Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 5, σκηνές 21-30)

21. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη, παραπαίοντας, εισβάλλει στο δωμάτιο το δικό της και της Έλενας, και εκεί στέκεται, κοντανασαίνοντας από το στόμα, ενώ ακουμπάει το χέρι της στο μέτωπό της. Έπειτα στηρίζει την πλάτη της στον έναν τοίχο, γέρνει ελαφρά προς τα πίσω το κεφάλι της, κλείνει σφιχτά τα μάτια και πιέζει με τα δάχτυλα τα μηνίγγια της, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να συγκρατήσει δύο δάκρυα, που κυλούν ένα στο κάθε της μάγουλο, και κατόπιν γλιστράει αργά το σώμα της προς τα κάτω στον τοίχο και κάθεται στο πάτωμα, με τα γόνατα λυγισμένα. Εκεί πια, σκύβει απότομα το κεφάλι της, κρύβει το πρόσωπό της στις παλάμες της κι αρχίζει να κλαίει, με τους λυγμούς να την τραντάζουν.

22. ΕΞ., ΒΑΘΕΙΑ – ΜΕΡΑ

Σκηνή ονείρου, χρωματισμός μουντός. Η Καίτη στέκεται μέσα σε ένα ερημωμένο πυργόσπιτο και στο δεξί της χέρι, το οποίο κρύβει πίσω από την πλάτη της, κρατάει ένα πιστόλι και τρέμει, ενώ ο αέρας συρίζει και της φέρνει τα μαλλιά στο πρόσωπο. Εμφανίζεται ο Πιέρρος, την πλησιάζει και ανοίγει τα χέρια του, θέλοντας να την αγκαλιάσει. «Καίτη...» την προσφωνεί, και τότε η κοπέλα κάνει πίσω ένα δυο βήματα, τρέμοντας ακόμη περισσότερο και με τα μάτια της εμφανώς δακρυσμένα. Το παλικάρι την πλησιάζει κι άλλο, και την επόμενη στιγμή εκείνη βγάζει αργά το χέρι της και αποκαλύπτει το πιστόλι ενώ πλέον δάκρυα στάζουν από τα μάτια της. Στη θέα του όπλου, ο Πιέρρος μένει άναυδος και παγώνει, κοιτώντας την έντρομος, και η Καίτη υψώνει το πιστόλι, το χουφτιάζει και με τα δυο της χέρια και φέρνει τους δείχτες της στη σκανδάλη.

SMASH CUT

23. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ – ΝΥΧΤΑ

Η Καίτη πετάγεται από τον εφιάλτη της με μια πνιχτή κραυγή, ιδρωμένη και ανασαίνοντας γρήγορα, ενώ ακούμε για ελάχιστα δευτερόλεπτα τον σφυγμό της που σφυροκοπάει, καθώς πασχίζει να πάρει βαθιές ανάσες. Μόλις η σωματική της ένταση καταλαγιάζει λίγο, από τα μάτια της πέφτουνε δάκρυα και σταλάζουνε στο στήθος της και το φανελάκι της πυτζάμας της, καθώς παραληρεί.

ΚΑΙΤΗ

Όχι, Πιέρρο μου, ποτέ! Ποτέ δε θα σε σκότωνα εγώ, αγάπη μου, ποτέ, μωρό μου, ποτέ...

Σηκώνεται από το κρεβάτι της αρπάζοντας το κινητό της και βγαίνει στο μπαλκόνι, με τα μπράτσα της διπλωμένα γύρω από το στήθος της σαν να κρυώνει. Ανοίγει την οθόνη του κινητού της και παρατηρεί τη φωτογραφία που είχαν βγάλει μαζί στη Βάθεια, το πρόσωπό της συσπάται, ακουμπά το μέτωπο της στο ένα της χέρι, που το έχει στηρίξει στα κάγκελα λυγίζοντας τον αγκώνα της, και αφήνει δυο τρία βουβά αναφιλητά. Κατόπιν, σκουπίζει βιαστικά τα μάτια της με την παλάμη της, βρίσκει την επαφή "Πιέρρος" στο κινητό της και καλεί, βάζοντάς το στο αυτί της. Ακούγεται το «τουτ-τουτ» της αναμονής.

