Η Άργυρος Χορδή (Κεφάλαιο 12)

«Καιρό είχα να σε δω, κορίτσι μου».

Η φωνή ανήκε σε μία παρουσία που δεν περίμενα καθόλου να αντικρύσω, μέσα σε όλα όσα συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό: τη βιβλιοθηκονόμο της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου.

«Χρειάζομαι αυτά» της έδωσα μία λίστα, αγνοώντας το σχόλιό της αγενέστατα.

Εκείνη πήρε το χαρτί και το επεξεργάστηκε.

«Δε θέλεις να τα βρεις μόνη σου;» παραξενεύτηκε. Η δική μου απάντηση περιορίστηκε σε ένα αρνητικό νεύμα. «Τότε χαρά μου να σε βοηθήσω».

Η μεσήλικη γυναίκα κινήθηκε αργά προς τους διαδρόμους του δωματίου και έπειτα από λίγα λεπτά επέστρεψε με γεμάτα χέρια. Συμπλήρωσε τους τίτλους στο σύστημά της και μου έτεινε το έγγραφο, για να υπογράψω. Μια διαδικασία απελπιστικά οικεία, η οποία όμως μου προκαλούσε μια ταραχή, που φαινόταν στις κινήσεις μου. Κοίταξα το χαρτί και κοντοστάθηκα. Έπειτα υπέγραψα πρόχειρα, σχηματίζοντας μόνο μια μονοκοντυλιά.

Ξύπνησα μπερδεμένη. Εντελώς. Με ένα μυρμήγκιασμα να έχει κατακλύσει όλο το κορμί μου και τη σκέψη μου να έχει αγκιστρωθεί σε αυτό που είχα δει. Τι πήγαινε στραβά πια με το υποσυνείδητό μου και έβλεπα τέτοιου είδους όνειρα; Και το κυριότερο ήταν πως τα θυμόμουν, πράγμα που δε συνέβαινε στην πραγματική ζωή. Κάθε πρωί πάσχιζα να ανακαλέσω τι είχα παρακολουθήσει, κυρίως γιατί μέσα μου τα όνειρα είχα αντικατασταθεί από τις εμπειρίες των αστρικών μου ταξιδιών. Ήταν πολύ πιο έντονες.

Γύρισα στο πλάι και έκλεισα τα μάτια μου απολαμβάνοντας την ησυχία. Δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν και  απουσία του ενοχλητικού ήχου της καμπάνας επιβεβαίωνε ένα πράγμα: είχε μόλις ξεκινήσει η Κυριακή, η ημέρα ξεκούρασης της Ακαδημίας. Φυσικά, όπως με ενημέρωσε η Άντρεα επανειλημμένα, υπήρχαν διάφορες δραστηριότητες που θα μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς, αν ενδιαφερόταν. Η δική μου προσωπική επιθυμία, όμως, ήταν να παραμείνω καρφωμένη στο κρεβάτι μου για το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας και να αναπολώ τα γεγονότα της προηγούμενης.

Όσο και να έλεγα στον εαυτό μου πως δεν ήταν τίποτα αυτό που έγινε με τον Σεμπάστιαν, ήταν συνεχώς στη σκέψη μου. Μπορούσα να ανακαλέσω την αίσθηση του αγγίγματός του, τα ρίγη που με κατέκλυζαν απλώς και μόνο όταν με κοιτούσε. Γιατί με επηρέαζε τόσο η παρουσία του; Γιατί επιζητούσα το ενδιαφέρον του και δεν άντεχα να μη φαίνομαι άξια στα μάτια του;

Μήπως γιατί είναι πανέμορφος και σέξι;

Ξεφύσηξα απηυδησμένη από τις ίδιες μου τις σκέψεις και σηκώθηκα απότομα, συνειδητοποιώντας πως το μυαλό μου βρισκόταν σε ένα απόλυτο χάος και πως έπρεπε πολύ σύντομα να το βάλω σε μία τάξη. Και ένας τρόπος υπήρχε για να συμβεί αυτό.

