Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 6, σκηνές 21-32)

21. ΕΞ., ΠΑΡΑΛΙΟ ΑΣΤΡΟΣ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ – ΜΕΡΑ

Ο μικρότερος αδελφός του Πότη, ο ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟΣ (52), βρίσκεται στην παραλία του Παραλίου Άστρους Κυνουρίας, μαζί με τη γυναίκα του ΜΕΛΠΩ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ (52) και τον γιο τους τον ΦΩΤΗ ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΟ (17). Χτυπάει το κινητό του Αρίστου κι εκείνος το παίρνει στα χέρια του.

μελπω

Ποιος είναι, Αρίστο μου;

αριστοσ

Ο Πιέρρος μας... Έλα, ανιψιέ μου γιατρέ! Πώς είμαστε; Καλά, πολύ καλά, εδώ στο Άστρος με τη Μέλπω και τον Φωτάκο, και γενικά με όλο το γυναικόσογο το Χρυσανθοπουλαίικο... Εσείς κάτω στην πατρίδα τι κάνετε; Τι εννοείς όχι τόσο καλά; Τι; Τι λες, ρε κορώνα μου;... Πώς έγινε αυτό, πότε; Χθες; Έλα, Παναγία μου! Έλα, Παναγία μου... Καλά, παιδί μου, κλείσε, κλείσε, μη σε ταράζω άλλο... Αύριο, ναι, θα είμαστε εκεί...

μελπω

Τι έγινε, Αρίστο μου; Τι πάθατε;

φωτησ

Ναι, ρε πατέρα, τι έγινε; Εσύ χλόμιασες!

αριστοσ

Ο αδελφός μου ο Σαράντης, αγόρι μου, ο θείος σου... Πέθανε χθες...

ΜΕΛΠΩ

Α! Αν είναι δυνατόν! Τι λες, μωρέ Αρίστο; Πώς έγινε αυτό το πράγμα;

φωτησ

Ρε μπαμπά, πες μου ότι κάνεις πλάκα! Ο θείος Σαράντης, από πού κι ως πού;

αριστοσ

(δακρυσμένος)

Όχι, αγόρι μου... Δε χωράνε πλάκα αυτά τα θέματα! Έλα, σηκωθείτε, πάμε σπίτι...

μελπω

(σταυροκοπιέται)

Μνήσθητί μου, Κύριε! Τι κακό μας βρήκε στα καλά καθούμενα...

φωτησ

Κάτι μου βρομάει, πατέρα... Δε γίνεται να πέθανε έτσι ξαφνικά ο θείος! Μπας και τον έφαγε κανένας από αυτούς που έχεις πει ότι...

αριστοσ

Τι λες, παλικάρι μου;! Μη χειρότερα! Δε γίνονται πια τέτοια πράγματα στη Μάνη! Άσε που μετά από τόσα χρόνια, νόμιζα ότι είχε ξεχαστεί πια αυτή η ιστορία...

μελπω

Και τώρα τι θα κάνουμε; Πότε είναι η κηδεία;

αριστοσ

Αύριο είναι, θα πάρω ξανά το παιδί να μάθω ώρα... Ήταν πολύ ταραγμένος...

μελπω

Εντάξει... Εντάξει, μην ταράζεσαι κι εσύ άλλο τώρα... Πάμε, Φώτη μου, πάμε...

22. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ – ΝΥΧΤΑ

Στο σπίτι του νεκρού θείου της Καίτης, είναι μαζεμένες οι γυναίκες του σογιού και τον μοιρολογάνε: η κυρά Κατέρω, η Λόπη, η Μυρτώ, η Ράνια, η Χρυσούλα με την Καίτη και την Έλενα, και μαζί τους η κυρά Κυριακούλα και άλλη μια ακόμη πιο ηλικιωμένη. Ο Δημήτρης κείτεται στο κέντρο του σαλονιού, ξαπλωμένος στο ανοιχτό του φέρετρο και στολισμένος με άνθη, και γύρω του κάθονται η μητέρα του αγκαλιά με τη γυναίκα του, η νύφη του και οι δύο γριές μοιρολογίστρες, κλαίγοντας η καθεμία περισσότερο ή λιγότερο έντονα. Σε έναν καναπέ παραπέρα κάθεται η Καίτη, έχοντας αγκαλιάσει από το ένα της πλευρό τη Ράνια που δε σταματάει να κλαίει με λυγμούς, και δίπλα της από την άλλη πλευρά κάθονται η Μυρτώ και η Έλενα, χύνοντας κι αυτές σιωπηλά δάκρυα με μικρά αναφιλητά. Η κυρά Κυριακούλα ακούγεται πρώτη να μοιρολογάει τον νεκρό με τα παρακάτω δίστιχα, ενώ η δεύτερη γριά τη σεκοντάρει.

κυρα κυριακουλα

Ωωωχ... Του κυρ – Νικήτα ο Δημητρός / ήταν ψηλός, ήταν ξανθός / περήφανος σταυραετός, και γιος νεραϊδογέννητος / ήταν αστάκι της γενιάς / κι όλης του της δικολογιάς...

Γίνεται μια παύση, κατά την οποία ακούγονται μόνο οι θρήνοι των γυναικών, και τα επόμενα δίστιχα βγαίνουν από το στόμα της κυρά – Κατέρως.

κυρα κατερω

Ωωωχ... Ωιμέ, παιδί μου Δημητρό / κι απ' όλα υστερνότερο / μίσεψες το κουκόθερο / μες στο ζεστό καλόκαιρο... / Μισεύγεις και μας παρατάς / στον Άδη βούλεσαι να πας / κι αφήνεις τα γραμμάτια σου / τα δυο τα λεμονάνθια σου / και τη συμβία την καλή / κι ευτούνη ν-απαρήγορη... Πρόβαλε στη μπασία μας / ν' αναστηθεί η καρδία μας / μην πας να μπεις στ' ανήλιο, το σκοτεινό βασίλειο...

Με το μοιρολόγημα της γιαγιάς, το κλάμα όλων των γυναικών και των τεσσάρων νέων κοριτσιών εντείνεται, ειδικά της Λόπης, που σφίγγεται πιο πολύ πάνω στην πεθερά της και αφήνει μια δυο σπαρακτικές κραυγές με το όνομα του άντρα της. Εστίαση στην Καίτη, η οποία ρουφάει τη μύτη της, και τα δακρυσμένα της μάτια στρέφονται ψηλά στο ταβάνι του σαλονιού.

23. ΕΣ., ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΑΜΑΤΙΝΑΣ - ΜΕΡΑ

Η Μάρθα με τη Σταματίνα βρίσκονται στο Toyota Aygo της κοπέλας και κατευθύνονται προς την Αρεόπολη. Η Μάρθα οδηγάει με βλέμμα σοβαρό, ενώ η Σταματίνα δίπλα της στη θέση του συνοδηγού σκουπίζει πού και πού τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο το οποίο τσαλακώνει έπειτα στο χέρι της, και αναστενάζει.

σταματινα

Δεν το πιστεύω, Θεέ μου... Ο Δημήτρης μας, ο μικρός μας, το καμάρι μας! Που η γιαγιά σου κι ο παππούς σου στα πολύ νιάτα του τον έλεγαν νεραϊδογέννητο και Μαυρομιχάλη, γιατί σε αντίθεση με εμάς τα υπόλοιπα ήτανε σκουρόξανθος κι άφηνε τα μαλλιά του μακριά, κι όλοι παινεύανε τη Λόπη στον γάμο τους για το παλικάρι που πήρε και καμάρωνε η τρελή η Χρυσούλα που είχε συμβάλει σ' αυτό... Αχ, Παναγιά μου, τι συμφορά είναι αυτή που μας βρήκε!

μαρθα

Κι η Καίτη λέει για τον θείο ότι έμοιαζε με τον Ηλία τον Μαυρομιχάλη, έλεγε δηλαδή... Συγγνώμη, μαμά μου, συγγνώμη, δε μπορώ, κι οδηγάω κιόλας...

Η Μάρθα σταματάει το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και κρύβει το πρόσωπό της στα χέρια της. Η Σταματίνα την αγκαλιάζει και τη φιλάει τρυφερά στο μάγουλο.

σταματινα

Ηρέμησε, καρδούλα μου! Ηρέμησε... Δώσε μου να το πάρω εγώ το τιμόνι, αν θες, αν νιώθεις ότι δε μπορείς...

μαρθα

Όχι, ντάξει είμαι... Ντάξει, αλήθεια...

σταματινα

Σίγουρα;

μαρθα

Σίγουρα... Πάμε τώρα...

Η κοπέλα στεγνώνει τα μάτια της με τα δάχτυλα, και πιάνει ξανά το τιμόνι του αμαξιού της.

24. ΕΞ., ΠΡΟΑΥΛΙΟ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Όλα τα μέλη των οικογενειών Μπεζαντάκου και Γαληνέα έχουνε συγκεντρωθεί έξω από την εκκλησία, εν αναμονή της έναρξης της νεκρώσιμης ακολουθίας, και μαζί τους βρίσκονται επίσης η ΚΥΡΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΛΙΑΡΑΚΟΥ (κοντά στα 75) και η ΓΩΓΩ ΛΙΑΡΑΚΟΥ (50+), η μητέρα και η αδελφή της Λόπης. Όλοι φοράνε μαύρα ή άλλα σκουρόχρωμα ρούχα και πολλοί καλύπτουν τα μάτια τους με μαύρα γυαλιά ηλίου, ενώ οι περισσότεροι είναι κλαμένοι. Ο Γιώργος ο Γαληνέας πλησιάζει τον Λεωνίδα και του σφίγγει το χέρι, χτυπώντας τον παράλληλα στον ώμο.

γιωργοσ

Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε τον Δημήτρη, ξάδερφε! Κουράγιο, κουράγιο και να σκέφτεσαι ότι πλήρωσε αμέσως ο πούστης που τον έφαγε...

ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Γιώργο, τι λόγια είναι αυτά; Σταμάτα!

γιωργοσ

Εσύ σταμάτα, Αγγελική! Ο Σαράντης ο Τζαννετάκος τον έφαγε τον Μήτσο, κι αυτός πριν πεθάνει σήκωσε το όπλο και εκδικήθηκε τον φονιά του, και καλά έκανε! Φέρθηκε γενναία σαν τον προπροπάππου μας τον Λεωνίδα που σκότωσε τότε αυτό το κάθαρμα που του 'κλεψε το βιος του, και σαν τον αδερφό του τον Κωνσταντή που καθάρισε τον έναν φονιά του ανιψιού του στον Πειραιά και τον χώσανε φυλακή οι κερατάδες...

χαρα

Γιώργο, φτάνει, κλείσ' το στόμα σου! Έλεος, τα παιδιά μας, οι ανιψιές μας...

καιτη

Ξέρουμε πια, θεία Χαρά... Κι εγώ, κι η Έλενα, η Ράνια, η Μυρτώ, τα ξέρουμε όλα πλέον, δυστυχώς...

βασια

Τι ξέρετε, Καίτη; Τι εννοείς; Εγώ πρώτη φορά τα ακούω αυτά τα πράγματα! Τι συμβαίνει, θα μου πείτε; Πώς πέθανε ο θείος Δημήτρης; Την αλήθεια!

ΚΑΙΤΗ

Όχι τώρα, Βάσια μου, όχι τώρα... Είναι κι η κυρά Ουρανία εδώ, η μάνα της θείας Λόπης, δεν κάνει να μάθει...

Λέει η Καίτη στη δεύτερη ξαδέλφη της, και δείχνει με το κεφάλι της την ηλικιωμένη γυναίκα, που στέκεται απόμερα με τις δύο κόρες της, ακουμπώντας με το ένα χέρι στο μπαστούνι της, και με το άλλο αγκαλιάζει τη Λόπη και θρηνεί μαζί της, ενώ η Γωγώ συμπαραστέκεται στη μητέρα και την αδελφή της.

κυρα ουρανια

Ώχου, Λοπίτσα μου... Ώχου, κοριτσάκι μου! Γιατί, Θε μου, γιατί, γιατί το χήρεψες το στερνοπούλι μου, γιατί της κάμεις ό,τι έκαμες και σε μένα; Είσαι γι-άσπλαχνος, Θεγέ μου, άσπλαχνος!

γωγω

Σταμάτα, μάνα, σε παρακαλώ, δε βοηθάς ούτε τη Λόπη έτσι, ούτε κανέναν... Και μην κατηγορείς τον Θεό, δε φταίει Εκείνος σε τίποτα! Έλα, Λοπάκι μου, πάμε μέσα, κι εγώ θα σου κρατώ το χέρι...

25. ΕΣ., ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Οι άντρες του γραφείου τελετών φέρνουν το φέρετρο του Δημήτρη και το τοποθετούν στο κέντρο του ναού, και οι συγγενείς μπαίνουν επίσης στον ναό για να αρχίσει η κηδεία. Ο παπά – Κώστας στέκεται μπροστά από την Ωραία Πύλη, σοβαρός και θλιμμένος, με τα χέρια του σταυρωμένα, και μόλις οι υπάλληλοι ακουμπήσουν το φέρετρο στη θέση του και τον ανοίξουν, κοιτάζει μία φορά γύρω του όλους τους παρευρισκόμενους και βάζει «Ευλογητός», με φωνή που τρέμει. Σε ένα σημείο του ναού στέκονται όρθιοι και ο Σταύρος με την Όλγα, πιασμένοι αγκαζέ και εξίσου θλιμμένοι με όλους τους άλλους.

ΟΛΓΑ

Δύο συγγενείς μες σε μια μέρα... Ποιος να μας το 'λεγε, Σταύρο μου, αυτό το πράγμα που ζούμε τώρα; Ποιος μας καταριέται έτσι;... Εσύ τον αδελφό του γαμπρού σου, εγώ τον θείο μου, και να 'χουνε σκοτωθεί μεταξύ τους, ήμαρτον, Θεέ μου...

σταυροσ

Ηρέμησε, Όλγα μου... Ηρέμησε, αγάπη μου, σκέψου το μωρό μας, την Ευγενία μας...

Ο αστυνομικός διοικητής φιλάει τη γυναίκα του στα μαλλιά για παρηγοριά, και εκείνη γέρνει στον ώμο του με έναν λυγμό. Η Λόπη αγκαλιά με τα κορίτσια της δίπλα στο φέρετρο του Δημήτρη κλαίνε αδιάκοπα, το ίδιο κι η κυρά Κατέρω, και λίγο πιο πίσω τους η Καίτη ατενίζει διαρκώς το πρόσωπο του θείου της και δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της, την ώρα που οι ψάλτες ψέλνουνε τον «Άμωμο».

26. ΕΣ., ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Τα μέλη της οικογένειας Τζαννετάκου, μαζί και ο Σταμάτης ο Γρηγοράκης με τη Νίκη, τον Άγγελο και τη Σταυρούλα, βρίσκονται επίσης στο ναό των Ταξιαρχών και παρακολουθούν την κηδεία του Σαράντη. Λίγο πιο απόμερα, στέκονται ο κουνιάδος του ο Ξενοφώντας με τη γυναίκα του τη Μαντώ, την κόρη τους τη Στέφη και τον γιο τους τον Σώτο, όλοι στεναχωρημένοι, εκτός από τη Μαντώ.

μαντω

Εντάξει, Ξενοφώντα, μη δείχνεις ότι λυπάσαι τόσο πολύ που τα κακάρωσε ο γαμπρός σου! Τώρα θα μείνει μόνο στα δικά σου χέρια η επιχείρηση, και αργότερα στου Σώτου μας...

ΣΤΕΦΗ

Μαμά!

ξενοφωντας

Τι λες, ρε Μαντώ, τρελάθηκες; Ο άνθρωπος πέθανε, το καταλαβαίνεις; Πέ-θα-νε! Κι ήταν ο πιο άξιος συνεργάτης που θα μπορούσα να βρω... Πώς να μη λυπάμαι;!

μαντω

Ναι, σιγά! Ένας κωλόβλαχος Μανιάτης και προικοθήρας ήταν, πώς στραβώθηκε η αδερφή σου και τον πήρε δεν ξέρω...

ξενοφωντας

Πάψε! Δε σέβεσαι τίποτα πλέον; Ούτε τον νεκρό ούτε την εκκλησία; Ντροπή σου! Έχε χάρη που 'μαστε εδώ μέσα και μας βλέπει ο Θεός και τόσοι άνθρωποι...

Η φωνή που βάζει ο Ξενοφώντας στην σύζυγό του θορυβεί προς στιγμήν τους υπόλοιπους συγγενείς, πολλοί εκ των οποίων στρέφουν το βλέμμα τους στο ζευγάρι και τα παιδιά του, ενώ η ίδια η Μαντώ κοιτάει τον σύζυγό της ξιπασμένη. Δίπλα στο φέρετρο του Σαράντη οδύρεται η Βενετία, και της συμπαραστέκονται οι γιοι της, ο Νίκος κι ο Μενέλαος, ενώ πιο πίσω η Φωτεινή και η Νίκη μιλούν χαμηλόφωνα.

νικη

Τη δόλια τη Βενετία, τη λυπάται η ψυχή μου! Χήρα στα καλά καθούμενα, και τα παλικάρια της ορφανά από τον πατέρα τους... Τι λόγο είχανε να σκοτωθούνε δυο άνθρωποι μεταξύ τους, Φωτεινή μου, πες μου εσύ! Η παλιά η έχθρα έφταιξε τάχα;

φωτεινη

Αχ, Νίκη μου... Και τη συννυφάδα μου τη λυπάμαι, κι αυτό που μας είπανε οι ιατροδικαστές από τη Σπάρτη δε μπορώ να το χωνέψω! Τρέμω κιόλας μη βγει καμιά είδηση στα κανάλια και μάθει όλη η Ελλάδα τον πόνο και το ρεζίλι μας, εκεί που θέλουμε να το κρύψουμε...

Πίσω από τη μητέρα του και τη θεία του, ο Πιέρρος κοιτάζει κι αυτός γύρω του σαν χαμένος, ενώ τα μάτια του είναι κατακόκκινα. Παράλληλο πλάνο, το βλέμμα της Καίτης στο τέλος της σκηνής 25.

27. ΕΞ., ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Οι συγγενείς του Δημήτρη στέκονται γύρω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο του κι ο παπά – Κώστας διαβάζει το Τρισάγιο, ενώ ακούγονται οι ασταμάτητοι λυγμοί της Λόπης και η κυρά Κατέρω να μονολογεί σπαρακτικά.

κυρα κατερω

Γιε μου... Κορώνα μου, παλικάρι μου!

παπα - κωστασ

Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι... Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Γη ει και εις γην απελεύσει...

Ο παπά – Κώστας ραντίζει με λάδι και χώμα τον νεκρό και σταυροκοπιέται αργά, μαζί του και όλοι οι υπόλοιποι, και έπειτα κάνει σιωπηλό νεύμα με το βλέμμα του στους άντρες του γραφείου κηδειών να κατεβάσουν το φέρετρο στο χώμα. Η Λόπη πλέον δεν αντέχει και λιποθυμάει στα χέρια της κυρά – Ουρανίας και της Γωγώς, ενώ και η Ράνια σχεδόν καταρρέει στην αγκαλιά της Μυρτώς και της Καίτης, ουρλιάζοντας.

ρανια

Μπαμπάαα!

28. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΜΕΡΑ

Ο Αρίστος, η Μέλπω και ο Φώτης στέκονται στο κατώφλι της εξώπορτας του πατρικού του Πιέρρου και τον αποχαιρετούν βουρκωμένοι. Ο θείος του μιλάει πρώτος, βάζοντας το ένα του χέρι στον ώμο του στοργικά.

αριστοσ

Κουράγιο, αγόρι μου! Κουράγιο... Θα το χρειαστείτε όλοι σας! Μακάρι να μπορούσαμε να μείνουμε...

πιερροσ

Σ' ευχαριστώ, θείε, ειλικρινά... Και πάνω απ' όλα που ήρθατε να μας συμπαρασταθείτε!

μελπω

Μην το συζητάς καν, Πιέρρο μου! Θα ερχόμασταν πάση θυσία, οικογένεια είμαστε... Ο Θεός να τον αναπαύσει και να τον συγχωρέσει τον Σαράντη!

πιερροσ

Αμήν, θεία! Φωτάκο... Έλα δω, ρε σπόρε! Λυπάμαι που ξαναβρεθήκαμε έτσι... Αν δε σε ξαναδώ, καλή επιτυχία στις Πανελλαδικές...

Λέγοντας αυτά, ο Πιέρρος αγκαλιάζει τον ξάδελφό του, τον χτυπάει απαλά στην πλάτη και του μπατσίζει ελαφρά τα μάγουλα, θωπευτικά, ρουφώντας τη μύτη του.

ΑΡΙΣΤΟΣ

Να σε ξαναδούμε, παιδί μου, να έρθεις στην Αθήνα καμιά φορά, είχαμε να σε δούμε απ' όταν έκανες έφεδρος στη Νέα Πέραμο... Πάμε εμείς τώρα, κι όπως είπαμε, κουράγιο, δύναμη και υπομονή, να αντέξετε! Ο τι θέλετε, πάρτε τηλέφωνο, να μαθαίνουμε πώς είστε...

πιερροσ

Έγινε, θείε Αρίστο... Στο καλό να πάτε...

Ο Πιέρρος κλείνει την πόρτα, και πηγαίνει προς το εσωτερικό του σπιτιού. Καθώς περνάει από το σαλόνι, η εικόνα της αναμμένης τηλεόρασης και ο ήχος που έρχεται από αυτήν τον κάνουν να κοντοσταθεί. Μια δημοσιογράφος εκφωνεί την είδηση: «Συγκλονίζει την τοπική κοινωνία της Αρεόπολης Λακωνίας η υπόθεση αλληλοσκοτωμού που σημειώθηκε προχθές. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, δύο άνδρες ηλικίας 49 και 55 ετών βρέθηκαν νεκροί σε ελαιόφυτη περιοχή λίγο έξω από την ιστορική πρωτεύουσα του Δήμου Ανατολικής Μάνης, ενώ στον τόπο του εγκλήματος εντοπίστηκαν από τις αστυνομικές αρχές ένα πιστόλι και μια καραμπίνα. Μεταξύ των θυμάτων φέρονται να υπήρχαν παλιές οικογενειακές διαφορές...»

L-CUT

29. ΕΣ., ΑΡΕΟΠΟΛΗ/ΚΑΦΕΝΕΙΟ – ΜΕΡΑ

Σε ένα καφενείο της Αρεόπολης, είναι συγκεντρωμένοι ηλικιωμένοι κυρίως άνδρες, αλλά και μεσήλικοι, και παρακολουθούν τηλεόραση, η οποία παίζει την ίδια ακριβώς είδηση. Ο ΚΑΦΕΤΖΗΣ, με μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού του, δείχνοντας την οθόνη.

καφετζησ

Ορίστε! Κοίτα χάλι... Ρεζίλι θα γίνουμε πανελλαδικώς οι Αρεοπολίτες! Μα είναι πράγματα αυτά, μωρέ κορώνες μου, να σκοτώνονται μεταξύ τους άνθρωποι με όπλα; Το ξέραμε δα ότι οι Τζαννετιάνοι κι οι Μπεζαντιάνοι ήτανε στα μαχαίρια, αλλά όχι κι έτσι, να πάνε δυο οικογενειάρχες άδικα... Εγώ το σήκωσα το άχτι να κάνω τον καφέ της παρηγοριάς και στους δυο και μαύρισε η ψυχή μου, αυτή η δόλια η Λόπη του Δημήτρη του Μπεζαντάκου η γυναίκα και τα κορίτσια της δε σταματούσανε το κλάμα... Τι να πω, ο Θεός να τους συγχωρέσει! Καλά που δε βγάλανε και τα ονόματα ακριβώς στη φόρα αυτά τα όρνια οι δημοσιογράφοι...

Οι θαμώνες θορυβούν για λίγο μεταξύ τους, και έπειτα ο καφετζής στρέφεται προς τον ΓΕΡΟ – ΜΙΧΑΛΑΡΑΚΟ, έναν σεβάσμιο καμπουριασμένο γέροντα κάπου 96 – 97 ετών.

ΚΑΦΕΤΖΗΣ

Γέρο – Μιχαλαράκο, τι λες εσύ για όλα αυτά, που κοντεύεις να πιάσεις τον αιώνα κι είσαι και σοφός; Γιατί εμάς δεν το χωράει ο νους μας ο τι έγινε, στη Μάνη μας έχουνε πάψει από κάποτε να σκοτώνονται αθρώποι και να ξεκληρίζονται σπίτια με γδικιωμούς και τέτοια...

γερο – μιχαλαρακοσ

Τι να πω κι εγώ, κορώνα μου; Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι!... Μια κουβέντα παραπάνω να ειπώθηκε, να θόλωσε το μυαλό, δεν αργεί να γίνει το κακό... Ήταν κι ο Σαράντης του κυρ-Πιέρρου του δάσκαλου αψύς από μικρός, μα ο Δημήτρης του μακαρίτη του κυρ – Νικήτα ήτανε χρυσό παιδί, ποιος ξέρει τι γίνηκε και φτάσανε να χαλαστούνε ανάμεσό τους... Μόνο ο Θεός το ξέρει πια, μόνο Αυτός!

30. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Η Μάρθα και η Καίτη κάθονται στο κρεβάτι της Καίτης και μιλούν. Η ξαδέλφη της έχει πιάσει την πρωταγωνίστρια από τα χέρια και την κοιτάζει με έγνοια.

μαρθα

Καίτη μου, σκέψου το... Εμένα την Κυριακή τελειώνει η άδειά μου, 22 Αυγούστου ξαναπιάνω δουλειά, έλα να ανέβουμε μαζί στην Αθήνα να ησυχάσεις... Δε θα σου κάνει καλό να μείνεις άλλο στην Αρεόπολη μετά απ' όλα αυτά!

καιτη

Δεν ξέρω, Μάρθα μου... Με χρειάζεται η γιαγιά, η θεία Λόπη, τα κορίτσια, δεν είναι σωστό να φύγω, ειδικά μέχρι τα εννιάμερα του θείου ας πούμε...

μαρθα

Κατάλαβα... Κι εγώ είμαι πολύ στεναχωρημένη, πίστεψέ με, και δε θέλω να σε πιέζω! Αλλά φοβάμαι πως άμα μείνεις τώρα κι άλλο εδώ, θα σαλτάρεις, ξέρεις γιατί το λέω...

καιτη

Ντάξει... Ντάξει, θα δω τι θα κάνω...

μαρθα

Όπως θέλεις... Αρκεί να 'σαι καλά! Μου το υπόσχεσαι;

ΚΑΙΤΗ

Θα είμαι, όσο μπορώ... Σ' το υπόσχομαι!

Οι δυο κοπέλες αγκαλιάζονται δακρυσμένες, και η Μάρθα δίνει ένα φιλί στο μάγουλο στην Καίτη.

31. ΕΣ., ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Απόγευμα. Ο Πιέρρος έχει πάει στην εκκλησία και κάθεται ολομόναχος στα μπροστινά δεξιά στασίδια στις θέσεις των αντρών, έχοντας το σαγόνι του ακουμπισμένο στις παλάμες του, με τις οποίες κρύβει το πρόσωπό του. Ο παπά – Κώστας τον βλέπει, τον πλησιάζει και τον ακουμπάει στον ώμο.

παπα – κωστασ

Γιε μου, πώς κι από δω; Είσαι καλά;

πιερροσ

Όχι τόσο... Αυτές τις μέρες δε βρίσκω καμιά ηρεμία πουθενά, για αυτό ήρθα εδώ στους Ταξιάρχες μας, μπας και...

παπα – κωστασ

Ο Θεός έχει πάντοτε ανοιχτό τον οίκο Του για μας, παιδί μου... Μίλα μου, αν θες, ξαλάφρωσε την καρδία σου...

Ο Πιέρρος μένει για λίγο αμίλητος, πιέζοντας τις βρύσες των ματιών του με τα ακροδάχτυλα των χεριών, και ύστερα ανοίγει το στόμα του, κοιτάζοντας μια χαμηλά στο δάπεδο του ναού και μια προς το τέμπλο.

πιερροσ

Την αγαπώ, παπά - Κώστα... Μετά απ' όλα όσα έγιναν, εγώ συνεχίζω να την αγαπάω, να είμαι ερωτευμένος μαζί της, και κοντεύω πια να τρελαθώ... Την Καίτη, την ανιψιά της πρεσβυτέρας σου...

παπα – κωστασ

Σώπα, Πιέρρο... Το ξέρω ότι αγαπιέστε, πρώτη η Καιτούλα μού τα είπε...

πιερροσ

Πότε; Πότε σ' το 'πε;

παπα – κωστασ

Προπαραμονή της Παναγίας μας, τρεις μέρες πριν σας έβρει το κακό, και τρέχανε τα μάτια της την ώρα που μου έλεγε πόσο σ' αγαπάει το κορίτσι, σαν και τα δικά σου μάτια τώρα δα, γιε μου... Αύριο που έχει 26 ο μήνας και γιορτάζουνε οι άγιοι Αδριανός και Ναταλία, αυτό το τόσο αγαπημένο αντρόγυνο που έδωσε τη ζωή του για τον θείο έρωτα που έτρεφαν και προς τον Κύριό μας, θα προσευχηθώ για σας γονατιστός μπροστά του, και θα τον παρακαλέσω να σας βοηθήσει, να σας δώσει δύναμη και κουράγιο και να σας φωτίσει να πράξετε ο τι είναι καλό για σας και την αγάπη σας, που έπεσε σαν τον καλό σπόρο της παραβολής Του μες στ' αγκάθια... Έλα, σήκω τώρα όρθιος, και θάρρος!

32. ΕΣ., ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Η Καίτη μπαίνει στον ναό, κάνει τον σταυρό της και ανάβει ένα κερί στο μανουάλι. Προσκυνά μια εικόνα, και καθώς το βλέμμα της πέφτει στο βάθος της εκκλησίας, βλέπει τον Πιέρρο με τον παπά Κώστα να έρχονται προς το μέρος της, και ξαφνιάζεται. Οι δύο άντρες την αντιλαμβάνονται, κι ο Πιέρρος σαστίζει επίσης, ενώ ο παπά – Κώστας τον παροτρύνει να έρθουνε κοντά της.

παπα – κωστασ

Κόρη μου... Κι εσύ εδώ; Τώρα δα μίλαγα με τον καλό σου, σίμωσε κι εσύ...

(αγγίζει με τα χέρια του στοργικά τα μπράτσα του Πιέρρου και της Καίτης)

Να είστε σίγουροι πως, ακόμη κι αν την κυνηγούν οι δικοί σας, ο Θεός τη στέργει την αγάπη σας! Μιλήστε χωρίς ντροπή, τώρα που βρεθήκατε εδώ μαζί, στο σπίτι Του, πείτε τα οι δυο σας όπως ξέρετε, κι Εκείνος σας ακούει, είναι όλος αυτιά...

Λέει ο παπά – Κώστας, εμφανώς συγκινημένος, και κατόπιν τους αφήνει μόνους. Εκείνοι κοιτάζονται στα μάτια δακρυσμένοι, απλώνουν τα χέρια τους ο ένας στον άλλον κι αγκαλιάζονται, και η Καίτη γέρνει τελικά πρώτη στον ώμο του Πιέρρου και ξεσπά σε βουβό κλάμα. Ο Πιέρρος τη μιμείται, σφίγγοντάς την πάνω του, και μόλις ηρεμήσουν, η Καίτη μιλάει πρώτη με παράπονο.

καιτη

Πιέρρο... Γιατί όλα αυτά, πες μου; Γιατί έπρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο, τι νόημα είχε;

πιερροσ

Δεν ξέρω, Καίτη, ειλικρινά... Το μόνο που ξέρω είναι ότι μου λείπεις εσύ, κι η ψυχή μου πονάει ακόμη πιο πολύ...

καιτη

Κι εγώ πονάω πολύ, και μου λείπεις αφόρητα... Δεν αντέχω άλλο, το σπίτι μού 'χει γίνει φυλακή...

πιερροσ

Ούτε εγώ αντέχω... Στη δουλειά κάπως ξεχνιέμαι, αλλά σπίτι...

καιτη

Πάμε να φύγουμε, μωρό μου, οι δυο μας... Κλέψε με, πώς το λένε!

πιερροσ

Να σε κλέψω;

καιτη

Ναι! Δε με νοιάζει, ας είναι και για μια μέρα μόνο, απλά να φύγουμε, να είμαστε ξανά μαζί για λίγο, μακριά από δω, απ' την Αρεόπολη... Σε παρακαλώ!

πιερροσ

Ντάξει... Ντάξει, θα κλεφτούμε, αγάπη μου, σ' το υπόσχομαι! Έστω για μια μέρα... Πού θες να πάμε; Πες μου!

καιτη

Δεν ξέρω, όπου να 'ναι... Αρκεί να 'μαι μαζί σου!

πιερροσ

Το βρήκα... Το βρήκα, ναι! Στη Μονεμβασιά θα πάμε...

καιτη

Μονεμβασιά; Αλήθεια λες;

πιερροσ

Ναι, Μονεμβασιά! Γιατί ονειρευόμουν ήδη να πάω κάποτε μαζί σου...

καιτη

Κι εγώ... Κι εγώ το σκέφτηκα κάποια στιγμή να βρεθούμε εκεί, για αυτό το λέω!

πιερροσ

Ωραία... Θα το κάνουμε τώρα, λοιπόν, ασ' το πάνω μου! Εντάξει;

καιτη

Εντάξει! Όπου και να μου 'λεγες να πάμε, πάντως, θα σ' ακολουθούσα... Σ' αγαπώ πολύ, Πιέρρο, δεν μπορώ χωρίς εσένα!

πιερροσ

Κι εγώ σ' αγαπάω πολύ, Καίτη, πάρα πολύ, για πάντα! Δε σ' αφήνω...

καιτη

Ούτε εγώ... Φίλα με, εδώ, τώρα...

πιερροσ

Σε φιλάω... Εδώ και τώρα...

Η τελευταία στιχομυθία του παλικαριού και της κοπέλας γίνεται ψιθυριστά σχεδόν και με τα βλέφαρά τους κλειστά, ενώ εκείνος έχει εφαρμόσει το μέτωπό του στο δικό της έτσι, ώστε η άκρη της μύτης του να ακουμπάει τη ρίζα της δικής της μύτης, και έπειτα δίνουν ένα μανταλωτό φιλί (σσ: δηλαδή το κάτω χείλος του Πιέρρου ανάμεσα και στα δυο χείλη της Καίτης), με το απογευματινό φως του ήλιου να συνοδεύει την τρυφερή στιγμή τους, καθώς μπαίνει από τα παράθυρα και τη δυτική πόρτα του ναού.

Μαρία Παπαθεοδώρου