L-CUT

24. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΝΥΧΤΑ

Ο Πιέρρος βλέπει στο κινητό του να τον καλεί η Καίτη. Παραξενευμένος από την ώρα, που το ρολόι του τηλεφώνου δείχνει ότι είναι περασμένες 12 τα μεσάνυχτα, πατάει τελικά το πράσινο κουμπί της κλήσης και το βάζει στο αυτί του.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Μωρό μου! Τι έγινε, είσαι καλά;

CROSSCUT ΠΙΕΡΡΟΣ & ΚΑΙΤΗ

ΚΑΙΤΗ

(δαγκώνοντας τα χείλη της για να μην κλάψει)

Όχι... Όχι, δεν είμαι καλά... Πρέπει να σε δω, να μιλήσουμε, τώρα κιόλας αν γίνεται, είναι ανάγκη...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Καίτη, με τρομάζεις... Τι έχεις;

ΚΑΙΤΗ

Σε παρακαλώ, Πιέρρο, πες μου! Πες μου ότι μπορείς...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Μπορώ... Μπορώ, οκέι... Σε δέκα λεπτά στην Αθανάτων...

Ο Πιέρρος κλείνει το τηλέφωνο, και αφήνοντάς το κάτω, κοιτάζει γύρω με έκφραση ανήσυχη, φέρνοντας τη γροθιά του μπροστά στο στόμα του.

25. ΕΞ., ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΘΑΝΑΤΩΝ – ΝΥΧΤΑ

Η Καίτη φτάνει στην Πλατεία Αθανάτων και ψάχνει τριγύρω με το βλέμμα της, ενώ σύντομα από την αντίθετη κατεύθυνση εμφανίζεται κι ο Πιέρρος. Έρχεται με μεγάλους διασκελισμούς προς το μέρος της, τη φιλάει στο στόμα, και κατόπιν της χαϊδεύει απαλά με τους αντίχειρές του τα μάγουλα, καθώς της μιλάει, και η Καίτη του γραπώνει τους καρπούς των χεριών του με τα δάχτυλά της και τον κοιτάζει με μάτια θαμπά από τα δάκρυα που συγκρατεί.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Αγάπη μου, τι έχεις; Φαίνεσαι χάλια! Έλα να καθίσουμε, έλα... Έλα δω...

Την αγκαλιάζει από τη μέση, δίνοντάς της ένα φιλί στον κρόταφο, και τη φέρνει σ' ένα πεζούλι γύρω από το ηρώο. Εκεί κάθονται και οι δυο, και ο Πιέρρος βαστάει τα χέρια της Καίτης μέσα στα δικά του.

ΚΑΙΤΗ

Έμαθα κάτι φοβερό, Πιέρρο...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Δηλαδή; Τι έμαθες;

ΚΑΙΤΗ

Ότι εσύ κι εγώ... έπρεπε κανονικά να 'μαστε εχθροί, να μισιόμαστε...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Να μισιόμαστε; Τι είναι αυτά που λες; Κοίτα με, σε παρακαλώ!

Λέγοντας αυτά, ο Πιέρρος έχει πιάσει τώρα την Καίτη από τα μπράτσα της, ενώ εκείνη ρουφάει τη μύτη της και αποστρέφει το κεφάλι της. Με το που τελειώσει, ωστόσο, τη φράση του, το γυρνάει απότομα και του επιτίθεται λεκτικά.

ΚΑΙΤΗ

Ήξερες... Οι κουβέντες μας, οι αντιδράσεις σου, στη Βάθεια και μετά στο Spilious... Το γνώριζες, έτσι; Τα γνώριζες όλα! Πες μου το, χτύπα με κι εσύ όσο μπορείς! Ήξερες;

ΠΙΕΡΡΟΣ

(αναστενάζοντας βουβά)

Ναι... Ναι, ήξερα, από παιδί κιόλας...

ΚΑΙΤΗ

Τότε γιατί; Γιατί όλα αυτά;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Καίτη...

ΚΑΙΤΗ

Σταμάτα, άσε με! Άσε με, σου λέω, παράτα με...

Η Καίτη φωνάζει αυτά τα λόγια, και τον απωθεί, ο Πιέρρος προσπαθεί να την αγκαλιάσει. Τελικά, η κοπέλα υποκύπτει, και πέφτει στο στέρνο του κλαίγοντας, ενώ ο νεαρός γιατρός της χαϊδεύει τα μαλλιά και τη φιλάει στο κεφάλι. Κάποιοι περαστικοί τους κοιτούν περίεργα, και μόλις το κλάμα της ηρεμεί, της μιλάει ξανά μαλακά, κρατώντας την διαρκώς στην αγκαλιά του.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Πώς το 'μαθες; Πες μου...

ΚΑΙΤΗ

Η μάνα μου... Μας είδε χθες μαζί, την άκουσα σήμερα το πρωί να μιλάει στον πατέρα μου και να του λέει ότι έπρεπε κάτι να ξέρουμε εγώ κι η Έλενα, και όταν τους ρώτησα μου είπαν ότι με το σόι σου έχουμε πόλεμο εδώ κι έξι γενιές μαζί με τη δική μας... Κι ύστερα έβαλα κάτω τη γιαγιά και μου είπε όλη την ιστορία...

Σιωπή. Η Καίτη σκουπίζει τα μάτια της, και ο Πιέρρος ρίχνει το βλέμμα του χαμηλά.

ΚΑΙΤΗ

Τι θ' απογίνουμε τώρα, Πιέρρο, πες μου; Δε θέλω να σε χάσω, σ' αγαπάω, γαμώτο, σ' αγαπώ τόσο πολύ!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι εγώ σ' αγαπάω, Καίτη, και δε θέλω να σε χάσω! Όμως έτσι που ήρθανε τα πράγματα, ίσως... ίσως είναι καλύτερα στο εξής να μη βλεπόμαστε, από κοντά τουλάχιστον, γιατί και οι δικοί μου δυστυχώς κάτι μυρίστηκαν...

ΚΑΙΤΗ

Τι; Όχι, με τίποτα!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Το ξέρω, σε πονάει, κι εγώ ο ίδιος που σ' το λέω πονάω, πονάω πολύ και το ξέρεις... Για λίγο θα 'ναι, όμως, για να μην έχουμε μπλεξίματα, και μετά θα βρούμε έναν τρόπο, μακριά απ' την Αρεόπολη πλέον... Κάνε υπομονή, εντάξει; Ο τι θα κάνω κι εγώ μαζί σου!

ΚΑΙΤΗ

Εντάξει, θα κάνω... Σ' αγαπώ!

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κι εγώ...

Το νεαρό ζευγάρι αγκαλιάζεται σφιχτά και φιλιέται στο στόμα με λαχτάρα. Έπειτα, ανοίγουν τα μάτια τους και αλληλοκοιτάζονται βουρκωμένοι, ενώ ακουμπούν ελαφρά τα μέτωπά τους και δίνουν ο ένας στον άλλο ένα χάδι στα μάγουλα.

26. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ – ΝΥΧΤΑ

Ο Λεωνίδας και η Χρυσούλα έχουν γυρίσει από την ταβέρνα σπίτι, και βρίσκονται στην κουζίνα. Το ρολόι τοίχου δείχνει 1.Την επόμενη στιγμή, ακούγονται τα ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΙΤΗΣ (off) έξω από την κουζίνα. Η κοπέλα εμφανίζεται στην πόρτα, και βλέποντας τους γονείς της εκεί, σαστίζει.

ΚΑΙΤΗ

Μπαμπά, μαμά; Γυρίσατε κιόλας;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Κιόλας; Ξέρεις τι ώρα είναι, μωρή; Ε; Μία! Πού τριγυρνάς έτσι απονύχτερη;

ΚΑΙΤΗ

Πουθενά...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

(αρπάζοντάς την απ' το μπράτσο)

Έλα δω, μωρή! Πού ξεπορτίζεις, λέγε!

ΚΑΙΤΗ

Μπαμπά, τι κάνεις; Άσε με...