Ψαχούλεψα για ένα κομμάτι χαρτί στο γραφείο μου. Παίρνοντας ταυτόχρονα το πρώτο βιβλίο που βρισκόταν στη στοίβα, όπως και την πένα και το μελανοδοχείο, κάθισα οκλαδόν στο κρεβάτι μου, τοποθετώντας τα προσεκτικά δίπλα μου. Ήταν πραγματική πρόκληση να γράψω με την παραδοσιακή πένα, όμως και απόλυτα ενδιαφέρον. Να που η παρόρμηση να αγοράσω αυθεντικές πένες και βουλοκέρι από το διαδίκτυο αποδείχθηκε χρήσιμη. Βούτηξα τη λεπτή της άκρη στο σκούρο υγρό και την έφερα πάνω από το κιτρινισμένο χαρτί.

Παρότι δεν είχα πολύ καιρό να γράψω, ένιωθα το χέρι μου μουδιασμένο και τη σκέψη μου να πετιέται προς διάφορες κατευθύνσεις, μην μπορώντας να την τιθασεύσω. Με μάλωσα νοητά και ξεκίνησα να σκαλίζω το χαρτί. Τράβηξα μία διαχωριστική γραμμή στη σελίδα, δημιουργώντας μία στήλη για το κοσμικό πεδίο και μία για το αστρικό. Στην αριστερή έγραψα Άγκνες, το όνομα της μητέρας μου. Το χέρι μου σταμάτησε και το βλέμμα μου έμεινε κολλημένο για κάποια δευτερόλεπτα εκεί. Δίπλα έγραψα Κρις. Και έπειτα το όνομα του Μπερνάρντ. Στάθηκα για λίγο και ασυναίσθητα το κύκλωσα μέσα σε μία καρδιά. Ξεφυσώντας έγραψα το όνομα του Τόμας, σκεπτόμενη όλους τους λάθος λόγους που είχα μείνει σε αυτήν τη σχέση και που τώρα συνειδητοποιούσα.

Μεταφέρθηκα στη δεξιά στήλη, βούτηξα την πένα ξανά στο δοχείο και έγραψα πρώτο το όνομα του Σεμπάστιαν. Το υπογράμμισα σκεπτόμενη πως, αν δεν υπήρχε εκείνος, θα είχα χάσει κάθε ελπίδα, κάθε όρεξη να προσπαθήσω. Έπειτα έγραψα το όνομα του Ρέτζι. Και της Άντρεα. Τους κύκλωσα μαζί σε μια καρδιά.

Τι να έγινε άραγε μετά τον χορό;

Στη δεξιά στήλη σχημάτισα μία τελεία, δίπλα στην οποία συμπλήρωσα «να κατακτήσω το τρίτο στάδιο ύλης» θέτοντας τον επόμενο βραχυπρόθεσμο στόχο. Και έπειτα τον βασικότερο και μακροπρόθεσμο: να επιστρέψω.

Άλλαξα γραμμή. «Περίεργα όνειρα». Ζωγράφισα μερικά ερωτηματικά δίπλα σε αυτές τις δύο λέξεις.

Ακούμπησα στο κεφαλάρι του κρεβατιού αποκαρδιωμένη. Τελικά δε βοηθούσε και πολύ το συγκεκριμένο σύστημα, μόνο μου δημιουργούσε έντονα συναισθήματα νοσταλγίας και άγχους. Άφησα το κομμάτι χαρτιού στο κομοδίνο δίπλα μου και το βλέμμα μου έπεσε στη στοίβα των δανεισμένων βιβλίων, η οποία περίμενε τόσες ημέρες υπομονετική και απογοητευμένη, καθώς είχα κοιτάξει φευγαλέα τα βράδια κάποια διάσπαρτα κομμάτια, πριν κοιμηθώ αποκαμωμένη. Τώρα όμως ήταν ευκαιρία. Σηκώθηκα, έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και έπειτα τη μετέφερα στο κρεβάτι μου, μαζί με ένα πακέτο κενών χαρτιών. Έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη, προσπαθώντας να βρω οποιαδήποτε αναφορά στην επιστροφή στο κοσμικό πεδίο ή κάτι που θα με βοηθούσε να αποκτήσω ύλη στο αστρικό.

