Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 6, σκηνες 1-8)

1.ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΜΕΡΑ

Ο Πότης κάθεται και διαβάζει την εφημερίδα του, πίνοντας καφέ. Έρχεται ο Πιέρρος, στέκεται κοντά του και του μιλάει.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Πατέρα, να σου μιλήσω;

ΠΟΤΗΣ

Τι θες, νεαρέ; Αν δεν έχεις λύσει το θέμα που λέγαμε, καλύτερα να κάνεις μεταβολή και να φύγεις...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Για αυτό ακριβώς ήθελα να σου πω... Το έλυσα...

ΠΟΤΗΣ
Που σημαίνει τι;


ΠΙΕΡΡΟΣ

Τη χώρισα, της το 'πα κατάμουτρα και το διέλυσα αμέσως... Είχες δίκιο, ήταν ατόπημα εκ μέρους μου, και σου ζητώ συγγνώμη που φάνηκα τόσο επιπόλαιος...

ΠΟΤΗΣ

Μου λες αλήθεια;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Απόλυτα... Είναι σαν να μην έγινε ποτέ πια για μένα!

ΠΟΤΗΣ

Δεκτή η συγγνώμη σου, λοιπόν, αφού το κατάλαβες κι είσαι ειλικρινής! Και να ξέρεις ότι αυτή τη στιγμή είμαι ξανά περήφανος για σένα, Πιέρρο, διότι απέδειξες περίτρανα ότι είσαι άντρας σωστός, Μανιάτης και Τζαννετιάνος, τιμάς τα παντελόνια σου και τη γενιά σου και δεν αφήνεις να σε βάλει στο βρακί της μια γυναίκα, πόσω μάλλον μια δράκαινα, μια Μπεζαντιάνα...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Είμαι, πατέρα... Και σου υπόσχομαι ότι από δω και στο εξής θα είμαι τύπος και υπογραμμός...

ΠΟΤΗΣ

Έτσι, κορώνα μου, έτσι! Αυτός είναι ο γιος μου... Άντε, πήγαινε τώρα, και μηκέτι αμάρτανε, που λέει και το Ευαγγέλιο!

Ο Πότης σφίγγει το χέρι του Πιέρρου γεμάτος περηφάνια και τον χτυπάει ελαφρά στην πλάτη. Κατόπιν το παλικάρι αποχωρεί, και αφού ο Πότης πιει μια γουλιά από τον καφέ του, χτυπάει το σταθερό τηλέφωνο, οπότε σηκώνεται και πάει να απαντήσει.

ΠΟΤΗΣ

Ναι; Έλα, Κούλη, τι κάνεις; Χαίρομαι! Κι εμείς πολύ καλά... Βεβαίως και να έρθετε αύριο να γιορτάσουμε μαζί! Να δώσουμε λόγο για τα παιδιά; Αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που άκουσα σήμερα, ναι, ναι, κορώνα μου, σοβαρά! Θα τον δώσουμε οπωσδήποτε, το γοργόν και χάριν έχει... Χαιρετισμούς στη γυναίκα σου και την κόρη σου, κι αύριο με το καλό της Παναγίας μας! Γειά σου, Κούλη, γεια...

Ο Πότης κατεβάζει το ακουστικό, και μειδιά με ικανοποίηση.

2.ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΑΥΛΗ – ΜΕΡΑ

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016. Όλη η οικογένεια Μπεζαντάκου είναι μαζεμένη στην εσωτερική αυλή, γύρω από δύο μεγάλα πλαστικά τραπέζια στρωμένα με τραπεζομάντιλα: η κυρά Κατέρω, ο Λεωνίδας, η Χρυσούλα, η Καίτη, η Έλενα, ο παπά – Κώστας και η Θοδώρα η παπαδιά, η Σοφία με τον Λυμπέρη, τον Χρηστάκη και την Ποτίτσα, η Σταματίνα και η Μάρθα, ο Δημήτρης, η Λόπη, η Μυρτώ κι η Ράνια. Στο τραπέζι υπάρχει ψητή γουρουνοπούλα, μανιάτικη τυρόπιτα, μπιφτεκάκια και μπριζολάκια, τηγανιτές πατάτες, σαλάτα, σφέλα, ψωμί, τραβηχτές πίτες, ομελέτα με σύγλινο και λουκάνικο με πορτοκάλι, ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και εμφιαλωμένο νερό. Όλοι φαίνονται χαρούμενοι και τρώνε με όρεξη, συζητώντας μεταξύ τους εύθυμα και γελώντας, εκτός από την Καίτη, που δείχνει αφηρημένη και μελαγχολική, και τσιμπολογάει ανόρεχτα.

ΡΑΝια

Καίτη, είσαι εντάξει; Δεν έχεις κέφι...

ΜΥΡΤΩ

Ναι, ρε Κέιτ, σκάσε ένα χαμόγελο! Πες κι εσύ, ρε Μάρθα, χθες και προχθές δεν ήρθες ούτε για μπάνιο... Μήπως έχεις περίοδο;

Καιτη

Όχι, όχι ακόμα τουλάχιστον... Δεν ξέρω, απλά ένιωθα κάπως, συγγνώμη...

ΜΑΡΘΑ

Εντάξει, αγάπη, μην απολογείσαι! Προεμμηνορροϊκό παίζει να 'ναι, κλασικά... Θα περάσει κι αυτό για άλλη μια φορά και θα γίνεις ξανά η Καίτη μας η τρελιάρα, η ψυχή της παρέας μας!

ΔΗΜΗΤΡΗς

(υψώνει το ποτήρι του)

Λοιπόν, μικροί και μεγάλοι! Τώρα που είμαστε όλοι εδώ έτσι μαζεμένοι, θέλω να ευχηθώ μέσα απ' την καρδιά μου να 'χουμε την υγειά μας και να μας αξιώσει και του χρόνου η Παναγία μας να γιορτάσουμε όλοι μαζί ξανά τη Χάρη Της... Για να βλέπω ποτήρια, για σηκώστε να τσουγκρίζουμε! Χρόνια πολλά και καλά, και, Σταματίνα, καλώς ήρθες κι εσύ στην πατρίδα πλέον, έστω και για λίγο!

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ

Σ' ευχαριστούμε, Δημήτρη μου, και του χρόνου!

ΠΑΠΑ – ΚΩΣΤΑΣ

Αμήν, γιε μου, αμήν! Πρώτα ο Θεός, μεγάλο το όνομά Του...

Όλοι τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και ανταλλάσσουν ευχές. Η Καίτη σηκώνει κι αυτή το ποτήρι με το νερό της και συμμετέχει απρόθυμα στο τσούγκρισμα, κάνοντας μια απόπειρα να χαμογελάσει, κι έπειτα πίνει μια γουλιά και κοιτάζει μακριά, ενώ οι φωνές των συγγενών της γύρω της ακούγονται τώρα πιο χαμηλές.

3. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΣΑΛΟΝΙ – ΜΕΡΑ

Ανάλογη ατμόσφαιρα επικρατεί και στο σπίτι των Τζαννετάκων, όπου οι συνδαιτυμόνες του τραπεζιού του Δεκαπενταυγούστου είναι συγκεντρωμένοι γύρω από την τραπεζαρία του σαλονιού και τρώνε με ανοιχτές μπαλκονόπορτες: ο γέρο – Πιέρρος, ο Τζανέτος, ο Πέτρος, ο Πότης, η Φωτεινή, ο Πιέρρος, ο Ηλίας, ο Νίκωνας, ο Σαράντης, ο Σταμάτης, η Νίκη, ο Άγγελος και η Σταυρούλα, και μαζί τους ο Κούλης, η Τασία και η Βούλα. Η Νίκη κοιτάζει από ώρα περίεργα τον βουλευτή, τη γυναίκα του και την κόρη τους, και σκύβει προς το μέρος της κουνιάδας της.

ΝΙΚΗ

Δε μου λες, βρε Φωτεινή μου, τι τους ήθελε τέτοια μέρα την Τασία με τον άντρα της και τη θυγατέρα της ο Πότης στο τραπέζι μας;

ΦΩΤΕΙΝΗ

Πού να ξέρω κι εγώ, Νίκη μου; Σάματις μπορούσα να τους διώξω, να πω όχι; Αφού τον ξέρεις τον άντρα μου! Ας είναι, θα φάνε και θα φύγουν, τι στο καλό...

(μεγαλόφωνα προς όλους)

Να μαζέψω τα πιάτα τώρα, θέλετε; Να φέρουμε και το γλυκό!

ΠΟΤΗΣ

Εννοείται, γυναίκα! Και μόλις μας το φέρεις, έχω να σας πω κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο...

Η Φωτεινή με τη Νίκη και τη Σταυρούλα μαζεύουν τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα για να τα πάνε στην κουζίνα για πλύσιμο, και αφού τα βάλουν στον νεροχύτη, επιστρέφουν, κι η οικοδέσποινα κρατάει μια μεγάλη πιατέλα γαλατόπιτα στα χέρια της.

ΦΩΤΕΙΝΗ

Να και το γλυκάκι μας! Κεραστείτε, ελάτε... Μισό λεπτό να φέρω και πιατάκια!

ΠΟΤΗΣ

Φέρ' τα, Φωτεινή, και γρήγορα! Έχουμε να κάνουμε σπουδαίες ανακοινώσεις...

Η γυναίκα φέρνει μια στοίβα πιάτα του γλυκού, τα μοιράζει, κι όλοι παίρνουν κομμάτι από τη γαλατόπιτα κι αρχίζουν να τρώνε. Η Βούλα έχει μια χαζοχαρούμενη έκφραση, και πού και πού κοιτάει σαν ξελιγωμένη τον Πιέρρο, δήθεν ντροπαλά, ενώ ο πατέρας της κάνει ένα νεύμα στον κοινοτάρχη και εκείνος παίρνει τον λόγο.

ΠΟΤΗΣ

Λοιπόν, λοιπόν! Νομίζω ότι δεν έχουμε κανέναν λόγο να το αργούμε άλλο, τώρα που γλυκαθήκαμε κιόλας...

(σηκώνεται όρθιος)

Πιέρρο, γιε μου, θ' αρραβωνιαστείς τη Βούλα, κι εσύ, Βούλα, θ' αρραβωνιαστείς τον Πιέρρο, δίνουμε λόγο... Να μας ζήσουνε, Κούλη, ή μάλλον συμπέθερε!

ΚΟΥΛΗΣ

Να μας ζήσουνε, κοινοτάρχα! Ο λόγος δόθηκε, με το καλό οι αρραβώνες... Και χρόνια πολλά στην αφεντιά σου!

Οι δύο άντρες υψώνουνε τα ποτήρια τους, και κατόπιν εκτελούν μια χειραψία. Στο άκουσμα της ανακοίνωσης, ο Πιέρρος σηκώνει απότομα το βλέμμα του και χλομιάζει, η Τασία προσπαθεί μάταια να κρύψει τη χαρά της, η Βούλα κατεβάζει τα μάτια προσποιούμενη συστολή, ο Σαράντης κι ο Τζανέτος αλληλοκοιτάζονται με νόημα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουνε σαστίσει.

ΚΟΥΛΗΣ

Βούλα, κόρη μου, τι λες εσύ για αυτό; Το θες το παλικάρι μας, τον γιατρό μας;

ΒΟΥΛΑ

Τι να πω, μπαμπά;... Ο τι αποφασίσεις εσύ, το θέλω κι εγώ!

ΤΑΣΙΑ

Μπράβο, Βούλα μου! Είδες, ξαδέρφη, τι κορίτσι σας δίνουμε; Φρόνιμο, υπάκουο, νοικοκυρά...

ΠΙΕΡΡΟΣ

Εμένα με συγχωρείτε, θα πάω λίγο έξω...

Ο Πιέρρος σηκώνεται, τραβάει την καρέκλα του και αποχωρεί από το τραπέζι, έχοντας στην τσέπη του το κινητό του.

ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Πολύ ευχάριστο γεγονός μας επιφύλασσες, αδερφέ, στη γιορτή σου! Άντε, να πιούμε και για αυτό λοιπόν, έστω και χωρίς τον μέλλοντα γαμπρό... Υγεία!

Ο Σαράντης υψώνει το ποτήρι του, και τον μιμούνται ο Πότης, ο Κούλης κι ο Τζανέτος. Τα παιδιά σχηματίζουν κύκλο και μιλάνε εμπιστευτικά.

ΗΛΙΑΣ

Ρε σεις, τι ήταν αυτό τώρα; Πω ρε τον έρμο τον Πιέρρο! Δεν τον βλέπω καλά...

ΠΕΤΡΟΣ

Ούτε εγώ, Λιάκο... Θα την πάθει την έκρηξη ο αδελφός σου, και τότε ετοιμαστείτε για τρίτο παγκόσμιο εδώ μέσα! Πω, ρε μαλάκα, τι βόμβα μεγατόνων ήταν αυτή... Ακούς εκεί, να τον λογοδώσει με τη χαζοβιόλα!

4.ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΓΑΛΗΝΑΙΩΝ/ΑΥΛΗ – ΜΕΡΑ

Στην Καρδαμύλη, στο σπίτι της οικογένειας Γαληνέα, βρίσκονται συγκεντρωμένοι οι υπόλοιποι συγγενείς και τρώνε για τον Δεκαπενταύγουστο: ο κυρ – Παντελής, η κυρά Βασίλω, ο Γιώργος, η Χαρά, η Βάσια, ο Άκης, και μαζί τους ο ΖΑΧΟΣ ΜΑΝΩΛΑΡΑΚΟΣ (44), ο μικρότερος αδελφός της Χρυσούλας και του Σταύρου, η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΑΛΗΝΕΑ (38), η σύζυγός του και αδελφή του Γιώργου, ο μικρός Φίλιππος και η ΚΥΡΑ ΛΕΝΗ ΜΑΝΩΛΑΡΑΚΟΥ (κοντά στα 70), η γιαγιά της Καίτης από τη μητέρα της. Ο κυρ – Παντελής υψώνει το ποτήρι του το οποίο έχει γεμίσει με κρασί και απευθύνεται στην κυρά Λένη.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ

Κυρά Λένη, καλώς σε βρήκαμε! Χρόνια πολλά και ευλογημένα!

ΚΥΡΑ ΛΕΝΗ

Αμήν, συμπέθερε! Χρόνια πολλά και του χρόνου, με την ευχή της Παναγίας μας!

ΖΑΧΟΣ

Κρίμα πάντως που δεν ήρθαν κι ο Σταύρος με την Όλγα τελικά από την Αρεόπολη, να γίνουμε περισσότεροι...

ΓΙΩΡΓΟΣ

Τι κρίμα, ρε Ζάχο; Καλύτερα δε λες κιόλας; Που θα μας κουβαλούσε εδώ πέρα τη Τζαννετιάνα; Βρε ουστ!

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Τι λες, ρε Γιώργο; Τι σου φταίει η κοπέλα; Ο Σταύρος την αγάπησε και την πήρε, εσένα τι σε κόφτει;

ΓΙΩΡΓΟΣ

Τι με κόφτει; Πας καλά, μωρή Αγγελική; Αυτή είναι από κείνους, και ο πεθερός σου ο κυρ - Φίλιππας ο Μανωλαράκος ο συγχωρεμένος ήτανε φίλος με τον θείο μας τον Νικήτα! Μίλα κι εσύ, μωρέ κυρά Λένη!

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Έλεος πια, ρε Γιώργο, μ' αυτά τα πράγματα! Δε μπορείς να ξεκολλήσεις επιτέλους;

Λέγοντας αυτά, η μικρότερη αδελφή του Γιώργου χτυπάει το χέρι της στο τραπέζι, ενώ εκείνος την κοιτάζει βλοσυρός.

ΒΑΣΙΛΩ

(εμπιστευτικά)

Γιώργη, κορώνα μου, καλά σου λέει η καφή σου... Ασ' τα κει, να πάνε στην ευχή, δεν ξέρουνε και τα παιδιά τίποτις!

βασια

Τι δεν ξέρουμε, γιαγιά; Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Άσε, Βάσια μου, δε χρειάζεται... Απλά να ξέρεις ότι τα μυαλά του πατέρα σου είναι κολλημένα κάπου στον προηγούμενο αιώνα! Ας φάμε τώρα...

φιλιπποσ

Μαμά, μαμά, θέλω κι άλλο παϊδάκι! Να πάρω;

ακησ

Ορίστε, ρε λαίμαργε! Δώρο από τον ξάδελφο!

5.ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος έχει βγει στο ένα μπαλκόνι του πατρικού του έξω από το σαλόνι και εκτελεί σπασμωδικές κινήσεις βηματίζοντας πέρα δώθε, ενώ επανέρχονται στο νου του (cut away) τα λόγια που είπε στην Καίτη στην Πλατεία Αθανάτων: «Το ξέρω, σε πονάει, κι εγώ ο ίδιος που σ' το λέω πονάω, πονάω πολύ και το ξέρεις... Για λίγο θα 'ναι, όμως, για να μην έχουμε μπλεξίματα, και μετά θα βρούμε έναν τρόπο, μακριά απ' την Αρεόπολη πλέον...». Επαναφορά στο παρόν, ο Πιέρρος ακουμπάει στα κάγκελα του μπαλκονιού και τα βαράει με λύσσα με μουγκρητό απελπισίας, το πρόσωπό του σφίγγεται σε μια έκφραση πόνου και αφήνει πνιχτούς υπόκωφους λυγμούς, σκεπάζοντας τα μάτια του με την παλάμη του, ενώ στηρίζεται με τους αγκώνες του του στα κάγκελα του μπαλκονιού, και κουνάει μια φορά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, σε ένδειξη απόγνωσης.

6. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ – ΝΥΧΤΑ

Το ίδιο βράδυ του Δεκαπενταυγούστου, η Καίτη, η Βάσια και ο Άκης βρίσκονται στην Ωραία Τσίμοβα. Ακούγεται το φινάλε από ένα τραγούδι που παίζουν στην κιθάρα και το μπουζούκι τα δίδυμα, ο κόσμος χειροκροτεί, και τα παιδιά ετοιμάζονται να αλλάξουν παρτιτούρα.

ΒΑΣΙΑ

Καίτη, ποιο θες να πούμε έπειτα; Να σου φτιάξει και λίγο το κέφι, σε βλέπω πεσμένη σήμερα... Έγινε κάτι;

ΚΑΙΤΗ

Όχι, τίποτα... Διαλέξτε εσείς, δεν έχω θέμα...

ΑΚΗΣ

Το Ξένος για σένανε κι εχθρός; Μ' αρέσει πολύ εμένα!

ΒΑΣΙΑ

Κι εμένα! Τι λες εσύ, Κέιτ, πάμε αυτό...

ΚΑΙΤΗ

(σχεδόν ψιθυριστά)

Πάμε, ναι...

ΒΑΣΙΑ

Ωραία! Πάμε, Άκη!

Τα δίδυμα αρχίζουν να παίζουν την εισαγωγή του τραγουδιού. Μόλις έρχεται η ώρα του πρώτου κουπλέ, η Καίτη ξεροκαταπίνει, και μπαίνει στους στίχους, με τα μάτια της να λαμπυρίζουν και τη φωνή της να ακούγεται κάπως ραγισμένη, αλλά σταθερή.

ΚΑΙΤΗ

Ξένοοοος... Ξένος για σένανε κι εχθρός θα 'μαι από σήμερα και μπρος, ξένος για σένανε κι εχθρός... Κι όποτε θα με συναντάς, αλλού το βλέμμα θα γυρνάς, όποτε θα με συναντάς... Ξένοοος... Ξένος για σένανε κι εχθρός, και η ζωή μου ένας γκρεμός... Σκότωσέ με, είναι η τελευταία χάρη που σου ζητώ / Σκότωσέ με, να 'ρθει η νύχτα να με πάρει, να σωθώ... Ξένος για μένανε κι εχθρός, θα 'σαι από σήμερα και μπρος, ξένος για μένανε κι εχθρός...

Παραλλάσσοντας τα τελευταία λόγια, κάτι που ξαφνιάζει ελαφρά τη Βάσια και τον Άκη, η φωνή της Καίτης σπάει και δάκρυα εμφανίζονται στα μάτια της, και την ώρα που τα ξαδέλφια της παίζουν το ενδιάμεσο οργανικό μέρος του κομματιού, σηκώνεται απ' τη θέση της και κάνει να φύγει.

ΚΑΙΤΗ

Συγγνώμη, παιδάκια... Συγχωρέστε με για λίγο...

ΒΑΣΙΑ

Καίτη, είσαι εντάξει; Τι έπαθες;

ΚΑΙΤΗ

Τίποτα, παίξτε εσείς, συνεχίστε...

Η Καίτη χάνεται βιαστική από το πλάνο, ενώ η Βάσια και ο Άκης αλληλοκοιτάζονται απορημένοι.

7. ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΜΠΑΛΚΟΝΙ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος εξακολουθεί να στέκεται ακουμπισμένος στα κάγκελα του μπαλκονιού στην ίδια στάση, βυθισμένος στην απελπισία του. Πίσω του έρχεται ο γέρο – Πιέρρος και ακουμπάει το χέρι του στον ώμο του, και μόλις ακούει τη ΦΩΝΗ του, ο Πιέρρος γυρίζει αργά προς το μέρος του.

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

(off)

Κορώνα μου...

(on)

Τι σε τυραννάει, πες μου; Είχες άλληνε στο νου σου, κι ο πατέρας σου πάει να σε κάμει γαμπρό με το στανιό;

Ο νεαρός γιατρός ατενίζει για λίγο τον παππού του αμίλητος, κι ύστερα βγάζει από την τσέπη του το κινητό του και του δείχνει τη φωτογραφία που είχαν τραβήξει με την Καίτη στη Βάθεια.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Κοίτα εδώ, παππού... Κοίτα και πες μου τι βλέπεις! Στη Βάθεια ήμουνα...

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

Για να δω... Εσύ είσαι αυτός, και... Μα αυτή δεν είναι... η εγγονή του κυρ Νικήτα του Μπεζαντάκου; Η κόρη του γιου του του μεγάλου με την ταβέρνα;

Ο παππούς του κοιτάζει τον Πιέρρο για μια στιγμή έκπληκτος, πριν επιστρέψει το βλέμμα του πάλι στη φωτογραφία, και ο εγγονός του αποκρίνεται με φωνή τρεμάμενη και βραχνιασμένη.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Ναι, αυτή είναι, η Καίτη η Μπεζαντάκου... Η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο!

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

Την αγαπάς, γιε μου, αυτό θες να μου πεις; Είστε ζευγάρι;

ΠΙΕΡΡΟΣ

Την αγαπάω, παππού, ναι! Μη με ρωτήσεις πότε πρόλαβα και την ερωτεύτηκα και τα φτιάξαμε, απλά συνέβη... Εδώ και είκοσι μέρες είχε γίνει το κορίτσι μου, χωρίς να ξέρει τίποτα για την κωλοέχθρα...

(βάζει τη γροθιά του μπροστά στη μύτη του και τη ρουφάει, αναστενάζοντας)

Μέχρι πριν δυο τρεις μέρες, δηλαδή, που έμαθε κι αυτή, και την είχα στην αγκαλιά μου να κλαίει και να νιώθω δέκα φορές πιο ένοχος απ' ο τι πριν... Της είπα να κάνουμε υπομονή και να μη βλεπόμαστε για το υπόλοιπο καλοκαίρι, μη μας δει ξανά μαζί κάνας δικός μας κι έχουμε μπλεξίματα, είπα και ψέματα στον πατέρα μου ότι τη χώρισα μια και καλή, για να θολώσω τα νερά, αλλά δεν περίμενα ότι θα μου την έφερνε έτσι... Τη χάνω,παππού, τη χάνω και θα φταίω γω, εγώ θα φταίω πιο πολύ απ' όλους!

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

Έλα δω, κορώνα μου, έλα δω... Ακούμπα δω, στον ώμο μου, κλάψε άμα θες, να ξεθυμάνεις...

Ο γέρο – Πιέρρος αγκαλιάζει τον εγγονό του, και το παλικάρι μη μπορώντας πια ν' αντέξει τον αγκαλιάζει επίσης, γέρνει στον ώμο του και ξεσπά σε βουβά αναφιλητά.

ΠΙΕΡΡΟΣ

Συγγνώμη, ρε παππού... Συγγνώμη! Είμαι άντρας, το ξέρω, αλλά δε μπορώ... Τι θα κάνω τώρα, εδώ που έμπλεξα, μου λες; Έτσι μου 'ρχεται να πάω να σκοτωθώ, να πάρω και την Καίτη στον λαιμό μου να τελειώνει η ιστορία, να παίξουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα της Μάνης κανονικά αφού τ' αρχίσαμε...

ΓΕΡΟ – ΠΙΕΡΡΟΣ

Μέρωσε, γκρα μου, μέρωσε και μην παραλογίζεσαι... Η αγάπη είναι πάντοτε πληγή, κι εσένα η άτιμη σε λάβωσε πολύ βαθιά! Έλα τώρα, σκούπισε τα μάτια σου και πάμε μέσα, γιατί άμα πάρει χαμπάρι ο πατέρας σου πως του 'χεις πεις ψέματα, θα γίνει Τούρκος, παλικάρι μου...

8. ΕΣ., ΤΑΒΕΡΝΑ ΛΕΩΝΙΔΑ/ΤΟΥΑΛΕΤΑ – ΝΥΧΤΑ

Η Καίτη ανοίγει με φόρα την πόρτα της γυναικείας τουαλέτας στο μαγαζί του πατέρα της (cut on action), μπαίνει μέσα, κλειδώνει, και στηρίζεται με τα δύο χέρια στον νιπτήρα, αφήνοντας τους λυγμούς της ελεύθερους να ξεσπάσουν. Σκύβει περισσότερο πάνω από τον νιπτήρα, με τον κορμό της να σχηματίζει ορθή γωνία με τα πόδια της, κρύβει το πρόσωπό της στα χέρια της, και συνεχίζει να κλαίει σιωπηρά, ενώ οι ώμοι της πού και πού τινάζονται. Ύστερα, ανοίγει τη βρύση και ρίχνει μπόλικο νερό στο πρόσωπό της με τις χούφτες της, κατόπιν παίρνει χαρτί και σκουπίζεται και ύστερα κοιτάζεται για μια στιγμή στον καθρέφτη που υπάρχει πάνω από τον νιπτήρα ρουφώντας τη μύτη της και στενάζει.

Μαρία Παπαθεοδώρου