λεωνιδασ

(αρπάζει την Καίτη και με τα δύο χέρια και την ταρακουνάει βίαια)

Μίλα, μωρή! Με ποιον ήσουνα, με τον Τζαννετάκο; Λέγε, γαμώ την πουτάνα μου, μολόγα!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Λεωνίδα, πιο σιγά! Θα ξυπνήσει η κυρά Κατέρω από κάτω και θα 'χουμε να δίνουμε εξηγήσεις...

ΚΑΙΤΗ

Ναι, ήμουνα με τον Πιέρρο...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Θα σε σκοτώσω, μωρή! Θα σε πνίξω!

Εκτός εαυτού, ο πατέρας της πιάνει την Καίτη από τον λαιμό και την κολλάει στον τοίχο. Η ανάσα της κοπέλας δυσχεραίνει, κόβεται, αλλά με μια κίνηση καταφέρνει να τον σπρώξει μακριά της, και στηρίζεται στο τραπέζι βήχοντας και προσπαθώντας να αναπνεύσει, ενώ η Χρυσούλα πιάνει τον Λεωνίδα.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Τι κάνεις, χριστιανέ μου, στριλαπάρθηκες; Θες να μας γράψουν τα κανάλια;

ΚΑΙΤΗ

(στρέφει το βλέμμα της πάνω στον Λεωνίδα, κατηγορητικά)

Ο τι και να μου κάνεις, εγώ δεν πρόκειται να μετανιώσω για τίποτα... Τον Πιέρρο τον αγαπάω, μ' αγαπάει κι αυτός, και δε θα σας αφήσω να διαλύσετε τη σχέση μας με τις απαρχαιωμένες μαλακίες σας περί έχθρας! Α!

Πριν τελειώσει η Καίτη τα λόγια της, ο Λεωνίδας σηκώνει ξαφνικά το χέρι του και τη χαστουκίζει με δύναμη στο ένα μάγουλο, και αμέσως μετά τρεκλίζει και κάθεται σε μια καρέκλα, στηρίζοντας τα χέρια του στο τραπέζι και πάνω τους το κεφάλι του. Ταυτόχρονα, η Χρυσούλα αρπάζει την κόρη της από τα μαλλιά και τη βρίζει.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Πώς μιλάς έτσι, μωρή; Βρομοθήλυκο! Πιπέρι κόκκινο θα σου βάλω, ζεματιστό νερό θα σε βάλω να πιεις, να καεί η γλωσσάρα σου, να βγάλει φλύκταινες, και μετά θα σου ξεριζώσω τρίχα τρίχα το μαλλί και θα σ' το δώσω να το φας! Πρόστυχη, ντώσα, που έφτυσα αίμα για να σε σπουδάσω κιόλας μαζί με τον πατέρα σου, κι αυτό είναι το ευχαριστώ σου!

ΕΛΕΝΑ

Τι γίνεται, τι πάθατε; Μαμά, γιατί ουρλιάζεις;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Σκάσε κι εσύ, μωρή σιγανοπαπαδιά! Ώρες είναι να μας πεις ότι κάνεις πλάτες στην ξετσίπωτη την αδερφή σου!

ΕΛΕΝΑ

Τι λες, μπαμπά, ποιες πλάτες; Καίτη, τι συμβαίνει; Πες μου!

ΚΑΙΤΗ

Πάμε μέσα, Λενάκι. Πάμε για ύπνο, έλα...

ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Ναι, πρόσεξέ τηνε μην πάθει τίποτα, την άτιμη!

27. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΝΥΧΤΑ

Αγκαλιασμένες από τη μέση οι δύο αδελφές, με τη μεγάλη να πνίγει ήδη τα αναφιλητά της και τη μικρή να την κοιτάζει ανήσυχη, μπαίνουν στο δωμάτιό τους, κι εκεί η Καίτη πέφτει στο κρεβάτι της και κρύβει το πρόσωπό της στα μαξιλάρια κλαίγοντας, ενώ η Έλενα τής χαϊδεύει αμίλητη την πλάτη, αμήχανα, δείχνοντας πολύ στεναχωρημένη.

ΕΛΕΝΑ

Καίτη μου, τι έγινε; Γιατί μαλώσατε με τη μαμά και τον μπαμπά; Πες μου, θα είμαι τάφος! Δε μπορώ να σε βλέπω έτσι...

