Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4.12.20

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 9)

Τα γόνατά της πίεζαν το στήθος της και με τα χέρια της είχε αγκαλιάσει τα πόδια της. Τα δάκρυά της δε σταματούσαν να βρέχουν τα ροδαλά της μάγουλα, μα στο πρόσωπό της δεν είχε καμία έκφραση. Ούτε θυμός, ούτε απέχθεια, τίποτα. Τα μάτια της είχαν χάσει τη συνηθισμένη τους λάμψη. Τα χείλη της δεν ήταν κυρτά, ούτε προς τα πάνω, ούτε προς τα κάτω. Ήταν απλά μια άψυχη γραμμή που λέρωνε το πρόσωπό της.

Δεν ήταν μόνη στο δωμάτιο. Ο Φιν ήταν μαζί της. Αυτές τις δύο μέρες που η Ροξάν δεν είχε βγει από την καμπίνα της, ο γιος του Άρη πήγαινε μετά από κάθε μάθημα να σιγουρεύεται πως είναι καλά. Και δεν ήταν. Ο Φιν καθόταν ακριβώς δίπλα της στο κρεβάτι, χωρίς να μιλά. Πραγματικά, δεν ήξερε τι να πει, όμως ανησυχούσε για εκείνη. Βλέποντάς την έτσι, ήσυχη, παρά τις φορές που το είχε ευχηθεί στο παρελθόν, ήθελε τη φίλη του πίσω.

«Έλα, Ρόξη, σήκω πάνω. Δε θες να πάμε για ιππασία ή για εξάσκηση στην αρένα; Απλά πες κάτι, σε παρακαλώ…» Εξακολουθούσε να πιέζει τα δάκτυλά του στον ώμο της, ελπίζοντας πως θα την εκνεύριζε αρκετά, ώστε να δει κάποια αντίδραση. Όμως ακόμα δεν κουνιόταν. Το βλέμμα της ήταν χαμένο σε κάποιο σημείο στο ξύλινο πάτωμα.

Είσαι ένα άκαρδο τέρας… Κάνε ένα δώρο στην ανθρωπότητα και αυτοκτόνα… Οι φράσεις που άκουγε σε όλη της τη ζωή, τώρα αντηχούσαν στο κεφάλι της. Φρικιό, τέρας, μάγισσα ήταν μόνο μερικά από τα επίθετα που αντικαθιστούσαν το όνομά της.

«Σήκω, βρε κορίτσι μου. Είναι σχεδόν ώρα για βραδινό, δεν μπορείς να μείνεις και άλλη μέρα νηστική…» είπε χαζοχαρούμενα. Πάντα την εκνεύριζε αυτό. «Σε παρακαλώ, σήκω» αναστέναξε με απογοήτευση, μιας και η Ροξάν συνέχιζε να μην αντιδρά.

Ένα απαλό αεράκι φύσηξε και ένα κρώξιμο τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα προς την πόρτα. Ένα μαύρο πουλί στεκόταν εκεί. Ένα κοράκι με τα φτερά του να λάμπουν κάτω από το φως του φεγγαριού. Ο Φιν κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό καθώς εκείνο πέταξε και κάθισε πάνω στο μπράτσο της Ροξάν. Όταν τα νύχια του γρατσούνισαν απαλά το δέρμα της, τινάχτηκε έκπληκτη. Το πουλί πήδηξε και στάθηκε στο στρώμα μπροστά της. Κούρνιασε στην αγκαλιά της και έτριψε το κεφάλι του στην κοιλιά της. Η κοπέλα ένοιωσε κάτι περίεργο, σαν ένα βέλος που τρυπούσε το στήθος της. Σήκωσε το χέρι της διστακτικά και χάιδεψε το κεφάλι του.

«Γεια σου, μικρέ» ρούφηξε τη μύτη της. «Έχεις τις μοναξιές σου;» Οι άκρες των χειλιών της τραβήχτηκαν μερικά χιλιοστά προς τα πάνω.

«Ουάου, μιλάει!» ο Φιν πετάχτηκε όρθιος. «Είσαι καλά;» ρώτησε με καθαρή αγωνία.

«Μην κουνιέσαι τόσο γρήγορα, μωρέ βλάκα. Θα το τρομάξεις και θα φύγει». Συνέχισε να το χαϊδεύει. Δεν άκουσε ποτέ την απάντηση του φίλου της, οπότε σήκωσε το κεφάλι και τον είδε να την κοιτάζει περίεργα. «Τι κοιτάς; Άντε φύγε» του χαμογέλασε ντροπαλά και με το άλλο της χέρι σκούπισε τα μάτια της.

«Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά; Θέλω να πω… Χαμογελάς. Κανονικά, όχι μορφασμός!»

«Το ξέρω, χαζέ. Τώρα φύγε και μην, για τους Θεούς, μην τολμήσεις να το πεις σε κανένα. Θα καταστρέψεις τη φήμη μου». Καθώς ο φίλος της έφυγε, έστρεψε όλη της την προσοχή στο κοράκι. Αναστέναξε και είπε. «Για να σε δω… Είσαι τόσο όμορφος και φιλικός. Χρειάζεσαι μόνο έναν φίλο, κάποιον να σε αποδεχτεί όπως είσαι. Παρόλα αυτά όλοι σε φοβούνται και σου δίνουν μόνο κατάρες και κατάρες και κατάρες…» Το πουλί συνέχιζε να δέχεται τα χάδια της. «Θα είμαι εγώ η φίλη σου αν θέλεις» χαμογέλασε και πάλι όταν το κοράκι έτριψε το κεφάλι του στην κοιλιά της, η οποία γουργούρισε σαν απάντηση.

«Έχεις δίκιο, πρέπει να φάω κάτι. Αλλά μείνε εδώ και θα φέρω κάτι και για εσένα». Σηκώθηκε, φόρεσε καθαρά ρούχα και φεύγοντας σταμάτησε στην πόρτα. Ακούμπησε το χέρι της στην κάσα και κοίταξε το πουλί με τα μαύρα φτερά. «Σε ευχαριστώ… φίλε» είπε και έφυγε για την τραπεζαρία.

***

Δύο μέρες. Τόσος ήταν ο καιρός που είχε περάσει από τότε που έμαθε πως ήταν… ημίθεος. Ούτε να το πει δεν ήθελε. Όμως προσπαθούσε να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα. Φυσικά δεν είχε σταματήσει να πειράζει τους υπόλοιπους κατασκηνωτές με κάθε ευκαιρία, αλλά παράλληλα δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται το πόσο παράλογη τροπή είχαν πάρει τα πράγματα. Είχε χλευάσει όλα τα παιδιά των Θεών που θα γίνονταν πιόνια στο παιχνίδι των γονιών τους και τώρα θα γινόταν και ο ίδιος πιόνι. Όχι, κάτι έπρεπε να σκεφτεί, κάτι να κάνει. Εν τω μεταξύ, το χέρι του τον ενοχλούσε με κάθε κίνηση και η πληγή δεν είχε κλείσει ακόμα, κάτι που είχε συνηθίσει στα Τάρταρα με την απουσία νερού, όμως τώρα η επούλωση δε θα έπρεπε να καθυστερεί τόσο.

«Γιατί τόσο σιωπηλώς, καθηγητά;» Γύρισε το κεφάλι του και είδε τα γαλάζια μάτια της κόρης της Αφροδίτης να τον κοιτάζουν με λαγνεία.

«Δικός μου λογαριασμός» απάντησε στη Σύνθια κοφτά και θυμωμένα και άδειασε το περιεχόμενο του κοντού ποτηριού του. Τα δάκτυλά της βρέθηκαν να χαϊδεύουν το μπράτσο του το επόμενο λεπτό.

Σε κάθε άλλη περίπτωση θα είχε εκμεταλλευτεί την κοπέλα που του τριβόταν. Και ήθελε τόσο πολύ να μπορούσε να το κάνει, αλλά δεν έλεγε να βγάλει από το μυαλό του εκείνη την αίσθηση όταν τον τύλιγε η μυρωδιά της. Και, διάολε, είχε να τη δει από τότε στο δάσος. Από τότε που την έδιωξε. Πόσο βλάκας ήταν που δεν είχε προσπαθήσει να τη βρει.

«Έλα τώρα, Κάιλ» συνέχισε η ξανθιά ημίθεα πιάνοντας το πιγούνι του, γυρνώντας το κεφάλι του για να τον αναγκάσει την κοιτάξει.

«Κοίτα…» ξεκίνησε να λέει μα κάτι τον σταμάτησε.

Ρουθούνισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα πνευμόνια του γέμισαν με εκείνο το γαλήνιο άρωμα. Γάλα με μέλι. Ήταν εκεί. Γύρισε το κεφάλι και την είδε να πλησιάσει το μπουφέ. Αργοπορημένη, όπως πάντα, και χωρίς να τη νοιάζει. Έκανε να σηκωθεί, να την πλησιάσει σαν υπνωτισμένος και εκείνη τη στιγμή τον είδε. Τον κοίταξε στα μάτια και ας ήταν μακριά, ήταν σίγουρος πως τον είχε δει. Όμως δεν μπορούσε να καταλάβει το βλέμμα της. Ήταν ένα μείγμα θλίψης, κενού και… απογοήτευσης; Και τα μάτια της ήταν κόκκινα, σαν να έκλαιγε για ώρες.

Και μετά την έχασε από το οπτικό του πεδίο. Όχι, δεν είχε φύγει. Όμως η Σύνθια είχε τραβήξει το πρόσωπό του κοντά στο δικό της και τον φιλούσε. Ω, Θεοί, όχι! Την έσπρωξε μακριά του και κοίταξε πάλι τη Ροξάν. Είχε ήδη γυρίσει να φύγει.

***

Πλησιάζοντας τον ανοιχτό χώρο της τραπεζαρίας, τους άκουγε που φώναζαν και ολοένα και μετάνιωνε που είχε βγει από την καμπίνα της. Όμως αν συνέχιζε να αφήνει το στομάχι της άδειο, δε θα είχε καμία δύναμη. Έπρεπε επιτέλους να σταματήσει να επηρεάζεται από όλα αυτά τα λόγια. Όπως είχε πει και στον Κάιλ, αν τους άκουγε θα ταύτιζε τον εαυτό της με το τέρας που τη θεωρούσαν όλοι.

Με μια βαθιά ανάσα, συνέχισε να περπατάει και βρέθηκε ανάμεσα στα παιδιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έφτανε κάπου καθυστερημένη, ήταν όμως η πρώτη φορά που δεν είχε εμφανιστεί για μέρες. Όλοι της έριξαν μια ματιά, όμως αρκετά παιδιά έμειναν να την κοιτάζουν επίμονα. Ένιωθε τα μάτια τους να τρυπούν το σώμα της, να καίνε την πλάτη της. Όχι, δε θα τους άφηνε να τη λυγίσουν. Σήκωσε το βλέμμα και τον είδε να την κοιτάζει. Δίπλα του, σχεδόν πάνω του, καθόταν μια ξανθιά κόρη της Αφροδίτης. Και μετά έπαψε να κοιτάζει προς το μέρος της, γιατί τα χείλη του κόλλησαν με εκείνα της Σύνθια.

Η Ροξάν μειδίασε με αποστροφή. Έσφιξε τα χέρια της και πριν προλάβει κανείς να παρατηρήσει πόσο απογοητευμένη ήταν, γύρισε την πλάτη της και έφυγε πάλι. Δεν πεινούσε πια, της είχε κοπεί η όρεξη. Μα πόσο ηλίθια ήταν που είχε σκεφτεί… Τι αλήθεια; Πως του άρεσε; Τι θα μπορούσε να του αρέσει πάνω της;

«Ροξάν» τη σταμάτησε ο Τζέισον πιάνοντας τον καρπό της. «Μη φεύγεις. Δε βλέπεις πως δεν αξίζει;» Έριξε το βλέμμα της στο χέρι του που την κρατούσε.

«Αν δεν πάρεις το χέρι σου από πάνω μου θα στο ξεριζώσω από τον ώμο. Και την επόμενη φορά που θα με συμβουλέψεις για το τι αξίζει και τι όχι, θυμήσου πως ούτε εσύ ήρθες να με ψάξεις. Τράβα να παίξεις με κανένα άλλο κοριτσάκι, Τζέι. Εγώ δεν ψήνομαι ούτε για σχέσεις ούτε για πηδήματα και μαλακίες».

***

«Πας καλά, κοπέλα μου;» γρύλισε τσαντισμένος και την έσπρωξε μακριά του. Σηκώθηκε και σχεδόν έτρεξε να την προλάβει. Άκουσε τη Σύνθια να φωνάζει το όνομά του, όμως δε στάθηκε στιγμή.

«Πού νομίζεις ότι πας;» Ο γιος του Διονύσου τον έπιασε από το μπράτσο καθώς περπατούσε.

«Κάνε τη δουλειά σου, ξανθούλη» τράβηξε απότομα το χέρι του.

«Έτσι και την πλησιάσεις-» πήγε να τον απειλήσει, μα ο Κάιλ τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν έπαιρνε αντιρρήσεις.

«Τι θα μου κάνεις;» γρύλισε σαν άγριο θηρίο.

«Εντάξει, φτάνει τόσο, Τζέι» Ο Κέσαγκ, που είχε δει όλη τη σκηνή από το τραπέζι του, είχε μπει ανάμεσά τους και έκανε νόημα στον Κάιλ να φύγει.

Τι συμπαθητικό παιδί σκέφτηκε, μα είχε άλλη δουλειά για να καθίσει να πιάσει ψιλή κουβεντούλα. Έτρεξε να την προλάβει. Είχε την εντύπωση πως ήξερε κατά που πήγε.

«Ροξάν!» φώναζε το όνομά της ξανά και ξανά όταν απομακρύνθηκε από τον κόσμο και τελικά την είδε κοντά στο νερό. Είχε καθίσει στην άμμο και έπαιζε με το κάτω μέρος της μπλούζας της, κοιτώντας τη θάλασσα. «Το ήξερα ότι θα σε έβρισκα εδώ» είπε μόλις έφτασε δίπλα της και εκείνη σηκώθηκε πάνω και έκανε πίσω.

«Από πού και ως πού;» ρώτησε θυμωμένη. Μα βέβαια. Τι βλάκας που ήταν. Τι θα της έλεγε τώρα; Ότι την είχε δει να βουτάει… γυμνή; «Κάτι σε ρώτησα!» φώναξε και μετά σαν να κατάλαβε, τον κοίταξε με μάτια γουρλωμένα και κάλυψε το στήθος της με τα χέρια της και ας ήταν ντυμένη αυτή τη φορά. «Πας καλά;» φώναξε.

«Δεν το έκανα επίτηδες!» προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

«Δηλαδή τι μου λες; Ότι σου κρατούσαν τα μάτια ανοιχτά; Με περνάς για καμία από εκείνες τις ηλίθιες που περνάς τον χρόνο σου σαν τη Σύνθια;»

«Όχι αλλά-» σταμάτησε όταν συνειδητοποίησε τι είχε πει. «Ώστε αυτό είναι το πρόβλημα, ε;» έκανε αυτάρεσκα. «Ζήλεψες που με είδες με την ξανθούλα».

«Μην κολακεύεις τον εαυτό σου, αγοράκι μου. Και μην αλλάζεις θέμα. Δε σου έχουν μάθει να μην κρυφοκοιτάζεις όταν μια γυναίκα κάνει μπάνιο;» Το βλέμμα του έπεσε στην άμμο. Δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Ποιος, ο Κάιλ, που ήταν πάντοτε ετοιμόλογος. Εκείνη κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της και έκανε να φύγει.

«Περίμενε, πριγκίπισσα» αναστέναξε ηττημένος και την έπιασε από τον καρπό.

«Μη με λες έτσι» απάντησε θυμωμένη, μα εκείνος είχε αφοσιωθεί να παρατηρεί τα μάτια της.

«Γιατί έκλαιγες;» τη ρώτησε απαλά.

«Δεν έκλαιγα»

«Εμένα δε θα μου λες ψέματα. Έκλαιγες. Και τώρα και πριν έρθεις στην τραπεζαρία. Για να μην αναφέρω ότι είσαι εξαφανισμένη αυτές τις μέρες. Τι έχεις;»

«Σου είπα, είμαι μια χαρά» επέμεινε.

«Μικρή» είπε αγκαλιάζοντας το μάγουλό της με το χέρι του. «Γιατί δε σε πιστεύω;» ρώτησε.

«Δικό σου πρόβλημα» απάντησε ξέπνοα. «Και εν πάση περιπτώσει, αφού σε νοιάζει τόσο ώστε να παρατήσεις την παρέα σου, ας με έψαχνες να με ρωτούσες». Άκουγε την καρδιά της στα αυτιά του. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει. Η ανάσα της έβγαινε βαριά. Ήθελε τόσο πολύ να τη φιλήσει. Ήθελε να νιώσει τη θέρμη των χειλιών της πάνω στα δικά του ξανά.

«Τι έγινε; Δεν είμαι αρκετά καλή για εσένα τώρα που δοκίμασες τη Σύνθια;» ρώτησε καυστικά και τα μάτια της είχαν τη λάμψη των δακρύων που συγκρατούσε.

«Δεν τη φίλησα εγώ, εκείνη μου ρίχτηκε» απάντησε και αγκάλιασε και το άλλο της μάγουλο. Έφερε τα πρόσωπά τους μια ανάσα το ένα από το άλλο και ψιθύρισε πάνω στα χείλη της. «Το πρόβλημα είναι πως… αν σε φιλήσω… δε νομίζω πως θα μπορέσω να σταματήσω εκεί». Έκλεισαν τα μάτια τους και εκεί που νόμιζε πως θα τη φιλούσε, εκείνος ακούμπησε το μέτωπό του πάνω στο δικό της.

«Κάιλ…» Με τους αντίχειρές του σκούπισε τα δάκρια που είχαν κυλήσει από τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα, γεμίζοντας τα ρουθούνια του με το άρωμά της.

«Κοίταξέ με, Ροξάν. Άνοιξε τα μάτια σου». Το έκανε. «Δεν αξίζει να κλαις για τίποτα, εντάξει; Ειδικά για εμένα-»

«Ποιος σου είπε ότι κλαίω για εσένα; Κατέβα από το καλάμι, εντάξει;» Η επίθεση ήταν η καλύτερη άμυνα. Εκείνος το ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο.

«Ω, πριγκίπισσα» χαμογέλασε. «Είσαι τόσο πολύ σπασμένη και κανείς δεν έχει νοιαστεί να το παρατηρήσει».

«Σταμάτα, εντάξει; Σταμάτα να νομίζεις ότι με ξέρεις. Είμαι μια χαρά» επέμεινε.

«Τότε γιατί προσπαθείς να με πείσεις;» Ο θυμός ξεπλύθηκε από το βλέμμα της και ένα άλλο συναίσθημα έμεινε σαν σκιά στα μάτια της.

«Πρόσεχε, Κάιλ, αν συνεχίσεις να προσποιείσαι πως νοιάζεσαι, μπορεί να το πιστέψεις και εσύ ο ίδιος». Έπιασε τα χέρια του και τα κατέβασε από το πρόσωπό της. Του χαμογέλασε ειρωνικά και έκανε ένα βήμα πίσω. «Μην το κάνεις αυτό, δεν πρόκειται να καταφέρεις κάτι. Ξέρω τι είμαι, δεν έχω αυταπάτες».

«Τι εννοείς;» ρώτησε μπερδεμένος.

«Δεν είμαι το είδος της γυναίκας που ερωτεύεται κανείς και σίγουρα δε θέλω ιστορίες με έρωτες και τα σχετικά. Γι’ αυτό μην ξανατρέξεις από πίσω μου, δεν είμαι ηλίθια. Να πας να παίξεις με τις κόρες της Αφροδίτης, αν θες» τον κοίταξε θλιμμένα. «Καληνύχτα, Κάιλ».

Δεν την ακολούθησε. Έμεινε να κοιτάζει την πλάτη της καθώς απομακρυνόταν από την παραλία. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, ούτε γιατί ένιωθε πως ήθελε να κάνει κάτι. Όμως έβλεπε το πόσο πληγωμένη ήταν. Δεν ήξερε τον λόγο, μα δε θα την πίεζε για να μάθει. Θα άφηνε τα πράγματα να κυλήσουν και με τον καιρό θα έβλεπε τι θα γινόταν. Ένα είχε για σίγουρο. Αυτή η γυναίκα ήταν το καλύτερο κυνήγι. Και ο Κάιλ δεν είχε κυνηγήσει ποτέ στη ζωή του.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν