Ο γδικιωμός του έρωτα (επεισόδιο 6, σκηνές 9-20)

9. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΚΑΙΤΗΣ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Πρωί της επόμενης μέρας, κι η Καίτη με την Έλενα βρίσκονται στο δωμάτιό τους. Η μικρή κάθεται οκλαδόν στο κρεβάτι της, αριστερά του δωματίου, τεντώνεται και τρίβει αγουροξυπνημένη τα μάτια της, ύστερα βάζει τα γυαλιά της και στρέφει το βλέμμα της μελαγχολικά στην αδελφή της, που είναι ακόμη ξαπλωμένη δεξιά στο δικό της, με την πλάτη γυρισμένη σε κείνη. Τελικά σηκώνεται, και καλύπτοντας τη μικρή απόσταση που χωρίζει τα δύο κρεβάτια, κάθεται στο στρώμα της Καίτης και την αγγίζει απαλά στο δεξί μπράτσο της.

ΕΛΕΝΑ
Καίτη... Κοιμάσαι;

ΚΑΙΤΗ
Όχι, ξύπνια είμαι...

ΕΛΕΝΑ
Χθες το βράδυ, στην ταβέρνα μας, το Ξένος για σένανε και εχθρός... Σου θύμισε τον Πιέρρο, έτσι δεν είναι; Πες μου...
ΚΑΙΤΗ
Ναι... Ναι, μου τον θύμισε...

(αναστενάζει και μένει για λίγο σιωπηλή)

Δεν ξέρω, Λενάκι, δεν ξέρω πια τι θα γίνει μ' εμάς, αν θα τα καταφέρουμε... Έχω κι ένα κακό προαίσθημα σήμερα, κάτι σαν βάρος, δεν ξέρω, χάλια είμαι, σκατά...

ΕΛΕΝΑ

Προαίσθημα για τι;

ΚΑΙΤΗ

Δεν ξέρω, απλά είμαι χάλια... Πρέπει να σηκωθώ να πάω στο μπάνιο, μάλλον αδιαθέτησα κιόλας...

Η Καίτη σηκώνεται αργά από το κρεβάτι της και βγαίνει από το δωμάτιο, ενώ η Έλενα την κοιτάζει στεναχωρημένη.

10. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ/ΚΟΥΖΙΝΑ – ΜΕΡΑ

Ο Δημήτρης κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού τους, πίνει τον καφέ του και τρώει λαλάγγια με τυρί. Η Λόπη κάθεται απέναντί του και του χαμογελάει.

λοπη

Ωραίος ο καφές, Δημητράκη μου;

δημητρησ

Μμ, φοβερός! Και ο καφές και τα λαλαγγάκια... Ήξερε η Χρυσούλα τι κορίτσι μου προξένευε, και όμορφο και προκομμένο!

Η Λόπη χαμογελάει πιο έντονα, κολακευμένη, και ο Δημήτρης της επιστρέφει το χαμόγελο, πιάνοντάς της τρυφερά το ένα χέρι. Ύστερα, τελειώνει το πρωινό του, και σηκώνεται από τη θέση του, ενώ το ίδιο κάνει και η γυναίκα του.

δημητρησ

Λοιπόν, Λοπίτσα, ώρα να πάω λιγάκι στις μαυρομάτες μου... Μη νιώθουν μοναξιές!

λοπη

Να πας, Δημήτρη μου, να πας! Μόνο πρόσεχε μη μου κουράζεσαι πολύ...

δημητρησ

Μην ανησυχείς... Μόνο και μόνο το ότι ξέρω πως γυρνάω μετά σπίτι μου, δίπλα σε σένα και τις νεράιδες μας, αρκεί για να μην κουράζομαι καθόλου!

Λέγοντας αυτά, ο Δημήτρης πλησιάζει πιο πολύ τη Λόπη και κλείνει το πρόσωπό της στα χέρια του, και μόλις σταματήσει να μιλάει, σκύβει αμέσως και της δίνει ένα απαλό φιλί στο στόμα.

λοπη

Τι ήταν αυτό;

δημητρησ

Ποιο;

λοπη

Το φιλί... Καιρό είχες...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Κακώς, θα έπρεπε να το κάνω πιο συχνά! Να σου δείχνω πόσο σ' αγαπώ ακόμη, μετά από είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια γάμου, γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη, πολύ...

λοπη

Χμ... Πες το ψέματα!

δημητρησ

Δε βαριέσαι... Λοιπόν, φεύγω! Σ' αγαπάω πολύ, να ξέρεις!

λοπη

Κι εγώ... Αντίο!

Ο Δημήτρης ανοίγει την πόρτα της κουζίνας για να βγει, και συνεχίζοντας να χαμογελά στη Λόπη τής κουνά το χέρι, κι εκείνη του ανταποδίδει την κίνηση, με μια έκφραση χαράς και συγκίνησης μαζί.

11. ΕΞ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ/ΑΥΛΗ – ΜΕΡΑ

Ο Δημήτρης κατεβαίνει στην αυλή του σπιτιού από την εξωτερική πέτρινη σκάλα, όπου σε μια γωνιά τριγυρνά ο Μπέης. Μόλις βλέπει το αφεντικό του, το τσοπανόσκυλο κουνάει χαρούμενα την ουρά του και τρέχει δίπλα του, κι ο Δημήτρης τον χαϊδεύει στο κεφάλι του.

δημητρησ

Έλα, Μπέη! Θα πάμε στις ελιές, με τα πόδια... Έλα, αγόρι μου, έλα, κορώνα μου!

Ο Δημήτρης βάζει στον σκύλο το λουρί του, και οι δυο μαζί βγαίνουν από την αυλή στον δρόμο.

12. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ – ΜΕΡΑ

Ο Πιέρρος είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, στο δεξί πλευρό του, με τα μάτια ανοιχτά, φορώντας αμάνικη λευκή φανέλα και μποξεράκι. Τον πλησιάζει ο Ηλίας και τον σκουντάει απαλά.

ηλιασ

Πιέρρε... Ακόμα κοιμάσαι, ρε καφούλη; Σήκω να πάμε για μπάνιο με τα κορώνια, άντε, να ξεχαστείς...

πιερροσ

Δε θέλω... Τραβάτε μόνοι σας...

ηλιασ

Ρε αδερφέ, για το καλό σου το λέω! Αν κάθεσαι εδώ πέρα μουρτζούφλης, θα το μυριστούν ο μπαμπάς κι οι θείοι ότι κάτι τρέχει με την πάρτη σου...

πιερροσ

Ας το μυριστούν, στα αρχίδια μου! Εδώ εγώ χάνω την κοπέλα που αγαπάω...

ηλιασ

Έλα ρε, σήκω να πάμε μια βόλτα, να ξεθολώσεις, μπας και βρούμε τρόπο όλοι μαζί να το λύσουμε κιόλας... Τι νομίζεις, αναίσθητοι είμαστε κι εμείς οι άλλοι; Από χτες έχουμε την έγνοια σου!

πιερροσ

Άσε με, ρε Λιάκο, να χαρείς! Δε μπορώ, δεν έχω όρεξη για τίποτα, αλήθεια, άσε με στον πόνο μου...

Ο Ηλίας υπακούει στο θέλημα του αδελφού του και βγαίνει από το δωμάτιο, ενώ ο Πιέρρος μένει ξαπλωμένος, βγάζοντας έναν βαθύ στεναγμό από μέσα του.

13. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ/ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΑΖ – ΜΕΡΑ

Ο Σαράντης, φορώντας κασκέτο και πρόχειρα ρούχα, κατεβαίνει στο εξωτερικό γκαράζ της αυλής του σπιτιού και ετοιμάζεται να μπει στο αγροτικό του όχημα μάρκας Toyota. Ο Πότης βγαίνει στο μπαλκόνι και του μιλάει.

ποτησ

Για πού το 'βαλες, Σαράντο; Στις ελιές πας;

σαραντησ

Ναι, αδερφέ, στην παραγωγή μας! Να δω τι ψάρια θα πιάσουμε και φέτος...

ποτησ

Στο καλό! Και να μην ανταμώσεις στον δρόμο σου Μπεζαντιάνο...

σαραντησ

Έννοια σου, και άμα βρω, ξέρω πώς θα τον αντιμετωπίσω! Άντε, φεύγω τώρα μη με πιάσει η πολλή η ζέστη...

14. ΕΞ., ΚΤΗΜΑΤΑ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΣΑΡΑΝΤΗ – ΜΕΡΑ

Ο Δημήτρης βρίσκεται στο κτήμα του με τις ελιές, λίγο πιο έξω από την Αρεόπολη, κοντά στην Παναγία την Κονταριάνικη, κι έχει μαζί του τον Μπέη, δεμένο σε έναν κορμό με μακρύ λουρί. Ξαφνικά, ακούει πίσω του ΗΧΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ (off) και γυρίζοντας αντικρίζει πρώτα το αγροτικό του Σαράντη, κι ύστερα τον ίδιο να κατεβαίνει από το όχημα.

ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Βρε βρε βρε! Καλώς τον άισκιο τον Μπεζαντάκο, τον αδερφό του ταβερνιάρη... Ήρθες να δεις τις ψωροελιές σας;

δημητρησ

Κάνε δουλειά σου, Τζαννετάκο, και παράτα μας, πρωινιάτικα! Δε μου φτάνει το κακό το συναπάντημα μαζί σου...

σαραντησ

Έπρεπε πάντως να σας τις είχαμε πάρει όλες τότε, και να την καθαρίσουμε κιόλας την άτιμη τη φάρα σας από σερνικά, να φεύγανε τα γυναικόπαιδά σας σαν κυνηγημένα από τη Μάνη, που πήγατε να τα βάλετε μαζί μας, μ' εμάς που κρατάμε απ' τους Νικλιάνους... Φτου σας!

δημητρησ

Σαν πολλά δε μας τα 'πες, μωρέ; Άμε στη δουλειά σου τώρα, μην αρχίσω να λέω και για τα δικά σου τα καμώματα, που παίρνεις απ' το βιος των προγόνων μας και το πουλάς στον κουνιάδο σου τον Ανδρεόπουλο στην Καλαμάτα να αβγαταίνει η παραγωγή, λες και δε βγάζει τόνους το λάδι ήδη!

σαραντησ

Και ν' αρχίσεις, άδικα θα χαλάς το σάλιο σου... Οι ελιές αυτές μας ανήκουν κανονικά και με τον νόμο εδώ κι εκατόν δέκα χρόνια, και θα μας ανήκουν για πάντα, δεν πα' να χτυπιέστε κάτω εσείς οι Μπεζαντιάνοι και να μας σούρετε στα δικαστήρια, που δεν έχετε τα κότσια δηλαδή για να το κάνετε!

δημητρησ

Άντε πάγαινε, άνθρωπέ μου! Άντε, γιατί κι η υπομονή έχει τα όριά της...

σαραντησ

Εγώ να πάω στη δουλειά μου, όπως λες... Αλλά κι εσύ να πεις στην τσούπρα του αδερφού σου την Αθηναία ότι μην τολμήσει ν' ανοίξει ποτέ τα πόδια της στον ανιψιό μου τον Πιέρρο για να τον τυλίξει πάλι, χθες λογοδόθηκε...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(ορμάει στον Σαράντη και τον πιάνει από τον γιακά της μπλούζας του, κατακόκκινος από θυμό)

Τι είπες ρε; Τι ξεστόμισες για την ανιψιά μου την Καίτη;

σαραντησ

Αυτό που άκουσες! Του ρίχτηκε η τσουλίτσα σας, όμως εκείνος ήταν άντρας αρκετά για να τη στείλει στον διάολο...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Σκάσε ρε! Βούλωσ' το! Άμα θες να μιλάς για τις γυναίκες μας, θα πλένεις το στόμα σου πρώτα! Το κατάλαβες;

σαραντησ

Σιγά μην του ρίχνω κι αγιασμό! Μόνο πόρνες μπορεί να βγάλει η πουτάνα η γενιά σας...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

(ουρλιάζοντας)

Θα σε σκίσω, ρε άτιμε Τζαννετάκο! Θα σε φάω, ρε πούστη!

σαραντησ

(τον σπρώχνει και με τα δύο χέρια)

Έλα, ρε μαλάκα Μπεζαντάκο! Έλα, για να σε δω, τι θα μου κάνεις; Για έλα!

δημητρησ

Κάθαρμα! Καθοίκι!

Δημήτρης και Σαράντης πιάνονται στα χέρια και αρχίζουν να παλεύουν άγρια, πέφτοντας στο χώμα κι ανταλλάσσοντας βρισιές όπως «κλέφτες, φονιάδες, πούστηδες, άισκιοι», ενώ ο Μπέης γαβγίζει και γρυλίζει αγριεμένος και τραβιέται να ξεφύγει από το λουρί του, ώσπου ο Σαράντης καταβάλλει τον Δημήτρη και σηκώνεται όρθιος, λαχανιασμένος. Του δίνει με λύσσα μερικές κλοτσιές, με αποτέλεσμα ο Δημήτρης να σφαδάζει από τον πόνο, και ύστερα αρπάζει απ' την καρότσα του φορτηγού του μια καραμπίνα, την υψώνει, σημαδεύει τον Δημήτρη τον πυροβολεί δυο τρεις φορές απανωτά. Ο σκύλος γρυλίζει πάλι, δείχνει τα δόντια του έτοιμος να επιτεθεί στον Σαράντη, κι εκείνος στρέφει την κάννη του όπλου του απειλητικά προς το ζώο. Την ίδια στιγμή, ο Δημήτρης σηκώνει ξαφνικά ένα πιστόλι και ρίχνει πισώπλατα στον Σαράντη, ο οποίος, μόλις δέχεται τις σφαίρες, αφήνει μια κραυγή, λυγίζει και σωριάζεται. Ο Μπέης αλυχτάει τώρα απελπισμένα, κόβει το λουρί του με τα δόντια του κι αρχίζει να τρέχει πίσω προς την Αρεόπολη, ενώ οι δύο άντρες κείτονται πλέον νεκροί στο έδαφος.

15. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ – ΜΕΡΑ

Η Λόπη βρίσκεται ακόμη στην κουζίνα και έχει αρχίσει να ετοιμάζει φαγητό. Η Μυρτώ μπαίνει μέσα και την καλημερίζει, δίνοντάς της ένα φιλί.

μυρτω

Καλημέρα, μανούλα! Τι κάνεις;

λοπη

Καλημέρα, Μυρτούλα μου! Μια χαρά, εσύ; Κάτσε να φας πρωινό...

μυρτω

Αμέ, αυτό ήρθα να κάνω!

Η Μυρτώ παίρνει χυμό από το ψυγείο, κάνα δυο λαλάγγια και ένα κομμάτι τυρί και κάθεται να φάει. Ύστερα από λίγο, εμφανίζεται και η Ράνια.

ρανια

Καλημέρα, μαμά!

λοπη

Καλώς το κοριτσάκι μου! Έλα να κάνεις παρέα στην αδερφούλα σου!

ρανια

Με θέλει;

μυρτω

Ναι, ρε χαζό, κάτσε! Μαμά, θες να 'ρθεις μαζί μας μετά να πάμε για μπανάκι;

λοπη

Να 'ρθω, αγαπούλα μου, γιατί όχι; Να φτιάξω πρώτα φαγητό για το μεσημέρι, και να γυρίσει κι ο πατέρας σας απ' τις ελιές άμα είναι...

Ενώ η Ράνια έχει καθίσει δίπλα στη Μυρτώ και πίνει το γάλα της κι η Λόπη συνεχίζει την προετοιμασία του φαγητού, ακούγεται ξαφνικά το ΓΑΒΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΜΠΕΗ έξω από την πόρτα και το ΓΡΑΤΣΟΥΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΝΥΧΙΩΝ ΤΟΥ πάνω της. Τα δυο κορίτσια και η μητέρα τους αιφνιδιάζονται, σταματούν ο τι κάνουν και κοιτάζονται μια στιγμή απορημένες.

μυρτω

Ο Μπέης μας είναι αυτός; Και βασικά...

λοπη

Ωχ, Παναγία μου! Λες να συνέβη τίποτα στον μπαμπά σας;

Οι δύο αδελφές πετάγονται από τις θέσεις τους και τρέχουν προς την πόρτα της κουζίνας, την οποία έχει εν τω μεταξύ ανοίξει η Λόπη και χαϊδεύει με αγωνία τον Μπέη, που τώρα γρυλίζει κλαυτερά.

λοπη

Τι έγινε, αγόρι μου; Τι έπαθες, πού είναι ο Δημήτρης;

ρανια

Μαμά... Φοβάμαι! Για να 'ρθει μόνο του το σκυλί μας πίσω και να κάνει έτσι, κάτι έγινε, κάτι κακό έπαθε ο μπαμπάς!

λοπη

Να τηλεφωνήσουμε στον Τμήμα, στον Σταύρο! Φέρτε μου ένα κινητό, γρήγορα, οποιοδήποτε...

ρανια

Ναι, μαμά, ορίστε, πάρε το δικό μου...

Η Ράνια δίνει στη μητέρα της το κινητό της, και εκείνη καλεί το αστυνομικό τμήμα, με το πρόσωπό της να φανερώνει μεγάλη αγωνία, ενώ το ίδιο αναστατωμένες φαίνονται και οι κόρες της, που προσπαθούν μάταια να καθησυχάσουν τον Μπέη.

16. ΕΣ., ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΑΡΕΟΠΟΛΗΣ – ΜΕΡΑ

Χτυπάει το τηλέφωνο στο γραφείο του διοικητή Σταύρου Μανωλαράκου, ενώ εκείνος κοιτάζει μερικά χαρτιά. Ακούγοντάς το, ο διοικητής συνοφρυώνεται ελαφρά, και έπειτα σηκώνει το ακουστικό.

ΣΤαυροσ

Παρακαλώ; Λόπη, εσύ είσαι; Τι έγινε, όλα καλά; Όχι; Δηλαδή; Τι πράγμα; Κάτσε, κάτσε μισό λεπτό, να καταλάβω... Πήγε είπες ο Δημήτρης στις ελιές με τον σκύλο, και τώρα γύρισε πίσω το ζωντανό μόνο του και κλαίει; Αυτό είναι σοβαρό! Ναι, ναι, τώρα αμέσως πάω από κει να δω τι συμβαίνει... Πού είναι το κτήμα σας, θύμισέ μου; Στην Παναγία την Κονταριάνικη κοντά; Εντάξει, Λόπη, εντάξει, θα σε καλέσω πάραυτα... Κουράγιο!

Ο Σταύρος κατεβάζει απότομα το ακουστικό του τηλεφώνου κι αφού μείνει για μια στιγμή καρφωμένος στη θέση του, πετάγεται επάνω γεμάτος ταραχή. Η Όλγα, που μπαίνει ταυτόχρονα στο γραφείο του, τον βλέπει και θορυβείται.

ολγα

Σταύρο μου; Τι έγινε, για πού το 'βαλες; Προέκυψε τίποτα έκτακτο; Πες μου!

σταυροσ

Τηλεφώνησε μόλις η Λόπη η Λιαράκου, η γυναίκα του κουνιάδου της Χρυσούλας, του Δημήτρη, και μου είπε ότι εκείνος είχε πάει στις ελιές τους με τον σκύλο τους τον Μπέη και τώρα πριν λίγο γύρισε μόνο του στο σπίτι το ζωντανό, γάβγιζε περίεργα και έκλαιγε... Φοβάμαι κι εγώ ότι κάτι κακό του συνέβη του ανθρώπου, τα ζώα ξέρουν πώς αντιδρούν!

ολγα

Χριστέ μου! Τρόμαξα κι εγώ τώρα, αλήθεια...

σταυροσ

(πιάνοντάς την απ' τα μπράτσα)

Ψυχραιμία, Όλγα! Ψυχραιμία... Μείνε εδώ και κράτα τον έλεγχο! Εντάξει; Ο τι και να 'χει γίνει, πρέπει να το ανακαλύψουμε!

ολγα

Εντάξει, εντάξει... Πήγαινε, τρέχα!

Ο Σταύρος φιλάει στιγμιαία τη γυναίκα του στο μάγουλο για να την καθησυχάσει, κι εκείνη ακουμπά στο γραφείο του πιάνοντας το μέτωπό της και την κοιλιά της. Βγαίνοντας, ο διοικητής φωνάζει τον υπαστυνόμο Α Ιάσονα Βενιέρη.

σταυροσ

Βενιέρης! Έλα δω!

ιασονασ

Μάλιστα, κύριε διοικητά!

σταυροσ

Έχουμε επείγον περιστατικό... Έλα μαζί μου!

ιασονασ

Επείγον περιστατικό; Τι συνέβη;

σταυροσ

Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο! Πάμε και σου εξηγώ στον δρόμο!

ιασονασ

Πού, κύριε Σταύρο;

σταυροσ

Εδώ κοντά, στην Παναγία την Κονταριάνικη! Βιάσου, Ιάσονα, μπορεί να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου...

ιασονασ

Εντάξει, έρχομαι αμέσως!

17. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ – ΜΕΡΑ

Η Λόπη κλείνει το κινητό της Ράνιας και της το επιστρέφει, ενώ η αγωνία και ο φόβος διαγράφονται έντονα στο πρόσωπό της. Παρόμοια συναισθήματα φανερώνουν και οι όψεις των κοριτσιών της, που σφίγγουν η μία το χέρι της άλλης.

μυρτω

Μαμά, τι έγινε; Τι είπε ο κύριος Σταύρος;

λοπη

Τίποτα, πάει τώρα από κει να δει και θα μας ξαναπάρει...

ρανια

Φοβάμαι, μαμά... Φοβάμαι πολύ, δεν ξέρω, κάτι κακό συνέβη στον μπαμπά!

