Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 5, σκηνές 11-20)

11. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΜΕΡΑ
Χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας, και ο Πιέρρος πηγαίνει να ανοίξει. Στο κατώφλι στέκεται ο ΠΕΤΡΟΣ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟΣ (27), ο συνονόματος πρώτος ξάδελφός του, γιος του Τζανέτου, και τα δύο ξαδέλφια ανταλλάσσουν μια παρωδία στρατιωτικού χαιρετισμού.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Χαιρετώ τον υπολοχαγό Τεθωρακισμένων Πέτρο Τζαννετάκο! Διατάξτε!

ΠΕΤΡΟΣ

Αντιχαιρετώ τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Πυροβολικού Πιέρρο Τζαννετάκο! Καλώς σε βρήκα, ξάδερφε!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι εγώ το ίδιο, ξαδερφούλη!

Οι δύο νέοι αγκαλιάζονται σφιχτά, χτυπώντας ο ένας τον άλλον στην πλάτη.

Πίσω τους έρχεται ο Τζανέτος, και μόλις χωρίζονται από το αγκάλιασμά τους, χαιρετάει τον γιο του πιάνοντάς τον από τους ώμους.

τζανετοσ

Καλώς το γαλόνι μου, τον συνεχιστή μου!

ΠΕΤΡΟΣ

Γειά σου, πατέρα! Όλα καλά; Πώς πάει το έργο σου;

ΤΖΑΝΕΤΟΣ

Μια χαρά πάει, κορώνα μου, ευελπιστώ ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα το έχω ολοκληρώσει και θα το έχω στείλει στην Αδούλωτη Μάνη για έκδοση... Κι ο πρώτος που θα πάρει αντίτυπο μετά από μένα είσαι εσύ, βεβαίως, ως γιος μου και νέος αξιωματικός του ένδοξου ελληνικού στρατού!

ΠΕΤΡΟΣ

Τιμή μου, αλήθεια! Ανυπομονώ να διαβάσω απ' την πένα σου για τον Δαβάκη, που τον είχα πρότυπο από μικρός... Παππού, καλώς σε βρήκα κι εσένα!

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

(σηκώνεται από την πολυθρόνα του και αγκαλιάζει τον εγγονό του)

Καλώς τον τον Πέτρο μου, καλώς τον! Τώρα συμπληρώθηκε η οικογένεια...

ΠΕΤΡΟΣ

Έτσι ακριβώς! Ανυπομονώ να δω και την Όλγα και ν' αγγίξω την κοιλίτσα της...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Έχω μια ιδέα, ρε! Αν θες, πάμε το βράδυ για ούζα στο Λιμένι, και λέμε και στην Όλγα να έρθει άμα θέλει! Τι λες;

ΠΕΤΡΟΣ

Μια χαρά! Λοιπόν, ξάδερφε, πάω τώρα να συγυριστώ, και μετά είσαι για ένα μπανάκι στον Διρό;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι ρε, αφού το 'παμε! Θα 'ρθει κι ο Λιάκος, πήρε άδεια κι αυτός από το συνεργείο δέκα μέρες...

ΠΕΤΡΟΣ

Τέλεια! Ο απόλυτος συγχρονισμός...

12. ΕΞ., ΛΙΜΕΝΙ/ΤΑΒΕΡΝΑ – ΝΥΧΤΑ

Ο Πιέρρος, ο Ηλίας και ο Πέτρος βρίσκονται σε μια ταβέρνα στο Λιμένι. Έχουν μπροστά τους ένα καραφάκι ούζο, ένα μεγάλο μπουκάλι νερό και τρία ποτήρια, τα οποία γεμίζει ο Ηλίας και τσουγκρίζουν.

ΗΛΙΑΣ

Άντε, στην υγειά μας, ρε ξάδερφε γαλονά! Καλώς ήρθες και καλά να περάσουμε!

ΠΕΤΡΟΣ

Να 'σαι καλά, ρε μάστορα! Υγεία!

ΠΙΕΡΡΟΣ

(αφού πιουν όλοι τους μια γουλιά ούζο)

Η Όλγα; Θα 'ρθει τελικά;

ΠΕΤΡΟΣ

Ναι, απλά είπε ότι θ' αργούσε λίγο... Α, να τηνε, κατά φωνή!

