Δείπνο Δολοφόνων (Κεφάλαιο 1)

Η υπέροχη ημέρα

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Αλεσσάντρα Ντονάτι


Σήμερα είχε φτάσει επιτέλους η μεγάλη μέρα. Η Αλεσσάντρα σηκώθηκε πιο νωρίς απ’ ό,τι συνήθιζε, φόρεσε το καλύτερο ταγιέρ της, τη στενή γκρι φούστα μέχρι το γόνατο και το ασορτί σακάκι της, έβαλε μία λευκή μπλούζα με τόσο άνοιγμα στο ντεκολτέ, ώστε να θεωρείται ακόμα καλόγουστο, ανέβηκε πάνω στις γόβες της, επέλεξε προσεκτικά τα κοσμήματά της -ένα ζευγάρι μικροσκοπικά διαμαντένια σκουλαρίκια, δώρο του Γουέιν για την τελευταία επέτειό τους- και κατέβηκε στο λόμπι της πολυκατοικίας για να βρει ότι το αυτοκίνητο της εταιρίας την περίμενε ήδη.

Είχε έρθει επιτέλους η μέρα που οι κόποι της απέδιδαν καρπούς, η μέρα που οι ατελείωτες ώρες ορθοστασίας στα δικαστήρια, οι ολονυχτίες πάνω από δικογραφίες και η αμέτρητη φαιά ουσία που είχε σπαταλήσει δουλεύοντας και -κυρίως- κερδίζοντας υποθέσεις θα την έφερναν ένα βήμα πιο κοντά στον αμέσως επόμενο στόχο της. Οπότε συνέχισε να επαναλαμβάνει τα λόγια από μέσα της σαν να έκανε σπικάζ σε τρέιλερ ταινίας στις αρχές του 2000:

Ήταν η μέρα που η νεαρή δικηγόρος θα τα αποκτούσε όλα. Και σύντομα, ακόμα περισσότερα.

Ναι, της άρεσε αυτό.

Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούσε ότι το «Μόργκαν & Γουίλσον» είχε άλλο κύρος -στο κάτω κάτω είχαν περάσει σχεδόν εννιά χρόνια από τότε που έπιασε δουλειά εκεί και πλέον το είχε συνηθίσει-, αλλά το «Μόργκαν & Ντονάτι», παρότι χαλούσε την αμερικανιά της όλης υπόθεσης, ήταν καλύτερο και αυτό γιατί περιείχε το δικό της όνομα.

Ήταν μία από τις καλύτερες μέρες της ζωής της και τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει τη διάθεση. Ούτε καν τα προβλήματα που ακολουθούσαν την επιτυχία της. Ούτε καν τα κακεντρεχή κουτσομπολιά των υπολοίπων δικηγόρων του γραφείου σχετικά με το πώς είχε πάρει προαγωγή. Ούτε καν το ξινισμένο βλέμμα της Πάμελα, που θα τη συνέχαιρε το βράδυ. Για την ακρίβεια το ξινισμένο βλέμμα της Πάμελα ήταν ένας από τους λόγους που την έκαναν τρισευτυχισμένη.

Φτάνοντας στο γραφείο της, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Το συμβούλιο των μετόχων ήταν προγραμματισμένο για τις δέκα και μισή, η ώρα δεν είχε πάει καν επτά και τέταρτο, αλλά είχε πολλά πράγματα να κάνει. Η εργατικότητά της την είχε φέρει στην κορυφή και το γεγονός ότι πλέον τα κέρδη της εταιρίας ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα δικά της έκανε την ανάγκη για σκληρή δουλειά ακόμα πιο επιτακτική.

Η Αλεσσάντρα είχε χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου, όταν ο γραμματέας της της μίλησε από την ενδοεπικοινωνία:

«Ήρθε η ώρα».

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την αίθουσα συνεδριάσεων Γ, όπου είχαν ήδη μαζευτεί όλοι οι μέτοχοι. Τους καλημέρισε όλους γενικά και μετά έναν ή δύο ονομαστικά και κάθισε δίπλα στην πεθερά της, που είχε πιάσει τη μία κορυφή του τραπεζιού. Στην απέναντι μεριά πήρε θέση ο πατέρας του Γουέιν και η συνεδρίαση άρχισε.

