Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.2.21

Η Πριγκίπισσα του Θανάτου (Κεφάλαιο 15)

Ο Κάρυστος τον κοιτούσε με το συνηθισμένο μπερδεμένο βλέμμα του. Αυτό μπορούσε να το αντέξει. Τα μάτια της Ίππης όμως τον είχαν σκοτώσει πιο πολλές φορές απ΄ όσο μπορούσε να μετρήσει. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα αυτής της κοπέλας, κάτι τόσο επικριτικό, που σε έκανε να μην ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Λες και σε ξεμπρόστιαζε χωρίς να πει κουβέντα, χωρίς να σου δίνει περιθώριο για αντιδράσεις, χωρίς απαραίτητα να έχεις κάνει κάτι.

Βέβαια, μεταξύ μας, ο Κάιλ ήξερε πολύ καλά γιατί τον κοιτούσε έτσι. Μπορεί η μικρή του Χείρωνα να μη μιλούσε πολύ, ούτε να ανακατευόταν σε ξένα χωράφια, όμως μάτια είχε και έβλεπε. Και δεν της άρεσε που ο Κάιλ τριγυρνούσε μια με τη Ροξάν, μια με τη Σύνθια, μια με την Κασσάνδρα και τώρα με την…

Πώς την είπαμε;

«Γνωρίζεστε με την Μπρίνα;» ρώτησε χωρίς να κρύβει τη δυσαρέσκειά της.

«Ναι. Όχι… Δηλαδή ναι, τον ξέρω, αλλά όχι, δε γνωριζόμαστε» απάντησε η κοπέλα, βγάζοντάς τον από τη δύσκολη θέση.

Μπρι, πιο εύκολο έτσι σημείωσε νοητά.

«Απλά είναι το πρώτο γνώριμο πρόσωπο που βλέπω μετά από καιρό» εξήγησε, πλέκοντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη της, χαμηλώνοντας το βλέμμα ντροπαλά.

Το τελευταίο πράγμα που περίμενε να δει στο πρόσωπό της ήταν ντροπή, δεδομένου του πώς γνωρίστηκαν εξ’ αρχής. Όμως δε θα έλεγε κάτι μπροστά σε τρίτους. Αν και τα παιδιά του Χείρωνα μπορούσαν να μάθουν τα πάντα για τη ζωή της, ο Κάιλ σκέφτηκε πως το να κρατήσει το στόμα του κλειστό ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει, για να την ξεπληρώσει όσα της είχε κάνει τότε.

«Ωραία, αναλαμβάνεις εσύ. Συγγνώμη, Μπρίνα, αλλά είχα μια πολύ δύσκολη μέρα. Τα λέμε στο πρωινό» χαιρέτησε ο Κάρυστος και η αδελφή του τον ακολούθησε, κοιτώντας τους με δυσπιστία, επισημαίνοντάς τους πως το πρωινό σερβιριζόταν από τις επτά μέχρι τις εννιά.

***

Ο Φιν, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά που είχαν υποστεί τα χτυπήματα του αετού, κατάφερε να κοιμηθεί αργά το μεσημέρι και μετά από την παρέμβαση του Χείρωνα. Η πληγές τους είχαν αργήσει να κλείσουν και ήταν σίγουρη πως σύντομα θα άνοιγαν και πάλι.

Όπως έγινε και με εμένα! Δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί την ομοιότητα των καταστάσεων. Όμως τι σήμαινε αυτό και γιατί γίνονταν αυτές οι επιθέσεις; Δεν μπορεί να μην είχαν καταλάβει οι Θεοί τι γινόταν. Άρα γιατί δεν έκαναν κάτι; Εκτός και αν…

Όχι, αποκλείεται!

Αν όμως της είχε πει την αλήθεια; Τότε θα ήταν δικό της το λάθος που δεν τον είχε ακούσει. Δεν μπορούσε να καθίσει εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα και με την απορία να την τρώει.

Έσπρωξε απαλά την καρέκλα και σηκώθηκε. Ο Οδυσσέας την περίμενε έξω από το ιατρείο και την ακολούθησε, χωρίς να μιλάει, μέχρι τη σπηλιά πίσω από τον καταρράκτη. Ένιωσε ανακουφισμένη που δεν τον βρήκε εκεί, δεν ήθελε να τον δει. Ειδικά αν αποδεικνυόταν πως της είχε πει αλήθεια.

«Πες μου πως ξέρεις κάτι γι’ αυτό. Σε παρακαλώ».

«Με συγχωρείς, δεσποινίς μου, αλλά…»

«Δεν μπορεί να μην ξέρεις! Είσαι εδώ για κάποιον λόγο. Το έχεις πει και μόνος σου»! Ήταν απελπισμένη, χρειαζόταν να μάθει.

«Λυπάμαι, μικρή, ειλικρινά λυπάμαι». Το ήξερε, το έβλεπε στα μάτια του. «Ο πατέρας σου με έστειλε σε για να σε βοηθήσω να γίνεις δυνατή στη μάχη, για να σε προετοιμάσω να αντιμετωπίσεις οποιαδήποτε κατάσταση, αυτό είναι όλο».

«Άρα το ήξερε!» θύμωσε.

«Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Πρέπει να το διασταυρώσουμε με κάποιον τρόπο» προσπάθησε να την ηρεμήσει, για να μπορέσει να σκεφτεί λογικά.

«Η Κασσάνδρα!» χαμογέλασε στη σκέψη. «Αυτή θα ξέρει σίγουρα. Αλλά δε θα της βγάλω λέξη» κατσούφιασε. «Ο Χείρωνας όμως-» άφησε τη φράση της μετέωρη και έκανε μεταβολή.

«Δεσποινίς; Τι θα κάνεις; Ο Χείρωνας δεν πρόκειται να σου πει λέξη». Τα χείλη της παρέμειναν κλειστά, όμως το χαμόγελό της τα έλεγε όλα.

***

«Λοιπόν; Πώς βρέθηκες εδώ;» τον ρώτησε σε μια προσπάθεια να σπάσει την άβολη σιωπή που τους είχε τυλίξει.

«Μεγάλη ιστορία. Για να στο συνοψίσω, είμαι… θαλάσσιο τέρας». Δε θα έμπαινε σε λεπτομέρειες. «Εσύ;» της γύρισε την ερώτηση ελπίζοντας να αρχίσει να μιλάει για τα δικά της, αντί να επικεντρωθούν στον ίδιο.

«Δεν έχω καταλάβει ακόμα να σου πω την αλήθεια. Τη μία ήμουν στο δωμάτιο με ένα πελάτη και την άλλη εκείνος ο άνδρας μεταμορφώθηκε σε… Δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά το θέμα είναι πως ήθελε να με σκοτώσει και όταν μου επιτέθηκε έβαλα τα χέρια μου μπροστά για να τον σπρώξω και-»

«Πάρε ανάσα, καλέ» της υπέδειξε. Το βλέμμα της ήταν τρομαγμένο, σαν να ξαναζούσε τις σκηνές που αφηγούταν. Αγκάλιασε τον εαυτό της με τα χέρια της και ολοκλήρωσε την ιστορία της.

«Νομίζω πως του έκανα ηλεκτροσόκ, αλλά αυτό δε γίνεται». Σκατά! «Ήταν σαν να έβγαινε ρεύμα από τα χέρια μου». Γύρισε και την κοίταξε.  

«Και πώς σε έφεραν εδώ; Τι σου είπαν;» ήθελε να επιβεβαιώσει τον φόβο του, αν και μπορούσε να μυρίσει επάνω της το άρωμα του θείου γονιού της, αλλά δε θα τη ρωτούσε ευθέως.

«Μετά εμφανίστηκε άλλος ένας άνδρας από το πουθενά και μου είπε πως όλα θα πάνε καλά και να μη φοβάμαι, γιατί με αναγνώρισε ο πατέρας μου, ο Δίας και, λοιπόν, να ‘μαι». Σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Τουλάχιστον τώρα γλύτωσα από εκεί μέσα» ολοκλήρωσε.

Ο Κάιλ δεν μπορούσε να πιστέψει τι του συνέβαινε. Είχε μπροστά του το τελευταίο άτομο που είχε δει πριν τον κλείσουν στα Τάρταρα, μια κοπέλα που είχε κλέψει, αφού πρώτη την κρεβάτωσε, γεμίζοντάς τη με φρούδες ελπίδες πως θα τη γλύτωνε από τον οίκο ανοχής όπου δούλευε, την είχε παρατήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, αποδεικνυόταν πως ήταν κόρη του Δία! Από όλους του Θεούς, έπρεπε να είναι αυτός ο πατέρας της;

«Ξέρεις είναι κάτι που με τρώει όλα αυτά τα χρόνια και πρέπει να σε ρωτήσω. Ωχ, σκέφτηκε, γιατί ήξερε πολύ καλά για πιο πράγμα μιλούσε.

Περπατώντας είχαν φτάσει κοντά στο ιατρείο και η πόρτα άνοιξε, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα το είχε προσέξει καν, μα τώρα ήταν εκείνη που βγήκε από εκεί και άρχισε να απομακρύνεται από τις καμπίνες. Φαινόταν θυμωμένη.

«Κράτα αυτή τη σκέψη» είπε στην Μπρι και δείχνοντάς της πού θα βρει το δωμάτιό της, υποσχέθηκε να μιλήσουν αργότερα και ακολούθησε τη Ροξάν, από απόσταση ασφαλείας, εννοείται.

Αν πήγαινε να της μιλήσει ευθέως θα τον είχε διώξει. Δεν ήθελε να της γίνει στενός κορσές. Ήθελε απλά να σιγουρευτεί πως ήταν καλά και μετά θα σταματούσε να την ακολουθεί. Τουλάχιστον αυτό έλεγε στον εαυτό του. Κατάλαβε αμέσως πού πήγαινε. Στη σπηλιά! Έρχομαι εδώ όταν θέλω να μείνω μόνη του είχε πει. Μα πρέπει να της μιλήσω! Μετά από αυτό που έγινε σήμερα, δεν μπορεί παρά να με πιστέψει! Ήταν καλή δικαιολογία αυτή για να την παρακολουθήσει; Όχι. Τον έκανε αυτό να μοιάζει με φρικιό, χειρότερο και από δήθεν ερωτευμένο βρικόλακα βγαλμένο από βιβλίο; Και λίγα λες. Με τηνδιαφορά, βέβαια, ότι εκείνος θα έτρωγε ένα χαστούκι όλο δικό του μόλις τον έπαιρνε χαμπάρι, αντί για φιλιά, σαλιαρίσματα και τα συναφή. Αλλά ήταν ο Κάιλ Φέρελ. Προφανώς και δεν τον ενδιέφεραν οι συνέπειες.

Ένιωσε περήφανος με τον εαυτό του που έκανε τη λάθος επιλογή να την ακολουθήσει, γιατί αν δεν το είχε δει με τα μάτια του δε θα το είχε πιστέψει. Η Ροξάν μιλούσε στον αέρα. Στον. Αέρα! Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν ικανός να σπάσει τα κόκαλα οποιουδήποτε την αποκαλούσε τρελή μπροστά του. Ίσως αν αρχίσω να χτυπάω τον εαυτό μου, να μας βάλουν σε διπλανά κελιά στο τρελάδικο σκέφτηκε πονηρά και αμέσως χαστούκισε το πρόσωπό του. Όχι. Δε θα γινόταν τόσο ανώμαλος. Δε θα τον τρέλαινε εκείνη, δεν την είχε γλυτώσει από τόσα και τόσα για να του στρίψει εξ’ αιτίας μιας γυναίκας. Ναι, αλλά εδώ που τα λέμε, δεν πρόκειται για μια απλή γυναίκα.

Η Ροξάν γύρισε προς την έξοδο και ο Κάιλ πρέπει να έχασε τουλάχιστον δέκα χρόνια από τη ζωή του μέχρι να καταλάβει ότι δεν τον είχε δει. Αυτό για να μάθεις να γίνεσαι φρικιό επέπληξε τον εαυτό του. Μέσα σε αυτά που την είχε ακούσει να λέει, είχε αναφέρει και το όνομα της Κασσάνδρας. Κάτι είχε σκεφτεί. Είχε αρχίσει να ενώνει τα κομμάτια. Είχε καταλάβει!

***

Βγήκε τρέχοντας από το κεντρικό κτίριο, όπου ήταν και το γραφείο του Χείρωνα, με δάκρυα να βρέχουν στα μάγουλά της. Ήταν αλήθεια! Ο Κάιλ της είχε πει την αλήθεια! Και εκείνη τον είχε διώξει, αφού πρώτα του είχε μιλήσει με τον πιο απαίσιο τρόπο. Όμως αυτό ήταν το λιγότερο από τα προβλήματά της. Έπρεπε να φύγει από εκεί πέρα το συντομότερο δυνατό.

Είχε νυχτώσει και όσοι δε βρίσκονταν στο ιατρείο ήταν στην τραπεζαρία. Κανείς δεν την είδε να μπαίνει στο δωμάτιό της. Τράβηξε τον σάκο της κάτω από το κρεβάτι και άρχισε να πετάει μέσα τα πράγματά της.

«Τι έγινε;» άκουσε τον Οδυσσέα να λέει και θόλωσε από θυμό.

«Αυτό το τέρας που επιμένεις να αποκαλείς πατέρα μου και όλο του το σόι θέλουν να μας σκοτώσουν! Αυτό έγινε! Και σταμάτα να προσποιείσαι πως δεν ξέρεις τίποτα. Αλλά εγώ δε θα γίνω πιόνι κανενός. Δεν πρόκειται να καθίσω να περιμένω σαν πρόβατο, ενώ βλέπω το μαχαίρι που θα με σκοτώσει να πλησιάζει τον λαιμό μου. Έχω μάθει να επιζώ». Άνοιξε την πόρτα της και, αφού σιγουρεύτηκε πως δεν ήταν κανείς εκεί, έκανε να φύγει.

«Ροξάν, περίμενε» την παρακάλεσε.

«Να περιμένω τι; Να γίνω θυσία στον βωμό; Δεν περιμένω ούτε λεπτό παραπάνω. Και μην τολμήσεις να με ακολουθήσεις, γιατί θα βρω έναν τρόπο να σε κάνω να πληρώσεις πολύ ακριβά».

«Μιλάει ο θυμός σου αυτή τη στιγμή. Μπες μέσα και κάθισε να βρούμε μια λογική λύση. Ακόμα και να ισχύει αυτό που λες, να φύγεις να πας πού; Θα σε βρουν». Τον μισούσε όταν γινόταν η φωνή της λογικής.

Έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε και πέταξε τον σάκο της στο πάτωμα, σπρώχνοντάς τον με το πόδι να πάει κάτω από το κρεβάτι. Κάθισε στο στρώμα και έκλεισε τα μάτια, σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Από την ημέρα που είχε μάθει πως είναι ημίθεα, η ζωή της ήταν όλο προβλήματα. Μια μέρα ησυχίας δεν μπορούσε να έχει. Τώρα απειλούταν και η ζωή της από πάνω.

«Πάω να κάνω ένα μπάνιο» ανακοίνωσε. «Θα το συζητήσουμε αύριο, με καθαρό μυαλό. Και έτσι και μάθω πως μίλησες μαζί του, γιατί θα το μάθω-»

«Δε θα μιλήσω, μην ανησυχείς. Άντε τώρα να χαλαρώσεις» τη διαβεβαίωσε και εκείνη έκανε μεταβολή με προορισμό την μπανιέρα.

Έλενα Ζερβάκου Ζέλιν