Προβάλλει λίγο μακρύτερα η Όλγα, και έρχεται προς το μέρος των αγοριών κουνώντας χαρούμενη του χέρι της. Ο Πέτρος σηκώνεται, και τα δυο αδέλφια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σταυρωτά.

ΟΛΓΑ

Πέτρο μου! Καλώς όρισες!

ΠΕΤΡΟΣ

(αγγίζοντας την κοιλιά της)

Καλώς σε βρήκα, Όλγα μου! Τι γίνεται, τι κάνει η μέλλουσα ανιψιά μου;

ΟΛΓΑ

Μια χαρά είναι η μέλλουσα ανιψιά σου! Έξι μηνών κιόλας... Σκέφτομαι να προτείνω στον Σταύρο να την πούμε Ευγενία, σαν τη μαμά...

ΠΕΤΡΟΣ

Ναι, πολύ καλή σκέψη! Θα χαιρόταν σίγουρα η μάνα μας ν' άκουγε το όνομά της... Ας όψεται η παλιαρρώστια!

Λέγοντας αυτά, ο Πέτρος ανοιγοκλείνει σφιχτά τα βλέφαρά του, κι η Όλγα τον φιλάει παρηγορητικά στο μάγουλο και του ανακατώνει τα μαλλιά.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Έλα, Όλγα, κάθισε! Μη στέκεσαι όρθια... Τη βασιλική σου φυλάξαμε!

ΟΛΓΑ

Σ' ευχαριστώ, Πιερράκο μου! Πήρατε ουζάκι βλέπω; Εγώ θα παραγγείλω μια πορτοκαλαδίτσα, έτσι να σας κάνω παρέα...

ΗΛΙΑΣ

Α, να τοι κι οι μεζέδες μας! Θα την ταΐσουμε καλά τη μπέμπα απόψε...

ΟΛΓΑ

(πίνοντας λίγο νερό)

Εννοείται αυτό! Άντε, αγοράκια μικρά, στην υγειά μας...

13. ΕΞ., ΛΙΜΕΝΙ/ΤΑΒΕΡΝΑ – ΝΥΧΤΑ

Τα τέσσερα ξαδέλφια τρώνε και πίνουν συζητώντας. Η Όλγα καταπίνει μια μπουκιά και απευθύνεται στον Πιέρρο.

ΟΛΓΑ

Μμ! Και για πες, Πιέρράκο, πήγατε Γύθειο της Μεταμορφώσεως, και; Τι κάνουν οι από κει, ο θείος σου ο Σταμάτης, η κυρία Νίκη, τα παιδιά τους;..

ΠΙΕΡΡΟΣ

Καλά είναι όλοι, δόξα τω Θεώ! Μου είχανε λείψει...

ΟΛΓΑ

Χαίρομαι! Τους αγαπώ πολύ αυτούς τους ανθρώπους κι ας τους ξέρω ελάχιστα...

ΗΛΙΑΣ

Ναι, περάσαμε τέλεια! Μόνο που μας έγιναν κολλιτσίδα το βράδυ στην ταβέρνα που πήγαμε ο Κούλης ο Καταβελάκος ο βουλευτής, αυτός ο βλάκας ο φίλος του πατέρα μου, με τη βλαμμένη τη γυναίκα του την Τασία και την ηλίθια την κόρη τους, τη Βούλα... Την προξενεύουν και στον Πιέρρο κιόλας, νομίζω!

ΟΛΓΑ

Ώπα, τι; Δεν είμαστε με τα καλά μας, που θα πάρει ο Πιέρρος το κάθε βούρλο με τον βολεμένο μπαμπά!

ΗΛΙΑΣ

Εμ, αυτό λέω κι εγώ...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Μην ανησυχείς, Όλγα, ο τι και να κάνουν ο Κούλης με την Τασία δεν πρόκειται να μου πασάρουνε την κόρη τους... Εγώ είμαι ήδη με μια κοπέλα, αν και δεν ξέρω για πόσο...

ΠΕΤΡΟΣ

Ώπα, κάτσε, ρε Πιερ, γιατί μας τα λες όλα τα νέα μαζεμένα! Κατ' αρχάς, ποια είναι αυτή η κοπέλα που είστε μαζί; Εσύ μέχρι χθες σ' αυτά ήσουνα να πούμε σαν τον απόστολο Πέτρο καλή ώρα που αρνιόταν ότι δεν ήξερε τον Χριστό!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι όμως, Πέτρο... Όλα άλλαξαν τώρα με την Καίτη, είμαι ερωτευμένος...