Πέρα από τις υπογραφές και τα συγχαρητήρια προς την καινούρια συνέταιρο, συζητήθηκαν και θέματα της ίδιας της εταιρίας. Σχεδόν σαράντα λεπτά αργότερα η συνεδρίαση έλαβε τέλος και εκείνη έμεινε μόνη της με τους ιδιοκτήτες.

«Και εγώ και η πεθερά σου είμαστε πολύ περήφανοι για σένα, κόρη μου» της είπε ο Ντέιβιντ.

«Εγώ χαίρομαι που κατάφερα να σταθώ αντάξια των προσδοκιών σας» απάντησε η Αλεσσάντρα, η οποία ανέκαθεν συμπαθούσε τους γονείς του Γουέιν, αλλά πάντα τους έβλεπε περισσότερο σαν εργοδότες, παρά σαν συγγενείς, έστω και εξ αγχιστείας.

«Δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό. Από την πρώτη στιγμή που σε γνωρίσαμε, ξέραμε ότι θα γινόσουν συνέταιρος κάποια στιγμή. Το ίδιο και η Πάμελα. Μπορεί εσύ να την πρόλαβες» την πείραξε η Τζάνις, χαρίζοντάς της ένα πονηρό χαμόγελο «αλλά το όνειρό μας ήταν πάντα η εταιρία να μείνει στην οικογένεια και σήμερα αυτό το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Σύντομα θα ολοκληρωθεί».

Η Αλεσσάντρα ανάγκασε στα χείλη της ένα ευγενικό χαμόγελο και έμεινε αμίλητη. Τελικά οι γονείς του Γουέιν την άφησαν να γυρίσει στο γραφείο της και εκείνη επέστρεψε στη δουλειά. Έφυγε από την εταιρία λίγο μετά από τις έξι με σκοπό να αλλάξει ρούχα και να συναντήσει τον σύζυγό της, τον αδελφό του και τη γυναίκα του σε ένα εστιατόριο.

Χαιρέτησε την παρέα της, όταν ο υπεύθυνος την οδήγησε στο τραπέζι τους. Ο Γουέιν πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και τη φίλησε περισσότερο ερωτικά απ’ ό,τι θεωρούσε πρέπον εκείνη, τουλάχιστον για τον χώρο. Έπειτα ο Τζέισον σηκώθηκε από την καρέκλα του και την αγκάλιασε και αυτός με τη σειρά του.

«Τα συγχαρητήριά μου, Αλεσσάντρα. Σύντομα και στην επωνυμία».

Του χάρισε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο.

Έπειτα ήρθε η σειρά της Πάμελα. Όπως και οι υπόλοιποι, έτσι και εκείνη σηκώθηκε από τη θέση της, επιδεικνύοντας ένα από τα πιο αποκαλυπτικά φορέματά της και τη συνεχάρη.

Η Πάμελα ήταν σχεδόν ένα κεφάλι ψηλότερη της Αλεσσάντρα. Ήταν επίσης πιο αδύνατη, με ομορφότερα χαρακτηριστικά, μεγάλα, εκφραστικά μάτια στο χρώμα της καραμέλας, σαρκώδη χείλη, ηλιοκαμένο δέρμα και πυκνά κυματιστά ξανθά μαλλιά. Το στήθος της, ένα από τα αγαπημένα χαρακτηριστικά του Τζέισον πάνω της, ήταν πλούσιο και στητό και ερχόταν σε τέλεια αναλογία με τους γλουτούς της, το δεύτερο αγαπημένο χαρακτηριστικό του Τζέισον πάνω της. Η Αλεσσάντρα δεν θα παραδεχόταν τίποτα απ’ όλα αυτά -ούτε καν τη διαφορά ύψους, για την οποία κατά τη γνώμη της ευθύνονταν περισσότερο τα παπούτσια της γυναίκας- και, αν δεχόταν πίεση, θα δήλωνε ότι η Πάμελα είχε μία σχετικά ευχάριστη όψη.

Η ημέρα που οι Αμερικάνοι θα αρχίσουν να προτιμούν τις ιθαγενείς από τις Ιταλίδες θα είναι η μέρα που θα πάρω πάλι το καράβι για τη Νάπολη, έλεγε μετά από αρκετά ποτά σε όποιον είχε όρεξη να ακούσει, λες και δεν ήταν μετανάστρια τρίτης γενιάς ή λες και η μέρα αυτή δεν είχε ήδη έρθει.

Αντίθετα, εκείνη ήταν χλωμή, είχε καστανά όχι και τόσο εκφραστικά, όχι και τόσο μεγάλα μάτια, κοντά ίσια μαλλιά, κουρεμένα σε επιβλητικό καρέ και βαμμένα σε αυστηρό μαύρο. Το στήθος της ήταν στητό μεν, αλλά σε καμία περίπτωση πλούσιο και τα οπίσθιά της όμορφα, αλλά όχι χορταστικά. Στο μόνο που έμοιαζε στην Πάμελα ήταν ότι, όπως και εκείνη, έτσι και η Αλεσσάντρα ήταν σχεδόν ένας κλώνος των προηγούμενων σχέσεων των συζύγων τους.

«Συγχαρητήρια για σήμερα. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον που να το άξιζε περισσότερο από σένα» τη φίλησε σταυρωτά και ακουμπώντας ελάχιστα τα χείλη της πάνω της.

Φυσικά και μπορείς.

«Ευχαριστώ παρά πολύ, καλή μου» κατάπιε τις προηγούμενες σκέψεις της, το επεξεργάστηκε λίγο και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Η Τζάνις με διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα έρθει και η σειρά σου».

Το χαμόγελο της Πάμελα συσπάστηκε στα χείλη της και για μια στιγμή η Αλεσσάντρα μπορούσε να τη δει αργά το βράδυ, ξαπλωμένη δίπλα στον Τζέισον να αλείφει με κρέμα τα χέρια της και να σχολιάζει αυτό που μόλις της είχε πει.

Η Πάμελα απάντησε κάτι, το οποίο δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, και το διπλό ραντεβού τους ξεκίνησε.

Επιστρέφοντας σπίτι και οι δύο γυναίκες βρήκαν τους εαυτούς τους να χαίρονται με το γεγονός ότι είχαν πάει με ξεχωριστά αυτοκίνητα στο μαγαζί, παρότι έμεναν στον ίδιο όροφο του ίδιου κτηρίου ο ένας απέναντι στον άλλον. Όταν έφτασαν, η Αλεσσάντρα ανακάλυψε πως είχε πιει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελε σε ένα όχι και τόσο διασκεδαστικό δείπνο. Έλιωσε μια πολυβιταμίνη και ένα αναλγητικό και τα ανακάτεψε με ένα ισοτονικό σε χρώμα ραδιενεργού υλικού, ένα γιατροσόφι για το χανγκόβερ που είχε πατεντάρει η ίδια μία δεκαετία πριν και έπεσε στο κρεβάτι.

Την επόμενη μέρα ο Γουέιν και η Αλεσσάντρα δεν ξύπνησαν από το ξυπνητήρι, αλλά από τον ήχο του τηλεφώνου. Η γυναίκα απάντησε ενοχλημένη στον άγνωστο αριθμό.

«Κέβιν τι;» ρώτησε, καθώς ανακαθόταν στο κρεβάτι.

«Κέβιν Ροκ, Αλεσσάντρα. Από το-»

«Από το Γέιλ» τον διέκοψε εκείνη. «Σε θυμάμαι. Συνέβη κάτι;»

«Πρέπει να συμβεί κάτι για να μιλήσουν δυο παλιόφιλοι;»

Η Αλεσσάντρα το σκέφτηκε λίγο. Ναι, έπρεπε. Είχε να δει ή να ακούσει τον Κέβιν από το 2007 και ήταν επτά το πρωί Σαββάτου.

«Ναι, υποθέτω πως έχεις δίκιο. Λοιπόν, πώς είσαι;»

«Όχι και πολύ καλά» της απάντησε. Η Αλεσσάντρα δεν ήξερε αν ήταν η γελοία τροπή που είχε πάρει η συζήτηση ή αν όντως εντόπιζε ειρωνεία στη φωνή του, αλλά δεν πρόλαβε και να το διαπιστώσει. «Πέθανε ο Λουκ».

Κανείς δεν μίλησε για μια στιγμή. Έπειτα ο Κέβιν προσέθεσε:

«Ο Λουκ Χολ».

«Θυμάμαι ποιος είναι ο Λουκ, Κέβιν» του φώναξε εκείνη, χαμηλώνοντας αμέσως τη φωνή της. Ο Γουέιν αποκοιμήθηκε ξανά την ίδια στιγμή. Η Αλεσσάντρα φόρεσε τη ρόμπα της και πήγε προς το σαλόνι, δένοντας ένα σφιχτό κόμπο στη μέση της. «Μη μου λες εμένα ποιος είναι ο Λουκ. Τον ήξερα καλύτερα απ’ όλους σας».

«Φυσικά».

«Πότε είναι η κηδεία;»

«Η κηδεία έγινε, αλλά σκεφτόμουν ότι ίσως θα ήταν καλό για την παρέα, αν μαζευόμασταν και κάναμε μια δική μας τελετή».

«Την παρέα;» είχε έρθει η σειρά της Αλεσσάντρα να τον ειρωνευτεί. Η παρέα είχε σταματήσει να υπάρχει από το 2004, αν όχι πιο νωρίς. Ακόμη και τότε όμως δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν όντως φίλοι.

«Την ομάδα εν πάση περιπτώσει. Ένα δείπνο στη μνήμη του Λουκ. Νομίζεις ότι μπορείς να έρθεις;» Δεν της άφησε όμως χρόνο να το σκεφτεί. «Οι άλλοι θα ‘ρθουν. Όλοι».

«Κέβιν, δεν ξέρω, τα πράγματα είναι περίεργα στη δουλειά...»

«Μιλάμε για τον Λουκ. Θα φανεί ύποπτο στους άλλους αν δεν έρθεις εσύ. Μέχρι και οι πέτρες ξέρουν πόσο δεμένοι ήσασταν στο πανεπιστήμιο».

«Ύποπτο;»

«Περίεργο».

Ήταν αλήθεια, τότε ήταν δεμένη με τον Λουκ, πολύ δεμένη. Αλλά πλέον, εννιά χρόνια από τότε που είχε πάρει πτυχίο, τα πράγματα είχαν αλλάξει και είχαν αλλάξει πολύ. Σίγουρα όμως θα φαινόταν περίεργο, αν δεν εμφανιζόταν και σε καμία περίπτωση δεν το ήθελε αυτό.

«Λοιπόν θα ‘ρθεις;»

«Πότε;»

«Το επόμενο Σαββατοκύριακο. Θεώρησα ότι θα σας ήταν ευκολότερο αν είχατε καμιά εβδομάδα να προετοιμαστείτε». Η ειρωνεία είχε επιστρέψει.

«Ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο;» ρώτησε η Αλεσσάντρα μπερδεμένη και κάπως φοβισμένη. Θα μπορούσε να ήταν όντως φόβος αυτό που ένιωθε;

«Σκέφτηκα ότι μπορούμε να κάνουμε μια επανασύνδεση της παλιάς τάξης, όπως γίνεται στις ταινίες».

«Δεν ήμασταν στην ίδια τάξη» του απάντησε. Τόσο ο Κέβιν όσο και εκείνη ήξεραν ότι δεν ήταν αυτό το πρόβλημα.

«Ναι ή όχι, Αλεσσάντρα;»

«Θα έρθω» αναστέναξε.

«Θα σου στείλω με email τις λεπτομέρειες».

«Πώς βρήκες το email μου;»

«Πώς βρήκα το κινητό σου;»

Για μερικές στιγμές έπεσε σιωπή. Κανείς δεν μίλησε και κανείς δεν το έκλεισε. Ήξεραν καλά και οι δύο ότι δεν είχαν ειπωθεί τα πάντα.

«Θα τα πούμε το επόμενο Σαββατοκύριακο» την ενημέρωσε.

Η Αλεσσάντρα κόλλησε την πλάτη της στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια της και έμεινε έτσι για λίγα λεπτά. Δεν έπρεπε να είχε συμφωνήσει, όμως δεν μπορούσε να κάνει πίσω πια. Είχε συνηθίσει να παίρνει αυτό που ήθελε στη ζωή και η στάση της τα τελευταία λεπτά ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα της. Είχε να νιώσει τόσο αβοήθητη εδώ και χρόνια.


Βρείτε το βιβλίο εδώ