Η φωνή της Ράνιας σπάει σ' ένα λυγμό και ρουφάει έντονα τη μύτη της. Η Μυρτώ την παίρνει αγκαλιά, τη χαϊδεύει απαλά και της φιλάει το μέτωπο, ενώ η Λόπη μένει με τις γροθιές της ενωμένες μπροστά στο στόμα της, κοιτάει γύρω της νευρικά και η ανάσα της βγαίνει κοφτή και τρεμουλιαστή.

18. ΕΞ., ΚΤΗΜΑΤΑ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΣΑΡΑΝΤΗ – ΜΕΡΑ

Το περιπολικό στο οποίο επιβαίνουν ο Σταύρος και ο Ιάσονας φτάνει στον τόπο του αλληλοσκοτωμού, και ο διοικητής με τον νεαρό αξιωματικό υπηρεσίας κατεβαίνουν βιαστικοί από το όχημα. Μόλις αντικρίζουν τα πτώματα του Δημήτρη και του Σαράντη, παγώνουν για μια στιγμή στη θέση τους έκπληκτοι, κι ύστερα ο Σταύρος προχωράει και ελέγχει τον σφυγμό τους.

ιασονασ

Τι γίνεται, κύριε διοικητά; Ποιος είναι ο Δημήτρης ο Μπεζαντάκος, και ποιος είναι ο άλλος δίπλα του;

σταυροσ

Ο ξανθός είναι ο Δημήτρης, και ο άλλος ο μελαχρινός είναι ο Σαράντης ο Τζαννετάκος, ο αδερφός του κοινοτάρχη...

(λαχανιάζει)

Είναι νεκροί, Βενιέρη! Νεκροί...

ιασονασ

(πλησιάζοντας)

Κύριε διοικητά... Υπάρχουν όπλα εδώ, πιστόλι και καραμπίνα...

σταυροσ

Το ξέρω... Το είδα! Μην αγγίζεις τίποτα, μικρέ, τηλεφωνώ στη διεύθυνση...

Ο Σταύρος βγάζει το κινητό του από την τσέπη του παντελονιού του και καλεί, ενώ ο Ιάσονας στέκεται αποσβολωμένος πάνω από τα δύο πτώματα.

σταυροσ

Ναι; Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας; Σταύρος Μανωλαράκος εδώ, διοικητής Αστυνομικού Τμήματος Αρεόπολης... Στείλτε επειγόντως τη Σήμανση στην περιοχή, κοντά στο εκκλησάκι της Παναγίας Κονταριάνικης! Έχουμε επείγον περιστατικό με φόνο, μάλλον διπλή δολοφονία... Γρήγορα, παρακαλώ, όσο πιο γρήγορα γίνεται!

Ο διοικητής Μανωλαράκος κλείνει το τηλέφωνο και στηρίζεται στον κορμό της πιο κοντινής ελιάς, εμφανώς χλομός και ταραγμένος. Ο Ιάσονας τον πλησιάζει ανήσυχος και βάζει το χέρι του στον ώμο του.

ιασονασ

(off)

Κύριε Σταύρο...

(on)

Είστε καλά;

σταυροσ

Όχι, Ιάσονα, δεν είμαι... Ήταν κι οι δυο συγγενείς μου εξ αγχιστείας, οικογενειάρχες, ο Δημήτρης αδελφός του γαμπρού μου και ο Σαράντης θείος της γυναίκας μου! Αλλά πρέπει να παραμείνουμε ψύχραιμοι, αγόρι μου, ψύχραιμοι και λογικοί, όσο γίνεται...

ιασονασ

Λυπάμαι πολύ, κύριε διοικητά... Αλήθεια, δεν ξέρω τι να πω...

Ο Σταύρος σφίγγει τους ώμους του νεαρού υφισταμένου του βουρκωμένος, και ο Ιάσονας κοιτάζει χαμηλά, σοβαρός και γεμάτος στεναχώρια.

19. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΠΙΕΡΡΟΥ – ΜΕΡΑ

Χτυπάει το σταθερό τηλέφωνο στο σαλόνι του σπιτιού, κι ο Πότης μετά από μερικά χτυπήματα το σηκώνει.

ποτησ

Ναι; Σταύρο, εσύ; Τι γίνεται, πώς και δεν ήσουν στο Τμήμα; Πέρασα από το διοικητήριο..

(χλομιάζοντας)

Τι; Τι είπες μόλις τώρα; Είναι δυνατόν, ο Σαράντης...; Κι ο Μπεζαντάκος μαζί; Όπλα; Κλείσε αμέσως, κλείσε...

Ο Πότης κατεβάζει αργά το ακουστικό, κάτασπρος. Στηρίζεται με τις παλάμες του στο τραπεζάκι πάνω στο οποίο βρίσκεται το τηλέφωνο, κι η Φωτεινή τον πλησιάζει αργά και του αγγίζει την πλάτη και το δεξί του μπράτσο.

φωτεινη

Τι έγινε, Πότη μου; Τι σου είπε ο Σταύρος;

ποτησ

Λίγο νερό, Φωτεινή... Λίγο νερό, και κάπου να καθίσω...

Χωρίς να αλλάζει το κράτημα των χεριών της, η μητέρα του Πιέρρου οδηγεί τον πατέρα του στην κοντινότερη πολυθρόνα, και εκείνος πέφτει βαρύς πάνω της, πιάνοντας το μέτωπό του με το χέρι του. Η γυναίκα του τού φέρνει ένα ποτήρι νερό και γονατίζει απέναντί του, κι εκείνος πίνει δυο τρεις γουλιές, πριν το ακουμπήσει στο χαμηλό τραπέζι του σαλονιού μπροστά του.

ΦΩΤΕΙΝΗ

Λέγε, αφέντη μου, τι έγινε; Εσύ λεθρίνιασες, άσπρισες...

ποτησ

Ο Σαράντης, γυναίκα... Ο καφός μου είναι νεκρός! Τον βρήκε ο Σταύρος στο κτήμα μαζί με την καραμπίνα του, δίπλα του ανάσκελα κι ο αδερφός του άισκιου του ταβερνιάρη, ο Δημήτρης ο Μπεζαντάκος, με ένα πιστόλι...

Στο άκουσμα της απάντησης του συζύγου της, η Φωτεινή ανοίγει το στόμα της διάπλατα, και το καλύπτει αμέσως με τη μια παλάμη της. Μπαίνει μέσα ο Πιέρρος και βλέποντας τους γονείς του σε αυτή τη στάση, ξαφνιάζεται.

πιερροσ

Τι τρέχει; Μάνα, πατέρα, γιατί είστε έτσι; Έγινε κάτι; Μιλήστε, σας παρακαλώ!

φωτεινη

(δακρυσμένη, κομπιάζοντας)

Ο θείος σου ο Σαράντης, κορώνα μου... Πήγε στις ελιές, και...

πιερροσ

(γονατίζοντας δίπλα της)

Και, τι; Μίλα, ρε μάνα, ανησυχώ!

φωτεινη

...Τώρα είναι νεκρός... Μας πήρε πριν από λίγο ο Σταύρος και μας τόειπε!

πιερροσ

Νεκρός;... Τι νεκρός, πώς;

φωτεινη

Δεν ξέρω, παιδάκι μου, δεν ξέρω... Ήταν πλάι του... νεκρός κι ο Δημήτρης ο Μπεζαντάκος, και δίπλα τους υπήρχαν όπλα...

πιερροσ

Όπλα; Τι όπλα, ρε μάνα; Τι λες; Τι συμβαίνει, γαμώ το κέρατό μου;

φωτεινη

(σχεδόν ψιθυριστά)

Δεν ξέρω, Πιέρρο μου, δεν ξέρω... Μη βρίζεις, σε παρακαλώ, μη φωνάζεις...

Η Φωτεινή αρχίζει να κλαίει σιγανά, ενώ ο Πότης έχει ήδη κρύψει το πρόσωπό του μες στα χέρια του και οι ώμοι του τραντάζονται. Ο Πιέρρος σηκώνεται όρθιος, στιγμιαία παραπατάει και ατενίζει το κενό, καθώς τρέμει και τα δάκρυα λαμπυρίζουνε ήδη στα μάτια του.

20. ΕΣ., ΣΠΙΤΙ ΔΗΜΗΤΡΗ & ΛΟΠΗΣ – ΜΕΡΑ

Η Λόπη, η Μυρτώ και η Ράνια εξακολουθούν να περιμένουν ανήσυχες. Στο μεταξύ, χτυπούν την πόρτα η κυρά Κατέρω μαζί με την Καίτη και την Έλενα, η Ράνια τους ανοίγει και πέφτει αυθόρμητα στην αγκαλιά της Καίτης.

καιτη

Τι έγινε, Ράνια μου; Τι συμβαίνει;

ρανια

Ο μπαμπάς... Κάτι έπαθε ο μπαμπάς!

καιτη

Τι; Τι έπαθε;

ρανια

Δεν ξέρω... Δεν ξέρω, φοβάμαι, κι ο Μπέης δε λέει να σταματήσει...

