Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.1.21

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 14)

Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν τόσο νωρίς, που τα πάντα σκεπάζονταν ακόμα από το ελαφρύ σεντόνι της νύχτας. Κρέμασε τα πόδια της στα πλάγια του κρεβατιού και σηκώθηκε απρόθυμα, τρίβοντας τα μάτια της. Κάθε της κίνηση γινόταν μηχανικά˙ χωρίς να το καταλαβαίνει ακολουθούσε μια ρουτίνα. Με τα πόδια της να σέρνονται στο ξύλινο δάπεδο, προχώρησε μέχρι το μπάνιο και έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της για να μπορέσει να ξυπνήσει. Άλλαξε τις πιζάμες της με ένα σορτσάκι και ένα κοντομάνικο και έπλεξε τα μαλλιά της σε μια κοτσίδα. Έπειτα άνοιξε την πόρτα της καμπίνας της και άρχισε να τρέχει.

Έτσι ξεκινούσαν οι μέρες της Ροξάν τις τελευταίες δύο βδομάδες, με προθέρμανση για σκληρή προπόνηση. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν και έπρεπε να επαναφέρει το σώμα της στην κατάσταση που ήταν πριν το συμβάν με το φίδι και να δυναμώσει περισσότερο. Έπρεπε να χτίσει την αντοχή της από την αρχή. Τίποτε δε θα τη σταματούσε. Είχε εστιάσει στον στόχο της και κάθε μέρα που περνούσε πλησίαζε όλο και πιο κοντά του.

Ο Οδυσσέας τη συνόδευε κάθε πρωί. Της κρατούσε συντροφιά και τη βοηθούσε να συγκεντρωθεί και να πιέσει τον εαυτό της, χωρίς όμως να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά. Μαζί έκαναν τον γύρο της κατασκήνωσης, έφτασαν μέχρι την Ακτή του Παραδείσου και έκαναν ασκήσεις στην άμμο και το νερό, όπου ήταν πιο δύσκολη η κίνηση των ποδιών και τέλος, όταν πια έφτασε η ώρα για το κανονικό πρόγραμμα της κατασκήνωσης, επέστρεψαν στο σπιτάκι της για να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί για πρωινό.

Ξέκλεψε μερικές στιγμές για να κοιταχτεί στον καθρέφτη όσο ξέμπλεκε τα μαλλιά της. Ένιωσε λίγο περίεργα βλέποντας το πρόσωπό της κομμένο. Χλομή ήταν πάντα, όμως τώρα πίεζε τόσο πολύ τον εαυτό της, που το πρόσωπό της είχε χάσει την προηγούμενη σχετική στρογγυλότητά του και οι γωνίες της είχαν γίνει πιο έντονες. Οι μύες και το κορμί της γενικά είχαν σφίξει. Όμως, παρόλο που περίμενε να είχε δυναμώσει μετά από τόση προπόνηση, εξακολουθούσε να νιώθει μια μικρή κούραση. Άφησε τη χτένα της στο έπιπλο του μπάνιου, σήκωσε την μπλούζα της και παρατήρησε την ουλή στα πλευρά της. Είχε κλείσει πια, μα το σημάδι ήταν βαθύ και θα έμενε πεισματικά στο σώμα της. Ακόμα ένα σημάδι, ακόμα μια φορά που είχε επιβιώσει.

Άφησε το ύφασμα να πέσει και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα κίνησε για την τραπεζαρία. Ένα καλό πρωινό ήταν η πιο σημαντική πηγή ενέργειας που θα την κρατούσε στα πόδια της μέχρι αργά το μεσημέρι. Στη φάση που βρισκόταν, χρειαζόταν και το παραμικρό ποσό δύναμης που μπορούσε να έχει.

***

Όταν ήταν σίγουροι πως δεν τους είχε δει κανείς, μπήκαν στον σκοτεινό χώρο και στάθηκαν περιμένοντας υπομονετικά. Ένα τρίτο άτομο ήρθε να τους συναντήσει και οι δύο Θεοί ανακουφίστηκαν βλέποντάς τη να στέκει γερά στα πόδια της.

«Χαίρομαι που είσαι μια χαρά, αδελφή» της χαμογέλασε ο Θεός με τα γαλάζια μάτια.

«Είμαι καλύτερα» τον διαβεβαίωσε. «Ελπίζω να κυλούν όλα σύμφωνα με το σχέδιό μας» ζήτησε να μάθει.