ΚΑΙΤΗ

(ψιθυριστά, αφήνοντας το μαξιλάρι και στρέφοντας το βλέμμα της προς την αδελφή της)

Έλενα... Ο Πιέρρος...

ΕΛΕΝΑ

Ο Πιέρρος τι; Για αυτό σε μάλωσαν;

ΚΑΙΤΗ

Ναι... Γιατί δε θα 'πρεπε να τον είχα ερωτευτεί ποτέ, αντικειμενικά, γιατί ο Πιέρρος... είναι τελικά για μένα ό,τι ήταν ο Τζανέτος για την Όλγα στο Μεγάλο Αλγέρι, που το διαβάζαμε και λέγαμε ότι αυτά δε θα μας συμβούν ποτέ...

ΕΛΕΝΑ

Μα αυτοί οι δύο ήταν εχθροί, οι οικογένειές τους δηλαδή,...

ΚΑΙΤΗ

Κι εγώ κι εσύ εχθρό θα 'πρεπε να τον έχουμε τον Πιέρρο, Έλενα, αφού το επώνυμό του είναι Τζαννετάκος...

ΕΛΕΝΑ

Τι; Τι λες, βρε Καίτη, σάλεψες;

ΚΑΙΤΗ

Μακάρι να είχα σαλέψει! Μακάρι αυτό που έμαθα για την οικογένειά μας και τη δική του ότι είχαμε μπλέξει κι εμείς σε γδικιωμό να ήταν ψέμα... Δεν είναι όμως!

ΕΛΕΝΑ

Γδικιωμό;.. Τι λες;!

ΚΑΙΤΗ

Την αλήθεια! Από μια γαμημένη κτηματική αδικία ξεκίνησαν όλα, του προπροπροπάππου του Πιέρρου προς τον δικό μας που μετά τον σκότωσε για εκδίκηση και ακολούθησαν άλλα τρία φονικά, έτσι ακριβώς μου τα 'πε η καημένη η γιαγιά! Και τώρα την πληρώνουμε εμείς, ενώ δε φταίμε σε τίποτα... Γιατί, ρε πούστη μου, γιατί;..

Σιωπή επικρατεί μεταξύ των δύο κοριτσιών, η Καίτη ρουφάει τη μύτη της, ενώ η Έλενα την κοιτάζει αποσβολωμένη, πριν καταφέρει να ψελλίσει την επόμενη κουβέντα της.

ΕΛΕΝΑ

Καλά, πότε το έμαθες;

ΚΑΙΤΗ

Σήμερα... Χθες δηλαδή, το πρωί...

ΕΛΕΝΑ

Κι ο Πιέρρος;..

ΚΑΙΤΗ

Ήξερε, ναι, μου το 'πε απόψε... Μη με ρωτάς άλλα, μωρό μου, δε μπορώ, συγγνώμη... Θέλω μόνο να κοιμηθώ, μπας και ηρεμήσω λίγο...

Τα δυο κορίτσια μένουν σιωπηλά. Ύστερα, η Έλενα έρχεται πιο κοντά στην αδελφή της, την αγκαλιάζει, τη φιλάει απαλά στο μάγουλο και ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο της, κλείνοντας τα βλέφαρα.

28. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, με ανοιχτά τα μάτια. Μπαίνει μέσα η κυρά Κατέρω, κάθεται πλάι της στο στρώμα και της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Κοιμάσαι ακόμη, γραμμάτιο μου; Άντε, σήκω να σε χαρώ, κοντεύει μεσημέρι, σου 'χω φτιάξει και τηγανίδες να φάγεις με το γάλα σου...

Η Καίτη δεν αποκρίνεται, και η γιαγιά της βλέποντάς την στεναχωρημένη, σκύβει πιο πολύ από πάνω της με έγνοια.

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Τι έχεις, κοπέλα μου, κι είσαι έτσα; Ακόμη τα παλιά τα οχτρουμέικα συλλογιέσαι και μαυρίζεις την καρδούλα σου, κορίτσι πράμα;

ΚΑΙΤΗ

(ρουφάει τη μύτη της και πνίγει ένα αναφιλητό)

Ερωτευτήκαμε, γιαγιά... Τα φτιάξαμε, είπαμε σ' αγαπώ, και τώρα...

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Τι λες, κορώνι μου; Ερωτευτήκατε με ποιον;

ΚΑΙΤΗ

Με τον γιατρό, τον Πιέρρο τον Τζαννετάκο...

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Σοβαρά μιλάς;

ΚΑΙΤΗ

Ναι... Ναι, γιαγιά μου, ναι! Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, κι έμοιαζαν τόσο όμορφα... Που να 'ξερα τι μου 'κρυβε, κι όμως εξακολουθώ να τον αγαπώ!

Η Καίτη χώνει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι και πνίγει δυο τρεις σιγανούς λυγμούς. Έπειτα, η κυρά Κατέρω της πιάνει ελαφρά το σαγόνι και την προτρέπει να στραφεί προς το μέρος της.

ΚΥΡΑ ΚΑΤΕΡΩ

Νεράιδα μου, γροίκησέ με... Εγώ σοφή δεν είμαι, μα για να 'βαλε το παλικάρι την αγάπη του πάνω απ' το γκουμάχι, πάει να πει πως δεν τα λογαριάζει διόλου, και εύγε του! Εγώ πρώτη γιαμά να μιλήσω στους γονιούς σου, αν μου πεις ότι θες να 'σαι με τον π' αγαπάς, που δε λογάριασα ποτέ μου για οχτρούς τους Τζαννετιάνους και κακώς δε ζόρισα τον παππού σου τον συχωρεμένο να βγει μπροστά και να κηρύξει ψυχαδερφοσύνη...

ΚΑΙΤΗ

Το ξέρουν ήδη οι γονείς μου, δυστυχώς, χθες βράδυ μαλώσαμε άγρια... Κι ο Πιέρρος μού είπε ότι κι οι δικοί του κάτι έχουν πάρει χαμπάρι, και μου ζήτησε να κάνουμε υπομονή και να μείνουμε χώρια στο εξής, για όσο θα 'μαστε κι οι δυο εδώ στην Αρεόπολη... Δεν το μπορώ, όμως, δεν αντέχω! Πονάω, πονάω πολύ, συγχώρα με... Συγχώρα με, γιαγιούλα μου...

Η Καίτη καλύπτει το πρόσωπό της με τα χέρια της κι αρχίζει πάλι να κλαίει βουβά. Η κυρά Κατέρω, βουρκωμένη πλέον κι η ίδια, σκύβει τελείως πάνω από την εγγονή της, την αγκαλιάζει και τη φιλάει τρυφερά στις ρίζες των μαλλιών της. Έπειτα, στρέφει το βλέμμα της προς την εικόνα της Αγίας Αικατερίνης, που κρέμεται πάνω από το προσκέφαλο του κρεβατιού της Καίτης, κάνει αργά τον σταυρό της, και κατόπιν υψώνει τα χέρια της σε δέηση.

29. ΕΣ., ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Η Καίτη μπαίνει στην εκκλησία, ανάβει ένα κερί και πηγαίνει να καθίσει στην πρώτη σειρά από τα στασίδια. Έχει τα χέρια της σταυρωμένα πάνω στα γόνατά της και το βλέμμα της είναι θολό, καθώς κοιτάζει γύρω γύρω ή το κατεβάζει χαμηλά. Κάποια στιγμή, ο παπά - Κώστας βγαίνει από την πόρτα του Διακονικού (δεξιά όπως κοιτάμε το τέμπλο), ακολουθούμενος από έναν πιστό που του φιλάει το δεξί χέρι και κατόπιν αποχωρεί, και βλέποντάς ύστερα την Καίτη την πλησιάζει.

Παπα – κωστας

Ανιψιά, τι κάνεις; Ήρθες για εξομολόγηση για μεθαύριο;

ΚΑΙΤΗ

Όχι ακριβώς, παπά – Κώστα... Αλλά μπορώ να σου μιλήσω λίγο;

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Βεβαίως και μπορείς, για αυτό είμαι εδώ άλλωστε...