Η Καίτη πλησιάζει τον Μπέη, γονατίζει, τον αγκαλιάζει και τον χαϊδεύει.

ΚΑΙΤΗ

Μπέη μου... Αγόρι μου, τι έγινε; Τι έπαθε ο θείος Δημήτρης;

Ο σκύλος συνεχίζει να κλαψουρίζει. Χτυπάει ξανά το κινητό της Ράνιας, και η Λόπη το αρπάζει στο χέρι της, βλέποντας ότι η κλήση είναι από τον Σταύρο.

λοπη

Ναι; Σταύρο, επιτέλους! Κάθομαι, ναι... Τι; Δε μπορεί, δε μου λες αλήθεια... Πώς; Κι ο Σαράντης ο Τζαννετάκος;!

Η Λόπη βγάζει το κινητό από το αυτί της, χλομή, πριν τελειώσει η κλήση, ενώ τα μάτια της έχουν δακρύσει ήδη.

ΛΟΠΗ

Δημήτρη μου... Άντρα μου...

Ψελλίζει, με βλέμμα απλανές, κι έπειτα ένας λυγμός ξεφεύγει απ' το λαρύγγι της και καλύπτει το πρόσωπό της με τα χέρια της. Οι κόρες της, οι ανιψιές της κι η πεθερά της την παρατηρούν έντρομες, και η Ράνια πέφτει πάνω της και την ταρακουνάει.

ρανια

Μαμά... Πες μου τι έγινε, μαμά! Μαμά, σου μιλάω! Μίλα μου, μίλα μου... Μπαμπά μου! Όχι, μπαμπάκα μου, όχι... Μπαμπάκα μου! Αααα...

Η Ράνια πέφτει στο στήθος της Λόπης και σπαράζει, κι η μητέρα της την αγκαλιάζει και κλαίει μαζί της. Το πρόσωπο της Μυρτώς συσπάται με το ξέσπασμα της αδελφής της, και δάκρυα αρχίζουν να τρέχουν κι από τα δικά της μάτια.

μυρτω

Ο μπαμπάς μας... Πέθανε ο μπαμπάς μας, Καίτη, το ξέρω! Για αυτό έκανε έτσι ο Μπέης, για αυτό κλαίνε η μαμά κι η Ράνια... Πάει ο μπαμπάς μας, πάει, πέθανε ο πατέρας μας, πέθανε, σου λέω...

καιτη

(πιάνοντας το κεφάλι της)

Όχι... Όχι, δε μπορεί, Θεέ μου! Όχι ο θείος ο Δημήτρης...

κυρα κατερω

Παλικάρι μου... Κορώνα μου, αητέ μου, στερνοπαίδι μου! Όχι, Μυρτώ μου, λάθος κάμουσι η μάνα κι η καφή σου, λάθος κάμεις, Πηνελόπη μου, δεν πέθανε ο γι- αφέντης σου...

λοπη

Όχι, μάνα... Όχι, δεν κάνω λάθος! Σκοτώθηκε ο Δημήτρης μου με τον Σαράντη τον Τζαννετάκο, τους βρήκε νεκρούς ο Σταύρος πλάι πλάι! Γιατί, Θεέ μου, γιατί; Γιατί, πες μου γιατί... Ποιος διάολος το θέλησε αυτό, ποιος διάολος; Ο ίδιος είναι που μου πήρε με σφαίρες τον πατέρα μου, σαν ήμουνα τεσσάρων χρονών κοριτσάκι, και μας σήκωσε η κυρά Ουρανία με τις αδερφές μου και φύγαμε άρον άρον απ' την Κοίτα για τον Κότρωνα... Πώς θα σ' το πω τώρα, μάνα μου, πώς θα σ' το πω για τον γαμπρό σου, εσένα που μας ανάθρεψες με το ψέμα για να μην πληγωθούμε, ότι ο πατέρας μας πήγε από καρδιά, και μόνο εγώ την έμαθα την πικρή αλήθεια; Δημήτρη μου, Δημητράκη μου...

Ο σπαρακτικός μονόλογος της Λόπης έχει αφήσει εμβρόντητες τη μεγάλη κόρη της και τις ανιψιές της. Η Ράνια έχει σταματήσει επίσης να κλαίει, και κοιτάζει τη μητέρα της με ανοιχτό το στόμα και διάπλατα τα μάτια της, που γυαλίζουν από τα δάκρυα, ενώ η κυρά Κατέρω θρηνεί σιωπηλά, χτυπώντας τα μάγουλά της.

Μαρία Παπαδεοδώρου