Πολλές σημειώσεις αργότερα ένιωσα την αδυναμία να κυριεύει όλο μου το κορμί, οπότε αποφάσισα να σταματήσω. Έπρεπε να καλύψω τις ανάγκες μου με μία γερή δόση φίλτρου. Αφού ετοιμάστηκα πρόχειρα, πήρα το βιβλίο που είχα χρησιμοποιήσει για βάση και το κοίταξα. Ήταν το «Τα Μυστικά της Ακαδημίας», αυτό που είχα δανειστεί τελευταία στιγμή από τη βιβλιοθήκη. Κατέληξα πως θα μου ήταν χρήσιμη παρέα και κίνησα προς την τραπεζαρία.

Παρότι είχαν περάσει σχεδόν τρεις ώρες ανάγνωσης, η δίψα μου δεν είχε κορεσθεί. Μου είχε λείψει υπερβολικά η χάρτινη δερματόδετη παρέα των βιβλίων, που αποτελούσε τόσο σημαντικό κομμάτι στην κανονική μου ζωή. Για αυτό τον λόγο αποφάσισα να συνεχίσω λίγο ακόμη. Βολεύτηκα σε ένα απομονωμένο τραπέζι, αποφεύγοντας να καθίσω σε κάποια από τις παρέες εκεί. Χαιρέτησα μερικούς γνωστούς από μακριά ωστόσο. Ήπια μία μεγάλη γουλιά φίλτρου –η γεύση ροδάκινου ήταν ομολογουμένως καταπληκτική– και άνοιξα το εξώφυλλο· ήταν όλο χειρόγραφο. Όπως πάντα ξεκίνησα να διαβάζω από τις μικρές λεπτομέρειες που υπήρχαν στην πρώτη σελίδα. Το όνομα του συγγραφέα μού φάνηκε ξενικό, το μόνο σίγουρο. Φυσικά δεν υπήρχε εκδοτικός οίκος ή ημερομηνία έκδοσης, καθώς αυτό το βιβλίο είχε γραφτεί στο αστρικό πεδίο, από κάποιον Άνιμους. Είχε όμως περιεχόμενα, ανάμεσα στα οποία διέκρινα τίτλους όπως «Οδηγός επιβίωσης στο αστρικό πεδίο», «Ποιος είναι στα αλήθεια ο Μπράντερ Κέιντελ;» κ.α.

Τελείωσα το ποτό μου και γύρισα στην επόμενη σελίδα.

 

Το όνομά μου είναι Μάρκος Δάβης και θα ήθελα να σε καλωσορίσω σε ένα ταξίδι μέσα στην ψυχή και στο μυαλό μου. Όχι κυριολεκτικά, χαλάρωσε! Δεν είναι όλα πια πιθανά στο αστρικό πεδίο. Απλώς, αυτό το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι η ιστορία μου και περιέχει όλες τις ενδόμυχες σκέψεις μου, αλλά και διάφορα πράγματα που θα σε ενδιέφεραν να μάθεις. Θα χρειαστεί να είσαι υπομονετικός μαζί μου και ελπίζω, αν τύχει ποτέ να συναντηθούμε, να διατηρήσω τη σωματική μου ακεραιότητα. Θα χαρώ αν το απολαύσεις, όπως εγώ…

Υποθέτω πως, για να αποφάσισες να διαβάσεις είτε είσαι νεοφερμένος είτε σου αρέσει η ανάγνωση σε βαθμό που, ενώ μπορείς πραγματικά να κάνεις τα πάντα εδώ, εσύ αποφάσισες να απομονωθείς μαζί μου σε τούτες εδώ τις σελίδες. Σε κάθε περίπτωση, θα φροντίσω να μη μετανιώσεις για την επιλογή σου.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Γνωρίζεις τι είναι Άνιμους; Αν απάντησες ναι, προχώρα στην επόμενη σελίδα. Αν η απάντησή σου ήταν όχι ή θέλεις μία επανάληψη, μείνε μαζί μου.