«Η Αθηνά έπιασε αμέσως δράση. Η λογική αυτού του κοριτσιού με ξεπερνάει. Βέβαια, δε διακινδύνεψε να μιλήσει σε όλους. Η Αφροδίτη δε θα έδινε ποτέ τη θέση της ως Θεά της ομορφιάς και έχει ταχθεί με το πλευρό του Δία, παρόλο που ο άνδρας της είναι με το πλευρό μας» την ενημέρωσε ο άλλος Θεός.

«Να φανταστώ πως ο Άρης έχει πλευρίσει τον πατέρα του πάλι, έτσι;»

«Ακριβώς» συνέχισε κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.

«Η Ήρα πώς είναι;» ρώτησε και στα μάτια των αδελφών της είδε τους φόβους της να επιβεβαιώνονται.

«Κάνει υπομονή, όπως όλοι μας». Ο Θεός με τα γαλάζια μάτια προτίμησε να μην μπει σε λεπτομέρειες. Και οι τρεις τους ήξεραν πολύ καλά τι είχε συμβεί, οτιδήποτε και αν έλεγαν θα ήταν περιττό και λίγο.

***

Η κατασκήνωση ήταν αφύσικα ήσυχη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο Κάιλ θα είχε πετάξει από τη χαρά του, όμως προτού ακόμα βγει από την καμπίνα του, ένιωθε τα γόνατά του να τρέμουν. Τα ρουθούνια του είχαν γεμίσει με τη γνώριμη, μεταλλική μυρωδιά. Αίμα. Άνοιξε την πόρτα και είδε το χωμάτινο μονοπάτι στρωμένο με τα σώματα των ημίθεων και των διδασκόντων. Ακολούθησε αυτό το μακάβριο χαλί μέχρι που είδε από πού προήλθε όλος αυτός ο χαμός.

Έστεκε μπροστά του πανύψηλος, ασταμάτητος. Το ένα του χέρι κρεμόταν από τον ώμο, ενώ το άλλο ήταν τεντωμένο ευθεία μπροστά του. Τα δάκτυλά του είχαν αγκαλιάσει τον λαιμό της, στερώντας της έτσι το απαραίτητο οξυγόνο. Με τα χέρια της πάλευε να τον κάνει να χαλαρώσει το κράτημά του. Τα πόδια της αιωρούνταν αρκετά μέτρα πάνω από το έδαφος.

Ο Θεός του ουρανού γέλασε μαζί της. Όσο δυνατή και αν ήταν, δεν είχε καμία ελπίδα ενάντια στους Θεούς. Έστρεψε τα μάτια της πάνω του και ο Κάιλ φώναξε με όλο του το είναι. Ο Θεός τον κοίταξε με το ίδιο περιπαιχτικό βλέμμα που είχε απέναντι στη Ροξάν. Γελούσε μαζί τους. Έσφιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό της και το σώμα της άρχισε να τραντάζεται.

«Όχι, σταμάτα!» φώναξε τόσο που πόνεσαν οι πνεύμονές του και έτρεξε μπροστά, όμως ήταν πολύ αργά.

Ο Θεός πέταξε το σώμα της στα πόδια του και τα γόνατά του έπεσαν στο χώμα. Ήταν ακίνητη και γεμάτη μώλωπες. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και το βλέμμα της είχε παγώσει σε μια έκφραση που δε θα άλλαζε πια. Φόβος. Το τελευταίο πράγμα που ένιωσε ήταν ο φόβος. Μια σπαραχτική κραυγή έγδαρε τον λαιμό του, καθώς θρηνούσε με το σώμα της Ροξάν στην αγκαλιά του. Το γέλιο του Θεού τον τρέλαινε. Τόσο απόκοσμο, τόσο δυνατό…

«Όχι!» ούρλιαξε πιο δυνατά από όσο νόμιζε πως μπορούσε, ενώ τα μάτια του είχαν πλημυρίσει με δάκρυα, καθώς κουνούσε το σώμα του εμπρός πίσω.

Ο Κάιλ πετάχτηκε πάνω φωνάζοντας τρομαγμένος. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Το στήθος του παλλόταν με πολύ γρήγορο ρυθμό. Άρχισε να οσμίζεται το περιβάλλον γύρω του. Όχι. Δε μύριζε καθόλου αίμα. Έπεσε πάλι πίσω στο μαξιλάρι του γεμίζοντας λαίμαργα τα πνευμόνια του με αέρα. Εφιάλτης. Ήταν μόνο ένας εφιάλτης προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό του, όμως είχε το προαίσθημα πως δημιουργούσε αυταπάτες.

«Ακόμα στο κρεβάτι είσαι; Είναι σχεδόν ώρα για πρωινό» γκρίνιαξε ο συγκάτοικός του. Σταύρωσε τα χέρια του κάτω από το στήθος, στήριξε τον ώμο του στην κάσα της πόρτας και τον κοίταξε παραξενευμένος. «Όλα καλά;»

«Απλά δεν κοιμήθηκα καλά» αρκέστηκε να πει και σηκώθηκε για να πάει να πλυθεί. Κολλούσε το σώμα του από τον ιδρώτα. Κούνησε το κεφάλι του για να διώξει εκείνη την εικόνα από το μυαλό του, το σώμα της να κρέμεται άψυχο από τα χέρια του.

Στην τραπεζαρία έψαξε να τη βρει με το βλέμμα του. Από εκείνη τη μέρα στη σπηλιά δεν είχαν μιλήσει. Μάλιστα τον απέφευγε επιδεικτικά. Είχε πάρει το μήνυμα, όμως ήθελε να σιγουρευτεί πως ήταν καλά. Προπονούνταν πολύ σκληρά και για πολλές ώρες την ημέρα. Με αυτόν τον ρυθμό θα έπεφτε κάτω πολύ πριν τους αγώνες. Δε θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει κανέναν αν εξουθένωνε τον εαυτό της.

«Ποιον ψάχνεις;» τον ρώτησε ο Κέσαγκ. «Ή μήπως να ρωτήσω ποια;» τον πείραξε, χτυπώντας τον φιλικά με τον αγκώνα.

«Σκάσε». Δεν είχε καμία όρεξη για τα πειράγματά του.

«Έσκασα». Τράβηξε το τελευταίο φωνήεν, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.

Μα πού σκατά είναι;

«Δε θα φας;»

Ο ξανθούλης είναι αγκαζέ με μια μικρούλα.

«Μ’ ακούς;»

Η Κασσάνδρα με το πουλαράκι… συνέχισε τον γρήγορο απολογισμό του.

«Κάιλ;»

Εκείνος, ο πώς-σκατά-τον-λένε, ο γιος του Άρη τρώει σαν γουρούνι…

«Κάιλ, σου μιλάω!». Ο γιος της Κητούς ξύπνησε απότομα για δεύτερη φορά την ίδια μέρα. Αγριοκοίταξε τον μικρό της Αθηνάς και συνέχισε να χτενίζει το πλήθος των παιδιών για να τη βρει. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από μέσα του, μόλις την είδε να κάθεται δίπλα στον γιο του Άρη.

«Μιλάμε έχεις πάθει εμμονή με τη μικρή» σχολίασε.

«Δεν έχω πάθει εμμονή» επέμεινε θυμωμένα.

«Είσαι σε άρνηση» συνέχισε και εισέπραξε ένα δολοφονικό βλέμμα από τον συνομιλητή του. «Τι με κοιτάς έτσι;»

«Πάντα τόσο πολύ μιλάς εσύ;» τον ειρωνεύτηκε.

«Ναι. Έχω το κακό ελάττωμα να λέω πάντα αυτό που σκέφτομαι. Αλλά θα το συνηθίσεις, φίλε, όπως συνήθισα και εγώ τα νεύρα σου».

«Δεν είμαστε φίλοι» του αντιγύρισε.

«Όπως είπα. Άρνηση» σχολίασε και πάλι.

Ο Κάιλ άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, όμως σταμάτησε γουρλώνοντας τα μάτια. Σκατά! Το ήξερε πως δεν ήταν απλά ένα όνειρο. Ένας τεράστιος αετός με κέρατα ταύρου και ουρά ερπετού πέταξε από πάνω τους. Ήταν τόσο μεγάλος που έκρυψε το φως του ήλιου. Μετά έκανε βουτιά στον αέρα και άρχισε να επιτίθεται στα παιδιά. Οι περισσότεροι άρχισαν να τρέχουν να κρυφτούν. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που όρμισαν να πιάσουν τα όπλα τους, για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Και φυσικά μία από αυτούς ήταν και εκείνη.

«Θα τη σκοτώσω αυτή τη γυναίκα, μα τους Θεούς, θα την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια» μουρμούρισε και έτρεξε να τη φτάσει προτού σκοτωθεί.

«Πού πας; Τρελάθηκες;» άκουσε τον Κέσαγκ να φωνάζει πίσω του, μα τον αγνόησε επιδεικτικά.

Την είχε φτάσει σχεδόν, περνώντας ανάμεσα από όλους όσους έτρεχαν αντίθετα από αυτόν, όταν είδε τον αετό να πετάει καταπάνω του. Έσκυψε για να αποφύγει την επίθεση και το άγριο πτηνό δάγκωσε με το ράμφος του τον γιο της Αθηνάς, που έτρεχε ξωπίσω του. Τον είδε να σηκώνεται λίγο πάνω από το χώμα και μετά έπεσε με την πλάτη κάτω.

«Μα γιατί με ακολούθησες, μου λες;» Το αγόρι είχε σφίξει τα δόντια για να πνίξει τον πόνο του. «Και περνιέσαι για έξυπνος τρομάρα σου». Έπνιξε την επιθυμία του να τον χαστουκίσει και αντ’ αυτού τον βοήθησε να σηκωθεί. Πέρασε το καλό του χέρι πίσω από τον σβέρκο του και τον κράτησε από τη μέση.

Ο Κάιλ κοίταξε τριγύρω. Ανάμεσα στο πλήθος επικρατούσε το χάος. Ο αετός είχε φύγει, μα είχε ήδη κάνει αρκετή ζημιά. Η Ροξάν ήταν καλά. Την είδε να προσπαθεί να βοηθήσει τον γιο του Άρη να σταθεί στα πόδια του. Για μια στιγμή μόνο τον κοίταξε, μα πριν προλάβει να το καταλάβει είχε γυρίσει το βλέμμα της αλλού. Ρουθούνισε θυμωμένα και βοήθησε τον Κέσαγκ να φτάσει στο ιατρείο, το οποίο είχε γεμίσει ήδη με τραυματίες. Με μια γρήγορη ματιά, παρατήρησε πως όλοι τους σχεδόν είχαν την ίδια αντίδραση που είχε εκείνη στο δάγκωμα. Αυτό δεν μπορούσε να είναι τυχαίο.

«Τι συνέβη εδώ πέρα;» Ο Χείρωνας είχε ενημερωθεί για το συμβάν και είχε έρθει αμέσως να δει με τα μάτια του πόσα παιδιά είχαν τραυματιστεί και σε τι κατάσταση βρίσκονταν.

«Εσύ θα μας πεις. Γιατί εγώ τον κόβω πως αυτή είναι δουλειά των Θεών» πετάχτηκε ο Κάιλ, μιλώντας πιο γρήγορα από όσο σκεφτόταν.

«Τι είναι αυτά που λες;» τον επέπληξε ο Κένταυρος κοιτώντας τον με ένα βλέμμα που δε σήκωνε κουβέντα. «Κάρυστε, πάρε τον κύριο Φέρελ και πηγαίνετε να υποδεχθείτε την καινούρια κατασκηνώτρια. Νομίζω πως χρειάζεστε και οι δύο μια ανάσα από όλο αυτό».

Καινούριο παιδί; Ο Κάιλ νόμιζε πως όλοι έρχονταν στην αρχή του καλοκαιριού. Αντάλλαξε ένα βλέμμα με τον γιο της Αθηνάς και ακολούθησε τον μικρό Κένταυρο μέχρι την είσοδο. Από μακριά είδε την Ίππη που μιλούσε με ένα κορίτσι που κρατούσε μια μικρή βαλίτσα στα χέρια. Όσο πλησίαζαν άρχισαν να του έρχονται αρώματα που ήλπιζε να ξεχάσει, αν και ήξερε πως κάτι τέτοιο δε θα γινόταν. Φτάνοντας μερικά μέτρα μακριά από τα κορίτσια, η νεοφερμένη τον είδε και γούρλωσε τα μάτια. Χαμογέλασε πλατιά και έτρεξε να τον αγκαλιάσει, πράγμα που τον ξάφνιασε, γιατί εκείνος δε θυμόταν ούτε το όνομά της. Μόλις έπεσε στην αγκαλιά του και τη μύρισε κατάλαβε ποια είχε μπροστά του και ένιωσε λιγάκι άβολα. Πολύ ασυνήθιστο για εκείνον.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρώτησε μην ξέροντας τι άλλο να πει, καθώς τύλιγε τα χέρια του γύρω από τη μέση της, με την Ίππη και τον Κάρυστο να τον κοιτούν περίεργα, με τα χέρια τους σταυρωμένα μπροστά στον κορμό τους.

 Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν