καθότι την επόμενη ημέρα είχαμε όλοι υποχρεώσεις και μαθήματα. Αφού χαιρέτισα για άλλη μια φορά τον Ρέτζι και τη Ρεγγίνα, όπως και την Άντρεα που προστέθηκε λίγο αργότερα στην παρέα μας, αναζήτησα την ησυχία του δωματίου μου, την οποία ένιωθα πως είχα τόση ανάγκη. Όλες οι πληροφορίες, που καλούμουν να αφομοιώσω τη δεύτερη κιόλας ημέρα στην Ακαδημία, έκαναν το κεφάλι μου να βουίζει και το μόνο που ήθελα ήταν να ξαπλώσω στο κρεβάτι και να μη σηκωθώ ποτέ. Στρίβοντας στη γωνία του διαδρόμου, όμως, συνειδητοποίησα πως θα καθυστερούσε περισσότερο η συνάντησή μας.

Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με του Σεμπάστιαν τη στιγμή που έστριβε και εκείνος από την αντίθετη πλευρά. Δίπλα του μία γυναικεία φιγούρα μιλούσε, έχοντας ένα χαμόγελο να φωτίζει τα χαρακτηριστικά της, και εκείνος έδειχνε να διασκεδάζει με όσα του έλεγε. Μια πολύ όμορφη γυναικεία φιγούρα, με γοητευτικό πρόσωπο, υψηλό ανάστημα και γυμνασμένο σώμα, η οποία φορούσε παρόμοια στολή με εκείνον. Μου φαινόταν γνωστή. Όταν κατάλαβε πως το βλέμμα του σοβάρεψε απότομα, γύρισε κι εκείνη προς το μέρος μου. Εγώ φόρεσα το πιο αληθινό χαμόγελο που μπορούσα και τους χαιρέτισα.

Φυσικά ο Σεμπάστιαν δεν περιορίστηκε μόνο σε έναν απλό χαιρετισμό, αλλά σταμάτησε να δει πώς είμαι.

«Προσπαθώ να προσαρμοστώ. Σήμερα ήταν μια πολύ γεμάτη ημέρα» δικαιολογήθηκα, ελπίζοντας να πιάσουν το νόημα και να με αφήσουν να φύγω.

«Δεν ξεκουράστηκες όλο το απόγευμα;» ρώτησε εκείνος με εμφανή περιέργεια.

«Ε, όχι ιδιαίτερα. Με είχαν καλέσει σε μία παράσταση και δεν μπορούσα να αρνηθώ».

«Παράσταση; Ωραία. Ο Ρετζινάρντο σε κάλεσε;»

Απάντησα θετικά, προσπαθώντας να παραβλέπω την παρουσία της ξανθιάς θεάς Αφροδίτης δίπλα μου που δημιουργούσε πλήγματα στην αυτοπεποίθησή μου.

«Μάλιστα» σχολίασε ανέκφραστα, γεμίζοντάς με με ερωτηματικά. Ο τόνος του ήταν πιο απότομος όταν συμπλήρωσε: «Έχεις χαθεί».

Κοίταξα αυτόματα γύρω μου για να διαπιστώσω πως δεν είχα ιδέα αν είχε όντως δίκιο ή όχι. Αυτή η μανία της Ακαδημίας να έχει τόσο πανομοιότυπους διαδρόμους δε βοηθούσε καθόλου, όπως και η απόφασή μου να βασιστώ στη μνήμη μου για τη διαδρομή της επιστροφής.

«Για να το λες» ξεφύσηξα ηττημένη.

«Ναι, είσαι κοντά στα δικά μας δωμάτια. Θα γυρίσεις πίσω και θα στρίψεις αριστερά αυτήν τη φορά» μου υπέδειξε. Μα αν κάτι δεν ξεχνούσε ο Σεμπάστιαν, ήταν οι τρόποι του. «Πριν φύγεις, να σου συστήσω και επίσημα την Νταβίνα. Είναι η Υπαρχηγός της φρουράς των Επιδρομέων. Ήταν μαζί μας όταν σε εντόπισα, αν θυμάσαι».

Να γιατί μου φαινόταν γνωστή!

«Νταβίνα, από εδώ η Ναντίν» ολοκλήρωσε.

«Ω, χαίρομαι που σε γνωρίζω, Ναντίν. Μου έχει πει τόσα ο Σεμπάστιαν για εσένα» είπε φορώντας ένα πολύ πλατύ για τα γούστα μου χαμόγελο.

Λοξοκοίταξα τον Σεμπάστιαν, ενώ αποφάσισα να το προσπεράσω με ένα αστείο:

«Ελπίζω να παρέλειψε τις ντροπιαστικές λεπτομέρειες. Και εγώ χάρηκα».

Γέλασαν και οι δύο και έπειτα καληνυχτιστήκαμε, ενώ εγώ κίνησα προς το δωμάτιό μου πρώτη, αποφεύγοντας να προχωρήσω μαζί τους σε όση κοινή διαδρομή μάς είχε απομείνει.

Είχα ενοχληθεί από την ύπαρξή της δίπλα του και από το γεγονός πως τα δωμάτιά τους βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση. Γενικότερα τα νεύρα μου δεν ήταν στην καλύτερή τους κατάσταση με όλα αυτά που συνέβαιναν, όμως έπρεπε να ηρεμήσω και να σταματήσω να σκέφτομαι οτιδήποτε με απέτρεπε από αυτό. Μετά από λίγο ακόμα εκνευρισμένο περπάτημα στους διαδρόμους, εντόπισα την πόρτα του δωματίου μου και κλείστηκα μέσα, ευχόμενη να μη με ενοχλήσει άλλος για όσο απέμενε.

Δυστυχώς το επόμενο πρωί –το τεχνητό τέλος πάντων πρωί που είχαμε στην Ακαδημία– ήρθε πιο γρήγορα από ό,τι θα ήθελα, και ένα επιτακτικό χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από τον βαθύ μου ύπνο. Άνοιξα ανόρεχτα και η συνειδητοποίηση πως δεν είχα ιδέα για το πώς ήμουν ήρθε τη στιγμή που αντίκρυσα τον Σεμπάστιαν. Σκατά! Δεν μπορούσα να ρίξω μισή ματιά στον καθρέφτη, πριν ανοίξω!

Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους μου: ήμουν αστεία.

«Μάλλον σε ξύπνησα» σχολίασε, δίχως να περιμένει απάντηση. «Ήθελα απλώς να σου πω πως από σήμερα θα παρακολουθείς κανονικά τα μαθήματα των αρχαρίων. Έπρεπε να σε ειδοποιήσω, καθώς σε μισή ώρα ξεκινάει το πρώτο».

Άνοιξα τα μάτια μου από την έκπληξη. Το ίδιο και το στόμα μου, το οποίο ευτυχώς έκλεισα άμεσα και πάλι.

«Περίμενε» κατάφερα να προφέρω. «Δεν υποτίθεται ότι πρέπει να ολοκληρώσω τα στάδια ύλης πρώτα;»

«Κανονικά ναι. Όμως πρέπει να βιαστούμε λιγάκι, γιατί η τελετή επιλογής κατεύθυνσης πλησιάζει, και με έναν γρήγορο υπολογισμό κατέληξα πως θα μπορέσεις να ανταπεξέλθεις στην πρόκληση. Εξάλλου πιστεύω, αν έχω κρίνει τον τρόπο που σκέφτεσαι καλά, πως, αν μάθεις περισσότερες πληροφορίες για τον κόσμο, θα τον κατανοήσεις και θα τον κατακτήσεις ευκολότερα».

Δε χρειαζόμουν περισσότερο για να πεισθώ –όχι πως θα μπορούσα να αρνηθώ κιόλας. Αυτό που μου ζητούσε σχετιζόταν άμεσα και με την επιβίωσή μου. Αν είχα μία ελπίδα να επιστρέψω στο σώμα και στη ζωή μου, αυτή ήταν να σταθεροποιηθώ πρώτα στο αστρικό πεδίο και να μη χαθώ στην άβυσσο. Και ίσως… ίσως κάπου μέσα μου δεν ήθελα να απογοητεύσω τον Σεμπάστιαν.

Αφού αποχαιρετηθήκαμε, ξεκίνησα να ετοιμάζομαι περιμένοντας να ακούσω τον ενοχλητικό ήχο της καμπάνας που με είχε ξυπνήσει την προηγούμενη ημέρα. Όμως εννοείται πως, όταν ήχησε, πετάχτηκα τρομαγμένη, σιχτιρίζοντας.

Το πρώτο μάθημα ονομαζόταν «Ιστορία της Αστρικής Προβολής Ι» και η αίθουσα αποδείχθηκε πως ήταν ένα μικρό, βολικό δωμάτιο, με βιβλία τακτοποιημένα στις βιβλιοθήκες που έντυναν τον χώρο και πολυθρόνες αντί για θρανία, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε έναν άτσαλο κύκλο. Παρατήρησα πως οι θέσεις δεν ήταν πολλές, χωρούσαν μετά βίας δέκα άτομα, πράγμα που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως το συγκεκριμένο μάθημα δεν είχε πολλούς μαθητές αυτή την περίοδο.

Βολεύτηκα σε μία από τις άδειες και ακούμπησα τα βιβλία μου στο βοηθητικό τραπεζάκι στα δεξιά της. Είχα φτάσει νωρίς από ό,τι φαινόταν, καθώς οι θέσεις άρχισαν να γεμίζουν αρκετά αργότερα. Η θέση δίπλα μου πιάστηκε από ένα πολύ νεαρό αγόρι –έμοιαζε να είναι δεκαπέντε χρονών, το πολύ δεκαεφτά–, με πεταχτά καστανόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια, που φαίνονταν γεμάτα περιέργεια και όρεξη. Δυστυχώς.

«Γεια. Είμαι ο Ερμής! Είχαμε βρεθεί και στην προπόνηση χθες».

Η προφορά του ήταν ιδιαίτερη, σίγουρα η αγγλική γλώσσα δεν ήταν η μητρική του, οπότε προσπάθησα να μιλήσω κι εγώ σχετικά απλά, ώστε να με καταλάβει.

«Ναντίν, χάρηκα. Συγγνώμη, αλλά δεν είμαι καλή με τις φυσιογνωμίες» απολογήθηκα. «Είσαι καιρό εδώ;»

«Περίπου έναν μήνα. Ευτυχώς που ήρθες, γιατί συνέχεια με φώναζαν νεοφερμένο, ενώ τώρα θα λένε εσένα. Εγώ πάλιωσα» αστειεύτηκε, κορδώνοντας τον κορμό του με φτιαχτή περηφάνια.

Γέλασα ειλικρινά. Είχε μία αθωότητα που σε αιχμαλώτιζε.

«Και; Πώς σου φαίνεται μέχρι στιγμής;» συνέχισα την κουβέντα, μέχρι να γεμίσει εντελώς η αίθουσα. Άτομα διαφόρων ηλικιών μαζεύονταν, ακόμα και ένας άντρας που έμοιαζε άνω των τριάντα πέντε, όμως κανείς δεν έμοιαζε μικρότερος του Ερμή.

«Πλέον περνάω πολύ καλά. Στην αρχή ήταν δύσκολα. Αλλά τώρα ανυπομονώ για τις εβδομάδες κατευθύνσεων!»

Χαμογέλασα, δίχως να απαντήσω ξανά, καθώς η καθηγήτρια μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν μέσης ηλικίας, δε φαινόταν πάνω από σαράντα χρονών, με λίγα παραπανίσια κιλά που έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει καλοσυνάτο και γλυκό. Τα καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν ψηλό κότσο, ένα χτένισμα βγαλμένο από άλλη εποχή, ενώ λίγες τρίχες ξέφευγαν ατημέλητες από την κορυφή. Φορούσε τον μακρύ μαύρο μανδύα που, απ’ όσο είχα καταλάβει, ήταν η ενδυμασία των Ερευνητών. Αναρωτήθηκα πόσο καιρό βρισκόταν στο αστρικό πεδίο, ενώ διάβαζα το όνομά της στο πρόγραμμά μου: Τζοάννα Σάλιβαν.

Αφού κάθισε και εκείνη στην πολυθρόνα απέναντί μας, άφησε τα πράγματά της και στράφηκε προς το μέρος μας λέγοντάς μας μια ένθερμη καλημέρα. Ανταποδώσαμε όλοι και ύστερα ήρθε η σειρά μου να λάμψω:

«Εσύ πρέπει  να είσαι η… Ναντίν» είπε διστακτικά, ενώ κοιτούσε και ένα χαρτί στο οποίο πιθανότατα είχε σημειώσει τα στοιχεία μου.

«Ναντίν Βιλνέβ» επιβεβαίωσα.

«Καλώς μας ήρθες, κορίτσι μου. Πριν αρχίσουμε, θέλεις να μας πεις λίγα πράγματα για εσένα;»

Δεν ήθελα, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Όμως η ευγένεια και οι καλοί τρόποι το πρόσταζαν, οπότε δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να σηκωθώ όρθια για να παρουσιαστώ, ενώ σκέφτηκα να ξεκινήσω με το κλασικό «είμαι η Ναντίν και είμαι καλά» μιας και μοιάζαμε επικίνδυνα με ομάδα απεξάρτησης. Περιορίστηκα, όμως, στα βασικά: στην ηλικία μου, από πού ερχόμουν, πόσα χρόνια έκανα αστρικά ταξίδια, στις σπουδές και στα χόμπι μου. Όλοι με άκουγαν προσηλωμένοι, δείχνοντας ενδιαφέρον. Υπέθεσα πως για να παρακολουθούν ακόμη το συγκεκριμένο μάθημα, δεν είχαν πολύ καιρό στο αστρικό πεδίο, οπότε ίσως με έβλεπαν σαν μία σύνδεση με τον πραγματικό κόσμο. Εγώ τουλάχιστον στη θέση τους αυτό θα σκεφτόμουν.

Μόλις έγινε αντιληπτό από όλους πως δε σκόπευα να μοιραστώ κάτι περαιτέρω, έπεσε σιωπή και τον λόγο πήρε πάλι η καθηγήτρια. Το μάθημα από ό,τι καταλάβαινα γινόταν υπό μορφή συζήτησης και όχι με τον κλασικό, πατροπαράδοτο τρόπο. Γι’ αυτό και ο χώρος ήταν διαμορφωμένος αντίστοιχα.

«Ναντίν, αυτή την περίοδο συζητάμε σχετικά με την αστρική προβολή, τις δυνατότητες και την ιστορία της. Όπως θα έχεις υποθέσει και εσύ, η αστρική προβολή είναι ένα χάρισμα που κατέχουν λίγοι».

Το υποσυνείδητό μου έκανε κάποια κακεντρεχή σχόλια στο άκουσμα της λέξης «χάρισμα», αλλά αποφάσισα να μη δώσω περισσότερη σημασία. Κάποτε ίσως να συμφωνούσα μαζί της, τώρα όμως είχα αλλάξει εντελώς γνώμη.

«Είναι μία δυνατότητα που προέρχεται από τα βάθη των αιώνων και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αυτό από μόνο του είναι η περίτρανη απόδειξη πως το γεγονός ότι βρισκόμαστε εδώ αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση όλου του υπαρκτού κόσμου. Κρατάμε τις ισορροπίες και, αν σταματήσουμε να το κάνουμε, το σκότος θα κυριαρχήσει. Είμαστε, αν θες, οι φύλακες του κόσμου». Έκανε μία μικρή δραματική παύση και έπειτα συνέχισε. «Οι πρώτοι άνθρωποι δυσκολεύονταν να πραγματοποιήσουν αστρικά ταξίδια, καθότι απαιτείται αρκετά διευρυμένο νοητικό επίπεδο και τα τότε δεδομένα δεν επαρκούσαν για να το καλλιεργήσουν. Όσο ο άνθρωπος προχωρούσε διανοητικά, εμφανίστηκαν και οι πρώτοι αστρικοί ταξιδευτές. Τότε όμως τα πράγματα δεν ήταν όπως σήμερα.

»Το αστρικό πεδίο ήταν γεμάτο από το σκότος. Μία ψυχή που αποκοβόταν δεν είχε καμία ελπίδα, ακόμη και αν το φως κυριαρχούσε μέσα της. Γινόταν πολύ σύντομα θύμα των δαιμόνων. Σιγά σιγά και ιδιαίτερα με τη συμβολή του Μπράντερ Κέιντελ, το αστρικό πεδίο έγινε βιώσιμο, οι ψυχές είχαν μία ελπίδα να σωθούν και να συμβάλλουν στην αιώνια μάχη. Για αυτό δεν πρέπει να αφήσουμε το σκότος να κυριαρχήσει ξανά. Για τις ψυχές που υπάρχουν, αλλά και για όσες θα έρθουν αργότερα».

Λες και δεν ήταν αρκετά τρομακτικά τώρα τα πράγματα… Μπορούσαν να γίνουν και χειρότερα. Ωραία.

«Κυρία Σάλιβαν» τη διέκοψα. Με ένα χαμόγελο με προέτρεψε να συνεχίσω. «Η Ακαδημία… υποτίθεται πως είναι ασφαλής. Πώς ξέρουμε ότι δε θα επιτεθούν εδώ οι δαίμονες;»

«Ω, μη σε ανησυχεί αυτό, ψυχή μου. Οι δαίμονες δε γνωρίζουν καν πού βρισκόμαστε. Η Ακαδημία προστατεύεται από ένα αρχαίο ενεργειακό ξόρκι, που διαστρεβλώνει το αποτύπωμά της και το κάνει να μοιάζει με το ίδιο το σκότος. Φαντάζει σαν λίγη ακόμη Άβυσσος» μου απάντησε με σιγουριά. «Α! Ταυτόχρονα είναι συνυφασμένο ένα ακόμη ξόρκι που απωθεί εντελώς τους δαίμονες. Παίζει με τα ένστικτά τους, ώστε να είναι εντελώς απρόθυμοι να πλησιάσουν. Με σκοπό να αποφύγει τυχαίες συγκρούσεις».

Αυτό είναι… ιδιοφυές!

Την ευχαρίστησα, πλήρως καλυμμένη από την απάντησή της. Και ίσως εφησυχασμένη.

«Για να επανέλθω, όμως, στην ιστορία της δημιουργίας, είτε την εξετάσουμε από θεολογική σκοπιά είτε από επιστημονική, ο Δημιουργός του σύμπαντος, που στην πρώτη περίπτωση είναι κάποιος θεός και στη δεύτερη η φύση, έφτιαξε τα πρωτόνια, τα νετρόνια και τα ηλεκτρόνια που συνθέτουν τον υπαρκτό κόσμο και τα ανάγκασε να αναμειχθούν και να δημιουργήσουν τα στοιχεία που γνωρίζουμε. Παράλληλα, δημιούργησε λεπτά στρώματα γύρω του, σαν πέπλα, τα οποία θα τον συντηρούσαν και θα τον προστάτευαν. Σε ένα από αυτά τα πέπλα βρισκόμαστε και εμείς. Εδώ όμως δεν υπάρχουν έτοιμες ενώσεις στοιχείων και, έτσι, αναγκαζόμαστε να τα δημιουργήσουμε εμείς, χρησιμοποιώντας τη δική μας ενέργεια».

Γύρισε την παλάμη της προς τα πάνω και έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα η χούφτα της γέμισε με νερό.

«Μην ανησυχείτε, θα εκπαιδευτείτε άρτια για αυτό» μας καθησύχασε.

Ο καταιγισμός των πληροφοριών τις τρεις τελευταίες ημέρες δε βοηθούσε καθόλου το νευρικό μου σύστημα και κάτι μου έλεγε πως έτσι θα συνεχιζόταν η κατάσταση και τον επόμενο καιρό. Το υπόλοιπο μάθημα κύλισε στους ίδιους ρυθμούς μέχρι την ολοκλήρωση του δίωρου, ενώ σιγά σιγά άρχισαν να διατυπώνονται και κάποιες ερωτήσεις από τους εκπαιδευόμενους, όταν περάσαμε σε θέματα που δεν είχαν ξανασυζητήσει. Στο κλείσιμο, η Τζοάννα Σάλιβαν μας ανέθεσε την πρώτη μας εργασία. Και κάπως έτσι τη συμπάθησα περισσότερο.

«Τι θα κάνεις μέχρι το επόμενο μάθημα;» με ρώτησε ο Ερμής, καθώς αποχωρούσαμε από την αίθουσα.

«Έλεγα να πάω μέχρι τη βιβλιοθήκη. Να κοιτάξω για την εργασία και για κάποια άλλα πράγματα που θέλω…»

Εκείνος έκανε έναν μορφασμό.

«Θα σου έλεγα να σου έκανα παρέα, αλλά μόλις το μετάνιωσα».

Χαμογέλασε παιχνιδιάρικα και εμένα μου ξέφυγε ένα αυθόρμητο γέλιο. Δεν τον κατηγορούσα. Ούτε οι κανονικοί μου φίλοι δε με ακολουθούσαν στη βιβλιοθήκη. Είχε επιχειρήσει η Κρις να έρθει μαζί μου κάποιες φορές –εκείνες που έβαζε στόχο ζωής να μελετάει συγκεκριμένες ώρες για να βελτιώσει την απόδοσή της στη σχολή–, αλλά τα παρατούσε τη δεύτερη κιόλας μέρα.

«Δεν πειράζει. Θα σε δω μετά» τον χαιρέτησα και, αφού απομακρύνθηκε, έβγαλα τον χάρτη της Ακαδημίας, προσπαθώντας να προσανατολιστώ. Σκέφτηκα στιγμιαία να «μπω στον χάρτη», πατώντας πάνω του κυριολεκτικά, σαν άλλος Τζόι Τριμπιάνι, αλλά είχα γελοιοποιήσει αρκετά τον εαυτό μου, οπότε το απέφυγα.


Αγγελίνα Παπαδημητρίου