 

«Είναι η πρώτη Κυριακή στο αστρικό πεδίο, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας που δεν είναι αναγκασμένη να κάνει κάτι και αποφάσισε να διαβάσει. Κυρίες και κύριοι, είναι επισήμως φυτό».

Η πειραχτική φωνή ανήκε στον ψηλό και όμορφο συνοδό μου από το προηγούμενο βράδυ και η μόνη αντίδραση από πλευράς μου ήταν να του βγάλω τη γλώσσα και να επιστρέψω στις σελίδες μου.

«Δεσποινίς Γκρέιντζερ» κορόιδεψε «τι θα λέγατε να πάμε μία βόλτα έστω στους κήπους;».

Αναλογίστηκα την πρότασή του.

«Δε μου μοιάζει με ιδέα που θα μας σκοτώσει ή χειρότερα… θα μας αποβάλλει. Οπότε πάμε».

Ήπια την τελευταία γουλιά από το ποτό μου και τον ακολούθησα.

«Σε ευχαριστώ για χτες» μου είπε καθώς προχωρούσαμε, για να εισπράξει το ερωτηματικό βλέμμα μου. «Αν δε με είχες πρήξει, δε θα είχα τα κότσια να το κάνω. Και ήταν… Ήταν τέλεια».

Χαμογέλασε ονειροπόλα και εγώ δεν μπορούσα να μη συμμεριστώ τη χαρά του. Ειδικά όταν ένιωθα πως είχα συμβάλει έστω και λίγο.

«Τι έγινε μετά;»

«Ε… Τίποτα. Μετά από δύο τρεις χορούς, ζήτησε ο Μπάραν να χορέψουν, και όπως ξέρεις η Άντρεα δεν μπορεί να δυσαρεστήσει κανέναν».

«Μιλήσατε καθόλου;»

«Όχι, την έχω δει ελάχιστα σήμερα. Πριν έρθω να σε βρω. Ξέρεις δεν είναι ωραία συνήθεια να εξαφανίζεσαι και να σε ψάχνουμε» με επέπληξε.

«Συγγνώμη. Είχα ανάγκη να βάλω λίγο το μυαλό μου σε μια σειρά».

«Καταλαβαίνω. Απλώς δε χρειάζεται να απομονώνεσαι. Δε χρειάζεται να το περάσεις μόνη σου όλο αυτό. Μοναξιά και αστρικό πεδίο δεν πάνε μαζί. Θα τρελαθείς μετά από ένα διάστημα».

«Δε σκοπεύω να παραμείνω τόσο μεγάλο διάστημα, οπότε δε θα έχω θέμα» σχολίασα αυθόρμητα.

Ήταν από τις λίγες φορές που μιλούσα προτού διυλίσω καλά αυτό που θα πω. Εκείνος ελάττωσε την ταχύτητά του και με κοίταξε.

«Σκοπεύεις να κατασκηνώσεις στην Άβυσσο; Τι φάση;»

Δεν ήμουν σίγουρη, αν ήταν άλλο ένα από τα αστεία του Ρέτζι που δυσκολευόμουν να καταλάβω. Όμως, μιας και το συγκεκριμένο θέμα ακουμπούσε ευαίσθητες χορδές μου, αποφάσισα να μη συμμεριστώ το χιούμορ του.

«Όχι. Θα γυρίσω πίσω, στο σώμα μου, στην κανονική μου ζωή».

Σταμάτησε το βήμα του εντελώς.

«Τόση ώρα νόμιζα πως με πειράζεις. Τι εννοείς ακριβώς;»

«Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, όμως… Αν το προσπαθήσω πολύ, είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρω» τόνισα αποφασιστικά.

Δε μου άρεσε το ύφος και ο τόνος του, ούτε και όσα είπε στη συνέχεια:

«Ναντίν, δεν υπάρχει τρόπος να επιστρέψεις πίσω. Δηλαδή, πώς να το πω. Δεν είναι κάτι δύσκολο, είναι κάτι αδύνατο. Η σύνδεση με το σώμα σου έσπασε. Νιέν-τε».

Μα τι στο καλό.

«Ο Σεμπάστιαν–». Τίναξα το κεφάλι μου για να βάλω σε σειρά τα λόγια, ώστε να διαμορφώσουν πρόταση. «Ο Σεμπάστιαν μού είπε πως όλα είναι πιθανά στο αστρικό πεδίο».

«Ναι. Πολλά είναι πιθανά. Εκτός από αυτό. Ναντίν, δεν το έχει καταφέρει κανείς σε όλους τους αιώνες που υπάρχει η Ακαδημία, και έχουν περάσει ψυχές και ψυχές από εδώ…»

Πρέπει να τον κοιτούσα αγαλματοποιημένη για πάρα πολλά δευτερόλεπτα, ενώ στο μυαλό μου έτρεχαν όλες οι πληροφορίες που είχα συλλέξει τη μία βδομάδα που είχα περάσει στην Ακαδημία. Η αλήθεια ήταν πως όντως δεν είχα εντοπίσει ούτε μία αναφορά για κάτι τέτοιο, είχα όμως ψάξει σε ένα πολύ μικρό τμήμα της γνώσης που κρυβόταν σε όλους αυτούς τους τόμους. Σίγουρα δε θα υπήρχε κάποιος που να έχει διαβάσει όλα τα βιβλία. Ή μήπως υπήρχε; Πώς μπορούσα να το αποκλείσω, σε μία διάσταση που ήσουν πρακτικά αθάνατος. Από την άλλη, όλοι έμοιαζαν να έχουν αποδεχτεί τη νέα τους ζωή και μοίρα. Όλοι εκτός από εμένα…

«Παθαίνεις εγκεφαλικό; Πες κάτι…» με ταρακούνησε λεκτικά ο φίλος μου.

Άνοιξα το στόμα μου και το ξαναέκλεισα. Το νευρικό σύστημα –ή ό,τι αντίστοιχο υπήρχε στο αστρικό μου σώμα– δεν έδινε εντολή να μεταδοθούν οι σκέψεις μου και να μετατραπούν σε λέξεις.

«Μικρή, συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε σοκάρω. Είχα την υποψία πως το είχες όλο αυτό το διάστημα στο μυαλό σου και δε θέλω να ζεις με αβάσιμες ελπίδες». Έσμιξε τα χείλη του, σοβαρεύοντας εντελώς. «Θα είμαι εγώ εδώ, εντάξει;»

Τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως εννοούσε κάθε λέξη, καλή και κακή. Δεν είχα θυμώσει μαζί του, ούτε τον κατηγορούσα για κάτι. Ίσα ίσα μού είχε ανοίξει τα μάτια. Μου είχε πει την αλήθεια, εκεί που ο άνθρωπος που εμπιστευόμουν περισσότερο σε αυτόν τον καινούριο αστρικό κόσμο με είχε εξαπατήσει. Στη σκέψη αυτή ο θυμός μου αυξήθηκε υπερβολικά, ένιωσα ένα κάψιμο να κατακλύζει ολόκληρο το σώμα μου και έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.

«Γαμώτο, Ναντίν!» ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσα, πριν μαυρίσουν όλα γύρω μου.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου