Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 5, σκηνές 1-10)

1.ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ – ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Λίγο πριν τις 8, ο Πιέρρος και η Καίτη φτάνουν στην είσοδο της Αρεόπολης από τον επαρχιακό δρόμο Αρεόπολης – Γερολιμένα. Εκεί, ο Πιέρρος σταματά τη μηχανή, η Καίτη κατεβαίνει και μένουν για μια στιγμή αγκαλιασμένοι.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Χίλιες ώρες μαζί σου δε μου φτάνουν, αλήθεια...

ΚΑΙΤΗ

Ούτε εμένα... Πότε θα ξαναβρεθούμε;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Όποτε θες... Είμαι όλος δικός σου!

ΚΑΙΤΗ

Εντάξει... Θα σου στείλω!



ΠΙΕΡΡΟΣ

Έγινε! Σ' αγαπώ...

ΚΑΙΤΗ

Κι εγώ σ' αγαπώ!..

Το νεαρό ζευγάρι φιλιέται δυνατά στο στόμα. Την ίδια στιγμή, ο θείος του Πιέρρου ο Τζανέτος βγαίνει από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών «Ηλεκτρόπολις» που βρίσκεται εκεί κοντά, και αντικρίζει από μακριά τον ανιψιό του με την Καίτη σε αυτή τη στάση. Κοντοστέκεται έκπληκτος, και κατόπιν το πρόσωπό του παίρνει μια σκληρή έκφραση.

2.ΕΞ., ΠΑΡΑΛΙΑ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος κι ο Ηλίας βρίσκονται στην παραλία του Μαυροβουνίου μαζί με τον Πότη και τη Φωτεινή και ετοιμάζονται για μπάνιο. Έρχονται και τους βρίσκουν ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ (20+) και η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ (17), τα ξαδέλφια τους, και μαζί τους ο θείος τους ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ (50+), αδελφός της Φωτεινής, και η ΝΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ (κάτω από 50), η γυναίκα του.

ΝΙΚΗ

Φωτεινή μου, Πότη; Καλώς ήρθατε!

ΠΟΤΗς

Καλώς τους, καλώς τους! Χρόνια πολλά!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Χρόνια πολλά, κοινοτάρχα! Να μας έχει ο Θεός καλά ν' ανταμώσουμε και του χρόνου του Σωτήρος...

ΠΟΤΗΣ

Έτσι, έτσι, κουνιάδε, αμήν! Να έρθετε κι εσείς στην Αρεόπολη της Παναγίας να γιορτάσουμε!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Βεβαίως, γαμπρέ, θα το δούμε! Αδερφούλα, τι κάνεις;

(πλησιάζει τη Φωτεινή και τη φιλάει)

ΦΩΤΕΙΝΗ

Καλά, Σταμάτη μου! Εσείς; Νίκη μου, εσύ, παιδιά;

ΝΙΚΗ

Κι εμείς καλά, δόξα τω Θεώ!

ΑΓΓΕΛΟς

Καλά, μια χαρά!

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Πολύ καλά, θεία! Αν και κουράστηκα με τα θερινά...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Θα ξεκουραστείς τώρα, μικρή, να γεμίσεις μπαταρίες για τον χειμώνα... Να σκίσεις του χρόνου στις Πανελλήνιες!

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Ναι, αυτό θα κάνω! Θέλω Ιστορικό Αρχαιολογικό, οπότε θα πέσει διάβασμα... Να μάθω πιο πολλά και για τους προγόνους μας τους Γρηγοράκηδες!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Δεν πάμε για καμιά βουτιά λέω γω τώρα γιατί καίγομαι; Ξάδερφε, χρόνια πολλά κιόλας για σήμερα, με το καλό να τελειώσεις το αγροτικό... Δεν ξέρω τι άλλο λέμε!

ΣΤΑματησ

Και στην ειδικότητα να του ευχηθούμε, κορώνα μου! Και με μια καλή κοπέλα αργότερα... Ο Νίκωνας πού είναι, αλήθεια;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Να 'σαι καλά, θείε! Ζάκυνθο είναι ο Βενιαμίν, πήγε με κάτι άλλους φίλους του Πολυτεχνίτες απ' την Πάτρα...

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ρε τον τυχερό! Ζωάρα...

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Όντως! Άντε, πάμε να βουτήξουμε!

Τα τέσσερα ξαδέλφια μπαίνουν στη θάλασσα, και ακολουθούν πιο πίσω η Φωτεινή με τη Νίκη, ενώ ο Σταμάτης και ο Πότης μένουν καθισμένοι στις ξαπλώστρες συζητώντας.

3.ΕΞ., ΚΙΤΡΙΕΣ/ΤΑΒΕΡΝΑ – ΜΕΡΑ

Σε ένα ψαροταβερνάκι των Κιτριών Μεσσηνίας, την ίδια μέρα, είναι συγκεντρωμένοι ο Σαράντης, η γυναίκα του ΒΕΝΕΤΙΑ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ (γύρω στα 50), ο κουνιάδος του ο ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ (50+) και η σύζυγός του ΜΑΝΤΩ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ (50-), μαζί με τα παιδιά τους, τον ΝΙΚΟ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟ (25), τον ΜΕΝΕΛΑΟ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟ (23), τον ΣΩΤΟ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟ (25+) και τη ΣΤΕΦΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ (25-). Έχουνε μόλις γυρίσει από μπάνιο, για αυτό φοράνε γενικά πρόχειρα ρούχα, στο τραπέζι υπάρχει λευκό κρασί και ο Σαράντης το ανοίγει, μοιράζει στα ποτήρια και υψώνει το δικό του.

ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Γεια μας! Να σε χαιρόμαστε, Σώτο, χρόνια πολλά... Και για σένα, Μενέλαε, κορώνα μου, συγχαρητήρια, που παίρνεις πτυχίο το φθινόπωρο και θα μας γίνεις φυσικός!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σ' ευχαριστώ πολύ, μπαμπά! Κουράστηκα λίγο για να το πάρω, αλλά... Να 'μαι!

ΣΩΤΟΣ

(παίζοντας με το κινητό του)

Φχαριστώ, θείε Σαράντη! Ωραία εκδρομούλα η σημερινή by the way...

ΣΤΕΦΗ

Καλά, ε, η θάλασσα στη Σάντοβα ήταν φοβερή! Ούτε σε νησί να ήμασταν... Κι οι Κιτριές τέλειες επίσης!

ΝΙΚΟΣ

Ναι, όντως! Να το κάνουμε πιο συχνά...

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ

Να το κάνουμε, ανιψιέ! Χαρά μου, προσωπικά, να περνάμε στιγμές σαν οικογένεια... Λοιπόν, να παραγγείλουμε τα ψάρια μας! Ελάτε...

Η οικογένεια παραγγέλνει, και κατόπιν συνεχίζουν την κουβέντα τους.

ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Ξενοφώντα, πώς τη βλέπεις για φέτος την παραγωγή;

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ

Μμ, έτσι κι έτσι, Σαράντη... Ο καιρός δεν τις ευνόησε τις ελιές, ο δάκος οργιάζει... Είναι κι αυτό το παλιοβακτήριο...

ΝΙΚΟΣ

Μη στεναχωριέσαι, θείε, εγώ είμαι εδώ για ο τι χρειαστείς, Τεχνολογία Τροφίμων σπούδασα άλλωστε! Σώτο, κι εσύ, ΑΣΟΕΕ έχεις βγάλει, νομίζω είναι καιρός να χωθείς στην επιχείρηση του παππού...

ΣΩΤΟΣ

Ναι, μπορεί... Θα το σκεφτώ...

ΜΑΝΤΩ

Τι θα το σκεφτείς, αγόρι μου; Έχεις μια τεράστια ευκαιρία! Ο παππούς θα σε καμαρώνει από κει ψηλά, και στο μέλλον, πού ξέρεις, μπορεί να γίνεις εσύ ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου μας...

ΣΤΕΦΗ

Να βάλω κι εγώ το χέρι μου, ε, θείε; Που 'χω σπουδάσει μάρκετινγκ! Νομίζω θα μπορούσα να προτείνω και νέα προϊόντα...

ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Εννοείται, Στέφη! Και μαζί με την Καλαματιανή ελιά, θα παίρνει τη δόξα της κι η δικιά μας η Μανιάτικη έτσι... Α, μιας και την ανέφερα: Βέτα, παραμονή της Παναγίας λέω να κατέβουμε στην Αρεόπολη και να μείνουμε λίγες μέρες...

ΒΕΝΕΤΙΑ

Να πας, Σαράντη, στο καλό! Εγώ θα μείνω να γιορτάσω στην Καλαμάτα! Άντε μην τους στολίσω τους βάρβαρους τους αδερφούς σου, μέρα που είναι!

4.ΕΞ., ΓΥΘΕΙΟ/ΤΑΒΕΡΝΑ – ΝΥΧΤΑ

Ο Σταμάτης, η Νίκη, ο Πότης, η Φωτεινή, ο Πιέρρος, ο Ηλίας, ο Άγγελος κι η Σταυρούλα είναι μαζεμένοι σε μια παραλιακή ταβέρνα του Γυθείου και τρώνε συζητώντας, ψαρικά, θαλασσινά και άλλους μεζέδες. Κάποια στιγμή, εμφανίζονται ο ΚΟΥΛΗΣ ΚΑΤΑΒΕΛΑΚΟΣ (60+), ο βουλευτής φίλος του Πότη, μαζί με την Τασία και τη Βούλα.

ΠΙΕΡΡΟΣ

(σιγανά)

Ωχ...

ΚΟΥΛΗΣ

Χαιρετώ όλη την καλή παρέα! Τι κάνετε;

ΠΟΤΗΣ

Καλώς τον Κούλη, τον φίλο τον αγαπητό! Κάτσε, κορώνα μου, υπάρχει τόπος για άλλους τρεις...

(κάνει νεύμα σε σερβιτόρο)

Παιδί! Φέρε τρεις καρέκλες ακόμα!

ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ

Αμέσως!

Το παιδί φέρνει τις καρέκλες που ζήτησε ο Πότης, και ο Κούλης παίρνει θέση δίπλα στον φίλο του, ενώ η Τασία θρονιάζεται δίπλα στη Φωτεινή και τη Νίκη μαζί με την κόρη της.

ΤΑΣΙΑ

Έλα, Βούλα μου, έλα... Ξαδέρφη, Νίκη, τι κάνετε; Χρόνια πολλά κιόλας!

ΒΟΥΛΑ

Ναι, μαμά... Χρόνια πολλά, κυρία Φωτεινή, κυρία Νίκη!

ΦΩΤΕΙΝΗ

Χρόνια πολλά, επίσης...

ΤΑΣΙΑ

Κρίμα να μην έχουμε κάναν Σωτήρη, ε, καμιά Σωτηρούλα; Δεν πειράζει, όμως, σωτήρας είναι ο Κούλης μας ο άλλος, ο Κρητικός, ο συνονόματος του αφέντη μου!

ΚΟΥΛΗΣ

Ακριβώς όπως τα λέει η κυρά! Ο Κυριάκος ο Μητσοτάκης θα είναι ο αυριανός ηγέτης, θα την ξανακάνει τη Νέα Δημοκρατία υπερδύναμη... Να ξεκουμπιστεί κι αυτό το αναρχοάπλυτο παιδαρέλι ο Τσίπρας, που το μόνο που κατάφερε ως τώρα ήταν ένα γιαλαντζί δημοψήφισμα και αυτά τα capital controls! Υγεία!

ΠΟΤΗΣ

Υγεία, Κούλη! Αμήν, κι εσύ παρά τω πρωθυπουργώ όταν έρθει εκείνη η ώρα!

ΑΓΓΕΛΟς

(σκύβοντας προς τα ξαδέλφια του)

Τι λέει ρε αυτός; Τι φάση;

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

(ψιθυρίζει)

Ξέρω γω... Πάντα έτσι είναι! Κι αυτή η θεία Τασία, αχώνευτη, χαζοβιόλα...

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ενώ η κόρη της ε;.. Και είναι η ιδέα μου ρε Πιέρρε ή σε ζαχαρώνει τόση ώρα;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δεν είναι ιδέα σου, Άγγελε... Αλλά σιγά μην τους αφήσω να μου φορτώσουνε το βούρλο τους, εγώ αγαπάω ήδη μια κοπέλα, αν και... μετ' εμποδίων...

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Μετ' εμποδίων; Δηλαδή;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Θα σας τα πω κι εσάς, Σταυρούλα, έτσι όπως ήρθε η κουβέντα, σας εμπιστεύομαι άλλωστε... Πάμε μια βόλτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ναι, αμέ! Μπαμπά, μαμά, πάμε μια τσάρκα όλοι μαζί να χωνέψουμε!

5. ΕΞ., ΓΥΘΕΙΟ – ΝΥΧΤΑ

Τα τέσσερα ξαδέλφια περπατούν στο λιμάνι του Γυθείου, κι ο Πιέρρος μιλάει, ενώ οι άλλοι τον ακούνε και η Σταυρούλα με τον Άγγελο γνέφουν πού και πού καταφατικά.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Μχ... Και τι σκέφτεσαι να κάνεις; Εννοώ μετά το καλοκαίρι, ξέρεις...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δεν ξέρω, ειλικρινά... Θέλω να 'μαστε μαζί με την Καίτη, αλλά από την άλλη υπάρχει πάντα αυτή η ρημάδα η φωνή της συνείδησης να με πειράζει και να μου λέει ότι έκανες χοντρή βλακεία που τα 'φτιαξες με το κορίτσι και δεν ξέρει τίποτα, με κάνει να νιώθω ένοχος...

ΑΓΓΕΛΟΣ

Έλα ρε τώρα, σιγά! Ένοχος γιατί; Επειδή ο πατέρας σου και οι θείοι δε λένε να ξεχάσουν τα παλιά;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δεν είναι τόσο απλό, ρε Άγγελε! Μια λάθος κίνηση και είτε θα τη χάσω, είτε θα έρθω αντιμέτωπος και με τους δικούς μας και με τους δικούς της...

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

(του πιάνει το μπράτσο)

Πιέρρο... Κοίτα, μπορεί να είμαι μικρή ακόμα, και επίσης να μην έχω βιώσει κάτι τέτοιο ανάλογο, αλλά ξέρεις τι θα σου έλεγα εγώ, ως Σταυρούλα; Να τους γράψεις όλους εκεί που δεν πιάνει μελάνι, και χέστηκες, ειδικά άμα είστε εκτός Αρεόπολης!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Έχεις δίκιο, εν μέρει... Αλλά δεν ξέρω, προβληματίζομαι αρκετά...

ΑΓΓΕΛΟΣ

(χτυπώντας τον στον ώμο)

Κούλαρε, ξάδερφε! Όλα καλά θα πάνε...

(χτυπάει το κινητό του)

Ωπ! Είχα ξεχάσει ότι έχω ραντεβού για ποτό με κάτι φιλαράκια απ' το σχολείο... Με συγχωρείτε ε;

ΗΛΙΑΣ

Κανένα θέμα ρε, πήγαινε!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Έγινε! Λοιπόν, καληνύχτα, μάγκες! Λιάκο, Πιέρ, χάρηκα πολύ! Να κανονίσουμε...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Στο καλό, ξαδερφάκι! Καληνύχτα!

ΗΛΙΑΣ

Πάμε προς τα πίσω εμείς, τι λέτε; Κάναμε όλο το λιμάνι βόλτα!

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

Ναι, πάμε!

6. ΕΞ., ΓΥΘΕΙΟ – ΝΥΧΤΑ

Όλοι όσοι συμμετείχαν πρωτύτερα στο τραπέζι (Πότης, Φωτεινή, Σταμάτης, Νίκη, Κούλης, Τασία, Πιέρρος, Ηλίας, Σταυρούλα, Βούλα) σηκώνονται για να φύγουν από την ταβέρνα. Ο Κούλης μιλάει μπροστά με τον Πότη, η Νίκη με τη Φωτεινή και τη Σταυρούλα και ο Σταμάτης με τον Ηλία, ενώ ο Πιέρρος είχε μείνει λίγο παραπίσω και κοιτάζει το κινητό του. Βλέποντάς τον μόνο, η Τασία πιάνει τη Βούλα και της σφίγγει ελαφρά το μπράτσο.

ΒΟΥΛΑ

Αχ! Τι με τσιμπάς, καλέ μαμά;

ΤΑΣΙΑ

Τι σε τσιμπάω; Τώρα, μωρή, πήγαινε! Πλησίασέ τον, πιάσ' του κουβέντα, κάμε του τα γλυκά τα μάτια...

ΒΟΥΛΑ

Καλά, πάω...

Η Βούλα πλησιάζει τον Πιέρρο δήθεν ντροπαλά και ναζιάρικα, ενώ η Τασία την παρακολουθεί εναγωνίως. Εν τω μεταξύ η Βούλα φτάνει κοντά του και αρχίζει να του μιλάει.

ΒΟΥΛΑ

Καλησπέρα, Πιέρρο...

ΠΙΕΡΡΟΣ

(αδιάφορα)

Γειά...

ΒΟΥΛΑ

Δε μου μίλησες καθόλου απόψε...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Τι να σου πω; Έχουμε κάτι να πούμε εμείς οι δύο;

ΒΟΥΛΑ

Ξέρω γω, δεν έχουμε;

(του πιάνει το μπράτσο με τα δυο της χέρια)

ΠΙΕΡΡΟΣ

Όχι, δεν έχουμε! Και ξεκόλλα από πάνω μου, άντε...

ΒΟΥΛΑ

Ούτε στο τηλέφωνο με πήρες, κι έδωσα το κινητό μου στη μητέρα σου να σ' το δώσει...

ΠΙΕΡΡΟΣ

(τη σπρώχνει)

Παράτα μας, ρε Βούλα! Τι θες δηλαδή πια από μένα; Αν ο μπαμπάκας σου κι η μάνα σου σού έχουν φουσκώσει τα μυαλά ότι θα με παντρευτείς, είσαι γελασμένη! Άντε από κει τώρα...

Η Βούλα στέκεται για μια στιγμή εμβρόντητη και παίρνει μια κλαψιάρικη έκφραση, ενώ ο Πιέρρος απομακρύνεται με γρήγορα βήματα βρίσκει τον θείο του τον Σταμάτη και τον Ηλία. Κατόπιν, η κόρη της Τασίας και του Κούλη γυρίζει στη μάνα της και της παραπονιέται κλαψουρίζοντας.

ΤΑΣΙΑ

Τι έγινε, μωρή; Πάλι τα 'κανες θάλασσα;

ΒΟΥΛΑ

Δε με θέλει, μαμά! Με έσπρωξε και μου είπε ότι αν μου έχετε φουσκώσει τα μυαλά ότι θα τον παντρευτώ, είμαι γελασμένη... Τι να κάνω; Τον θέλω, θέλω άντρα γιατρό!

ΤΑΣΙΑ

Α, ώστε έτσι ο Πιερράκος, ε; Καλά... Μην ανησυχείς, κόρη μου, και θα βρούμε τρόπο με τον αφέντη σου να σε πάρει και να πει κι ένα τραγούδι! Δε θ' αφήσουμε εμείς να μας τονε φάει τον καλό γαμπρό καμιά σοφόρα Αθηναία, καμιά λυσσάρα...

7.ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΝΥΧΤΑ

Το ίδιο βράδυ, η Καίτη μαζί με τα δίδυμα δεύτερα ξαδέλφια της, τον Άκη και τη Βάσια, βρίσκονται στην Ωραία Τσίμοβα και παίζουν. Η Καίτη τραγουδάει το «Για να σε συναντήσω».

ΚΑΙΤΗ

Κάθισε εδώ κοντά μου, μου 'λειψες ξαφνικά / έτσι όπως πέφτει ο ήλιος, χτυπά η μοναξιά / Μείνε λιγάκι ακόμα, κάτι έχω να σου πω / να πάρει ο αέρας χρώμα, να πάρει ο αέρας χρώμα / Μείνε λιγάκι ακόμα, κάτι έχω να σου πω... Αχ για να γεννηθείς εσύ κι εγώ, για αυτό, για να σε συναντήσω / Για αυτό έγινε ο κόσμος, μάτια μου / για αυτό, για να σε συναντήσω...

Στο μεσαίο ορχηστρικό μέρος, στρέφει τα μάτια της πέρα και χαμογελά ονειροπόλα, η Βάσια την κοιτάζει με ένα αμυδρό μειδίαμα, και ύστερα συνεχίζει στο δεύτερο κουπλέ, φέρνοντας ξανά το μικρόφωνο κοντά στο στόμα της.

ΚΑΙΤΗ

Δεν έχει αρχή και τέλος, δεν έχει μέτρημα / θάλασσα που κυλάει αυτό το αίσθημα / Στο πιο βαθύ σκοτάδι, στη δυνατή βροχή / γιορτάζει η αγάπη, γιορτάζει η αγάπη / Της νύχτας το σκοτάδι φωτίζει το φιλί... Αχ για να γεννηθείς εσύ κι εγώ, για αυτό, για να σε συναντήσω / Για αυτό έγινε ο κόσμος, μάτια μου, για αυτό, για να σε συναντήσω/ Αχ για να γεννηθείς εσύ κι εγώ, για αυτό, για να σε συναντήσω/για αυτό έγινε ο κόσμος, μάτια μου, για αυτό, για να σε συναντήσω!

Τελειώνει την ερμηνεία της, και οι πελάτες από κάτω ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Η Καίτη υποκλίνεται κάθιστη, βάζοντας το δεξί της χέρι στο στήθος, κι ύστερα αλλάζει τα χαρτιά με τους στίχους στο φορητό αναλόγιο.

ΚΑΙΤΗ

Αχ, ρε Βασούλα, δεν ξέρεις πόσο θα 'θελα να 'ταν εδώ ο Πιέρρος να μ' ακούσει! Θα του το αφιέρωνα κιόλας... Του το 'χω πει ότι τραγουδάω, ελπίζω να 'ρθει όντως καμιά φορά!

ΒΑΣΙΑ

(πίνοντας μια γουλιά νερό)

Μακάρι, Καίτη! Θα ήθελα κι εγώ να τον γνωρίσω... Μου κίνησες την περιέργεια απ' όσα μου είπες!

ΚΑΙΤΗ

Ναι, μακάρι... Είναι ο πιο όμορφος άντρας του κόσμου, θα δεις, ο πιο υπέροχος! Τρελαίνομαι για κείνον, νομίζω ότι ζω ένα παραμύθι, αλήθεια...

CUT TO

8. ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ – ΜΕΡΑ

Ο Πότης και ο Τζανέτος βρίσκονται στο ένα μπαλκόνι του σπιτιού και καπνίζουν. Ο Τζανέτος μιλάει πρώτος, τινάζοντας την καύτρα.

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Πότη, πρέπει να σου μιλήσω επιτέλους... Τρεις μέρες τώρα το φυσάω και δεν κρυώνει...

ΠΟΤΗΣ

Τι έγινε ρε Τζανέτο; Τι έπαθες;

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Για τον προκομμένο τον γιο σου πρόκειται...

ΠΟΤΗΣ

Ποιόν απ' όλους;

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Τον Πιέρρο... Την Πέμπτη το απόγευμα, που είχα πάει να πάρω ένα φωτιστικό καινούριο στο Ηλεκτρόπολις, τον είδα με τη μηχανή, κι ήταν με γυναίκα...

ΠΟΤΗΣ

Γυναίκα; Ποια γυναίκα;

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Την Καίτη τη Μπεζαντάκου, την κόρη του άισκιου του ταβερνιάρη! Την είχε αγκαλιά και χαμουρεύονταν εκεί μες στον δρόμο...

ΠΟΤΗΣ

Τι; Τι είπες τώρα μόλις, ρε αδερφέ; Ο γιος μου... Από πού κι ως πού;

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Ρώτα τον! Ή μάλλον όχι, μην τον ρωτήσεις, τρίξ' του τα δόντια κατευθείαν να της δώσει φύλλο πορείας άμεσα... Δε θ' ατιμάσει τη γενιά του για το μουνάκι των τρισκατάρατων που πήγε να τον μπλέξει στα δίχτυα της!

ΠΟΤΗΣ

Πωπω ρε Τζανέτο... Πωπω, φωτιά που μ' άναψες! Δεν το γλυτώνω το εγκεφαλικό...

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Ψυχραιμία, Πότη! Κάνε εσύ το καθήκον σου, σαν πατέρας που είσαι, κι αν είναι άντρας σωστός και Τζαννετάκος ο μικρός, θα καταλάβει το ατόπημά του και θα το ξαποστείλει το τσουλί αύριο κιόλας, διαφορετικά ξέγραψέ τον από γιο σου...

Ο Τζανέτος σφίγγει τον έναν ώμο του Πότη, και τον αφήνει έπειτα μόνο του στη βεράντα. ΚΟΝΤΙΝΌ στο πρόσωπο του Πότη, που εξακολουθεί να καπνίζει βλοσυρός, ακουμπισμένος στο πέτρινο προστατευτικό τοιχίο.

9. ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ – ΜΕΡΑ

Ενώ ο Πότης στέκεται ακόμη γερμένος στο τοιχίο του μπαλκονιού, εμφανίζεται πίσω του ο Πιέρρος, και τον πλησιάζει.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Πατέρα, το φρούτο είναι έτοιμο, αν θες...

ΠΟΤΗΣ

(απότομα, στρεφόμενος προς το μέρος του)

Για έλα δω εσύ, κι ασ' τα φρούτα... Τι είναι αυτά μωρέ που μου 'πε ο θείος σου;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Τι σου 'πε δηλαδή;

ΠΟΤΗΣ

Ότι την Πέμπτη το απόγευμα, τώρα αντιπροχθές, που είχε πάει στο Ηλεκτρόπολις, σε είδε με τη μηχανή να γυρνάς απ' τον Γερολιμένα... Κι ήταν μαζί σου κι η κόρη αυτού του άισκιου, του Λεωνίδα του Μπεζαντάκου, την κράταγες λέει και φιλιόσασταν! Είναι αλήθεια; Μολόγα!

Ακούγοντας τα λόγια του πατέρα του, ο Πιέρρος χλομιάζει και χαμηλώνει το κεφάλι του. Ο Πότης εξακολουθεί πιο επιτατικά, γραπώνοντάς τον ξαφνικά από τα μπράτσα.

ΠΟΤΗΣ

Μίλα ρε, είναι αλήθεια; Μίλα, γαμώ το στανιό σου!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, είναι... Με την Καίτη ήμουνα, έχουμε σχέση...

ΠΟΤΗς

Έχετε σχέση; Ακούς τι μου λες, ρε; Σου κούνησε τον κώλο της η δράκαινα κι εσύ έτρεξες σαν ξελιγωμένο σκυλί, κρίμα το μπόι σου, λες και χαθήκαν απ' τον κόσμο οι γυναίκες;! Πουτάνα γενιά σαν τους Μπεζαντιάνους μόνο πουτάνες μπορεί να βγάλει!

Ο Πότης βηματίζει για λίγο πάνω κάτω νευρικά, και τέλος στρέφεται ξανά στον γιο του κουνώντας του το δάχτυλο.

ΠΟΤΗΣ

Θα σ' το πω μια φορά, κακομοίρη, μία φορά! Ή τη στέλνεις από κει που ήρθε, αν είσαι άντρας και σέβεσαι τη γενιά σου, ή, αλλιώς, μανιάτικη οχιά που σ' έφαγε! Το κατάλαβες; Χάσου απ' τα μάτια μου τώρα, γούδελο, ε, γούδελο!

Μετά τις απειλές που ξεστομίζει προς τον γιο του, ο Πότης χάνεται νευριασμένος στο εσωτερικό του σπιτιού, ενώ ο Πιέρρος παραμένει στο μπαλκόνι, σφίγγοντας τις γροθιές του δυνατά, και κατόπιν τις κοπανάει πάνω στο τοιχίο, παίρνοντας εκφράσεις θυμού, λύσσας και απελπισίας μαζί.

10. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΚΟΥΖΙΝΑ – ΜΕΡΑ

Το παλικάρι παίρνει ένα γυάλινο ποτήρι, ανοίγει τη βρύση του νεροχύτη με τα χέρια του να τρέμουν, το γεμίζει με νερό και το πίνει μονορούφι. Την επόμενη στιγμή, το ποτήρι τού φεύγει από τα χέρια, πέφτει στο πάτωμα και σπάει, κι η Φωτεινή έχοντας ακούσει τον ήχο ορμάει ανήσυχη δίπλα του, ενώ εκείνος έχει γονατίσει στο πάτωμα και προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια.

ΦΩΤΕΙΝΗ

Κορώνα μου, τι έπαθες; Αμάν! Γέμισε γυαλιά ο τόπος... Κάτσε, κάτσε μη μου κοπείς!

πιερροσ

Φύγε, μάνα, θα τα μαζέψω εγώ... Μη νοιάζεσαι...

Λέει, και η Φωτεινή βλέποντας την έκφρασή του, του χαϊδεύει τρυφερά τα μάγουλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ

Τι είναι, λεβέντη μου; Τι σου συμβαίνει, πες μου;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Τίποτα, μάνα, θα μου περάσει... Πάω να φέρω τη σκούπα και το φαράσι να μαζέψουμε τα γυαλιά...

Ο Πιέρρος σηκώνεται όρθιος, και μόλις απομακρύνεται λίγο, το ίδιο κάνει κι η Φωτεινή, με το βλέμμα της να είναι σοβαρό και γεμάτο έγνοια.

 Μαρία Παπαθεοδώρου