ΟΛΓΑ

Καίτη; Ποια Καίτη;.. Μη μου πεις ότι εννοείς την ανιψιά του Σταύρου!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, Όλγα, αυτήν εννοώ, την Καίτη τη Μπεζαντάκου... Αυτήν πρόλαβα κι ερωτεύτηκα και τα φτιάξαμε...

ΟΛΓΑ

Σοβαρά; Βρε συ, αυτά είναι υπέροχα νέα, ειλικρινά, κι ας με ξάφνιασες!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Υπέροχα;..

ΟΛΓΑ

Ναι, υπέροχα, και το πιστεύω αυτό που λέω! Την Καίτη τη γνώρισα κι είναι χρυσό κορίτσι, εκτός από πανέμορφο, σου ταιριάζει και της ταιριάζεις...

ΠΕΤΡΟΣ

Κάτσε, ρε Πιέρρο, Μπεζαντάκου τη λένε, είπες; Της γνωστής οικογενείας που λέγανε ο πατέρας μας κι ο θείος ο Πότης ότι τους το κρατάνε μανιάτικο και τέτοια;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, αυτηνής...

ΠΕΤΡΟΣ

Κι άμα ήξερε η κοπέλα για αυτά, πώς δέχτηκε να τα φτιάξετε; Δε φοβήθηκε;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δε φοβήθηκε, Πέτρο, όχι, γιατί δεν ξέρει τίποτα η Καίτη... Κι αυτό είναι το μόνο που με κάνει ν' ανησυχώ ενίοτε για μας και να νιώθω ένοχος...

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΛΑΝΟ στον Πιέρρο, ο οποίος κοιτάζει κατάματα τον ξάδελφό του και την ξαδέλφη του σοβαρός, κι εκείνοι του επιστρέφουν το βλέμμα προβληματισμένοι.

14. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη βάζει το κινητό της στο αυτί και τηλεφωνεί στον Πιέρρο. Τα μαλλιά της είναι λυτά και νωπά, καθώς έχει μόλις λουστεί.

ΚΑΙΤΗ

Μωρό μου! Τι κάνεις;

15. ΕΞ., ΠΟΡΤΟ ΚΑΓΙΟ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος με τον Πέτρο βρίσκονται στην παραλία του Πόρτο Κάγιο και κάθονται κάτω από μια ομπρέλα. Ο Πιέρρος έχει στο αυτί του το κινητό του και μιλάει με την Καίτη.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Αγάπη μου! Καλά είμαι, εσύ;

CROSSCUT ΠΙΕΡΡΟΣ & ΚΑΙΤΗ

ΚΑΙΤΗ

Καλά κι εγώ! Μόλις πριν λίγη ώρα γύρισα από μπάνιο με τα κορίτσια μου...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Α, ωραία! Κι εγώ παραλία είμαι τώρα, Πόρτο Κάγιο, με το ξαδερφάκι μου τον Πέτρο τον υπολοχαγό, τον αδελφό της καινούργιας θείας σου της Όλγας...

ΚΑΙΤΗ

Α, μάλιστα, κατάλαβα! Αντροπαρέα... Ελπίζω να μην ενοχλώ!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Εσύ; Ποτέ!

ΚΑΙΤΗ

Χαίρομαι! Που λες, πήρα γιατί ήθελα να σου πω μήπως έχεις διάθεση να βγούμε μαζί το απόγευμα...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Και το ρωτάς; Αλίμονο αν δεν είχα!

ΚΑΙΤΗ

Τέλεια! Γιατί κι εγώ θέλω πολύ να σε δω...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι εγώ... Πού λες να πάμε;

ΚΑΙΤΗ

Μμμ... Στο Spilious θα έλεγα, να δούμε και τον ήλιο να δύει στον Μεσσηνιακό κόλπο, και μετά βραδιάζοντας να κατηφορίσουμε στην Αρεόπολη...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Οκέι, συμφωνώ απόλυτα! Είναι ειδυλλιακό το ηλιοβασίλεμα απ' το Spilious, και άμα το δω μαζί σου θα είναι ακόμη πιο όμορφο...

ΚΑΙΤΗ

Και για μένα το ίδιο! Οπότε θα σε περιμένω κατά τις 7, στην Ανδρεάκου, λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι μου... Κοντά στο εκκλησάκι τους Αγίους Αποστόλους...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Εντάξει, το 'χω! Γίνε όμορφη...

ΚΑΙΤΗ

Κι εσύ... Σ' αγαπώ!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι εγώ σ' αγαπώ... Φιλιά!

ΚΑΙΤΗ

Φιλιά...

Ο Πιέρρος κλείνει το κινητό, και μένει για μια στιγμή αφηρημένος χαμογελώντας.

ΠΕΤΡΟΣ

Τι έγινε, γιατρέ; Η καλή σου ήταν;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Πουλιά στον αέρα πιάνεις, κύριε υπολοχαγέ! Ναι, η καλή μου ήταν, μου ζήτησε να βγούμε το βράδυ...

ΠΕΤΡΟΣ

Προχωράτε δηλαδή, κανονικά;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, ρε Πέτρο! Προχωράω κι ο τι γίνει...

ΠΕΤΡΟΣ

(χτυπώντας τον ενθαρρυντικά στον ώμο)

Να προχωρήσεις, ρε Πιέρρε, κι εγώ μαζί σου επίσης, σαν τον Λιάκο! Άντε, πάμε για βούτα, αρκετά ψηθήκαμε...

16. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΣΤΑΥΡΟΥ & ΟΛΓΑΣ – ΝΥΧΤΑ

Ο Σταύρος και η Όλγα κάθονται απέναντι ο ένας στον άλλον στον καναπέ του σαλονιού τους. Εκείνος πίνει κρασί σ' ένα μικρό ποτήρι, και ακούει την Όλγα να του μιλάει, πριν το αφήσει στο τραπεζάκι μπροστά τους και απαντήσει.

ΣΤΑΥΡΟΣ

Ώστε, λοιπόν, το αγόρι μας τα 'χει με την ανιψιά μου τη μεγάλη;

ΟΛΓΑ

Ναι, αγάπη μου, έχουνε σχέση τα παιδιά εδώ και καμιά δεκαπενταριά μέρες... Κι απ' ο τι μας είπε ο Πιέρρος, συμπεραίνω ότι είναι ήδη πολύ ερωτευμένος με την Καίτη...

Ο Σταύρος μένει για λίγο σιωπηλός, παίρνει ξανά στα χέρια το ποτήρι του, το κουνάει ελαφρά και αναδεύει το ποτό μέσα του.

ΟΛΓΑ

Πες κι εσύ κάτι, Σταύρο μου... Πώς το βλέπεις, θα τα καταφέρουνε;

ΣΤΑΥΡΟΣ

(αναστενάζει σιγανά, πίνοντας άλλη μια γουλιά από το κρασί του)

Τι να πω κι εγώ, βρε Ολγάκι; Σ' άλλη περίπτωση θα πετούσα απ' τη χαρά μου, αλλά αυτή η καταραμένη η έχθρα των γονιών τους, δεν ξέρω, ρε γαμώτο...

ΟΛΓΑ

Κι η Καιτούλα μας δεν ξέρει τίποτα... Πώς το αντέχει κι αυτός να της το κρύβει; Να μου πεις, σάμπως έχει καμιά σημασία ένα γερασμένο παλιομίσος που ζέχνει απ' τη σαπίλα μπροστά στον έρωτα δυο νέων παιδιών, που είναι φρέσκος και δροσερός σαν το νεράκι και μοσχοβολά σαν λουλούδι; Συγγνώμη, με πιάσανε οι ευαισθησίες μου, φταίνε κι αυτές οι ορμόνες...

ΣΤΑΥΡΟΣ

Καλά κάνεις και σε πιάνουνε, κι εγώ το ίδιο νιώθω, γιατί δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα απ' το να αγαπιούνται έτσι αγνά ένα παλικάρι δυο μέτρα και μια κοπέλα όμορφη σαν νεράιδα, και παιδιά διαμάντια και τα δυο! Εγώ θα τους στηρίξω πάντως από τώρα, κι ας είναι η σχέση τους στα σπάργανα ουσιαστικά, κι άμα είναι να ωριμάσει, βλέπουμε...

ΟΛΓΑ

Κι εγώ θα τα στηρίξω τα παιδιά μας, με όποιο κόστος! Πρώτος μου ξάδελφος είναι άλλωστε ο Πιέρρος, κι η Καίτη έχει γίνει πλέον και δικιά μου ανιψιά μετά τον γάμο μας...

ΣΤΑΥΡΟΣ

Είσαι η καλύτερη γυναίκα του κόσμου, αληθινή Μανιάτισσα! Άξιζε πραγματικά που σε παντρεύτηκα...

17. ΕΞ., SPILIOUS CAFÉ BAR – ΔΕΙΛΙΝΟ

Ο Πιέρρος και η Καίτη βρίσκονται στο Spilious café bar, καθισμένοι δίπλα δίπλα σε δυο καρέκλες, ενώ στο τραπέζι τους υπάρχει μια μισοτελειωμένη πιατέλα βαφλάκια με παγωτό και δύο άδεια γυάλινα ποτήρια, που το ένα περιείχε καφέ και το άλλο μιλκσέικ σοκολάτα. Η ώρα έχει περάσει, και ο ήλιος δύει στον Μεσσηνιακό κόλπο. Η Καίτη έχει γείρει προς το μέρος του Πιέρρου, μισοξαπλώνοντας στην καρέκλα της, με εκείνον να την έχει αγκαλιάσει, και παρακολουθούν μαζί το ηλιοβασίλεμα.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δε θέλω να σε χάσω ποτέ, Καίτη... Ποτέ και για κανέναν λόγο!

ΚΑΙΤΗ

Ούτε εγώ... Αλλά τι ανασφάλεια σ' έπιασε τώρα ξαφνικά, βρε Πιέρρο;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δεν ξέρω... Ίσως φταίει που είμαι τόσο πολύ ερωτευμένος μαζί σου, αθεράπευτα...

ΚΑΙΤΗ

(χαμογελώντας με νάζι)

Είσαι;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Είμαι... Είμαι και θα είμαι για πάντα! Και μακάρι να είσαι εσύ η μόνη γυναίκα στη ζωή μου, αλήθεια...

Ο Πιέρρος ολοκληρώνει τον λόγο του, κι ύστερα σκύβει και αφού παραμερίσει τα μαλλιά της τη φιλάει στον λαιμό της, ενώ η Καίτη την ώρα που δέχεται τα φιλιά του γέρνει προς τα πίσω το κεφάλι της κλείνοντας τα μάτια, λυγίζει το χέρι της προς τα πίσω σε ορθή γωνία και το τυλίγει γύρω από τον δικό του λαιμό.

18. ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ – ΝΥΧΤΑ

Πιασμένοι χέρι με χέρι, ο Πιέρρος και η Καίτη φεύγουν από το Spilious και κατηφορίζουν προς την Αρεόπολη. Περπατούν την οδό Ανδρεάκου, βγαίνουν στην πλατεία 17ης Μαρτίου, και στέκονται σε μια κόγχη του ναού των Ταξιαρχών. Ο Πιέρρος ακουμπά την πλάτη του στον τοίχο, αγκαλιάζονται κι αρχίζουν να φιλιούνται με πάθος.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Σ' αγαπώ, Καίτη... Σ' αγαπάω πολύ!

ΚΑΙΤΗ

Κι εγώ το ίδιο σ' αγαπώ, Πιέρρο... Πολύ, παρά πολύ!

Συνεχίζουν τα φιλιά με τον ίδιο τρόπο, και η Καίτη με μισή στροφή κολλάει τώρα τη δική της πλάτη στον τοίχο της εκκλησίας. Κατόπιν, χωρίζονται για μια στιγμή ξέπνοοι, και καθώς ανασαίνουν γρήγορα ο ένας κοντά στον άλλον, με κοντινό στο πρόσωπο της κοπέλας βλέπουμε τα μάτια της να λαμπυρίζουν υγρά στο μισοσκόταδο, καθώς του ψιθυρίζει θερμά

ΚΑΙΤΗ

Αγάπη μου...

J CUT

19. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ - ΜΕΡΑ

Το επόμενο πρωί, η Χρυσούλα και ο Λεωνίδας βρίσκονται στην κουζίνα του σπιτιού. Εκείνος κάθεται, ενώ η γυναίκα του είναι όρθια και του μιλάει με έντονο τρόπο.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Την είδα, Λεωνίδα, τους είδα μαζί, σου λέω! Η κόρη μας ήταν, μ' αυτόν τον τζιτζιλόμη τον γιο του κοινοτάρχη τον γιατρό, που κακό χρόνο να 'χει, τον Πιέρρο, πώς τον λένε...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Ρε Χρυσούλα, είσαι σίγουρη; Μιλάς σοβαρά;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Αν είμαι, λέει! Το μάτι μου κόβει, δόξα τω Θεώ, που να μην έκοβε δηλαδή μ' αυτά τα αίσχη... Περπάταγαν αγκαλιαστά, σου λέω, ζευγαράκι κανονικότατο...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

(στριφογυρίζοντας στη θέση του)

Ρε τι πάθαμε... Ρε τι πάθαμε στα καλά καθούμενα! Θα τη λιανίσω την Καίτη, μα τον Θεό, κομμάτια θα την κάνω!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

(off)

Αμ, έπρεπε να τους τα'χεις πει, άντρα μου, και στις δυο, να ξέρουν! Κακώς κάναμε και τους το κρύβαμε τόσα χρόνια, γιατί λογιάζαμε πως ήταν θηλυκά...

Την ίδια ώρα, η Καίτη έρχεται προς την κουζίνα. Ακούει τα τελευταία λόγια της μητέρας της, κι αφού κοντοσταθεί για μια στιγμή παραξενευμένη, μπαίνει μέσα. Μόλις τη βλέπει, η Χρυσούλα σταματάει την ομιλία της απότομα, και μαζί με τον Λεωνίδα στρέφουν το βλέμμα τους πάνω της με τρόπο που φανερώνει αυστηρότητα και επίκριση.

ΚΑΙΤΗ

Καλημέρα...

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

(χαμηλόφωνα)

Κακή, ψυχρή κι ανάποδη...

καιτη

...Σας άκουσα τυχαία που συζητάγατε... Τι θα έπρεπε να ξέρουμε εγώ κι η Έλενα, μαμά, που κακώς μας κρύβατε τόσα χρόνια;

λεωνιδασ

Τι θα 'πρεπε να ξέρετε; Ότι κάποιους καραγκιόζηδες που λέγονται Τζαννετιάνοι, κυρά μου, δεν τους πλησιάζουμε ούτε στα χίλια μέτρα...

ΚΑΙΤΗ

Ορίστε; Τι σημαίνει αυτό τώρα, γιατί μου το λες;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Γιατί ένα πουλάκι που λέγεται μάνα σου μού μήνυσε ότι χθες το βράδυ σε είδε να τριγυρνάς με τον γιατρό, τον γιο του κοινοτάρχη...

ΚΑΙΤΗ

Τον Πιέρρο τον Τζαννετάκο λες; Ναι, κι αν ήμουνα μαζί του, τι; Πού το κακό;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Πού είναι; Αυτός είν' το κακό, μωρή, αυτός και όλη η γενιά του! Οι άισκιοι, οι εχθροί μας...

ΚΑΙΤΗ

Εχθροί; Τι εχθροί; Τι λέτε;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Αυτό που ακούς! Πόλεμο έχουμε με τους Τζαννετιάνους εδώ κι έξι γενιές μαζί με τη δική σου... Κι εσύ πας και τραβιέσαι μ' έναν από δαύτους! Αλλά δε φταις μόνο εσύ, φταίω κι εγώ που δεν άνοιξα το ρημάδι το στόμα μου όταν έπρεπε...

ΚΑΙΤΗ

Εγώ...

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Εσύ να βγάλεις τον σκασμό! Και θα λογαριαστούμε αργότερα για τις πομπές σου... Πάμε, Λεωνίδα!

Οι γονείς της βγαίνουν από την κουζίνα, ενώ η Καίτη έχει μείνει καρφωμένη στη θέση της, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που άκουσε.

20. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΑΥΛΗ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα στην εσωτερική αυλή του πατρικού της, δίπλα σε ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με μουσαμά, και δείχνει μελαγχολική και στεναχωρημένη. Η κυρά Κατέρω την πλησιάζει ανύποπτη.

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Έτοιμες οι λειτουργιές μας, ξεκουράζονται, να φουσκώσουσι... Σ' ευχαριστού που με βοήθησες, γραμμάτιο μου, η Παναγία να σ' έχει καλά να το κάμεις και του χρόνου...

(παρατηρώντας την έκφρασή της, της χαϊδεύει απαλά το κεφάλι)

Καιτούλα μου; Είσαι καλά, νεράιδα μου; Γιατί σουννέφιασες έτσα;

ΚΑΙΤΗ

(στρέφεται και την κοιτάζει)

Γιαγιά... Κάτσε, σε παρακαλώ, θέλω να σου μιλήσω...

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Καλά, κορώνι μου, κάθομαι. Πες μου, άνοιξέ μου την καρδία σου...

ΚΑΙΤΗ

(μετά από μια στιγμή σιωπής, αφού μπλέξει και ξεμπλέξει τα δάχτυλα των χεριών της και πάρει μια βαθιά ανάσα)

Άκουσα... ότι οι Τζαννετιάνοι είναι εχθροί μας, εδώ και πάρα πολλά χρόνια... Γιατί; Τι συνέβη;

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

(συνοφρυώνεται)

Ποιος σ' το 'πε αυτό, νεράιδα μου; Πού τ' αγροίκησες;

ΚΑΙΤΗ

Απ' τους γονείς μου, τη μάνα μου πρώτα και κατόπιν τον πατέρα μου... Και ξέρω ότι δε θα είχαν λόγο να πούνε ψέματα για κάτι τόσο σοβαρό... Είναι αλήθεια, γιαγιά; Πες μου, εξήγησέ μου, θέλω να τα μάθω όλα!

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Αλήθεια είναι, δυχατέρα, πιο αλήθεια δε γίνεται... Κι αφού μου το ζητάς, θα σ' τα πω όλα, ο τι ξέρου, κι ας μου συγχωρέσει ο Θεός το κρίμα που θα πιάσω ξανά στο στόμα μου τέτοιες καταραμένες ιστορίες...

Η κυρά Κατέρω πιάνει τον σταυρό που φοράει και κοιτάζει ψηλά, ενώ η Καίτη κρέμεται με αγωνία από τα χείλη της.

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Την πλαγιά με τις ελίες που τρυγάει ο θείος σου ο Δημήτρης τη θυμάσαι;

ΚΑΙΤΗ

Ναι, τη θυμάμαι, μας έπαιρνε μικρές και μας πήγαινε με το αγροτικό...

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Ε, γιαμά, κάποτες η μισή ανήκε στον προπροπροπαππούλη σου τον Λεωνίδα... Μέχρι που τότε, στα 1906, πάνε εκατό και δέκα χρόνια, την ορέχτηκε ο Τζανέτος ο Τζαννετάκος, ο προπροπάππους του κοινοτάρχη μας, τον έσουρε στα δικαστήρια στην Καλαμάτα με ψευτομαρτύρους και του τηνε πήρε... Μα ετούτος δεν την άφησε να περάσει έτσα τέτοια αδικία που του έγινε, κι άνοιξε στους Τζαννετιάνους πόλεμο...

ΚΑΙΤΗ

Και; Τι έγινε;

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Τι να γενεί, γραμμάτιο μου! Χιούθηκε γαίμα, τέσσερις αθρώποι χάθηκα... Φόνεψε πρώτος ο Λεωνίδας τον Τζανέτο που 'τανε πια οχτρός του, μετά οι Τζαννετιάνοι τού χάλασαν τον πιο μεγάλο του τον γκρα, τον Αλέκο, ύστερα, πάλι, ο καφός του, ο Κωνσταντής ο Μπεζαντάκος, σκότωσε στα Μανιάτικα τον έναν υγιό του Τζανέτου για να γδικιωθεί τον ανιψιό του κι έκαμε φυλακή για αυτό, και μετά, ο προπροπαππούλης σου ο Νικήτας ο Αμερικάνος, σαν γύρισε στη Μάνη μετά το '30, τονε βρήκασι νεκρό μια μέρα στα χτήματά του από βόλι... Ασ' τα, δυχατέρα, ασ' τα, και δε μπορού να μιλώ για αυτά, πονεί η ψυχή μου!

ΚΑΙΤΗ

(ξεψυχισμένα, κάνοντας να σηκωθεί)

Θα... θα πάω πάνω...

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

(βλέποντάς την να τρεκλίζει και να πιάνεται από το μπράτσο της καρέκλας)

Κορώνι μου, τι έχεις; Εσύ πάνιασες!

ΚΑΙΤΗ

Τίποτα, γιαγιά μου, άσε με...

Η Καίτη ορμάει κι αρχίζει να ανεβαίνει τρέχοντας την εξωτερική σκάλα, ενώ η κυρά Κατέρω σταυροκοπιέται έκπληκτη.

Μαρία Παπαθεοδώρου