Ο παπά – Κώστας κάθεται στο διπλανό της στασίδι, και η Καίτη στρέφεται προς το μέρος του και τον κοιτάζει αμίλητη, ενώ εκείνος της πιάνει απαλά τον ώμο.

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Τι έχεις, κόρη μου; Θλιμμένη σε βρίσκω... Πες μου, τι σε βαραίνει;

ΚΑΙΤΗ

Θα σου πω... Θυμάσαι εκείνη τη μέρα που χτύπησε η Ποτίτσα, που την πήγαμε στο Κέντρο Υγείας και σου είπαμε μετά ότι της έκανε τα ράμματα ο αγροτικός μας γιατρός, ο Πιέρρος ο Τζαννετάκος, ο γιος του κυρίου Πότη του Τζαννετάκου του κοινοτάρχη;

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Θυμάμαι, πώς δε θυμάμαι...

ΚΑΙΤΗ

Ε, λοιπόν, με το που τον είδα, συνειδητοποίησα ότι είχαμε ξαναγνωριστεί, μετά αρχίσαμε να μιλάμε, και μες σε δυο βδομάδες μόλις καταλήξαμε να ερωτευτούμε και να γίνουμε ζευγάρι, κι εγώ νόμιζα ότι όλα ήταν όμορφα και ιδανικά μεταξύ μας, μέχρι χθες δηλαδή, που τα 'μαθα όλα ξαφνικά για την έχθρα των δικών μας κι έπεσα απ' τα σύννεφα...

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Καίτη... Ένα πράγμα θα σε ρωτήσω εγώ μόνο, και θέλω να μου απαντήσεις με την καρδία σου: Πόσο δυνατός νιώθεις ότι είναι ο έρωτάς σου για τον Πιέρρο, η αγάπη σας; Κι ας είστε μαζί τόσο λίγο, δεν έχει σημασία...

ΚΑΙΤΗ

Πολύ... Το ξέρω, φαίνεται απίστευτο, αλλά...

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Παιδί μου, κοίταξέ με, εδώ... Μόνο και μόνο αυτή η λέξη, το πολύ, μαζί με τη φωνή σου την ώρα που μίλησες και τα δάκρυα που τρέχουν απ' τα μάτια σου, αρκούνε για να σε πιστέψω! Κι είμαι βέβαιος πως αν τον είχα εμπρός μου τον Πιέρρο, την ίδια απόκριση θα μου 'δινε, κι ίσως να δάκρυζε κι αυτός, γιατί σας αξιώνει ο Θεός να ζείτε ήδη μια μεγάλη και αγνή αγάπη, από αυτές που γεννιούνται μια φορά στα πόσα χρόνια... Θα προσεύχομαι για σας, λοιπόν, και είθε ο Θεός να μ' ακούσει έστω και λίγο! Γιατί, σαν παπάς κι εγώ και σαν άνθρωπος, αυτά τα συνήθεια του τόπου μας τα καταδικάζω, και μακάρι να είχανε σβήσει τελείως τα μίση και τα πάθη...

Η κοπέλα φιλάει το δεξί χέρι του ιερέα θείου της εξ αγχιστείας, κι εκείνος την κοιτάζει στοργικά.

30. ΕΞ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ – ΝΥΧΤΑ

Η Καίτη φτάνει στον ναό της Παναγίας και του Αγίου Χαραλάμπους, και κάθεται στο ίδιο πεζούλι στο οποίο είχαν αποφασίσει με τον Πιέρρο να γίνουν ζευγάρι. Με cut away και συνεχή dissolves, έρχονται στο μυαλό της οι αναμνήσεις όλων των ευτυχισμένων στιγμών της σχέσης τους: το πρώτο τους ραντεβού στο Bukka, το πρώτο τους φιλί, έπειτα οι δυο τους καβάλα στη μηχανή του Πιέρρου και μετά να κολυμπούν αγκαλιασμένοι στον Γερολιμένα, κατόπιν να περπατούν στη Βάθεια, η ίδια να του λέει «σ' αγαπώ» στον φάρο του Ταίναρου, έπειτα να βλέπουν μαζί το ηλιοβασίλεμα στο Spilious, και τέλος το φιλί τους στην κόγχη των Ταξιαρχών. 
Μαρία Παπαθεοδώρου